1694/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1694/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα..., για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1694 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1694/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Ασημακοπούλου. Του αναιρεσιβλήτου: Α/θμιου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΡΤΕΜΙΔΑΣ", που εδρεύει στα Άνω Λεχώνια Ν. Μαγνησίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Θεοδωρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 644/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Καλούδης, διάβασε την από 10-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, στο άρθρο 21 του Ν. 2190/1994 ορίζεται στην παρ. 1 ότι "οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" στην παρ. 2 ότι "η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ. 1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο 12 μηνών.
Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες". Στη συνέχεια, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 Π.Κ.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 14 του ίδιου Ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρ. 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους (φορείς) περιλαμβάνονται και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Με την αναθεώρηση του έτους 2001(ΦΕΚ Α 85/18-4-2001), με σκοπό τη διασφάλιση της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος η παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.
Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα..., για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου με το Δημόσιο, τα ΝΠΔΔ ή τους ΟΤΑ, ακόμη και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου (Ολ.ΑΠ 20/2007, Ολ.ΑΠ 1807/1986, ΑΠ 1507/04, 80/00, 1376/99, 1615/98, 571/98, 58/98, 1331/97). Επομένως, στις συμβάσεις αυτές, είτε ως συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου είτε ως συμβάσεις έργου εμφανίζονται, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 671 ΑΚ αλλά ούτε και της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 εδάφ.
β΄ Ν. 2112/20. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της Ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της Ε.Ο.Κ. προκύπτει, ότι οι οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος-μέλος της Κοινότητας, στο οποίο απευθύνονται, καθόσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
Γι' αυτό απευθύνονται κατ' ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος-μέλος, που είναι αποδέκτης της οδηγίας, έχει την υποχρέωση να πραγματοποιήσει το αποτέλεσμα αυτό μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, με μέσα, όμως, τα οποία αυτό θα επιλέξει.
Αν η οδηγία περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής (δηλαδή χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής), η παράλειψη του εθνικού νομοθέτη, να την εκτελέσει εμπρόθεσμα, συνεπάγεται την άμεση ισχύ της στην εσωτερική έννομη τάξη του κράτους μέλους που είναι ο παραλήπτης αυτής. Η ισχύς της όμως εκτείνεται μόνο κατά του κράτους μέλους που παρέλειψε να την καταστήσει "εθνικό δίκαιο" και των αντίστοιχων κρατικών φορέων.
Δεν εκτείνεται και στις μεταξύ των ιδιωτών σχέσεις. Είναι δηλαδή κάθετη και όχι οριζόντια. Η οριζόντια ισχύς αυτής ολοκληρώνεται μόνο με την έκδοση πράξεως του εθνικού νομοθέτη που μετατρέπει την οδηγία σε κανόνα του εσωτερικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 23/1998). Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70 ΕΟΚ, η ισχύς της οποίας άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτής, στις 10-7-2001, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η παρούσα συμφωνία εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους ορισμένου χρόνου που έχουν σύμβαση ή σχέση εργασίας όπως αυτές καθορίζονται από τη νομοθεσία, τις συλλογικές συμβάσεις ή την πρακτική κάθε κράτους μέλους (ρήτρα 2) και ότι για να αποτραπεί η κατάχρηση που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, τα κράτη - μέλη, ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, ή και οι κοινωνικοί εταίροι, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, λαμβάνουν, κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες ειδικών τομέων ή/ και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και ειδικότερα καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.
Επίσης τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες κατά τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου(ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες σαφείς και ορισμένους δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον εθνικό νομοθέτη.
Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αόριστου χρόνου.
Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα ΠΔ 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων άρχισε αντίστοιχα από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).
Ορίζει δε το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού π.δ/τος τα εξής: "1 .Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2.
Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης... 4.
Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση, για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου π.δ/τος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, κατά τα προαναφερόμενα, από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση...." (άρθρ 11 παρ. 1α).
Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία, με το π.δ. 164/2004, των άνω μέτρων, για την επίτευξη του στόχου της ρήτρας 5 της επίμαχης Οδηγίας έγινε, αφού έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία αυτή, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων, και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογούν διάφορη ρύθμιση από τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας δεν μπορεί να γίνει. Ενόψει, λοιπόν, αφενός των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων και αφετέρου της, κατά τα προεκτιθέμενα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή κατά το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του π.δ. 164/2004, αλλά βέβαια και μετά την έναρξη ισχύος του π.δ/τος αυτού. (βλ.Ολ.ΑΠ 20/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που συνομολογήθηκε προφορικά στα Άνω Λεχώνια Μαγνησίας, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προσλήφθηκε από την τότε Κοινότητα Άνω Λεχωνίων, στην οποία και προσέφερε τις υπηρεσίες της κατά το από 1-2-1996 έως 31-10-1997 χρονικό διάστημα στον τομέα υπηρεσιών μηχανογράφησης, ως χειρίστρια Η/Υ και πρακτικογράφησης, πραγματοποίησε δε συνολικά 285 ημερομίσθια.
Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. πρωτ. 50/19-1-1998 έγγραφης απόφασης του Προέδρου της Κοινότητας Άνω Λεχωνίων, η αναιρεσείουσα προσλήφθηκε στην ίδια ως άνω Κοινότητα, στην οποία και προσέφερε τις υπηρεσίες της ως χειρίστρια Ηλεκτρονικού Υπολογιστή κατά το από 1-1-1998 έως 31-8-1998 χρονικό διάστημα (οκτώ μήνες).
Η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στην ως άνω Κοινότητα χωρίς σύμβαση εργασίας και κατά το από 1-9-1998 έως 31-12-1998 χρονικό διάστημα, πραγματοποίησε δε 8 ημερομίσθια το μήνα Σεπτέμβριο, 3 ημερομίσθια το μήνα Οκτώβριο, 7 ημερομίσθια το μήνα Νοέμβριο και 6 ημερομίσθια το μήνα Δεκέμβριο 1998, χωρίς να αμειφθεί. Ακολούθως, με την από 15-6-1999 σύμβαση μισθώσεως έργου, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του αναιρεσιβλήτου Δήμου Αρτέμιδος, στον οποίο υπήχθη η Κοινότητα Άνω Λεχωνίων, ως εργοδότη, και της αναιρεσείουσας ως εργολάβου, ανατέθηκε σ' αυτήν η εκτέλεση του έργου της καταχώρησης των στοιχείων του Δημοτολογίου και της δημιουργίας και καταχώρησης ενιαίου αρχείου αποφάσεων Δημοτικού Συμβουλίου και Δημοτικών Διαμερισμάτων του Δήμου Αρτέμιδας στο σύστημα μηχανοργάνωσης, έργο το οποίο θα έπρεπε να εκτελεσθεί στο κατάστημα του ως άνω Δήμου κατά το από 16-6-1999 έως 31-12-1999 χρονικό διάστημα, που παρατάθηκε αρχικά μέχρι την 28-2-2000 και στη συνέχεια μέχρι την 15-6-2000, αντί κατ' αποκοπήν συμφωνηθείσας αμοιβής 3.000.000 δρχ.
Περαιτέρω, με την υπ' αριθ. πρωτ. 4.531/4-8-2001 σύμβαση μισθώσεως έργου, που καταρτίστηκε εγγράφως μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την υπ' αριθ. πρωτ. 7040/18-12-2001 έγγραφη συμπληρωματική σύμβαση, ανατέθηκε σ' αυτήν το έργο της απομαγνητοφώνησης των κειμένων των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου στο σύστημα μηχανοργάνωσης καθώς και της παράδοσης μηχανογραφημένων πρακτικών των συνεδριάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής, έργο το οποίο θα έπρεπε να εκτελεσθεί στο κατάστημα του ως άνω Δήμου κατά το από 4-8-2001 έως 3-8-2002 χρονικό διάστημα, αντί κατ' αποκοπήν συμφωνηθείσας αμοιβής 2.500.000 δρχ.
Τέλος, με την υπ' αριθ.πρωτ. 2917/5-8-2002 σύμβαση μισθώσεως έργου, που καταρτίστηκε, επίσης, εγγράφως μεταξύ των διαδίκων, ανατέθηκε στην αναιρεσείουσα το έργο απομαγνητοφώνησης των κειμένων των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου στο σύστημα μηχανοργάνωσης καθώς και της παράδοσης μηχανογραφημένων πρακτικών των συνεδριάσεων της Δημαρχιακής Επιτροπής, έργο το οποίο θα έπρεπε να εκτελεσθεί στο κατάστημα του ως άνω Δήμου κατά το από 5-8-2002 έως 4-8-2003 χρονικό διάστημα, αντί κατ' αποκοπήν συμφωνηθείσας αμοιβής 10.388,85 ευρώ.
Στον υπ' αριθ. 6 όρο των παραπάνω συμβάσεων μίσθωσης έργου, αναφέρονται τα εξής: "Η παρούσα σύμβαση συνάπτεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 2.527/1997, και σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά αποτελεί σύμβαση μίσθωσης έργου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 επ.
του Αστικού Κώδικα και (ο εργολάβος) δεν θα δικαιούται επίδομα αδείας, δώρο Χριστουγέννων και Πάσχα, ούτε άδεια. Τα καθήκοντα της δεν θα ανάγονται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του Δήμου. Η ΑΝΑΔΟΧΟΣ (χειρίστρια Η/Υ) θα αμείβεται με βάση δελτίο παροχής υπηρεσιών θεωρημένο από την οικεία Οικονομική Εφορία και δεν θα υπάρχει υποχρέωση για ασφάλιση σε φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης".
Από τις ως άνω έγγραφες συμφωνίες των διαδίκων προκύπτει, ότι οι μεταξύ τους καταρτισθείσες κατά τα άνω συμβάσεις δεν αποτελούσαν συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά συμβάσεις μισθώσεως έργου, οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθεί ότι υποκρύπτουν σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου.
Εξάλλου, σιωπηρά ανανέωση της τελευταίας ως άνω σύμβασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, δεν είναι επιτρεπτή, αφού ο αναιρεσίβλητος είναι Ν.Π.Δ.Δ. και ήταν αναγκαία η τήρηση εγγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 41 του Ν.Δ. 496/1974. Επιπροσθέτως, δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα απασχολήθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο μετά την 4ην Αυγούστου 2003.
Ενόψει των ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν απασχολήθηκε στον αναιρεσίβλητο Δήμο με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και ακολούθως, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά παραδοχή της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, απέρριψε την αγωγή. ΄Ετσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες στην απόφασή του ως προς τα παραπάνω ουσιώδη ζητήματα, οι δε περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ, πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια, ο ως άνω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός ή τα πραγματικά γεγονότα για την απόδειξη των οποίων έγινε η επίκληση και προσκομιδή των συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, δεν έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ενώπιον του Πρωτοδικείου, 2) την υπ' αριθ. 8201/5-4-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις των μονίμων υπαλλήλων .....,....
και ......, 3) τις βεβαιώσεις του προέδρου της Κοινότητας Ανω Λεχωνίων και του Δημάρχου του αναιρεσιβλήτου, 4) την υπ' αριθ.99/2000 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου και 5) το υπ' αριθ.9/2000 πρακτικό του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων Ν. Μαγνησίας, από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, δεν είχε έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-1-2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 644/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 5 Ιουλίου 2007.
O ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ