Legislator Case Law & Legislation
1693/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of insurance claim due to vague calculation of disputed amount.

Case Number 1693/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an insurance company's claim for a disputed sum. The lower court had rejected the claim as inadmissible due to a lack of clarity regarding the origin and calculation of the requested amount. The Supreme Court found this reasoning erroneous, ruling that the claim was not inherently vague and that the lower court erred in its assessment of the evidence.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 § 1, Art. 559 § 14 of the Code of Civil Procedure; A claim is not inadmissible for lack of clarity if the disputed amount can be derived from the evidence presented, even if the specific source of the balance is not explicitly detailed in the plaintiff's narrative.

Keywords

AI generated
insurance claim inadmissibility vague claim calculation of amount appeal admissibility Code of Civil Procedure quantum of claim

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 § 14 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1693 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1693/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "G. Φ. Α. Ε. Α. Ε." (πρώην "Φ. - M. Α..Ε..Α..Ε.."), που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Γιαννούλα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Α. του Σ., 2) Λ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Κούρβα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1385/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4183/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείσα με την από 24/2/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 74 § 1 ν.4690/2020 ορίζει ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13-3-2020 έως 31-5-2020) λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και ότι μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από το νόμο καθώς και ότι οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 ΚΠολΔ καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ενδίκων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται αν δεν παρέλθουν επί πλέον τριάντα ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.

Εν προκειμένω, η υπό κρίση από 24-2-2020 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 4183/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η από 22-5-2015 έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ'αριθ. 1385/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας η από 20-5-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσιβλήτων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 19-2-2020 οπότε η γνήσια προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης έληγε στις 20-3-2020, ανεστάλη αυτή έως 31-5-2020 σύμφωνα με την προμνημονευθείσα διάταξη του άρθ. 74 § 1 ν.4690/2020 και ενώ συμπληρωνόταν στις 8-7-2020 η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 2-6-2020 (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 § 1 ΚΠολΔ), για δε το παραδεκτό της καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 1569/1985 (όπως το άρθρο 16 αντικαταστάθηκε με την παρ.24 του άρθ. 36 Ν.2496/1997 ΦΕΚ Α 87/16.5.1997) "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.

Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη (όπως τροπ. με την παρ.24 άρθρου 36 Ν.2496/1997). 2.

Δεν αντίκειται στις διατάξεις του νόμου αυτού συμβατικός όρος, με τον οποίο περιορίζεται το δικαίωμα του ασφαλιστικού συμβούλου να συνάπτει σύμβαση και με άλλες ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Το δικαίωμα αυτό ασκείται από τη συμβαλλόμενη ασφαλιστική επιχείρηση μόνο για τους κλάδους που ασκεί. 3......4. Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να αναθέτει στον ασφαλιστικό σύμβουλο την είσπραξη ασφαλίστρων.

Στην περίπτωση αυτήν του καταβάλλει επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση". Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 361, 873 και 874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 64 έως 67 του Ν.Δ. της 17-7/13-8-1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιριών", σαφώς συνάγεται ότι αλληλόχρεος (ή ανοικτός) λογαριασμός υπάρχει όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι έμπορος, συμφωνούν με σύμβαση να μη επιδιώκονται ή διατίθενται μεμονωμένα οι απαιτήσεις των δύο μερών, που προκύπτουν από τις μεταξύ τους συναλλαγές, αλλά να φέρονται σε κοινό λογαριασμό με σκοπό να εκκαθαρίζονται και να αποσβέννυνται κατά το κλείσιμο του λογαριασμού αυτού, που θα γίνεται κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, με τρόπο ώστε να αποτελέσει τη μοναδική μεταξύ τους απαίτηση το κατάλοιπο του λογαριασμού, που τυχόν θα υπάρξει.

Συνεπώς, με τη σύμβαση του αλληλόχρεου λογαριασμού δημιουργείται μεταξύ των συμβαλλομένων μία διαρκής έννομη σχέση, αφού η λειτουργία της προϋποθέτει χρονική διάρκεια. Η σχέση αυτή έχει περιουσιακό χαρακτήρα και ως εκ τούτου καταλογίζεται στο ενεργητικό ή παθητικό της περιουσίας των μερών το ανά πάσα στιγμή περιεχόμενο του λογαριασμού, δηλαδή το από την αντιπαραβολή των κονδυλίων των πιστοχρεώσεων προκύπτον υπόλοιπο.

Τα κατ' ιδίαν μάλιστα κονδύλια, από τη στιγμή που εισέρχονται στον αλληλόχρεο λογαριασμό, αποβάλλουν την ατομικότητά τους. Αντιθέτως, η τήρηση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών λογαριασμού κατά τους κανόνες της λογιστικής (λογιστικός λογαριασμός), δεν συνεπάγεται απαραιτήτως την ύπαρξη σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού (ΑΠ 179/1991 ΕΕΝ 1992.112).

Στη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μπορεί να υπαχθεί κάθε συναλλακτική σχέση ανάμεσα στους συμβαλλόμενους, που άγει στην πραγματοποίηση αμοιβαίων παροχών. Βασικό στοιχείο της έννοιας του αλληλόχρεου λογαριασμού είναι η ύπαρξη συμφωνίας υπαγωγής σε κοινό λογαριασμό απαιτήσεων και των δύο μερών, που θα προκύπτουν από τις συναλλαγές τους, και συνεπώς δεν υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός αν δεν υπάρχει η δυνατότητα χρεοπιστώσεων και από τα δύο μέρη.

Η ύπαρξη, απλώς, της δυνατότητας αυτής είναι αρκετή για να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός και είναι αδιάφορο αν πραγματικά έγιναν κατά τη διάρκειά του χρεοπιστώσεις και από τα δύο μέρη ή από μόνο το ένα μέρος. Ειδικότερα, για την ύπαρξη αλληλόχρεου λογαριασμού και ανεξάρτητα από το χαρακτηρισμό που δίνεται από τα μέρη στη σχέση που συνδέει αυτά, απαιτείται να υπάρχει η δυνατότητα, όπως εκ των μεταξύ αυτών συναλλαγών προκύψουν, εκατέρωθεν, απαιτήσεις και οφειλές, κατά τρόπο ώστε να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό ποιος από αυτούς, κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών του θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου, εκ του οποίου συνέπεται ότι δεν υπάρχει τέτοιος λογαριασμός όταν από τη φύση της συμβάσεως ο ένας καθίσταται μόνο πιστωτής και ουδέποτε οφειλέτης, ο δε άλλος μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δυνάμενος απλώς να εξοφλεί τμηματικώς το χρέος του, των εκάστοτε καταβολών γενομένων προς αντίστοιχη απαλλαγή εκ του χρέους, όπως στην περίπτωση του ασφαλιστικού συμβούλου, ο οποίος συνδέεται με σύμβαση έργου με την ασφαλιστική εταιρεία, και το αντικείμενο της εργασίας του είναι αυτό που ορίζεται στο άρθρο 16 § 1 του Ν. 1569/1985.

Ειδικότερα, εφόσον με τη σύμβαση έργου που έχει συνάψει με την ασφαλιστική εταιρεία ο ασφαλιστικός σύμβουλος μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρείας, χωρίς δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων, ούτε εκπροσώπησης της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν του έχει ανατεθεί η είσπραξη ασφαλίστρων, τότε η αμοιβή του περιορίζεται στην προμήθεια από τις αντίστοιχες προτάσεις του για την ασφαλιστική κάλυψη των νέων πελατών της εταιρείας, ενώ η κατάρτιση των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και η είσπραξη των ασφαλίστρων, εφόσον δεν υπάρχει άλλη συμφωνία, διενεργείται από τον ασφαλιστικό πράκτορα ή την ίδια την εταιρεία, χωρίς τη μεσολάβηση του ασφαλιστικού συμβούλου, ο οποίος δεν οφείλει να αποδώσει λογαριασμό την εταιρεία.

Στην περίπτωση αυτή ο τηρούμενος μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρείας και του ασφαλιστικού συμβούλου λογαριασμός είναι δοσοληπτικός και όχι αλληλόχρεος, κατά την ως άνω αναλυτικώς αναφερόμενη λειτουργία των λογαριασμών αυτών, δεδομένου ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος, με βάση την βασική σύμβαση έργου που τον συνδέει με την ασφαλιστική εταιρεία, δεν έχει τη δυνατότητα να προβαίνει σε χρεοπιστώσεις της ασφαλιστικής εταιρείας καθώς μεταξύ τους δεν πραγματοποιούνται αμοιβαίες παροχές.

Σε περίπτωση δε που η ασφαλιστική εταιρεία, με ρητό όρο της μεταξύ τους σύμβασης, έχει αναθέσει στον ασφαλιστικό σύμβουλο και την είσπραξη ασφαλίστρων, οπότε του καταβάλλει επιπλέον προμήθεια, το ύψος της οποίας καθορίζεται από τα μέρη με τη σχετική σύμβαση, και ο ασφαλιστικός σύμβουλος αποδίδει αντίστοιχα λογαριασμό για τα ασφάλιστρα που έχει εισπράξει κλπ, τότε μεταξύ τους λειτουργεί αλληλόχρεος λογαριασμός.

Στην περίπτωση αυτή, καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι έχει κλείσει οριστικά ο αλληλόχρεος αυτός λογαριασμός, οπότε ο δικαιούχος του κατάλοιπου δικαιούται να απαιτήσει αμέσως αυτό (άρθρο 112 § 2 ΕισΝΑΚ, (ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 192/2005). Η μετά το κλείσιμο του λογαριασμού αναγνώριση του καταλοίπου από τον οφειλέτη, γίνεται με δήλωση της βουλήσεως αυτού προς τον δανειστή και την αποδοχή της από τον τελευταίο, καταρτιζομένης έτσι συμβάσεως αναγνωρίσεως του καταλοίπου.

Όταν ο δανειστής που ενάγει επικαλείται σύμβαση αναγνωρίσεως καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού, που έκλεισε, υποχρεούται να προτείνει και αποδείξει μόνον ότι η απαίτησή του προέρχεται από τέτοια αιτία, ήτοι οφείλει να προτείνει και αποδείξει και τις δύο συμβάσεις, του αλληλόχρεου λογαριασμού και της αναγνωρίσεως του υπολοίπου του, όχι δε και της ύπαρξης έγκυρης βασικής σχέσης ή σύμβασης, στο πλαίσιο της οποίας λειτουργούσε ο αλληλόχρεος λογαριασμός, ενώ δεν χρειάζεται, επίσης, να καθορίσει και αποδείξει και καθένα από τα κονδύλια του αλληλόχρεου λογαριασμού χωριστά, ούτε τα στοιχεία του, όπως το χρόνο και την αιτία αυτών (ΑΠ 2123/2014, ΑΠ 715/2009).

Εάν όμως δεν προκύπτει αναγνώριση του καταλοίπου τότε ο ενάγων δανειστής οφείλει να αποδείξει τα κατ' ιδίαν κονδύλια (χρέωση και πίστωση) από την αντιπαραβολή των οποίων προκύπτει το αιτούμενο κατάλοιπο (ΑΠ 1022/2008, ΑΠ 530/2015, ΑΠ 248/2014, ΑΠ 299/2000).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, "η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα".

Ουσιώδες και απαραίτητο στοιχείο της αγωγής είναι η ιστορική βάση, δηλαδή η ακριβής εξιστόρηση όλων των πραγματικών περιστατικών από τα οποία, κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου (και δη από την εφαρμοστέα νομική διάταξη), πηγάζει το επίδικο δικαίωμα και η υπό του ενάγοντος επικαλούμενη έννομη συνέπεια.

Η αναγραφή, δε, στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται, και μάλιστα με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύσουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως που απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, αφενός μεν το Δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής, αφετέρου δε ο εναγόμενος να αμυνθεί κατά της θεμελιουμένης επ' αυτών αγωγικής αξιώσεως.

Εξάλλου, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα άνω πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά νόμο, θεμελιώνουν το αξιούμενο δικαίωμα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να συμπληρωθούν αυτά από το περιεχόμενο άλλου εγγράφου (διαδικαστικού ή εξωδίκου), αφού η τυχόν αοριστία της αγωγής δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε και από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Αν τα γεγονότα αυτά δεν αναφέρονται ή αναφέρονται με ασάφειες και ελλείψεις, η αγωγή είναι αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη (ΑΠ 314/2009, ΑΠ 1056/2006, ΕλλΔνη 45.84). Επομένως, το δικόγραφο της αγωγής με την οποία επιδιώκεται η πληρωμή του καταλοίπου αλληλόχρεου λογαριασμού μετά το κλείσιμό του, πρέπει να αναφέρει, αν ο συγκεκριμένος λογαριασμός λειτούργησε ως αλληλόχρεος και να εξειδικεύει τη μεταξύ των διαδίκων εμπορική σχέση, η οποία δικαιολογεί την ως άνω φύση του συγκεκριμένου λογαριασμού, και στη συνέχεια, αν η αγωγή δεν στηρίζεται σε σύμβαση αναγνωρίσεως του καταλοίπου του αλληλόχρεου λογαριασμού, εκτός από την κατάρτιση της συμβάσεως, και καθένα από τα κονδύλια του λογαριασμού χωριστά με τα στοιχεία του, ήτοι πρέπει να αναφέρει με πληρότητα όχι μόνον όλες τις πιστοχρεώσεις κατά χρόνο και ποσό, αλλά και όλα τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη σχετική απαίτηση ή συνιστούν τη σχετική καταβολή.

Αντιθέτως, την ύπαρξη και άλλων, μη αναγραφομένων στην αγωγή, απαιτήσεων ή καταβολών, που μειώνουν ή μηδενίζουν το κατάλοιπο πρέπει να επικαλεσθεί προς απόκρουση της αγωγής ο εναγόμενος (ΑΠ 1022/2008). Αν η αγωγή δεν στηρίζεται στις περί αλληλοχρέου λογαριασμού διατάξεις, πρέπει και αρκεί να περιέχει τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά, όπως αναφέρεται στην αρχή της παρούσης προτάσεως.

ΙΙΙ. Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 18/2018, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό, όμως και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, ΑΠ 18/2018). Από την παραδεκτή, κατ' άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της από 20-5-2011 αγωγής της ενάγουσας/αναιρεσείουσας κατά των εναγομένων/αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτή διέλαβε ότι μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου, ως ασφαλιστικού συμβούλου και της δεύτερης εναγόμενης ως εγγυήτριας, συνήφθη το από 12-6-2003 Παράρτημα Α', ενόψει υπογραφής της κύριας σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, η οποία υπεγράφη την 1.7.2003 μεταξύ της ενάγουσας και του πρώτου εναγομένου, με την οποία η ασφαλιστική εταιρία ανέθεσε στον πρώτο εναγόμενο, ασφαλιστικό σύμβουλο, έναντι προμήθειας, το έργο της διαμεσολάβησης μεταξύ αυτής και του κοινού για την πρόσκτηση ασφαλιστικών εργασιών όλων των κλάδων, τους οποίους κάθε φορά θα ασκούσε αυτή.

Ότι αντικείμενο του ως άνω Παραρτήματος Α', το κείμενο του οποίου ενσωματώνεται στην ως άνω αγωγή και καθίσταται ενιαίο σύνολο με αυτή, ήταν η καταβολή στον πρώτο εναγόμενο πρόσθετων προμηθειών (bonus παραγωγής) ποσού 21.000 ευρώ εάν στο χρονικό διάστημα δύο ετών από 1-6-2003 έως 31-5-2005 επιτύχει παραγωγή σε παραδόσεις του κλάδου ζωής και UR περιοδικού ασφαλίστρου ύψους 300.000 ευρώ καθαρά ετήσια ασφάλιστρα και ότι έναντι των ως άνω προμηθειών, η ενάγουσα θα κατέβαλε άμεσα στον πρώτο εναγόμενο το ποσό των 16.800 ευρώ, προκειμένου να ξεκινήσει η μεταξύ τους συνεργασία.

Ότι η δεύτερη εναγόμενη εγγυήθηκε ως αυτοφειλέτης την καταβολή στην ενάγουσα οποιουδήποτε ποσού τυχόν οφείλει ο πρώτος εναγόμενος από την ως άνω συνεργασία, παραιτούμενη από τις σχετικές ενστάσεις. Ότι την 1.7.2003 υπογράφηκε η κύρια σύμβαση με αντικείμενο την ανάθεση στον πρώτο εναγόμενο τη διαμεσολάβηση στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων για την κάλυψη κινδύνων, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες αυτής, όπως το κείμενό της ενσωματώνεται στην αγωγή και καθίσταται ενιαίο σύνολο με αυτή και στην οποία ενσωματώθηκε ως αναπόσπαστο τμήμα της το ανωτέρω Παράρτημα Α'.

Ότι ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν δικαιούται να εισπράττει ασφάλιστρα με εξαίρεση την προκαταβολή στα ασφαλιστήρια ζωής και την πρώτη δόση του ασφαλίστρου κατά την παράδοση του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Ότι η αμοιβή του ασφαλιστικού συμβούλου για τη μεσολάβησή του στη σύναψη ασφαλίσεων είναι προμήθεια που ορίζεται ως ποσοστό επί της εκατό στα καθαρά εισπραχθέντα από την εταιρία ασφάλιστρα της παραγωγής του, το οποίο (ποσοστό) αναγράφεται στους ειδικούς πίνακες προμηθειών (άρθ. 5 και 7).

Ότι ενώ η ενάγουσα τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ο πρώτος εναγόμενος παρέβη τις αναληφθείσες συμβατικές του υποχρεώσεις, δεν τήρησε τα συμφωνηθέντα και ουδέποτε πέτυχε τους στόχους που είχαν τεθεί, παρουσίασε ελάχιστη έως μηδενική παραγωγή, όπως προκύπτει από την συνημμένη ανάλυση κίνησης λογαριασμού προμηθειών και εισπράξεων, που εξήχθη από τα λογιστικά της βιβλία, με αποτέλεσμα να εμφανίσει την 29.11.2004 χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόμενο στο ποσό των 16.470,85 ευρώ.

Ότι η ενάγουσα τον ενημέρωσε σχετικά δυνάμει της από 29.11.2004 επιστολής και ακολούθως ο πρώτος εναγόμενος αναγνώρισε την οφειλή του με την από 9.03.2006 επιστολή του. Ότι ακολούθως η ενάγουσα κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση την 31.05.2007 για σπουδαίο λόγο, η οποία κοινοποιήθηκε την 28.06.2007 και κάλεσε τον πρώτο εναγόμενο να της καταβάλει το οφειλόμενο ποσό των 16.855,28 ευρώ, το οποίο προέκυψε κατόπιν της διενεργηθείσας τελικής εκκαθάρισης.

Με βάση τα περιστατικά αυτά η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον, το ποσό των 16.855,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της όχλησης (την 29.01.2003), άλλως από την επομένη της επίδοσης της καταγγελίας (την 29.06.2007), άλλως από την επίδοση της αγωγής, ο μεν πρώτος εναγόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ., 713 επ., ΑΚ, του ν.δ. 400/1970 και του Κ.Ν. 1569/1985 που διέπουν την σύμβαση ασφάλισης, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, η δε δεύτερη εναγομένη σύμφωνα με τις διατάξεις για τη σύμβαση εγγύησης, άλλως σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Με το ως άνω περιεχόμενο η αγωγή δεν στηρίζεται στις περί αλληλοχρέου λογαριασμού διατάξεις, αφού η ενάγουσα δεν επικαλείται τέτοια συμφωνία, με την έννοια ότι τα κονδύλια που θα καταχωρούνται στον κοινό αυτό λογαριασμό θα χάνουν την αυτοτέλειά τους και ότι αυτό που θα μπορεί να ζητηθεί θα είναι το μετά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού κατάλοιπο.

Αντίθετα, από τα εκτιθέμενα στην αγωγή προκύπτει ότι αυτή στηρίζεται στη σύμβαση έργου μεταξύ της ασφαλιστικής εταιρίας και του ασφαλιστικού συμβούλου και περιέχει όλα εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που πληρούν τα στοιχεία του κανόνα δικαίου και δικαιολογούν την άσκησή της κατά του εναγομένου, αναφέρεται δε σ'αυτήν η τήρηση ενός μεταξύ των διαδίκων λογιστικού λογαριασμού με την παρακολούθηση των σχετικών καταχωρήσεων, ζητείται δε το υπόλοιπο που προέκυψε μετά την εκ μέρους της ενάγουσας καταγγελία της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο, η απόδειξη του οποίου (υπολοίπου) στην τελική του μορφή θα μπορεί να προκύψει από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δεν αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσης της αγωγής.

Συνεπώς, το εφετείο που έκρινε αντιθέτως ότι δηλ. η αγωγή είναι αόριστη για το λόγο ότι δεν καθίσταται σαφής η αιτία γέννησης και τελικής διαμόρφωσης του αιτούμενου ποσού και ειδικότερα ότι δεν καθίσταται αντιληπτό εάν το αιτούμενο ποσό των 16.855,28 ευρώ προέρχεται: 1ον) από τη συμφωνία που περιλήφθηκε στο από 12/6/2003 παράρτημα Α' της από 1/7/2003 σύμβασης ασφαλιστικού συμβούλου, καθόσον σε αυτή συμφωνήθηκε ότι καταβάλλεται, αυθημερόν με την κατάρτισή της, στον πρώτο εναγόμενο ποσό ύψους 16.800 ευρώ έναντι πρόσθετης προμήθειας (bonus) αυτού 21.000 ευρώ για μελλοντική ασφαλιστική παραγωγή στα συμβόλαια ζωής και UR περιοδικού ασφαλίστρου, 2ον) από τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού για τις απορρέουσες εκατέρωθεν απαιτήσεις των συμβαλλόμενων στην από 1/7/2003 κύρια σύμβαση παραγωγικής συνεργασίας ασφαλιστικού συμβούλου, καθόσον από τον διαλαμβανόμενο στην αγωγή πίνακα ανάλυσης κίνησης λογαριασμού προμηθειών και εισπράξεων, που έχει εξαχθεί από τα τηρούμενα λογιστικά βιβλία της ενάγουσας, δεν καθίσταται δυνατόν να διαπιστωθεί πώς και από ποιες αμοιβαίες χρεοπιστώσεις προκύπτει το αναγραφόμενο χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 16.470,85 ευρώ, 3ον) από την εκ μέρους του πρώτου εναγομένου αναγνώριση που, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, έλαβε χώρα στις 9/3/2006, καθόσον ουδόλως διευκρινίζεται ποιο ποσό αναγνωρίστηκε και δη αυτό του καταβαλλόμενου στις 12/6/2003 bonus των 16.800 ευρώ ή το ανωτέρω του χρεωστικού καταλοίπου 16.470,85 ευρώ και, τέλος, ότι δεν καθίσταται αντιληπτό πώς προκύπτει το τελικό αιτούμενο ποσό των 16.855,28 ευρώ και δη επί τη βάση εκκαθάρισης ποιών ποσών και από ποιες αιτίες, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω (ποσοτικής) αοριστίας και υπέπεσε στην πλημμέλεια που, κατ' ορθή εκτίμηση, ιδρύει τον εκ του αριθ. 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ και όχι αυτόν εκ του αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος και θα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο που θα αποτελείται από άλλον δικαστή από αυτόν που δίκασε (άρθ. 580 § 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ'αριθ. 4183/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο με αυτό που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αποτελούμενο από άλλο δικαστή. Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας εκ ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ