Legislator Case Law & Legislation
1693/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance judgment, ruling appeal inadmissible due to lack of legal basis.

Case Number 1693/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the First Instance Court's decision regarding an inheritance dispute. The appellant argued that the lower court erred in applying the law and failed to address specific claims, but the Court found these arguments inadmissible as they did not challenge a substantive head of the judgment. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 532 and 533(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it fails to challenge a substantive head of the judgment, as such arguments do not affect the validity of the decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive head inheritance dispute Code of Civil Procedure legal costs annulment request supreme court

Cited Legislation

AI generated
Articles 532 and 533(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 1561 of the Civil Code
Articles 1579 and 1583 of the Civil Code
Law 610/1970

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1693 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1693/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ :

Της αναιρεσείουσας: Α. Σ. (A. S.) του P. και της N. συζ. Κ. (K.) Σ. (S.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Κωνσταντινίδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Χ. του Δ. και της Γ. με ΑΦΜ ... Δ.Ο.Υ. Σάμου, κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κανέλλο Πούλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-1-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2010/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2063/2022 του Πολυμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της αποφάσεως 2010/2019 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 11-11-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 2010/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 30-1-2018 αγωγή (περί κλήρου) του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ήδη αναιρεσείουσας ως προς την επικουρική της βάση, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της νομίμως δημοσιευθείσας από 16-5-2014 ιδιόγραφης διαθήκης, της αποβιωσάσης στην Αθήνα την 1-5-2015 Δ. Θ., καθ' ο μέρος προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα του ενάγοντος- αναιρεσίβλητου, καθώς και το κληρονομικό του δικαίωμα ως νομίμου μεριδούχου της άνω αποβιωσάσης κατά το ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε όλη την κληρονομιαία περιουσία της και υποχρεώθηκε η εναγομένη- αναιρεσείουσα να αποδώσει σε αυτόν αυτούσια, ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από τα αναφερόμενα κληρονομιαία ακίνητα. Επί της ασκηθείσης από 25-7-2019 έφεσης της εναγομένης- αναιρεσείουσας κατά της απόφασης αυτής και των από 3-8-2020 πρόσθετων λόγων έφεσης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2036/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (8ο Τμήμα Πολυμελές) με την οποία απορρίφθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 532 και 533 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι στην κατ' έφεση δίκη το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά πρώτον το παραδεκτό του ενδίκου μέσου της εφέσεως και στη συνέχεια μόνο αν αυτή κριθεί παραδεκτή το δικαστήριο προβαίνει στην έρευνα του παραδεκτού και του βασίμου των λόγων της. Αυτό σημαίνει ότι το Εφετείο, που έκρινε αρχικά την έφεση παραδεκτή και ακολούθως την απέρριψε λόγω του ότι οι λόγοι της ήσαν απαράδεκτοι, χώρησε σε έρευνα της εφέσεως και την απέρριψε κατ' ουσίαν και όχι τυπικά, καθώς το παραδεκτό του λόγου ανήκει συστηματικά στο βάσιμο του ένδικου μέσου. Επομένως με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως προσβάλλεται πλέον η εφετειακή απόφαση, στην οποία έχει ενσωματωθεί και η πρωτόδικη, και όχι η τελευταία αυτή που επικυρώθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (Α.Π.48/1994).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ' αριθμ. 2036/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (8ο Πολυμελές Τμήμα), προκύπτει ότι η από 25-7-2019 (αριθμ. καταθ. 68565/29-7-2019) έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2010/2019 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δέχτηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου), έγινε τυπικά δεκτή ως ασκηθείσα νομοτύπως και εμπροθέσμως, όπως παραδεκτοί και τυπικά δεκτοί κρίθηκαν και οι συνεκδικασθέντες με την άνω έφεση από 3-8-2020 (αριθμ. Καταθ. Γ-8893/3-8-2020) πρόσθετοι λόγοι έφεσης.

Ακολούθως με την εν λόγω απόφαση σχετικά με τους λόγους της εφέσεως και τους πρόσθετους λόγους αυτής, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

" Με τον πρώτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα- εναγομένη ισχυρίζεται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση μη νόμιμα και εσφαλμένα έκρινε, ότι ο ενάγων υιοθετήθηκε το έτος 27-4-1955, δυνάμει της υπ' αριθμ. 129/1955 απόφασης του Πρωτοδικείου Σάμου, την οποία ναι μεν δεν αμφισβητεί (η εκκαλούσα) αλλά επικαλείται ότι δεν είχαν συναινέσει στο Δικαστήριο εκείνο, ο επίτροπος ή κηδεμόνας του ανηλίκου και ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι είναι άκυρη, λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη η προσβαλλόμενη διαθήκη.

Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, άλλως ως απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος (άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση ουδόλως περιλαμβάνει οριστικές διατάξεις με τις οποίες να αποφαίνεται επί των ανωτέρω διισχυριζομένων από την εκκαλούσα πραγματικών περιστατικών.

Αντιθέτως δε, με τα ιστορούμενα στον ανωτέρω λόγο έφεσης με την εκκαλουμένη έγινε δεκτό, ότι η διαθήκη της αποβιώσασας Δ. Θ., δεν ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και συνακόλουθα, δεν δέχθηκε, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η εκκαλούσα, αλλά αντιθέτως απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της διαθήκης λόγω αντίθεσής της στα χρηστά ήθη και ως προς την περί κλήρου αγωγή, με βάση το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος.

Με το δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται, ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα έκρινε, ότι υιοθετήθηκε ο ενάγων στις 27-4-1955, δυνάμει της υπ' αριθμ. 129/1955 απόφασης του Πρωτοδικείου Σάμου, ενώ είναι αληθές ότι ο ενάγων πήγε στο σπίτι των θετών γονέων του από το έτος 1947 σε ηλικία τριών (3) ημερών, ενώ συνομολογεί, ότι οι υιοθεσίες που έγιναν από του κράτους του προϊσχύσαντος Ν. 2447/1996 διέποντο ως προς τα αποτελέσματά τους από το δίκαιο αυτό.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού δεν πλήττει κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς του δεν θα επήρχετο ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης (Α.Π. 649/1975 ΝοΒ 1976/51, Α.Π. 323/1989 Δ/νη 31, 770, Α.Π. 1822/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ βλ. Β. Βαθρακοκοίλη Κ.Πολ.Δ. σχολ. άρθρου 520 παρ. 39).

Και τούτο διότι, η υιοθεσία του ενάγοντα έγινε δυνάμει της υπ' αριθμ. 129/1955 απόφασης του Πρωτοδικείου Σάμου, γεγονός που δεν αμφισβητείται, ενώ δεν ασκεί έννομη επιρροή η επικαλούμενη διαμονή στο σπίτι των θετών γονέων του σε προγενέστερη της υιοθεσίας ημεροχρονολογία, ήτοι από το έτος 1947, ούτε και η εκκαλούσα συνδέει αυτόν τον ισχυρισμό με σφάλμα συγκεκριμένου κεφαλαίου της εκκαλουμένης απόφασης.

Περαιτέρω δε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο (άρθρα 1561 Α.Κ.) που ίσχυε το έτος 1955, πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος 2447/1996 και έκρινε, ότι δεν επήλθε με την υιοθεσία του ενάγοντα η διακοπή του δεσμού του (τότε ανήλικου) με τη φυσική του οικογένεια, ήτοι την αποβιώσασα Δ. Θ., καθώς δεν υπήρχε τέτοια ρύθμιση στο προϊσχύον δίκαιο (παλαιά άρθρα 1579, 1583 Α.Κ.

και άρθρα 1 εδ.α και 13 παρ. 1 ν.δ. 610/1970), παραδοχές που δεν αμφισβητούνται από τον υπό κρίση λόγο έφεσης, ενώ και πάλι πρέπει να επισημανθεί ότι η εκκαλουμένη απόφαση δεν δέχθηκε, αλλά αντιθέτως απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την κύρια βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία αιτείτο την ακύρωση της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη".

Έτσι το εφετείο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι λόγοι της εφέσεως περιείχαν αιτιάσεις αλυσιτελώς προσβαλλόμενες ( απαράδεκτοι λόγοι) και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν (έστω και αν γίνεται λόγος από παραδρομή για απόρριψη της εφέσεως ως απαράδεκτης), απορρίπτοντας συνακόλουθα για τον ίδιο λόγο και τους πρόσθετους λόγους λόγω του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα.

Κατ' ακολουθίαν, η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως εφόσον στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, είναι σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη παρατίθενται απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 106, 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11-11-2022 αίτηση της Α. Σ. του P. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2010/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις.06 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ