Supreme Court allows interest on interest claim but dismisses abuse of rights defense regarding four-year delay.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a final judgment regarding interest on interest and penalty payments. The Court held that the lower court violated statutory requirements for calculating compound interest by failing to ensure a full year of delay existed before the claim was filed. However, the Court rejected the argument that the four-year delay constituted an abuse of rights under the Civil Code, ruling that mere inactivity does not automatically render a claim abusive absent specific circumstances causing disproportionate hardship.
Legislator headnote
AI generatedArticles 296(1) and 281 of the Civil Code; Compound interest claims require a full year of delay and must be filed after that period expires, while the defense of abuse of rights based on long-term inactivity is inadmissible unless it creates disproportionately severe consequences for the debtor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1694 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1694/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (Δ.Ε.Η. Α.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μανιάτη.
Των αναιρεσίβλητων: ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Αδάμη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/8/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 325/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 784/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/1/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 6/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο έβδομος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 296 παρ. 1 ΑΚ, για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δυο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται αφού λήξει το έτος ή η χρήση.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για την άσκηση, του δικαιώματος προς ανατοκισμό, δηλαδή προς υπολογισμό και λήψη νόμιμου τόκου επί τόκων, νόμιμων ή δικαιοπρακτικών, πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α)Να καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι ενός τουλάχιστον έτους ή, αν πρόκειται για το Δημόσιο, μιας χρήσεως.
β) Να επιδοθεί εκ μέρους του δανειστή στον οφειλέτη αγωγή, που να περιέχει το περί ανατοκισμού αίτημα. Και. γ) Η επίδοση της ως άνω αγωγής να γίνει μετά τη συμπλήρωση του έτους ή της χρήσεως, ανάλογα, δηλαδή αφού έχει συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής ετήσια ή και μακρότερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς εφόσον υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι απαιτητοί και ληξιπρόθεσμοι, τόκοι ενός τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσεως.
Αίτημα της οικείας αγωγής πρέπει να είναι η καταψήφιση του εναγομένου στην πληρωμή του επί των δεδουλευμένων τόκων νόμιμου τόκου μέσα σε χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Και τούτο διότι, ενόψει των ως άνω θεσπισμένων περιορισμών, η εν λόγω αγωγή δεν ανατρέχει στο παρελθόν, στο χρόνο δηλαδή παραγωγής των δεδουλευμένων τόκων, πράγμα που θα είχε συνέπειες υπερβολικά επαχθείς για τον οφειλέτη και γι' αυτό ανεπιθύμητες για το νομοθέτη, αλλά ο ανατοκισμός αρχίζει από την επίδοση αυτής της αγωγής και εφεξής.
Από αυτά συνάγεται ότι, η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερούμενων τόκων ασκείται μόνο με αγωγή και όχι με τις προτάσεις, ως παρεπόμενο αίτημα, κατ' άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ., όπως είναι ο τόκος επί του οφειλομένου κεφαλαίου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με το αίτημα που υπέβαλαν οι αναιρεσίβλητοι κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 11-3-2002, παραδεκτά ζήτησαν κατά το άρθρο 223 Κ.Πολ.Δ.
να τους επιδικασθούν και οι τόκοι των καθυστερουμένων τόκων υπερημερίας επί των κάθε μορφής αποδοχών υπερημερίας, που ζητήθηκαν με την ένδικη αγωγή και ότι, το αίτημα αυτό είναι νόμιμο, αφού από τότε που γεννήθηκαν οι τόκοι υπερημερίας και μέχρι την υποβολή του αιτήματος για ανατοκισμό παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους και υποχρέωσε με την ίδια απόφαση την αναιρεσείουσα να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τους καθυστερούμενους τόκους υπερημερίας επί των επιδικαζομένων με αυτή χρηματικών ποσών για μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών κλπ, νομιμοτόκως από την επομένη της 11-3-2002, ημέρας υποβολής του σχετικού αιτήματος και μέχρι την εξόφληση.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 296 ΑΚ, αφού το παραπάνω αίτημα έπρεπε να υποβληθεί μόνο με αγωγή και όχι με τις προτάσεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά τα άρθρα 556 παρ.2 και 578 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ. Με το δεύτερο λόγος αναιρέσεως, από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 525 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, το αίτημα ανατοκισμού (των τόκων που επιδικάσθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση) που υποβλήθηκε για πρώτη φορά με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, είναι παραδεκτό.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ασκείται χωρίς έννομο συμφέρον από νικήσαντα διάδικο και είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, γιατί το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι το αίτημα αυτό ασκήθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν ενώπιόν του, στη συνέχεια απέρριψε το αίτημα αυτό των αναιρεσιβλήτων, επειδή δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός έτους από τότε που οι τόκοι επιδικάσθηκαν με την πρωτόδικη απόφαση και μέχρι την υποβολή του σχετικού αιτήματος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 3, 174, 680, 679 του ΑΚ με εκείνες των άρθρων 8 του ν.2112/1920 όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του Α.Ν.537/1936, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 25 παρ.2 του Ν.3239/1955 προκύπτει σαφώς ότι, δήλωση του μισθωτού με την οποία παραιτείται από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές του είναι απολύτως ανίσχυρη.
Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 349, 655 και 656 ΑΚ συνάγεται σαφώς ότι, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται την εργασία του μισθωτού η οποία του προσφέρεται πραγματικώς και προσηκόντως είναι υπερήμερος και τότε ο μισθωτός έχει δικαίωμα να απαιτήσει όχι αποζημίωση κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 Α.Κ αλλά τον οφειλόμενο από την σύμβαση εργασίας μισθό, δηλαδή το συμβατικό ή το νόμιμο αντάλλαγμα της εργασίας που προσέφερε στον εργοδότη αλλά εκείνος δεν την αποδέχθηκε.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 343, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι επί χρηματικής οφειλής, σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη περί την καταβολή, οφείλεται τόκος υπερημερίας που ορίζεται από τον νόμο ή με δικαιοπραξία χωρίς να είναι ο δανειστής υποχρεωμένος να αποδείξει ζημία. Ο τόκος υπερημερίας, αποβλέπει στην αποκατάστασή της, τεκμαιρομένης από το νόμο, ζημίας του δανειστού λόγω της καθυστερήσεως, δεν αποτελεί όμως διαφέρον κατά την έννοια των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, και η αξίωση προς καταβολή του είναι παρεπόμενη της αντίστοιχης αξιώσεως προς καταβολή της κύριας οφειλής.
Επομένως όταν πρόκειται αξίωση προς καταβολή του ελάχιστου νόμιμου μισθού, η απαγόρευση της παραιτήσεως καταλαμβάνει και την αξίωση προς καταβολή των νομίμων τόκων υπερημερίας αφού συντρέχει και ως προς αυτήν ο ίδιος νομικός λόγος της προστασίας του νομίμου μισθού την ακεραιότητα του οποίου διαφυλάσσει η παροχή τόκου υπερημερίας.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι είναι άκυρη η παραίτηση των αναιρεσιβλήτων από την αξίωσή τους για καταβολή τόκων υπερημερίας, που έγινε από αυτούς με τις από 9-4-1997, 15-4-1997, 7-5-19997 και 18-6-1997 αντίστοιχα συμβάσεις, που υπέγραψαν κατά την πρόσληψή τους, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, μεταξύ των οποίων και οι των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη δικαιοπραξία κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση βουλήσεως του δικαιοπρακτούντος.
Στην περίπτωση αυτή οι εν λόγω κανόνες παραβιάζονται είτε όταν το δικαστήριο παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση του δικαιοπρακτούντος, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, όταν με τη δοθείσα ερμηνεία παραβίασε τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι, "από τη δήλωσή των αναιρεσιβλήτων ότι παραιτούνται πάσης τυχόν αξιώσεως αποζημιώσεώς τους για οποιαδήποτε αιτία και για το διαδραμόν χρονικό διάστημα από της εκδόσεως της σχετικής περί τοποθετήσεως τους στη ΔΕΗ αποφάσεως μέχρι σήμερα, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι δεν παραιτήθηκαν από την αξίωσή τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία είναι ανεξάρτητη από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, για την οποία γίνεται λόγος στη σχετική δήλωση, εάν δε ήθελαν εκείνοι να παραιτηθούν από την αξίωσή τους ρητά θα διελάμβαναν τούτο στις εν λόγω δηλώσεις τους, που περιέχονται στο 10ο όρο των εργασιακών τους συμβάσεων".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, ούτε τους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών ή τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των ερμηνευτικών αυτών κανόνων, στους οποίους προσέφυγε για την ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των αναιρεσιβλήτων και επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως (κατά το δεύτερο σκέλος του), από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των πιο πάνω κανόνων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 1 παρ.2 ν. 4468/1960 η ΔΕΗ αποτελεί δημοσία επιχείρηση ανήκουσα εξ ολοκλήρου εις το Δημόσιον λειτουργεί δε χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, απολαμβάνουσα διοικητικής και οικονομικής αυτοτελείας τελούσα υπό τον έλεγχο του Κράτους. Κατ΄ άρθρο 4 παρ.1 του αυτού νόμου, αύτη απολαύει ειδικών φορολογικών ατελειών, ως και των δικαστικών προνομίων του Δημοσίου, όπως ειδικότερα ορίζει και το κατ΄εξουσιοδότηση του νόμου τούτου εκδοθέν την 28-1-1951 Β.Δ.
στο άρθρο 36 παρ.1 του οποίου ορίσθηκε ότι η ΔΕΗ απολαμβάνει όλων των δικαστικών προνομίων, ως εάν είναι τούτο το Δημόσιον. Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε με το ΠΔ 360/1991 "περί εξόδου της ΔΕΗ από το Δημόσιο τομέα", ούτε με τους ν.1914/90 και 1947/91. Εκ των παραπάνω όμως διατάξεων δεν συνάγεται, ότι τα ως άνω προνόμια εκτείνονται και επί των περιπτώσεων εκείνων, στις οποίες παρέχονται στο Δημόσιο προνόμια εκ του ουσιαστικού δικαίου, βάσει του Διατάγματος της 26/6-7-1944 "περί κώδικος νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως είναι η διάταξη του άρθρου 21 αυτού, κατά την οποία ο τόκος υπερημερίας άρχεται από την επίδοση της αγωγής.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ. περί του αντιθέτου έκτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, το πιο πάνω προνόμιο του Δημοσίου εκ του άρθρου 21 του διατάγματος της 26/6-7-1944 είναι δικονομικό και όχι ουσιαστικό και με τον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής που έκρινε ότι, η αναιρεσείουσα δεν απολαμβάνει του προνομίου αυτού και επιδίκασε τόκους υπερημερίας υπέρ των αναιρεσιβλήτων από διαφορετικές, προγενέστερες χρονικές αφετηρίες, σε σχέση με την επίδοση της αγωγή.
Κατά το άρθρο 2 παρ 1 του α.ν. 539/1945, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, "Κάθε μισθωτός μετά από συνεχή απασχόληση τουλάχιστον δώδεκα μηνών (βασικός χρόνος) σε υπόχρεη επιχείρηση δικαιούται κάθε ημερολογιακό έτος άδεια με αποδοχές είκοσι τέσσερις (24) ημέρες.." Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για να αποκτήσει ο εργαζόμενος το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις, ήτοι:
α) Η ύπαρξη ενεργού σχέσης εξαρτημένης εργασίας και β) Η συμπλήρωση δωδεκάμηνης (από την ανάληψη υπηρεσίας) συνεχούς απασχόλησης ( υπό οποιαδήποτε μορφή, δηλ. πραγματικής με ανάλωση των εργατικών δυνάμεων, ετοιμότητας κλπ) στον ίδιο εργοδότη. Εάν λείπει μία από τις προϋποθέσεις αυτές τότε ο μισθωτός δεν δικαιούται της ετήσιας άδειας αναψυχής.
Εξάλλου, το επίδομα αδείας, το οποίο αυτοτελώς έχει προβλεφθεί από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, δικαιούται να λάβει ο μισθωτός που έχει δικαίωμα άδειας και καταβάλλεται μαζί με τις αποδοχές αδείας. Επομένως, το Εφετείο το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στην πρώτη και τη δεύτερη αναιρεσίβλητη αποδοχές και επίδομα αδείας για το έτος 1997, χωρίς αυτές να έχουν συμπληρώσει δωδεκάμηνη συνεχή πραγματική απασχόληση στην αναιρεσείουσα, υπολογίζοντας στο χρόνο αυτό απασχόλησης και το χρονικό διάστημα κατά οποίο η αναιρεσείουσα βρισκόταν σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους, δηλαδή το χρονικό διάστημα από 4-11-1996 μέχρι 8-4-1997 για την πρώτη αναιρεσίβλητη και το χρονικό διάστημα από 30-12-1996 μέχρι 14-4-1997 για τη δεύτερη, παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο έβδομος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, απαγορεύεται ως καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Η απλή αδράνεια περί την άσκηση του δικαιώματος και αν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη δανειστή την πεποίθηση ότι ο δανειστής δεν θα ασκήσει ποτέ πλέον το δικαίωμά του, δεν καθιστά την επακολουθούσα άσκησή του καταχρηστική, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις υπό τις οποίες η ικανοποίηση του δανειστή θα επιφέρει τόσο δυσβάστακτες για τον οφειλέτη συνέπειες, ώστε προς αποτροπή να κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, ότι επιβάλλεται η θυσία του αξιουμένου δικαιώματος.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον όγδοο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλει ότι ενώπιον του Εφετείου ισχυρίσθηκε ότι, η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων να αξιώσουν τόκους υπερημερίας και αποδοχές αδείας υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, γιατί οι αναιρεσίβλητοι αδράνησαν επί τέσσερα έτη να ασκήσουν τις αξιώσεις τους αυτές, έχουν παραιτηθεί ανεπιφύλακτα από αυτές και δεν προσέφεραν υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της αναιρεσείουσας, η οποία παραπλανήθηκε από τη συμπεριφορά τους αυτή και θα υποχρεωθεί να πληρώσει υπέρογκα ποσά για τόκους και ότι, το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της παραπάνω ένστασής της, δεν είναι ικανά να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση των πιο πάνω αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Μετά από αυτά, πρέπει, κατ' αποδοχή του πρώτου και του εβδόμου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα παραπάνω κεφάλαια της, δηλαδή κατά το μέρος που επιδικάσθηκαν με αυτή τόκοι τόκων και αποδοχές και επίδομα αδείας, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα κεφάλαια αυτά, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 784/2004 απόφαση του Εφετείου, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά τα κεφάλαια αυτά, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους σε πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ