1694/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4865/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/10/2011 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1694/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ . 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1694 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1694/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Στεφανάκη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/5/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 105/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4865/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/10/2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Καρέλλου ανέγνωσε την από 11/10/2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 7/10/2011 αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 2217Γ/21 /2/2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., αποδεικνύεται ότι αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο. Αυτός όμως δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρών και ο αναιρεσίβλητος .
Επειδή, από τα άρθρα 669 παρ . 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112 /1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη, είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου.
Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, τους οποίους πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ.
Πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυόμενου ή την από πλευράς του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Στην περίπτωση που ο εργοδότης καταχρηστικώς κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, μη αποδεχόμενος τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του μισθωτού, περιέρχεται σε υπερημερία και υποχρεούται, κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, στην καταβολή του μισθού.
Επί δε αγωγής του μισθωτού για την καταβολή μισθών υπερημερίας, ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι δεν υποχρεούται στην καταβολή των αιτούμενων μισθών γιατί λύθηκε με καταγγελία η σύμβαση εργασίας αποτελεί ένσταση, ο δε ισχυρισμός του εργαζόμενου ότι η καταγγελία είναι άκυρη γιατί αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ, είναι αντένσταση, η οποία μπορεί καθ' υποφορά να προβληθεί με την αγωγή.
Ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος, αλλά για άλλους που αιτιολογούν τη γενόμενη καταγγελία, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση του καταχρηστικού χαρακτήρα της καταγγελίας. Επομένως η μη απόδειξη των επικαλουμένων από τον εργοδότη λόγων απολύσεως του εργαζόμενου, δεν ασκεί οποιαδήποτε επιρροή στην ύπαρξη της επικαλούμενης από τον εργαζόμενο καταχρηστικής απολύσεως, διότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, ο εργαζόμενος πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τους λόγους που καθιστούν καταχρηστική την απόλυση του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης .Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας ) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ειδικότερα, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση εκμετάλλευσης μηχανημάτων - αυτόματων πωλητών ποτών και ροφημάτων, τα οποία έχει εγκαταστήσει εντός εργοστασίων, κτιρίων γραφείων, εταιρειών κ.λ.π., στις 12/12/1984, δυνάμει προφορικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στην ως άνω επιχείρηση του, ως καθαριστής, συντηρητής και τροφοδότης των ως άνω αυτόματων μηχανημάτων πωλήσεως.
Έκτοτε, υπό την εν λόγω ιδιότητα του εργάσθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δηλαδή από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή και το ημερήσιο ωράριο του άρχιζε στις 07.30 πρωινή και έληγε στις 15.30 απογευματινή ώρα. Τα καθημερινά εργασιακά καθήκοντά του ήταν τα ακόλουθα: Επισκεπτόταν, βάσει προκαθορισμένου δρομολογίου, τις εγκαταστάσεις (εργοστάσια, γραφεία, επιχειρήσεις κ.λ.π.) πελατών της επιχείρησης του εναγομένου, όπου ήταν εγκατεστημένα τα μηχανήματα αυτά, στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά και συγκεκριμένα το εργοστάσιο σοκολατοποιΐας "ΙΟΝ", τα γραφεία του τηλεοπτικού σταθμού "ΣΚΑΙ" στο ..., την επιχείρηση "Τσαουσίδης", τη μεταφορική εταιρεία "ΠΡΟΟΔΟΣ" στον ..., την εταιρεία "ΣΠΙΝΤΕΧ" στη ..., την εταιρεία τροφίμων "ΤΡΙΑ ΑΛΦΑ" στο ..., κ.λ.π.
φρόντιζε για τη συντήρηση τους, με την έννοια του καθαρισμού αυτών και όχι της μηχανικής - τεχνικής συντήρησης τους, αφού για την εργασία αυτή, αφενός υπήρχε ειδικός μηχανικός, αφετέρου ο ενάγων δεν είχε τις ειδικές γνώσεις και τα τροφοδοτούσε με αναλώσιμα υλικά (καφέ, σοκολάτα, ζάχαρη, γάλα, αναψυκτικά κ.λ.π.).
Για τις επισκέψεις του αυτές, χρησιμοποιούσε μικρό φορτηγό όχημα, ιδιοκτησίας της επιχείρησης του εναγομένου. Για την εργασία αυτή απαιτούνταν, κυρίως, καταβολή σωματικού κόπου, ενώ δεν χρειαζόταν θεωρητική μόρφωση, σχετικά με το αντικείμενο της παρεχόμενης εργασίας ή ανάλογη κατάρτιση,την οποία άλλωστε, δεν διέθετε ο ενάγων, ούτε ανάπτυξη πρωτοβουλίας, αφού εκτελούσε τις εργασίες που του υποδείκνυαν και αρκούσε η πρακτική εμπειρία.
Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων έφερε την ιδιότητα του εργάτη και όχι του υπαλλήλου, αφού το σωματικό στοιχείο ήταν αυτό που χρησιμοποιούσε στην εκτέλεση της εργασίας αυτής, η δε καθημερινή οδήγηση οχήματος, ήταν δευτερεύουσα, σε σχέση με την κύρια εργασία του, στην οποία αποσκοπούσαν τα διάδικα μέρη, ήτοι τον καθαρισμό και την τροφοδοσία των άνω μηχανημάτων και η οποία ήταν εργασία εργάτη.
Σε κάθε περίπτωση δεν αφορούσε οδήγηση οχήματος, από εκείνα που ορίζονται στις Σ.Σ.Ε. και τις Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών πάσης φύσεως αυτοκινήτων όλης της χώρας", δηλαδή φορτηγού άνω των 3.500 κιλών, αφού οδηγούσε, αρχικά μικρό φορτηγό μάρκας RENAULT, 1000 κυβικών και στη συνέχεια φορτηγό μάρκας ZASTAVA, 1100 κυβικών και ωφέλιμου φορτίου 300 κιλών, διέθετε δε άδεια ικανότητας Β' κατηγορίας, η οποία δεν είναι επαγγελματική.
Η εργασία του δε αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εργασία "οδηγού - πωλητή", αφού δεν παρέδιδε εμπορεύματα, τιμολόγια - δελτία αποστολής, ούτε εισέπραττε χρήματα κ.λ.π. Κατά συνέπεια, εφόσον προσέφερε τις υπηρεσίες του μόνο ως εργάτης και όχι ως οδηγός και τεχνίτης συντήρησης των μηχανημάτων αυτών, ορθά δεν είχε υπαχθεί η αμοιβή του στις ρυθμίσεις των πιο πάνω Σ.Σ.Ε.
και αμειβόταν με ημερομίσθιο. Δέχεται στη συνέχεια το Εφετείο, ότι ο ενάγων, καθ' όλο το χρονικό διάστημα το οποίο απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου, στα πλαίσια της ανωτέρω εργασιακής συμβάσεως, παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες του, ήταν επιμελής στην άσκηση της εργασίας του, ουδέποτε είχε δώσει αφορμή για κάποιο παράπτωμα ή είχε παρατηρηθεί για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του και η λειτουργία της εργασιακής σχέσης εξελίχθηκε ομαλά μέχρι το τέλος του έτους 2006, οπότε και ανέκυψαν προβλήματα μεταξύ των διαδίκων, με αφορμή τη διαφωνία τους περί της ιδιότητας του ενάγοντος ως "εργάτη" ή ως "υπαλλήλου" και τη διεκδίκηση των νομίμων κατ' αυτόν δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα, ο ενάγων, έχοντας κάθε λόγο να πιστεύει ότι οι νόμιμες αποδοχές του έπρεπε να καθορίζονται με βάση τις Σ.Σ.Ε. και τις Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών πάσης φύσεως αυτοκινήτων όλης της χώρας", ζήτησε από τον εναγόμενο αύξηση των αποδοχών του, σύμφωνα με τις ισχύουσες Σ.Σ.Ε.
και Δ.Α., καθώς και να ασφαλισθεί ως υπάλληλος, έτσι ώστε να αναβαθμισθεί η σύνταξη του δεδομένου ότι πλησίαζε η συνταξιοδότηση του. Μετά ταύτα, ο εναγόμενος δυσαρεστήθηκε από την ενέργεια αυτή του ενάγοντος και παρά τη μακροχρόνια απασχόληση του στην επιχείρηση του, αρχικά μεν του άλλαξε θέση και τον μετακίνησε στην αποθήκη, ακολούθως δε στις 15/2/2007 κατήγγειλε εγγράφως την επίδικη σύμβαση εργασίας, γνωστοποιώντας του παράλληλα ότι του προσφέρει τη νόμιμη, σύμφωνα με το β.δ. 16/18-7- 1920 και την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε της 24/5/2004, για τον εργατοτεχνίτη, που είχε συμπληρώσει 20 και μέχρι 25 έτη υπηρεσίας, αποζημίωση 120 ημερομισθίων, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων.
Αμέσως μετά ο ενάγων προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, παραπονούμενος για την ανωτέρω ενέργεια του εργοδότη σε βάρος του. Η συζήτηση της προσφυγής, για τη διευθέτηση της μεταξύ τους εργατικής διαφοράς, ορίστηκε για τις 26 /-2/2007, κατά την οποία ο μεν ενάγων ισχυρίστηκε ότι η μετακίνηση του στην αποθήκη της επιχείρησης, συνιστούσε ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του συμβάσεως, ο δε εναγόμενος εργοδότης ανέπτυξε τις απόψεις του, υποστηρίζοντας ότι η καταγγελία της εργασιακής συμβάσεως έγινε λόγω ανεπάρκειας και αδιαφορίας του ενάγοντος στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
Καταλήγει δε το Εφετείο ότι η από 15/2/2007 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υπαγορεύτηκε αποκλειστικά από αίσθημα εκδικητικότητας του εναγομένου προς το πρόσωπο του, για το λόγο ότι ο τελευταίος πιστεύοντας δικαιολογημένα, ότι παρείχε υπηρεσίες υπαλλήλου, ως οδηγός και τεχνίτης συντήρησης μηχανημάτων και αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνο στην αύξηση των αποδοχών του, διεκδίκησε αυτές, ενέργεια η οποία δεν ήταν αρεστή στον εναγόμενο εργοδότη του και συγκεκριμένα λόγω της προηγηθείσας ως άνω ενέργειας του να αξιώσει την αμοιβή του ως " υπάλληλος - οδηγός", ανεξαρτήτως του ότι, όπως αποδείχθηκε, αυτός δεν έφερε την ιδιότητα του υπαλλήλου - οδηγού, ενώ ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο λόγος περί αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, που εκδηλωνόταν με αδιαφορία για την εργασία του και πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, για την οποία κατ' επανάληψη τα δύο τελευταία έτη προ της καταγγελίας τον είχε παρατηρήσει, αυτός δε παρά τις σχετικές συστάσεις του δεν συμμορφώθηκε, είναι αβάσιμος και προβάλλεται προσχηματικά και ότι με βάση τα ανωτέρω περιστατικά η άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος προς καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και είναι καταχρηστική και άκυρη.
Κατ' ακολουθίαν των παραδοχών αυτών το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε επιδικάσει στον αναιρεσίβλητο μισθούς υπερημερίας, για το από 15/2/2007 έως 31/10/2007 χρονικό διάστημα . Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της καταχρηστικότητας της καταγγελίας οφειλόμενης σε εκδικητικότητα, λόγω της διεκδίκησης από τον αναιρεσίβλητο αμοιβής υπαλλήλου, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, α) ενώ δέχεται ότι επί της ουσίας δεν ήταν νόμιμη η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου διεκδίκηση αποδοχών υπαλλήλου, ταυτόχρονα δέχεται ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος, που αποτελεί το μόνο λόγο καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας και χαρακτηρίζεται ως εκδικητική συμπεριφορά εκ μέρους του αναιρεσείοντος, η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως είναι καταχρηστική και άκυρη, β) ενώ δέχεται ότι η εργασία που παρείχε ο αναιρεσίβλητος ήταν αυτή του εργάτη, στη συνέχεια δέχεται ότι ο τελευταίος είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι οι νόμιμες αποδοχές του έπρεπε να καθορίζονται με βάση τις Σ.Σ.Ε και τις Δ.Α. "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών πάση φύσεως αυτοκινήτων όλης της χώρας", γ) ενώ δέχεται ότι η εργασία που παρείχε ο αναιρεσίβλητος για 22 περίπου έτη, από της προσλήψεως του μέχρι την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ήταν αυτή του εργάτη, δεν δικαιολογεί την "αδράνεια του" για 22 έτη να ζητήσει αμοιβή υπαλλήλου, εφόσον πίστευε ότι παρέχει εργασία υπαλλήλου, για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα και δ) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν εργάτης, καθ' όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του στην αναιρεσείουσα, δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί το αίτημα του αναιρεσίβλητου, περί το τέλος του 2006, για αύξηση των αποδοχών του, ασφάλιση του ως υπαλλήλου "έτσι ώστε να αναβαθμισθεί η σύνταξη του, δεδομένου ότι πλησίαζε η συνταξιοδότηση του" είναι δικαιολογημένο, ενώ η καταγγελία εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποτελεί εκδικητική συμπεριφορά.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ. Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους δικαστές είναι δυνατή. Η δικονομική δυνατότητα παραπομπής στο ίδιο δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.
με το άρθρο 113 του Ν. 4055/ 2012, στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "... ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές" όπως από την τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε, προκύπτει, που είναι η δίκαιη δίκη και η εύλογη διάρκεια αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4865/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποίa ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ