Supreme Court partially allows appeal against eviction for exclusive use of co-owned property, remanding calculation of benefit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding exclusive use of co-owned property. The lower court awarded 10,010 euros to the co-owner without justification for a 20% increase in the calculated benefit. The court found this arbitrary addition violated substantive law and remanded the case for recalculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 786, 787, 792 of the Civil Code; The benefit from exclusive use of co-owned property is determined by rental value minus expenses, and an arbitrary percentage increase without justification violates substantive law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1694 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1694/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ά. Κ. του Π. κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αντωνόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιου δικηγόρο του Κομπούγια Παναγιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 224/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 730/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-12-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης, ανέγνωσε την από 30-4-2012 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος του αναιρετηρίου και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 730/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Το Εφετείο συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της 224/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, το οποίο είχε συνεκδικάσει τις από 2-6-2005 και 10-4-2007 αντίθετες αγωγές του αναιρεσίβλητου και του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, και την μεν πρώτη για ωφελήματα από την αποκλειστική χρήση επίκοινου ακινήτου δέχθηκε μερικώς, τη δε δεύτερη από την ίδια αιτία και από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών απέρριψε ως μη νόμιμη. Το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσίβλητου, δέχθηκε μερικώς την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε μερικώς την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής του αναιρεσίβλητου τη δέχθηκε μερικώς, υποχρεώνοντας τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 10.010 ευρώ νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.
Από το συνδυασμό των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961 και 962 του ΑΚ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσεως του κοινού αντικειμένου από τον ένα από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι και αν δεν προέβαλαν αξίωση περί συγχρήσεως, να απαιτήσουν από αυτόν που κάνει αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσεως του κοινού.
Ειδικότερα, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, που προορίζεται από κατασκευής για κατοικία ή κατάστημα, το όφελος αυτό συνίσταται στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσεως μισθωτική αξία της μερίδας των εκτός χρήσεως κοινωνών, η οποία δεν αποτελεί μίσθωμα, αφού δεν υπάρχει μισθωτική σχέση, αλλά αποδοτέα, ως αποζημίωση, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, ωφέλεια (ΑΠ 1302/2006).
Εξάλλου, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύονται ο μεν πρώτος αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη είτε σε εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων εφαρμογής του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου είτε σε εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στο εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού του κανόνα, ο δε δεύτερος όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του ίδιου δικαστηρίου δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Η θεμελίωση αμφοτέρων των λόγων προϋποθέτει πλημμέλειες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ακόμη δε οι κύριοι και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή σε άρνηση τέτοιων ισχυρισμών (Ολ.
ΑΠ 25/2003, 11/1996).
Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: "Οι διάδικοι, οι οποίοι είναι αδελφοί, ... κατέστησαν συγκύριοι και συννομείς κατά ποσοστό 50% αδιαιρέτως ο καθένας, δύο συνεχόμενων οικοπέδων, τα οποία βρίσκονται στο ... του Δήμου ... Στα οικόπεδα αυτά ανήγειραν σε επαφή ... δύο οικοδομές, αποτελούμενες από καταστήματα και διαμερίσματα, χωρίς να συστήσουν επ' αυτών οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία και χωρίς να έχει υπάρξει διανομή, αλλά υφίσταται κοινωνία δικαιώματος κυριότητας.
Το έτος 1987, καθαίρεσαν τον παρά το κοινό όριο εξωτερικό τοίχο της πρώτης οικοδομής και δημιουργήθηκε ένας ενιαίος ισόγειος χώρος - κατάστημα, συνολικής επιφάνειας 304 τ.μ. περίπου, με στοιχεία Κ - 1, από τα οποία τα 200 τ.μ. βρίσκονται στην πρώτη οικοδομή και τα 104 τ.μ. στη δεύτερη, που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία ...
και νότια με ακάλυπτο χώρο οικοδομής, με τον αντίστοιχο υπόγειο χώρο - κατάστημα, συνολικής επιφάνειας 300 τ.μ. περίπου. Από το έτος 1970, οι διάδικοι είχαν συστήσει ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " ….", η οποία είχε σκοπό την κατασκευή και εμπορία σιδηροκατασκευών, κουφωμάτων και συναφών ειδών και στεγαζόταν στο υπόγειο της παραπάνω οικοδομής.
Το ισόγειο το είχαν εκμισθώσει ... στην επιχείρηση εμπορίας τροφίμων και ποτών της Χ. Α.. Το έτος 1997 προέκυψαν διαφωνίες σχετικά με τη διαχείριση και λειτουργία της εταιρείας και στις 30-5-1997 ο ενάγων της πρώτης αγωγής Γ. Κ. κατήγγειλε την εταιρεία. Λόγω του ότι δεν είχαν διανεμηθεί τα επίκοινα ακίνητα, αποχώρησε από την κοινή χρήση τους και μεταστεγάστηκε σε άλλο ακίνητο, ενώ ο εναγόμενος (ενν.
ο Ά. Κ.) συνέχισε να κάνει χρήση του υπογείου. Του ισογείου καταστήματος ο εναγόμενος έκανε χρήση από 1-11-1997, οπότε και έπαυσε η ως άνω μίσθωση, λόγω αποχώρησης της μισθώτριας. Επειδή μεταξύ των διαδίκων δεν υπήρξε συμφωνία για τη χρήση των ως άνω επικοίνων ακινήτων, ο Γ. Κ. με αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών ζήτησε τη ρύθμιση της χρήσης του κοινού, κατ' άρθρο 790 ΑΚ.
Επί της αιτήσεώς του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2103/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία το δικαστήριο επιμέρισε τη χρήση του ως άνω κοινού ακινήτου - ισογείου καταστήματος σε χωριστά τμήματα για κάθε διάδικο. Συγκεκριμένα, παραχωρήθηκε η χρήση των 200 τ.μ. του ανωτέρω με στοιχεία Κ - 1 ακινήτου μετά του αντίστοιχου αποθηκευτικού υπόγειου χώρου στον εναγόμενο της πρώτης αγωγής Ά.
Κ. και η χρήση των 104 τ.μ. του με στοιχεία Κ - 1 ακινήτου μετά του αντίστοιχου αποθηκευτικού υπόγειου χώρου στον ενάγοντα (ενν. Γ. Κ.). Ακριβές αντίγραφο της πιο πάνω απόφασης με επιταγή για συμμόρφωση κοινοποιήθηκε με την υπ' αριθμ. …/22-9-2000 έκθεση επίδοσης στον εναγόμενο και μετά την παρέλευση των νόμιμων προθεσμιών, στις 17-11-2000, ο ίδιος δικαστικός επιμελητής προέβη σε βίαιη αποβολή του εναγομένου και εγκατάσταση του ενάγοντος στα ανωτέρω τμήματα του ακινήτου. ...
Η αξίωση του ενάγοντος για απόδοση τυχόν ωφέλειας από 1-11-1997 μέχρι 31-12-1999, σε κάθε περίπτωση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ. 17 ΑΚ, αφού η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε το έτος 2005, κατά παραδοχή της σχετικής ένστασης παραγραφής, που παραδεκτά προέβαλε ο εναγόμενος, ως κατ' ουσίαν βάσιμης.
Ερευνάται, επομένως, μόνο η ωφέλεια που τυχόν αποκόμισε ο εναγόμενος μετά την 1η Ιανουαρίου του 2000 και η ωφέλεια αυτή συνίσταται στο μερίδιο, που αναλογεί στον εκτός χρήσης κοινωνό (ενάγοντα) επί της μισθωτικής αξίας των ένδικων ακινήτων. Αποδείχθηκε όμως, ότι μετά το έτος 1998, ο εναγόμενος χρησιμοποιούσε μόνο το μισό του ισογείου καταστήματος, δηλαδή τα 152 τ.μ., όπως είχε δικαίωμα σύμφωνα με το ποσοστό συγκυριότητάς του, έχοντας τοποθετήσει πρόχειρο διαχωριστικό από νοβοπάν, ...
το οποίο γκρέμισε το έτος 2000 και επομένως δεν υπήρξε ωφέλειά του σε βάρος του ενάγοντος. ... Για το μεταγενέστερο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 18-11-2000, χρόνο εκτέλεσης της προαναφερόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, μέχρι 5-9-2004, που εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 481/2004 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η χρήση των επίκοινων ακινήτων μεταξύ των συγκυρίων διαδίκων είχε ρυθμιστεί με την εν λόγω δικαστική απόφαση υπ' αριθμ. 2103/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, μετά από σχετική αίτηση του ενάγοντος Γ.
Κ., ο εναγόμενος είχε την αποκλειστική χρήση των 200 τ.μ. του ισόγειου καταστήματος και ο ενάγων του υπόλοιπου των 104 τ.μ. Ο τελευταίος δικαιούται της ωφέλειας του συνόλου του καταστήματος, αφού το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσεως που ρυθμίστηκε με τη δικαστική απόφαση και η οποία περιέχεται στην έννοια της χρησιμοποίησης του άρθρου 790 ΑΚ είναι διάφορο του δικαιώματός του επί των ωφελημάτων και δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση το δικαίωμά του (ενάγοντος κοινωνού) για την αναλογία του στα ωφελήματα, σύμφωνα με το άρθρο 792 παρ. 2 ΑΚ και τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Η μισθωτική αξία του ισογείου για το πιο πάνω χρονικό διάστημα από 18-11-2000 μέχρι 5-9-2004 (για 45 1/2 μήνες) ανερχόταν σε 1.100 ευρώ Χ 45 1/2 μήνες = 50.050 ευρώ (αντίθετα δεν αποδείχθηκε μισθωτική αξία του υπογείου). Το μερίδιο του ενάγοντος (1/2) στην ως άνω ωφέλεια ανέρχεται σε (50.050 : 2) 25.025 ευρώ. Από το ποσόν αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η ωφέλεια που αποκόμισε ο ενάγων, κάνοντας αποκλειστική χρήση των 104 τ.μ.
του ισογείου, ήτοι του 1/3 του καταστήματος, δηλαδή 16.683 ευρώ (50.050 Χ 1/3). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά, ήτοι το ποσόν των 8.342 ευρώ και με την προσαύξηση 20% το συνολικό ποσόν των 10.010 ευρώ. Τέλος, η ένσταση του εναγομένου "περί συμψηφισμού" του πιο πάνω ποσού με απαίτησή του κατά του ενάγοντος, ύψους 49.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, λόγω έλλειψης αμοιβαιότητας μεταξύ των προτεινόμενων προς συμψηφισμό απαιτήσεων, αφού οι αναφερόμενες δαπάνες, ύψους 34.300 ευρώ, καθώς και το διαφυγόν κέρδος 15.000 ευρώ, αφορούσαν τη μεταφορά και τη λειτουργία της επιχείρησης που ασκούσε στον ανωτέρω χώρο ο γιος του εναγομένου, ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται ενεργητικά να τις αξιώσει".
Με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Γ. Κ., δέχθηκε μερικώς την αντίθετη έφεση του Ά. Κ. και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούσαν την αγωγή του Γ. Κ. δέχθηκε αυτήν κατά ένα μέρος για το ποσόν των 10.010 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και δέχθηκε ανελέγκτως ότι κατά το χρονικό διάστημα από 18-11-2000 έως 5-9-2004 ο εναγόμενος Ά.
Κ. χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τα 200 τ.μ. του επικοίνου ισογείου καταστήματος, του οποίου η μισθωτική αξία δέχθηκε ότι ανέρχεται στο ποσόν των 50.050 ευρώ, από το οποίο το μισό αποτελεί την αποδοτέα στον ενάγοντα ωφέλεια, αφού αφαιρεθεί η ωφέλεια από την αποκλειστική χρήση εκ μέρους του ενάγοντος των 104 τ.μ.
του ίδιου καταστήματος, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου κανόνων των άρθρων 786, 787, 792, 961, 962 ΑΚ. Η παραδοχή ότι ο εναγόμενος και ο υιός του ασκούσαν επιχείρηση σιδηροκατασκευών στα 90 τ.μ.
αναφέρεται στο προγενέστερο της 18-11-2000 χρονικό διάστημα και δεν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι ο εναγόμενος από 18-11-2000 έως 5-9-2004 χρησιμοποιούσε αποκλειστικά τα 200 τ.μ. του καταστήματος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος υπό στοιχ. Α' λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τυγχάνει αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως υπό στοιχ.
Β', με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου - αναιρεσείοντος, παρότι αυτός ισχυρίσθηκε με την έφεσή του και απέδειξε ότι η όποια χρήση στο επίκοινο γινόταν από το γιο του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, είτε εκτιμηθεί ότι με αυτόν προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 14, είτε πλημμέλεια από τον αρ. 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, γιατί με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττεται η μη επιδεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με το δεύτερο από το άρθρο 559 αρ. 8, 11γ' και 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο: α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον τρίτο λόγο της εφέσεώς του, σύμφωνα με τον οποίο ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν εδικαιούτο να ζητήσει την απόδοση της ωφέλειας από την αποκλειστική χρήση από τον εναγόμενο των 200 τ.μ.
του ισογείου καταστήματος, αφού ο ίδιος (ενάγων) με τακτική αγωγή ζήτησε να περιορισθεί αυτός στη χρήση του μικρότερου τμήματος των 104 τ.μ., που του παραχωρήθηκε με την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων, β) δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα (αγωγή του αντιδίκου, την υπ' αριθμ. 23/2002 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών και τα αντίστοιχα πρακτικά), που επικαλέσθηκε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων για την απόδειξη του ουσιώδους ως άνω ισχυρισμού του, και γ) σε κάθε περίπτωση εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 786, 787 και 792 ΑΚ και επιδίκασε ωφέλεια για τα 200 τ.μ., παρά την επιδίωξη του ενάγοντος να εγκατασταθεί στα 104 τ.μ.
Ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος ως προς όλα τα σκέλη του. Ειδικότερα: Από τις διατάξεις των άρθρων 786, 787 και 792 ΑΚ προκύπτει ότι ο κοινωνός που χρησιμοποιεί αποκλειστικά το κοινό πράγμα υποχρεούται να αποδώσει στον συγκοινωνό την αναλογούσα στο μερίδιό του ωφέλεια από το πράγμα, ανεξάρτητα αν ο συγκοινωνός ζήτησε ή όχι να κάνει και αυτός χρήση του πράγματος στην έκταση που το χρησιμοποίησε ο άλλος ή περιορίστηκε στην αποκλειστική χρήση έκτασης μικρότερης του μεριδίου του.
Επομένως, ορθά το Εφετείο εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και υποχρέωσε τον εναγόμενο να αποδώσει στον ενάγοντα την αναλογούσα στο μερίδιό του ωφέλεια από την αποκλειστική χρήση έκτασης 200 τ.μ. του ισογείου καταστήματος, ανεξάρτητα από τη χρήση από τον ενάγοντα έκτασης 104 τ.μ. του ίδιου καταστήματος, αφαιρώντας από την αποδοτέα ωφέλεια εκείνη που αποκόμισε ο ενάγων από την αποκλειστική χρήση της έκτασης των 104 τ.μ.
Εξάλλου, ο ισχυρισμός που διαλαμβάνεται στον ανωτέρω λόγο της εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος αποτελεί νομικό επιχείρημα και όχι πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και η υπό του δικαστηρίου μη λήψη υπόψη αυτού και των αποδεικτικών μέσων που τον "αποδεικνύουν" δεν ιδρύει τους αντίστοιχους αναιρετικούς λόγους από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11γ' ΚΠολΔ.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 421/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη την ένστασή του για καταχρηστική άσκηση της αγωγής του αναιρεσίβλητου, την οποία επανέφερε με τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς του και για τη θεμελίωση της οποίας είχε επικαλεσθεί ότι ο ενάγων απομακρύνθηκε εκουσίως από τη χρήση των επίκοινων καταστημάτων το έτος 1997, μέχρι δε το έτος 2000 δεν ζήτησε καν τη χρήση τους, γεγονός που δημιούργησε σ' αυτόν την πεποίθηση ότι συναινούσε εκείνος στην εκ μέρους του χρήση τους, ενώ περαιτέρω είχε επικαλεσθεί ότι ο ενάγων με την από 22-5-2000 αίτησή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών από λόγους εκδικήσεως απαίτησε τη μεταφορά της επιχειρήσεώς του (εναγομένου) από το δυτικό τμήμα του ισογείου χώρου, στο οποίο ήταν εγκατεστημένη, στο ανατολικό τμήμα του, προφασιζόμενος επείγουσα ανάγκη να μεταφέρει στον ως άνω χώρο τη δική του επιχείρηση, ενώ μπορούσε να εγκατασταθεί στο ανατολικό τμήμα, που είναι και το μεγαλύτερο, ενόψει δε της συμπεριφοράς του αυτής η άσκηση της αγωγής του προκάλεσε σ' αυτόν δυσανάλογα μεγάλη ζημία και είναι καταχρηστική.
Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος, γιατί τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, την άσκηση της ένδικης αγωγής με αίτημα την απόδοση της ωφέλειας από τη χρήση κοινού πράγματος και η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο της μη νόμιμης ως άνω ενστάσεως δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 914 και 932 ΑΚ απέρριψε για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως το κονδύλιο της αγωγής του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με την αιτιολογία ότι η όποια ζημία του προέρχεται από τη συμπεριφορά του μισθωτή του αναιρεσίβλητου και δεν υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς του τελευταίου, που συνίστατο σε ψευδή δήλωση του ν. 1599/1986 για την έκδοση άδειας καταστήματος, και της ζημίας του.
Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως το αίτημα της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως 19.980 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από τη διατάραξη της ησυχίας της οικογένειάς του και την παρεμπόδιση της χρήσης από αυτόν της πρασιάς της οικοδομής από ενέργειες της επιχειρήσεως ζαχαροπλαστείου, στην οποία είχε μισθώσει το κατάστημα ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, με την αιτιολογία ότι η όποια ζημία του ενάγοντος οφείλεται σε ενέργειες της μισθώτριας και όχι του εναγομένου, η ενδεχόμενη σύμπραξη του οποίου στην έκδοση της άδειας λειτουργίας της επιχειρήσεως δεν ασκεί έννομη επιρροή και δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τη ζημία του ενάγοντος.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Με τον έκτο από το άρθρο 559 αρ. 8 και 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που τον επανέφερε με τον 7ο λόγο εφέσεως ότι η με δικαστική απόφαση ρύθμιση της χρήσεως του κοινού πράγματος από τους κοινωνούς αποκλείει τον υπολογισμό της ωφέλειας με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος και ότι σε κάθε περίπτωση με τον υπολογισμό της ωφέλειας με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 786, 787 και 792 ΑΚ. Ο λόγος αυτός ως προς το πρώτο σκέλος του τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ και η μη λήψη υπόψη αυτού από το δικαστήριο της ουσίας δεν ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, αβάσιμος δε ως προς το δεύτερο σκέλος του, αφού ο δικαστικός καθορισμός της χρήσεως του πράγματος μεταξύ των κοινωνών δεν αποκλείει την αξίωση του κοινωνού για απόδοση της ωφέλειας που απέκτησε ο άλλος κοινωνός από την αποκλειστική χρήση του πράγματος, η οποία καθορίζεται με βάση τη μισθωτική του αξία (ΑΠ 472/1981).
Από τις διατάξεις των άρθρων 786, 787, 792 και 794 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση του ενός κοινωνού κατά του άλλου συγκοινωνού για την απόδοση της ωφέλειας που αναλογεί στο μερίδιό του από την αποκλειστική χρήση του πράγματος έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα και προσδιορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του πράγματος, χωρίς να μεταβάλλεται σε αξίωση αποδόσεως μισθωμάτων (ΑΠ 2348/2009).
Η αποδοτέα ωφέλεια προσδιορίζεται αφού αφαιρεθούν από τη μισθωτική αξία, μετά από ένσταση του εναγομένου, τυχόν δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε αυτός για τη συντήρηση, διοίκηση και χρησιμοποίηση του πράγματος, όπως τέλη, φόροι κ.λ.π., χωρίς το συνυπολογισμό οποιωνδήποτε προσαυξήσεων της καθαρής ωφέλειας.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, αφού προσδιόρισε με βάση τη μισθωτική αξία του επίκοινου ακινήτου και το ποσοστό συγκυριότητας των διαδίκων την αποδοτέα από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο καθαρή ωφέλεια από την αποκλειστική χρήση του επίκοινου καταστήματος, μετ' αφαίρεση της ωφέλειας που απέκτησε ο ενάγων από την εκ μέρους του αποκλειστική χρήση άλλου τμήματος του ίδιου καταστήματος, στο ποσόν των 8.342 ευρώ, υπολόγισε επί του ποσού αυτού προσαύξηση 20%, δηλαδή 1.668 ευρώ, χωρίς να αιτιολογεί σε τι συνίσταται η προσαύξηση αυτή, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτή είναι νόμιμη, και έτσι επιδίκασε στον ενάγοντα το ποσόν των (8.342 + 1.668) 10.010 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και προσαύξησε, χωρίς μάλιστα σχετικό αίτημα του ενάγοντος, την αποδοτέα ωφέλεια κατά 20%, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου ως άνω διατάξεις του ΑΚ, κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο αναιρέσεως. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα ως προς το ποσόν της προσαυξήσεως των 1.668 ευρώ, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τούτων (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στο σκεπτικό, την 730/2010 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ