Supreme Court dismisses bank's appeal on foreign degree recognition starting from submission date.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the First Instance Court's partial acceptance of an employee's claim for four years of fictitious service. The employee argued that a foreign university degree should be recognized retroactively from the date of submission to the bank, rather than from the date of the equivalence decision. The court ruled that the bank's internal regulations clearly state service progression begins upon the submission of academic titles, regardless of whether they are Greek or foreign, thereby rejecting the employee's interpretation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 27 § st, 33, 38 of the Bank of Greece Statute; The court held that the start date for career progression and salary calculations based on foreign academic degrees is the date of their submission to the competent service, not the date of the equivalence decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1693 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1693/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 18 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Β. του Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Κουκούτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/12/2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 825/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα τράπεζα με την από 8/9/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 8-9-2020 και με αριθ. κατάθεσης 6464/778/9-9-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 825/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν α) την από 8-3-2019 με αρ. καταθ. 25666/1946/2019 έφεση της αναιρεσείουσας -εναγομένης και β) την από 2-10-2019 με αρ. καταθ. 84999/6673/2019 (αντίθετη) έφεση της αναιρεσίβλητης -ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 8/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 28-12-2017 με αρ. καταθ. 613844/3437/2017 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας και αφού εξαφάνισε αυτή δέχθηκε την αγωγή εν μέρει. Με την αγωγή της η ενάγουσα -αναιρεσίβλητη ζήτησε να αναγνωριστεί τετραετής χρόνος πλασματικής υπηρεσίας της στην εναγομένη -αναιρεσείουσα από ..., ημερομηνία κατά την οποία κατέθεσε στην τελευταία το πτυχίο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην αλλοδαπή και να της καταβάλει το ποσό των 76.755,65 € για διαφορές αποδοχών και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 3, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Από τις διατάξεις των άρθρων 27 § στ', 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (κυρ. ν. 3424/1927), προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ (ΟλομΑΠ 27/1995, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 183/2008).
Ειδικότερα, στο κεφάλαιο I (Τίτλοι Σπουδών) του προσδιοριζόμενου υπό τον τίτλο "Βαθμολογικές Προσμετρήσεις" ως επιμέρους κεφαλαίου του άρθρου 12 του Κανονισμού - Οργανισμού αυτού υπό τον τίτλο "Προαγωγές", ορίζεται ότι: 1. Σε υπαλλήλους που έχουν το βαθμό του Βοηθού, Διαχειριστή, Βοηθού Δακτυλογράφου ή ανώτερο τούτου και που έχουν κατά το διορισμό τους ή προσκομίζουν αργότερα Πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης Σχολής, της χώρας μας ή του εξωτερικού, αναγνωρίζεται πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών, που προσμετρείται στο βαθμό που κατέχουν κατά το χρόνο προσκομίσεως του Πτυχίου, για την παραπέρα βαθμολογική τους εξέλιξη, ενώ στην § 10 του ιδίου ως άνω κεφαλαίου του άρθρου 12 ορίζεται ότι:
Τα οικονομικά αποτελέσματα από την προσμέτρηση του χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, αρχίζουν από την χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών. Επίσης, σύμφωνα με το προσδιοριζόμενο υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Προσμετρήσεις" επί μέρους κεφάλαιο του άρθρου 15 υπό τον τίτλο "Μισθολογική Κατάταξη των Υπαλλήλων -Μηνιαίος Μισθός", του ίδιου ως άνω Κανονισμού - Οργανισμού, ορίζεται στην § 1 ότι:
Στους υπαλλήλους που έχουν ή προσκομίζουν τίτλους σπουδών για τους οποίους προβλέπεται πλασματική βαθμολογική προώθηση, σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος Οργανισμού, προσμετρείται ανάλογος χρόνος για την παραπέρα μισθολογική τους εξέλιξη. Η προσμέτρηση αυτή εγκρίνεται από τον Διευθυντή Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργάνωσης, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία εκείνη που προσκομίζονται στην Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος δυνάμει του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας - Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της, χορηγεί πλασματική προώθηση τεσσάρων (4) ετών, σε πτυχιούχους του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και σε πτυχιούχους κατόχους αλλοδαπών τίτλων σπουδών πλην όμως ισότιμων με αυτούς των ημεδαπών πανεπιστημίων.
Η πλασματική αυτή προώθηση προσμετράται και στη βαθμολογική τους προώθηση για την παραπέρα μισθολογική τους εξέλιξη και τα οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία που προσκομίζονται στην Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών. Εξάλλου, η αναγνώριση της ισοτιμίας των τίτλων σπουδών που απονέμονται από εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης της αλλοδαπής ρυθμίζεται κατά βάση από τις διατάξεις του ν. 3328/2005 (αρμοδιότητος ΔΟΑΤΑΠ, πρώην ΔΙΚΑΤΣΑ).
Μετά, όμως, την έκδοση του ΠΔ/τος 38/2010 (ΦΕΚ Β'78/25.5.2010), με το οποίο προσαρμόστηκε η Ελληνική νομοθεσία στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, που αφορά την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, επήλθε διάκριση στην πράξη μεταξύ της ακαδημαϊκής αναγνώρισης και της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής.
Κατ' ακολουθίαν, για την ακαδημαϊκή αναγνώριση η οποία συνίσταται στο να γίνει δεκτό από ένα κράτος, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ένα πτυχίο που εκδόθηκε σε άλλο κράτος, ως ισότιμο εκείνου που εκδίδει το πρώτο, απαραίτητη είναι η τήρηση της προβλεπόμενης εθνικής διαδικασίας αναγνώρισης τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, εν προκειμένω μέσω του ΔΟΑΤΑΠ, ο οποίος έχει αρμοδιότητα μάλιστα να κρίνει μόνο την ακαδημαϊκή και όχι την επαγγελματική ισοτιμία του υποβαλλόμενου ενώπιόν του προς αναγνώριση τίτλου σπουδών αλλοδαπής (ΟλομΣτΕ 3457/1998, ΣτΕ 881/2018, 1412/2011).
Ενώ, για την αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, η οποία συνίσταται στην αναγνώριση ενός πτυχίου που εκδίδεται σε ένα κράτος με στόχο να επιτρέψει στον κάτοχό του να ασκεί το επάγγελμά του σε άλλο κράτος, εφόσον προβλέπεται κανονιστική ρύθμιση για το επάγγελμα αυτό, αρμόδιο είναι το προβλεπόμενο στο άρθρο 54 § 1 του ΠΔ 38/2010 όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο,Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ).
Ενόψει του σκοπού, τον οποίο εξυπηρετούν οι διατάξεις του ΠΔ 38/2010, οι οποίες ως διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος, λόγω προσαρμογής με αυτές της Ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2005/36/ΕΚ υπερισχύουν των διατάξεων κοινών νόμων και κανονιστικών πράξεων, όσον αφορά τα δικαιώματα κατόχων τίτλων αναγνωρισμένων ως επαγγελματικά ισοδύναμων, προσβολή των εν λόγω δικαιωμάτων προκύπτει σε κάθε περίπτωση που ο κάτοχος τέτοιου τίτλου σπουδών υφίσταται άνιση μεταχείριση, συγκριτικά με τον κάτοχο συγκρίσιμου τίτλου σπουδών ημεδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος και ειδικότερα όταν η άνιση αυτή μεταχείριση εκδηλώνεται στην περίπτωση εκτίμησης του επαγγελματικά ισοδύναμου τίτλου, ως επαγγελματικού προσόντος για την ικανοποίηση του δικαιώματος του υπαλλήλου, για βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη και για την απόκτηση δυνατότητας να ασκήσει καθήκοντα στην υπηρεσία που προϋποθέτουν την κατοχή συγκεκριμένου ανώτερου βαθμού, όπως λ.χ.
για τη κατάληψη ορισμένης θέσης ευθύνης. Επομένως, στην περίπτωση κατοχής από υπάλληλο τίτλου σπουδών τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρισμένο αρμοδίως στην Ελλάδα (από το ΣΑΕΠ) ως επαγγελματικά ισοδύναμο δεν απαιτείται η ύπαρξη ακαδημαϊκής ισοτιμίας (από τον ΔΟΑΤΑΠ) για την εξέταση του αιτήματος χορήγησης του προβλεπόμενου για τον αντίστοιχο τίτλο σπουδών ημεδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος, πλασματικού χρόνου υπηρεσίας, ως βαθμολογικού πλεονεκτήματος, ως και του συνακόλουθου μισθολογικού, αλλά αρκεί η βεβαίωση του ΣΑΕΠ περί αναγνώρισης του αλλοδαπού πτυχίου ως επαγγελματικά ισότιμου.
Τέλος, κατά το άρθρο 3 "Ορισμοί" § 5 του ΠΔ/τος 38/2010, ως τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης νοείται ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, όταν πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών. Περαιτέρω, οι από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 66/2022, 355/2020, 1098/2011, 426/2010, 832/2009).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1431/2022, 1360/2017, 220/2016).
Επομένως η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλομΑΠ 324/1978, ΑΠ 355/2020, 482/2010).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλομΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλομΑΠ 15/2006). Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.
Οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ιδρύονται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης ως προς την εφαρμογή του αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 355/2020, 84/2008).
Τέλος, με βάση τον αναιρετικό έλεγχο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξετάζεται αν τα επικαλούμενα με τη σχετική ένσταση πραγματικά περιστατικά (αθροιστικώς εκτιμώμενα) συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 626/2020). Αντίστοιχα, με βάση τον αναιρετικό έλεγχο εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εξετάζεται και αν τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο ότι αποδείχθηκαν, κατ' επίκληση της σχετικής ένστασης κατάχρησης δικαιώματος συνιστούν ή όχι κατάχρηση δικαιώματος κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος.
Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλομΑΠ 5/2011, 8/2001).
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Δυνάμει έγγραφης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας που συνήφθη την 5-9-1994, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα τράπεζα ως μόνιμη υπάλληλος στον Ταμειακό Κλάδο, αρχικά με τον βαθμό του Καταμετρητή, ενώ κατόπιν διαδοχικών βαθμολογικών προαγωγών, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στον Κανονισμό της εναγομένης, προήχθη στον βαθμό του Ταμία από την ....
Κατά την πρόσληψή της, η ενάγουσα ήταν κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου, ενώ κατά το έτος 2011 ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο βρετανικό πανεπιστήμιο "The Open University", λαμβάνοντας το πτυχίο "Bachelor of Arts in European Studies". Στις ..., η ενάγουσα κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα της εναγομένης το παραπάνω πτυχίο, προκειμένου να τύχει της βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης που προβλέπεται από τον Οργανισμό της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξης των Υπαλλήλων της εναγομένης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού της εναγομένης, στον αριθμό 1 του κεφαλαίου "Βαθμολογικές Προσμετρήσεις" ορίζεται ότι σε υπαλλήλους που έχουν τον βαθμό του Βοηθού, Διαχειριστή, Βοηθού Δακτυλογράφου ή ανώτερο τούτου και που έχουν κατά το διορισμό τους ή προσκομίζουν αργότερα πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού, αναγνωρίζεται πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών, που προσμετράται στον βαθμό που κατέχουν κατά το χρόνο προσκόμισης του πτυχίου για την παραπέρα βαθμολογική τους εξέλιξη.
Στον αριθμό 10 του ίδιου κεφαλαίου, ορίζεται επίσης ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από την προσμέτρηση του χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων, αρχίζουν από τη χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών, ενώ στο άρθρο 15, στο κεφάλαιο "Μισθολογικές Προσμετρήσεις (Κλιμάκια)" ορίζεται ότι στους υπαλλήλους που έχουν ή προσκομίζουν τίτλους σπουδών για τους οποίους προβλέπεται πλασματική βαθμολογική προώθηση σύμφωνα με το άρθρο 12, προσμετράται ανάλογος χρόνος για την περαιτέρω μισθολογική τους εξέλιξη, που εγκρίνεται από τον Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία εκείνη που προσκομίζονται στην υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών.
Τέλος, στο άρθρο 16 του Κανονισμού της εναγομένης ορίζεται ότι στους πτυχιούχους ανωτάτων σχολών χορηγείται επιστημονικό επίδομα σε ποσοστό 32% επί του βασικού τους μισθού. Η εναγομένη δεν αρνείται την ισχύ των παραπάνω διατάξεων του Κανονισμού της, πλην όμως ισχυρίζεται ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα στις 9-4-2014 κατέθεσε στο αρμόδιο τμήμα της εναγομένης επικυρωμένο αντίγραφο της από ... απόφασης του αρμόδιου Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων, με την οποία αναγνωρίστηκε η επαγγελματική ισοτιμία του τίτλου σπουδών της, του ιδρύματος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου "The Open University", με τον τίτλο "Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.), ενώ κατόπιν απαίτησης της εναγομένης, η ενάγουσα προσκόμισε, αρχικά το από ...
έγγραφο από τον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.), όπου βεβαιώνεται ότι το Open University της Μεγάλης Βρετανίας είναι ομοταγές με τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και οι τίτλοι που προέρχονται από αυτό είναι αναγνωρίσιμοι και στη συνέχεια το από ...
έγγραφο του ίδιου Οργανισμού, με το οποίο βεβαιώνεται ότι ο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. είναι αναρμόδιος για την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας του τίτλου που κατέχει η ενάγουσα, πλην όμως, μετά την αναγνώριση από το Σ.Α.Ε.Π, ο τίτλος αυτός καλύπτει πλήρως τα επαγγελματικά της δικαιώματα και εξομοιώνεται με πτυχιούχο Α.Ε.Ι.
του εσωτερικού. Όμως, παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα προσκόμισε στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης όλα τα παραπάνω έγγραφα, όπως τούτο αποδεικνύεται και από τη με ημερομηνία 4-7-2014 αίτηση της ενάγουσας που επικαλείται και προσκομίζει, η εναγομένη αρχικά αρνούνταν να αναγνωρίσει στην ενάγουσα πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών και να της χορηγήσει το αναλογούν επιστημονικό επίδομα, σύμφωνα με τα όσα προβλέπουν οι παραπάνω εκτιθέμενες διατάξεις του Κανονισμού της και τελικά στις 7-12-2016, η εναγομένη αναγνώρισε στην ενάγουσα πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τριών ετών, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί η βαθμολογική της κατάταξη και να λάβει το βαθμό του Ταμία από 1-10-2008 ενώ της χορήγησε και επιστημονικό επίδομα σε ποσοστό 23% επί του βασικού της μισθού.
Σύμφωνα δε προς τα άρθρα 12 και 16 του Κανονισμού της εναγομένης, ο παραπάνω χρόνος πρόσθετης υπηρεσίας τριών ετών, όπως και το επιστημονικό επίδομα σε ποσοστό 23%, αντιστοιχούν σε πτυχιούχους Ανώτερης Σχολής, ισότιμης με Τ.Ε.Ι. Όμως, από τα παραπάνω εκτιθέμενα έγγραφα, που ήταν σε γνώση της εναγομένης, σαφώς προκύπτει ότι ο τίτλος που κατέχει η ενάγουσα είναι ισότιμος με τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και επιπλέον, καλύπτει πλήρως τα επαγγελματικά δικαιώματά της και εξομοιώνεται με πτυχιούχο Α.Ε.Ι.
του εσωτερικού. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι η ενάγουσα μέχρι σήμερα δεν έχει προσκομίσει από τον Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας του πτυχίου που κατέχει, με πτυχίο Ελληνικού Α.Ε.Ι., όπως απαιτείται από τις διατάξεις του Κανονισμού της προκειμένου να της αναγνωριστεί χρόνος πρόσθετης υπηρεσίας τεσσάρων ετών, ενώ δεν αρκεί η αναγνώριση από το Σ.Α.Ε.Π.
της επαγγελματικής ισοτιμίας του τίτλου σπουδών της ενάγουσας με τον τίτλο "Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.), είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, στο άρθρο 12 του Κανονισμού της εναγομένης, ορίζεται ότι για την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών πρέπει ο υπάλληλος να προσκομίσει πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού και στο από ...
έγγραφο του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. βεβαιώνεται ότι το Open University της Μεγάλης Βρετανίας είναι ομοταγές με τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και οι τίτλοι που προέρχονται από αυτό είναι αναγνωρίσιμοι, με την από ... απόφαση του Σ.Α.Ε.Π. αναγνωρίστηκε η επαγγελματική ισοτιμία του τίτλου σπουδών της ενάγουσας, του ιδρύματος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου "The Open University", με τον τίτλο "Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.), ενώ με το από ...
έγγραφο Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. βεβαιώνεται ότι μετά την αναγνώριση του τίτλου σπουδών της ενάγουσας από το Σ.Α.Ε.Π, ο τίτλος αυτός καλύπτει πλήρως τα επαγγελματικά της δικαιώματα και εξομοιώνεται με πτυχιούχο Α.Ε.Ι. του εσωτερικού. Άλλωστε, ο παραπάνω ισχυρισμός της εναγομένης έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι η ίδια τελικά, το έτος 2016 αναγνώρισε το πτυχίο της ενάγουσας, θεωρώντας βέβαια εσφαλμένα αυτό ως ισότιμο όχι Ανώτατης αλλά Ανώτερης σχολής του εσωτερικού, ενέργεια στην οποία δεν θα έπρεπε να προβεί εφόσον, όπως ισχυρίζεται, η ενάγουσα δεν είχε προσκομίσει μέχρι τότε έγγραφο εκ του οποίου να προκύπτει ποια είναι η ακαδημαϊκή ισοτιμία του πτυχίου της.
Άλλωστε και η ίδια η εναγομένη, στην υπ' αριθμ. 2/2016 προκήρυξή της για την πρόσληψη προσωπικού μέσω του Α.Σ.Ε.Π., σε σχέση με την προσκόμιση τίτλων σπουδών από τους υποψήφιους και για την περίπτωση που αυτοί έχουν αποκτηθεί σε χώρα της αλλοδαπής, σημειώνει ρητά ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση προσκόμισης πράξης αναγνώρισης για την ισοτιμία και την αντιστοιχία του τίτλου σπουδών, όσοι υποψήφιοι υποβάλλουν αποφάσεις αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων αντίστοιχων κατηγοριών εκπαίδευσης που χορηγήθηκαν από το Σ.Α.Ε.Π.
Ο ισχυρισμός δε της εναγομένης περί του ότι η προκειμένη περίπτωση, που αφορά στην επάρκεια των επαγγελματικών προσόντων του υποψήφιου για την πρόσληψή του, είναι διαφορετική από την αναγνώριση τίτλου σπουδών για την προώθηση ενός ήδη προσληφθέντος υπαλλήλου, δεν είναι βάσιμος, καθώς, πέραν της πρόσληψης του υπαλλήλου, θα πρέπει αυτός να λαμβάνει και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στον τίτλο σπουδών που έχει προσκομίσει, ενώ αρνείται τη δυνατότητα αυτή στον υπάλληλο που ήδη υπηρετεί και εκ των υστέρων αποκτά τίτλο σπουδών, του οποίου επίσης αναγνωρίζεται η επαγγελματική ισοδυναμία από το Σ.Α.Ε.Π., συμπεριφορά που αντίκειται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος, Συνακολούθως, η εναγομένη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει μισθολογικά με διαφορετικό τρόπο δύο υπαλλήλους που έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, ήτοι κατέχουν τίτλο σπουδών πανεπιστημίου του εξωτερικού, με αναγνώριση από το Σ.Α.Ε.Π.
της επαγγελματικής ισοδυναμίας του με τίτλο ελληνικού πανεπιστημιακού ιδρύματος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί στην ενάγουσα χρόνος πρόσθετης υπηρεσίας τεσσάρων ετών, καθώς η διάρκεια της φοίτησής της ήταν τριών ετών, επίσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς, στο άρθρο 12 του Κανονισμού της εναγομένης, ορίζεται ότι για την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών πρέπει ο υπάλληλος να προσκομίσει πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού και με τα παραπάνω αναγραφόμενα έγγραφα του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π.
και του Σ.Α.Ε.Π., βεβαιώνεται ότι το πτυχίο της ενάγουσας είναι ισότιμο με πτυχίο του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.), δηλαδή Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος. Κατά συνέπεια, εφόσον ο τίτλος που κατέχει η ενάγουσα είναι ισότιμος με τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και επιπλέον, καλύπτει πλήρως τα επαγγελματικά δικαιώματά της και εξομοιώνεται με πτυχιούχο Α.Ε.Ι.
του εσωτερικού, η εναγομένη όφειλε, με βάση τους ανωτέρω αναγραφόμενους όρους του Κανονισμού της, να αναγνωρίσει στην ενάγουσα πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών, που προσμετράται στον βαθμό που κατέχει κατά το χρόνο προσκόμισης του επίδικου τίτλου σπουδών, καθώς και να της χορηγήσει επιστημονικό επίδομα ως πτυχιούχο Ανώτατης Σχολής, σε ποσοστό 32% επί του βασικού της μισθού. [...] Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί του ότι ο πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας της ενάγουσας πρέπει να προσμετρηθεί από τότε που η ενάγουσα προσκόμισε την απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας από το Σ.Α.Ε.Π., ήτοι από την 9-4-2014 και όχι από την προσκόμιση του τίτλου σπουδών στις ..., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού της εναγομένης, στον αριθμό 10 του κεφαλαίου "Βαθμολογικές Προσμετρήσεις" ορίζεται ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από την προσμέτρηση του χρόνου, αρχίζουν από τη χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών, χωρίς να προκύπτει οποιοσδήποτε διαχωρισμός ανάμεσα στους τίτλους σπουδών που έχουν αποκτηθεί από ελληνικές σχολές, και σε εκείνους που έχουν αποκτηθεί από σχολές της αλλοδαπής, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. [...] Αποδείχθηκε επίσης ότι η ενάγουσα από την κατάθεση στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης του επίδικου τίτλου σπουδών, απευθύνθηκε κατ' επανάληψη στην εναγομένη με αιτήσεις της διεκδικώντας τη βαθμολογική και μισθολογική προώθηση που δικαιούνταν, ενώ απευθύνθηκε για την επίλυση της διαφοράς και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας.
Κατά συνέπεια, εφόσον η ενάγουσα διεκδίκησε προσηκόντως το νόμιμο δικαίωμά της για τη βαθμολογική και μισθολογική της προώθηση και η εναγομένη, που αρχικά για μεγάλο χρονικό διάστημα αρνούνταν να εφαρμόσει τα οριζόμενα από τον Κανονισμό της και τελικά, όπως προεκτέθηκε, στις 7-12-2016, αναγνώρισε στην ενάγουσα πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τριών ετών και της χορήγησε επιστημονικό επίδομα σε ποσοστό 23% επί του βασικού της μισθού, θεωρώντας εσφαλμένα το πτυχίο της ενάγουσας ισότιμο όχι με πτυχίο Ανώτατης, αλλά Ανώτερης Σχολής της ημεδαπής, η ένσταση που παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας κατ' άρθρο 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτές τις δύο συνεκδικαζόμενες εφέσεις ως και κατ' ουσίαν βάσιμες, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και: α) αναγνώρισε πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών στην ενάγουσα -αναιρεσίβλητη από ..., την ένταξή της έκτοτε στο 22ο μισθολογικό κλιμάκιο, την προαγωγή της στον βαθμό του Ταμία - Προϊστάμενου την 1-10-2012 και ακολούθως στον βαθμό του Τμηματάρχη από την 1-10-2015, με τις αναλογούσες στις θέσεις αυτές αποδοχές και β) αναγνώρισε ότι υποχρεούται η εναγομένη -αναιρεσείουσα να καταβάλει στην ενάγουσα για διαφορές αποδοχών το συνολικό ποσό των 30.467,61 ευρώ, νομιμοτόκως, όπως προσδιορίζει.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που προβλέπονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, καθότι, αν και διαπίστωσε ότι ο Οργανισμός της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμός της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της Τράπεζας, ο οποίος έχει συμβατική ισχύ, περιείχε ασαφή όρο και συγκεκριμένα τον όρο "πτυχίο ισότιμης σχολής του εξωτερικού", παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ουδόλως αναφέρει, ήτοι παρέλειψε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών και να λάβει υπόψη της τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, άλλως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ενώ αν αναζητούσε, σύμφωνα με τις εν λόγω ερμηνευτικές διατάξεις, το πραγματικό νόημα του άρθρου 12 § 1 του Κανονισμού της θα διαπίστωνε ότι κρίσιμο στοιχείο για την Τράπεζα για την αναγνώριση του τετραετούς πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας είναι όχι τα επαγγελματικά δικαιώματα που συνεπάγεται η κατοχή του συγκεκριμένου πτυχίου, αλλά η ακαδημαϊκή ισοτιμία αυτού με πτυχίο ανώτατης πανεπιστημιακής σχολής της χώρας.
Και με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αν και χωρίς σχετική αναφορά, προσέφυγε σιωπηρά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αυτή έχει υποπέσει στην ελεγκτέα αναιρετικώς πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν εξέθεσε ποια κριτήρια εφάρμοσε για την πλήρωση του ως άνω κενού ή την άρση της ασάφειας του Κανονισμού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς και ποια πραγματικά περιστατικά υπήγαγε σε αυτές.
Ο πρώτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας του ανωτέρω όρου 12 § 1 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, αλλά, εφαρμόζοντας τον όρο αυτό κατά τις επιταγές του ισχύοντος (κατά το χρόνο κατάθεσης του πτυχίου) νόμου (ΠΔ 38/2010), οι διατάξεις του οποίου, ως προς τις προϋποθέσεις αναγνώρισης αλλοδαπού πτυχίου Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ως επαγγελματικά ισοδύναμου αντίστοιχης σχολής της Χώρας μας, είναι δεσμευτικές (άλλωστε δεν υπάρχει στον Κανονισμό αντίθετη πρόβλεψη, η οποία, αν υπήρχε, θα θεωρείτο κατηργημένη) και καλύπτουν πλήρως τα επαγγελματικά δικαιώματα της αναιρεσίβλητης, έκρινε ότι, εφόσον, στο άρθρο 12 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, ορίζεται ότι για την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών πρέπει ο υπάλληλος να προσκομίσει πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού, και στο από ...
έγγραφο του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. βεβαιώνεται ότι το Open University της Μεγάλης Βρετανίας είναι ομοταγές με τα ελληνικά Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και οι τίτλοι που προέρχονται από αυτό είναι αναγνωρίσιμοι, και ότι με την από ... απόφαση του Σ.Α.Ε.Π. αναγνωρίστηκε η επαγγελματική ισοτιμία του τίτλου σπουδών της ενάγουσας, του ιδρύματος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης του Ηνωμένου Βασιλείου "The Open University", με τον τίτλο "Σπουδές στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό" του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου (Ε.Α.Π.), ενώ με το από ...
έγγραφο του Δ.Ο.Α.Τ.Α.Π. βεβαιώνεται ότι μετά την αναγνώριση του τίτλου σπουδών της αναιρεσίβλητης από το Σ.Α.Ε.Π, ο τίτλος αυτός καλύπτει πλήρως τα επαγγελματικά της δικαιώματα και εξομοιώνεται με πτυχιούχο Α.Ε.Ι. του εσωτερικού, η τελευταία δικαιούται την αναγνώριση του πρόσθετου αυτού χρόνου υπηρεσίας (4ετία).
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στον όρο 12 § 1 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, ώστε να διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα ο όρος αυτός κατά το ερευνώμενο μέρος του ["πτυχίο ισότιμης σχολής του εξωτερικού"] είναι σαφής, ο λόγος αναίρεσης (πρώτος) πρέπει να απορριφθεί.
Μετά ταύτα απορριπτέος είναι και ο δεύτερος (επικουρικός) λόγος, ο οποίος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αυτής της προσφυγής της αναιρεσιβαλλομένης σιωπηρά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού τέτοια προσφυγή δεν έγινε.
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, την οποία νομίμως προέβαλε η αναιρεσείουσα, τόσο με τις προτάσεις της στον πρώτο βαθμό, όσο και με την έφεση και τις προτάσεις της στον δεύτερο βαθμό, ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ αποδείχθηκε καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης καθώς:
α) η αναιρεσίβλητη πραγματοποίησε εξ αποστάσεως τριετείς σπουδές, ενώ στα Ελληνικά ΑΕΙ οι σπουδές είναι τετραετείς με αποτέλεσμα να ευνοείται αδικαιολόγητα έναντι των συναδέλφων της με τετραετείς σπουδές, β) η αναιρεσείουσα αναγνώρισε στην αναιρεσίβλητη πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τριών (3) ετών και κατέβαλε όλες τις μισθολογικές διαφορές που προέκυπταν απ' αυτήν, γ) αφού (η αναιρεσίβλητη) εξασφάλισε την αναγνώριση και παροχή αυτή, άσκησε την αγωγή της με σκοπό την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας (4ετία) και την καταβολή επιπλέον μισθολογικών διαφορών, δ) η άσκηση της αγωγής αντιφάσκει καταδήλως προς την προγενέστερη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και προσλαμβάνει χαρακτήρα τεχνάσματος για την επίτευξη περαιτέρω οικονομικού οφέλους σε βάρος της αναιρεσείουσας και ε) συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η οποία μεταβάλλοντας τη στάση της επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, με αποτέλεσμα να επέρχονται δυσμενείς για τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας επιπτώσεις.
Σύμφωνα, όμως, με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη κατ' άρθρο 281 ΑΚ, δεχόμενο ως αποδειχθέντα τα εξής: ότι η αναιρεσίβλητη από την κατάθεση στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης του επίδικου τίτλου σπουδών, απευθύνθηκε κατ' επανάληψη στην εναγομένη με αιτήσεις της διεκδικώντας τη βαθμολογική και μισθολογική προώθηση που δικαιούνταν, ενώ απευθύνθηκε για την επίλυση της διαφοράς και στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η αναιρεσείουσα δε, που αρχικά για μεγάλο χρονικό διάστημα αρνούνταν να εφαρμόσει τα οριζόμενα από τον Κανονισμό της τελικά, στις 7-12-2016, αναγνώρισε στην αναιρεσίβλητη πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τριών ετών και της χορήγησε επιστημονικό επίδομα σε ποσοστό 23% επί του βασικού της μισθού, θεωρώντας εσφαλμένα το πτυχίο της αναιρεσίβλητης ισότιμο όχι με πτυχίο Ανώτατης, αλλά Ανώτερης Σχολής της ημεδαπής, έκτοτε δε αρνείτο να συμμορφωθεί με τον Κανονισμό της.
Κατ' ακολουθίαν, ορθά το Εφετείο, υπό τα περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση, κατέληξε στο ότι δεν επήλθε αποδυνάμωση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης και εν γένει καταχρηστική συμπεριφορά της, αφού αυτή διεκδίκησε προσηκόντως, με τα μέσα που της παρέχει ο νόμος, το δικαίωμά της για βαθμολογική και μισθολογική προώθηση σύμφωνα με τον όρο 12 § 1 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας και δεν επέδειξε συμπεριφορά και ενέργειες που να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα και μάλιστα ευλόγως την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το αγωγικό της δικαίωμα.
Ακόμα και το γεγονός ότι οι σπουδές της αναιρεσίβλητης ήταν τριετείς αντί τετραετείς που είναι στο ισοδύναμο του πτυχίου της Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο δεν καθιστά καταχρηστικό το αίτημά της, αφού αυτό προβλέπεται ευθέως στον εφαρμοζόμενο νόμο (ΠΔ 38/2010). Επομένως, το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, βάλλεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών που προβλέπονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, καθότι, αν και διαπίστωσε ότι ο Κανονισμός περιείχε ασάφεια ή κατέλειπε κενό ως προς το χρόνο έναρξης των οικονομικών αποτελεσμάτων από την προσμέτρηση του πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας στην περίπτωση που ο τίτλος σπουδών είχε αποκτηθεί από σχολή του εξωτερικού, παρέλειψε να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες ουδόλως αναφέρει, ήτοι παρέλειψε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών και να λάβει υπόψη της τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, άλλως, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Ενώ αν αναζητούσε, σύμφωνα με τις εν λόγω ερμηνευτικές διατάξεις, το πραγματικό νόημα του άρθρου 12 § 10 του Κανονισμού της θα διαπίστωνε ότι η βούληση της Τράπεζας, όπως εκδηλώθηκε στη διάταξη αυτή, ήταν η χορηγηθείσα βαθμολογική και μισθολογική προώθηση να ανατρέχει από το χρόνο κατάθεσης της βεβαίωσης αναγνώρισης.
Και με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, αν και χωρίς σχετική αναφορά, προσέφυγε σιωπηρά στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αυτή έχει υποπέσει στην ελεγκτέα αναιρετικώς πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι δεν περιέχει αιτιολογίες, άλλως, περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν εξέθεσε ποια κριτήρια εφάρμοσε για την πλήρωση του ως άνω κενού ή την άρση της ασάφειας του Κανονισμού σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς και ποια πραγματικά περιστατικά υπήγαγε σε αυτές.
Ο τέταρτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δεν δέχθηκε, ούτε και εμμέσως, τη συνδρομή κενού ή ασάφειας του ανωτέρω όρου 12 § 10 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τον οποίο "Τα οικονομικά αποτελέσματα από την προσμέτρηση του χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, αρχίζουν από την χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών", αλλά εφαρμόζοντας τον όρο αυτό, με ορθή ερμηνεία του νόμου και εφαρμογή του Κανονισμού της Τράπεζας, ευθέως αναγνώρισε ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από τον πρόσθετο τετραετή χρόνο υπηρεσίας που δικαιούται η αναιρεσίβλητη λόγω του αλλοδαπού πτυχίου ισοδύναμου των Ελληνικών ΑΕΙ που κατέθεσε, προσμετράται από την ..., ήτοι από την προσκόμιση του τίτλου, καθώς δεν προκύπτει οποιοσδήποτε διαχωρισμός ανάμεσα στους τίτλους σπουδών που έχουν αποκτηθεί από ελληνικές σχολές, και σε εκείνους που έχουν αποκτηθεί από σχολές της αλλοδαπής.
Επισημαίνεται ότι τ' ανωτέρω δεν διαφοροποιούνται σε περίπτωση κατάθεσης της απόφασης αναγνώρισης ισοτιμίας του ΣΑΕΠ σε χρόνο μεταγενέστερο της προσκόμισης του τίτλου σπουδών αλλοδαπής ανώτατης σχολής στην αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσείουσας Τράπεζας, όπως κατά τις παραδοχές του Εφετείου συνέβη στην ένδικη υπόθεση, καθότι στην περίπτωση αυτή η αναγνώριση της ισοτιμίας του αλλοδαπού τίτλου σπουδών από το ΣΑΕΠ επιφέρει τα έννομα αυτής αποτελέσματα αναδρομικά από την κτήση του πτυχίου και κατά συνέπεια τα οικονομικά αποτελέσματα της βαθμολογικής και μισθολογικής προσμέτρησης από την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας τρέχουν αναδρομικά από την ημερομηνία προσκόμισης του τίτλου σπουδών στην αρμόδια υπηρεσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 12 και την παρ. 1 του άρθρου 15 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, μη διακρίνοντας σχετικά μεταξύ τίτλων σπουδών κτηθέντων στην ημεδαπή από τίτλους σπουδών κτηθέντων στην αλλοδαπή, και όχι από την ημερομηνία κατάθεσης της απόφασης αναγνώρισης ισοτιμίας του ΣΑΕΠ.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει κενό ή ασάφεια στον όρο 12 § 10 του Κανονισμού της αναιρεσείουσας, ώστε να διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας, αλλά αντίθετα ο όρος αυτός είναι σαφής, ως προς το χρονικό σημείο από το οποίο ο τίτλος σπουδών που έχει αποκτηθεί είτε στην ημεδαπή είτε από ισότιμη σχολή του εξωτερικού παράγει τα οικονομικά αποτελέσματα ("...
αρχίζουν από την χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών"), ο λόγος αναίρεσης (τέταρτος) πρέπει να απορριφθεί. Μετά ταύτα απορριπτέος είναι και ο πέμπτος (επικουρικός) λόγος, ο οποίος ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αυτής της προσφυγής της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς τον όρο αυτό (12 § 10), σιωπηρά, στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αφού τέτοια προσφυγή δεν έγινε.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-9-2020 και με αριθ. κατάθεσης 6464/778/9-9-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 825/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ