Supreme Court partially allows appeal against first-instance judgment regarding validity of transfer contract exceeding 150,000 drachmas.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the first-instance judgment regarding the validity of a transfer contract exceeding 150,000 drachmas. The appellant argued the contract was invalid due to lack of written form required for transactions over this threshold, while the appellees contended the contract was valid. The court ruled that the first-instance court violated substantive law by failing to recognize the mandatory written form requirement, thereby partially annulling the judgment and remanding the case for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 579 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court partially annuls a first-instance judgment when the lower court fails to apply mandatory statutory requirements regarding the written form of contracts exceeding specific monetary thresholds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1694 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1694/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ, που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των καθ' ών η κλήση -αναιρεσιβλήτων: 1.Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ", που βρίσκεται υπό εκκαθάριση, εδρεύει στην ...και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. ... και 3. ..., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-1999 αγωγή του ήδη α' αναιρεσιβλήτου-καθ'ου η κλήση, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 382/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 995/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείoν με την από 19-4-2006 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1970/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση το καλούν-αναιρεσείον με την από 6-2-2008 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, εκπροσωπήθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 27-9-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη της αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 6-2-2008 κλήση του αναιρεσείοντος μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1970/2007 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.
Κατά το άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ. αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..., ..., ...., ..., .... και ...εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πατρών ... ακριβές αντίγραφο α) της κρινόμενης από 19-4-2006 αιτήσεως αναιρέσεως με σημείωση του Προέδρου του Α2 τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 8-10-2007 και β) της προαναφερθείσης από 6-2-2008 κλήσεως προς συζήτηση μαζί με την κάτω απ' αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσης επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στους αναιρεσιβλήτους, ήτοι την υπό εκκαθάριση τελούσα πρώτη αναιρεσίβλητη ομμόρυθμη εταιρία και τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους, ατομικώς και ως συνεκκαθαριστές της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας.
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το σχετικό πινάκιο, πρέπει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔικ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 11 παρ.2β του ν. 1268/1982, 1 παρ.3, 2 παρ. 1, 3 στ' Ι του ν. 2083/1992 και 1 του ν. 2188/1994 το Πανεπιστήμιο Πατρών είναι Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΕΙ), νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενο, όργανα του οποίου είναι α) Η Σύγκλητος, στις αρμοδιότητες της οποίας ανήκουν και η Διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του ΑΕΙ, β) το Πρυτανικό Συμβούλιο, το οποίο Ι) εισηγείται στην Σύγκλητο τον προϋπολογισμό του ΑΕΙ, το πρόγραμμα έργων του ΑΕΙ και εποπτεύει την εφαρμογή των σχετικών αποφάσεων της Συγκλήτου ....
ΙV) ασκεί όσες αρμοδιότητες του αναθέτει η Σύγκλητος με απόφασή της και γ) ο Πρύτανης, ο οποίος Ι) διευθύνει το ΑΕΙ, εποπτεύει την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών, των σχολών και των τμημάτων του, εκπροσωπεί τούτο δικαστικώς και εξωδίκως, επιβλέπει την τήρηση των νόμων και του εσωτερικού κανονισμού, είναι διατάκτης των δαπανών του ΑΕΙ.....
Σε περίπτωση ελλείψεως, απουσίας ή κωλύματος του πρύτανη, διατάκτης δαπανών είναι ο αντιπρύτανης Οικονομικού Προγραμματισμού και Ανάπτυξης. Ο πρύτανης μπορεί με πράξη του να μεταβιβάζει την άσκηση της τελευταίας αυτής αρμοδιότητας συνολικά ή για ορισμένου ύψους ή είδους δαπανών στον ανωτέρω αντιπρύτανη "καθώς και στον προϊστάμενο γραμματείας και στους προϊσταμένους των λοιπών διοικητικών οργανωτικών μονάδων του ΑΕΙ".
Η υποκατάσταση όμως αυτή της εξουσίας του πρύτανη είναι σχέση τελείως διαφορετική από τις σχέσεις της εντολής και πληρεξουσιότητας που προβλέπονται από τα άρθρα 713 επ. και 216 επ. ΑΚ, αφού ο εντολοδόχος και πληρεξούσιος δεν αποτελούν όργανα της διοίκησης και διαχείρισης του παραπάνω πανεπιστημίου, τα οποία εκφράζουν τη βούλησή του, αλλά ενεργούν ως αντιπρόσωποι πράξεων οικονομικού προγραμματισμού και ανάπτυξης που αποφασίσθηκαν από τον πρύτανη ή αντιπρύτανη, των οποίων πράξεων η εκτέλεση μόνο ανατέθηκε σε αυτούς.
Ενώ δε η σχετική απόφαση του πρύτανη ή αντιπρύτανη είναι οπωσδήποτε απαραίτητη, δεν είναι όμως ανάγκη να διατυπώνεται πανηγυρικά, αλλά αρκεί να προκύπτει από αυτή (απόφαση πρύτανη ή αντιπρύτανη) έστω και ερμηνευτικά κατ' αρθρ. 173 και 200 ΑΚ, η βούληση τούτων (πρύτανη ή αντιπρύτανη) να συναφθεί σύμβαση εκτέλεσης πράξεων που αποφασίσθηκαν από αυτούς από άλλο πρόσωπο.
Εξάλλου κάθε καθηγητής ή υπάλληλος του πανεπιστημίου αυτού, όταν καταρτίζει δικαιοπραξία, ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος τούτου (πανεπιστημίου), εφ' όσον οι εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του, εμφανίζονται στο κοινό, ως εν γνώσει, κατ' εντολή ή κατ' ανοχή του πρύτανη ή αντιπρύτανη και παρέχουν σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους της δραστηριότητας του πανεπιστημίου, την εντύπωση ότι έχει ανατεθεί σε αυτόν (καθηγητή ή υπάλληλο) ο κύκλος εργασιών που περιλαμβάνει και την επίμαχη δικαιοπραξία (ΑΠ 1187/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάσαν ως Εφετείο την από 7.5.2002 έφεση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά της 382/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της ως άνω αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος Πανεπιστημίου, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Στις 15-9-1997 η ενάγουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), με σύμβαση που συνήψε με το εναγόμενο Πανεπιστήμιο (ήδη αναιρεσείον) εκπροσωπούμενο από τον καθηγητή του τμήματος υπολογιστών Κ1, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει για λογαριασμό του εναγομένου από την Πάτρα στη Ρόδο και συγκεκριμένα στο ξενοδοχείο ... 38 δέματα με ηλεκτρονικούς υπολογιστές και 71 δέματα με χαρτικά για τις ανάγκες σχετικού συνεδρίου που είχε διοργανώσει το αναιρεσείον στην ανωτέρω πόλη.
Αρχικά η πρώτη αναιρεσίβλητη μετέφερε τα ανωτέρω κινητά πράγματα στην Αθήνα με δικά της μεταφορικά μέσα και από εκεί μετέφερε αυτά στη Ρόδο μέσω του μεταφορέα Μ1. Το συμφωνημένο κόμιστρο ανήλθε στα ποσά των 60.180 δρχ. και 94.400 δρχ. με το ΦΠΑ, αντίστοιχα, εκδόθηκαν δε οι ... και ... φορτωτικές της πρώτης αναιρεσίβλητης και του Μ1.
Περαιτέρω, με σύμβαση που συνήψε με το αναιρεσείον, εκπροσωπούμενο από τον ίδιο καθηγητή, στις 17-9-1997, ανέλαβε την υποχρέωση να μεταφέρει για την ίδια αιτία από την Πάτρα στη Ρόδο 24 κιβώτια βιβλία και 4 χαρτοκιβώτια με ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Αρχικά μετέφερε τα ανωτέρω κινητά πράγματα από την Πάτρα στην Αθήνα με δικά της μεταφορικά μέσα και στη συνέχεια στη Ρόδο μέσω του ίδιου ως άνω μεταφορέα.
Το συμφωνημένο κόμιστρο ανήλθε στα ποσά των 15.000 δρχ. και 59.000 δρχ. αντίστοιχα, εκδόθηκαν σε σχετικά οι υπ' αριθ. ... και ...φορτωτικές της ενάγουσας και του παραπάνω μεταφορέα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη παρέδωσε στο αναιρεσείον τα κινητά πράγματα, όμως το τελευταίο δεν κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή, συνολικού ποσού 228.580 δραχ. (154.580 + 74.000), ήτοι 670,81 ευρώ.
Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκανε δεκτή την αγωγή για το παραπάνω ποσό.
Με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 3, 11 παρ. 2β Ν 1268/1982, 1 παρ.3, 2 παρ. 1 και 3 στ, Ι Ν. 2083/1992 και 1 Ν 2188/1994, που αφορούν την οργανική και όχι την εκούσια εκπροσώπηση του αναιρεσείοντος, η οποία (εκούσια εκπροσώπησή του) ρυθμίζεται από τα άρθρα 713 και 216 επ. ΑΚ, καθόσον εμμέσως αλλά με σαφήνεια δέχθηκε ότι ο πρύτανης του αναιρεσείοντος έλαβε την απόφαση ενέργειας των επίδικων μεταφορών και ανέθεσε την εκτέλεση αυτών στον καθηγητή του αναιρεσείοντος, Κ1, ο οποίος προέβη στη σύναψη των από 15-9 και 17-9-1997 συμβάσεων με την πρώτη αναιρεσίβλητη, με συνέπεια να δεσμεύεται από αυτές το αναιρεσείον. Τούτο δε, γιατί ο παραπάνω Καθηγητής καταρτίζοντας τις εν λόγω συμβάσεις με την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτού (πανεπιστημίου), αφού οι γενόμενες δεκτές από το Εφετείο ως άνω εξωτερικές εκδηλώσεις της δράσης του, εμφανίζοντο στο κοινό, ως εν γνώσει κατ' εντολή και κατ' ανοχή του πρύτανη και αντιπρύτανη γενόμενες και παρείχαν, σύμφωνα με τα κριτήρια που διαμορφώνονται στις συναλλαγές του είδους αυτού, την εντύπωση ότι είχε ανατεθεί στον παραπάνω καθηγητή η σύναψη των προαναφερόμενων συμβάσεων μεταφοράς. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέων, πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.
Ο τρίτος λόγος με τον οποίο, υπαγόμενο κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δέχθηκε την ανωτέρω αγωγή ως ορισμένη, καίτοι στο δικόγραφό της δεν αναφέρονται α) το αρμόδιο όργανο του αναιρεσείοντος πανεπιστημίου, με το οποίο συνήφθησαν οι ειρημένες συμβάσεις μεταφοράς, β) ο τρόπος κατάρτισης αυτών και γ) αν εκδόθηκαν και προσκομίσθηκαν στο πανεπιστήμιο προς πληρωμή τιμολόγια και αναλυτικά στοιχεία των συμβάσεων αυτών, είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναιρετικών λόγων που περιοριστικά προβλέπει το άρθρο 560 ΚΠολΔ προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των εκδιδομένων, συνεπεία εφέσεως κατ' αυτών, αποφάσεων των πρωτοδικείων.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του ν.δ.496/1974 "περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" και του άρθρου μόνου της υπ' αριθ. 2054839/454/0026/3-7-1992 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ., έχουσα αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών (ήδη 440,20 Ευρώ), υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός.
Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του ως άνω ν.δ., κατά το οποίο "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνο όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ ΑΠ 862/1984).
Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πρωτοδικείο, που έκρινε ότι η καταρτισθείσα στις 15-9-1997 πρώτη από τις επίμαχες συμβάσεις μεταφοράς με αντικείμενο αξίας 154.580 δραχμών, ήτοι άνω των 150.000 δραχ., είναι έγκυρη, χωρίς να δέχεται ότι καταρτίσθηκε εγγράφως ή τουλάχιστον ότι προηγήθηκε της εκπληρώσεως αυτής χωριστή έγγραφη πρόταση και ακολούθως έκανε δεκτή, ως προς την επί της άκυρης αυτής συμβάσεως κύρια βάση, την αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης επιδικάζοντας σ' αυτή το ως άνω ποσό, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, που ορίζουν το έγγραφο ως συστατικό τύπο των για λογαριασμό του αναιρεσείοντος (ν.π.δ.δ.) συναπτόμενων συμβάσεων, των οποίων το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 150.000 δραχμών.
Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει, δηλαδή μόνο κατά το μέρος που αφορά την καταρτισθείσα στις 15-9-1997 σύμβαση μεταφοράς και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, εν όψει του ότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Επειδή, η κατά το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολ.Δικ. υποβαλλόμενη από το αναιρεσείον με τις προτάσεις του αίτηση, με την οποία ζητείται να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση και να υποχρεωθούν προς τούτο οι αναιρεσίβλητοι να του αποδώσουν τα αναφερόμενα στις προτάσεις του ποσά, τα οποία κατέβαλε σε αυτούς προς εκούσια και ολοσχερή εκτέλεση, κατά κεφάλαιο τόκους και δικαστική δαπάνη, της αναιρούμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέα. Τούτο δε γιατί με την παρούσα αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο εν μέρει και επομένως η αξίωση του αναιρεσείοντος, να του επιστραφεί ό,τι κατέβαλε στους αναιρεσιβλήτους σε εκτέλεση της αποφάσεως αυτής, στηρίζεται στο νόμο μόνο αναφορικώς προς τα ποσά που κατέβαλε σε εκτέλεση του αναιρούμενου μέρους της αποφάσεως και τα οποία θα έπρεπε να μνημονεύονται στην αίτηση για να είναι ορισμένη. Τα ποσά όμως αυτά δεν προσδιορίζονται (χωριστά) στην αίτηση, με συνέπεια αυτή να είναι αόριστη και εκ του λόγου τούτου απορριπτέα. Η επιστροφή των άνω ποσών μπορεί να ζητηθεί κατά εκδίκαση της υποθέσεως στο δικαστήριο της παραπομπής, μετά την εκκαθάριση των πράγματι οφειλομένων από το αναιρεσείον.
Οι αναιρεσίβλητοι πρέπει να καταδικασθούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αμφοτέρων των διαδίκων μερών (άρθρα 178 παρ.1, 183 ΚΠολΔικ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 995/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει αντιστοίχως την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, με άλλη σύνθεση.
Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως κατάσταση. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ