1693/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4449/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4884/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1693/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 9/9/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1693 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1693/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... A.B.E.E." (...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χριστίνα Καρελλά και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δ. Γ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/3/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4449/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4884/2014 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/2/2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 9/9/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 4884/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την από 12-10-2009 έφεση των εναγομένων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ABEE" ήδη αναιρεσείουσας και Β. Κ., που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη και εξαφάνισε την 4449/2009 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ’ ουσίαν την από 31-3-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των παραπάνω εναγομένων, με την οποίαν η τελευταία ζήτησε αφενός μεν να υποχρεωθούν ότι οι αντίδικοί της αυτοί να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος και νομιμότοκα από την υπερημερία τους, το ποσό των 253.479,81 ευρώ, κυρίως ως αποζημίωση για την θετική ζημία, που υπέστη από την μη εκπλήρωση υπ’ αυτών της εκτιθέμενης στην αγωγή σύμβασης πώλησης, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και αφετέρου, κατά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν το ποσό των 499.985 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίησή της για την ηθική βλάβη, που της προκάλεσαν με την αδικοπρακτική συμπεριφορά τους.
Ακολούθως το ως άνω Εφετείο, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, δέχθηκε δε αυτήν, ως προς την πρώτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ως άνω εταιρεία, κατά την κυρία βάση της εν μέρει, υποχρεώνοντας την τελευταία να καταβάλει, νομιμότοκα από την υπερημερία της, στην αναιρεσίβλητη ενάγουσα το ποσό των 235.479,81 ευρώ.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από τα άρθρα 298, 341, 343, 383, 385, 513, 516 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Αν ο πωλητής βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, της μεταβίβασης δηλαδή κατά κυριότητα και παράδοσης του πωληθέντος πράγματος στον αγοραστή, με την παρέλευση της σχετικής δήλης ημέρας ο τελευταίος έχει κατ’ επιλογή το δικαίωμα ή να εμμείνει στη σύμβαση και να ζητήσει αποζημίωση για τη ζημία από την καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής ή να τάξει στον υπερήμερο πωλητή εύλογη προθεσμία για την εκπλήρωση της παροχής του, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την άπρακτη πάροδο εκείνης αποκρούει την αντίστοιχη εκπλήρωση, σε περίπτωση δε που περάσει άπρακτη η προθεσμία, αυτός έχει το δικαίωμα ή να απαιτήσει από εκείνον αποζημίωση για τις θετικές και τις αποθετικές ζημίες (διαφυγόντα κέρδη), που κατ’ αιτιώδη συνάφεια προκλήθηκαν σ’ αυτόν από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκείνου ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, όχι όμως να ζητήσει την οφειλόμενη παροχή.
Ωστόσο δεν απαιτείται να ταχθεί η προαναφερόμενη προθεσμία για την εκ μέρους του πωλητή εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεων του, αν από την όλη στάση εκείνου προκύπτει ότι το μέτρο αυτό θα ήταν άσκοπο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς ( ΑΠ 317/2015).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διάταξης του άρθρου 341 ΚΠολΔ για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), εδρεύουσα στην …. ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." (και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε."), έχει ως κύριο αντικείμενο δραστηριότητας την αντιπροσώπευση και εμπορία επιστημονικών οργάνων, βιολογικών και χημικών υλικών, βιομηχανικού, εργαστηριακού και νοσοκομειακού εξοπλισμού, ηλεκτρονικών συσκευών, ηλεκτρονικών υπολογιστών, λογισμικού, ξενοδοχειακού εξοπλισμού, οχημάτων και πυροσβεστικών ειδών, τον εξοπλισμό δε και τα είδη, που προαναφέρονται, μεταπωλεί σε τρίτους, και δη τόσο σε έλληνες όσο και σε αλλοδαπούς πελάτες της.
Ήδη από το έτος 2001 η ενάγουσα ανέπτυξε στενή συνεργασία με την εδρεύουσα στην … εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... LTD", και στο πλαίσιο της συνεργασίας τους αυτής η τελευταία παρήγγειλε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων πυροσβεστικών ειδών, και ένα (1) πυροσβεστικό όχημα βιομηχανικού τύπου μετά των μηχανικών και συστατικών του μερών καθώς και των πυροσβεστικών του υλικών και εξαρτημάτων.
Σε συνέχεια της εν λόγω παραγγελίας ... υπογράφηκε μεταξύ των δύο αυτών εταιριών η υπ’ αριθμ. ...12-7-2002 σύμβαση πώλησης, με την οποία η συνολική τιμή των ανωτέρω πυροσβεστικών ειδών ορίστηκε σε εννιακόσιες χιλιάδες πεντακόσια τριάντα επτά (909.537) ευρώ, εκ των οποίων ποσό τριακοσίων πενήντα τριών χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα επτά (353.537) ευρώ αφορούσε πυροσβεστικό εξοπλισμό, ποσό πεντακοσίων πενήντα χιλιάδων (550.000) ευρώ το πυροσβεστικό όχημα και το υπόλοιπο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ στα έξοδα μεταφοράς των ειδών αυτών από το λιμάνι του … σ’ εκείνο της ....
Τα προαναφερόμενα είδη η εταιρία "..." .... θα παρέδιδε σε δημόσια υπηρεσία της Λιβύης, σε εκτέλεση σχετικής σύμβασης που είχε συναφθεί μεταξύ της εταιρίας αυτής και του Λιβυκού Δημοσίου, ενώ ορίστηκε ως τελευταία ημερομηνία φόρτωσης του πυροσβεστικού οχήματος η 28-2-2003 και ως καταληκτική ημερομηνία της ανοιγείσας από την εταιρία αυτή τραπεζικής πίστωσης η 10-3-2003.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας, μάλιστα, και προς διασφάλιση της προσήκουσας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από τη σύμβαση, η ενάγουσα εξέδωσε υπέρ της εταιρίας "..." .... εγγυητική επιστολή, ποσού τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ, ενώ εξ αρχής κατέστη στην πρώτη (ενάγουσα) σαφές ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης της παράδοσης του άνω πυροσβεστικού οχήματος, θα κατέπιπταν σε βάρος της δεύτερης και υπέρ του Λιβυκού Δημοσίου ποινικές ρήτρες, τις οποίες η εν λόγω εταιρία ["..." ....] θα αναζητούσε από την ενάγουσα.
Προκειμένου να ανταποκριθεί άμεσα στις υποχρεώσεις της από την ανωτέρω σύμβαση, ακολούθως, η ενάγουσα απευθύνθηκε στην πρώτη των εναγομένων (αναιρεσείουσα), εδρεύουσα στην … ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." ("..."), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο δεύτερος από αυτούς (εναγομένους), Β. Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), και η οποία ήταν αποκλειστική διανομέας στην Ελλάδα της κατασκευάστριας των οχημάτων αυτού του τύπου εταιρίας με την επωνυμία "...").
Πράγματι, μεταξύ των δύο αυτών εταιριών διεξήχθησαν διαπραγματεύσεις, η δε πρώτη των εναγομένων απέστειλε στην ενάγουσα, μεταξύ άλλων προτιμολογίων που αφορούσαν στα λοιπά πυροσβεστικά είδη, το υπ’ αριθμ. .../22-7-2002 προτιμολόγιο, στο σώμα του οποίου περιελήφθησαν συγκεκριμένοι όροι της μεταξύ τους συμφωνίας, και δη αναφορικά με τον τόπο και χρόνο παράδοσης του οχήματος, καθώς και τον τρόπο αποπληρωμής του τιμήματος.
Ειδικότερα, το προς πώληση όχημα, τύπου ..., σε σασί ... και με κινητήρα ..., θα ήταν παραδοτέο είτε στην Θεσσαλονίκη είτε στην Αθήνα (λιμάνι του Πειραιά), οπωσδήποτε έως τη συμπλήρωση έξι (6) μηνών από την ημέρα της παραγγελίας, το δε τίμημα, ύψους διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, και μαζί με τα έξοδα μεταφοράς και τον αναλογούντα Φ.Π.Α. (18%), ύψους τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ και πενήντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (52.920) ευρώ αντίστοιχα, θα καταβαλλόταν τμηματικώς και συγκεκριμένα ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) επί του τιμήματος, άνευ συνυπολογισμού των εξόδων και του Φ.Π.Α., δηλαδή ποσό ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ με την κατάρτιση της σύμβασης, το δε υπόλοιπο, ύψους εβδομήντα τοις εκατό (70%), ποσοστό εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την παράδοση του οχήματος.
Στη συνέχεια, και δη στις 10-9-2002, η ενάγουσα απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας, στην πρώτη των εναγομένων, σε σχέση με το πυροσβεστικό όχημα, την υπ’ αριθμ.../10-9-2002 παραγγελία της, την οποία η τελευταία παρέλαβε και αποδέχθηκε αυθημερόν. Καταρτίστηκε, έτσι, μεταξύ τους σύμβαση πώλησης του εν λόγω οχήματος διεπόμενη από τους όρους που παραπάνω αναφέρονται, η δε ενάγουσα κατέβαλε στην πωλήτρια - πρώτη των εναγομένων τη συμφωνηθείσα προκαταβολή των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ, καταθέτοντας το ποσό αυτό, στις 16-10-2002,
σε λογαριασμό που η τελευταία τηρούσε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Ε.Τ.Ε.). Μετά την κατά τα αμέσως προαναφερόμενα πληρωμή, ωστόσο, η πρώτη των εναγομένων σταμάτησε να επιδεικνύει ενδιαφέρον για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της που απέρρεαν από την σύμβαση πώλησης του πυροσβεστικού οχήματος, παραλείποντας, συγχρόνως, να απαντά στα ηλεκτρονικά μηνύματα που σχετικώς της απέστελλε η ενάγουσα.
Τελικά, στις 25-2-2003, επικοινώνησε με την τελευταία μέσω τηλεομοιοτυπίας (fax), πληροφορώντας την, παρά ταύτα, ότι, κατόπιν ενημέρωσής της από την κατασκευάστρια εταιρία "...", το όχημα θα παραδιδόταν έως τις 28-4-2003, δηλαδή όχι έως τις 10-3-2003, όπως είχε συμφωνηθεί. Στη συνέχεια η πρώτη των εναγομένων ζήτησε, με τον ίδιο τρόπο, νέα παράταση της προθεσμίας εκπλήρωσης, αποστέλλοντας στην ενάγουσα παράρτημα της σχετικής συμφωνίας της με την κατασκευάστρια εταιρία και δηλώνοντας ότι η παράδοση θα γινόταν όχι αργότερα από τις 7-5-2003.
Η ενάγουσα αποδέχθηκε, κατ’ ανάγκη, και τη νέα αυτή παράταση, όμως στις 6-5-2003, δηλαδή την προηγουμένη της λήξης και της νέας αυτής προθεσμίας, διαπιστώνοντας κατόπιν επικοινωνίας της με την πρώτη των εναγομένων ότι και πάλι δεν επρόκειτο να της παραδοθεί το όχημα, απέστειλε, μέσω τηλεομοιοτυπίας (fax) επιστολή, με την οποία, αφού εξέφρασε την απογοήτευσή της για τη νέα αυτή καθυστέρηση και τις επιπλοκές που δημιουργούνταν στις σχέσεις με τον δικό της πελάτη, και αφού διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο που η πρώτη των εναγομένων χειριζόταν την όλη κατάσταση, μη εξηγώντας, εκτός των άλλων, τους λόγους της καθυστέρησης, έταξε σ’ αυτήν προθεσμία για την παράδοση του οχήματος στην Αθήνα όχι αργότερα από τις 22-5-2003.
Με την ίδια αυτή επιστολή της, παράλληλα, η ενάγουσα δήλωσε στην πρώτη των εναγόμενων ότι σε περίπτωση που το όχημα δεν παραδιδόταν έως την αμέσως παραπάνω ημερομηνία, θα ζητούσε, πλέον, επιστροφή του ποσού που δόθηκε ως προκαταβολή και, λαμβάνοντας υπόψη της τις συνολικές ζημίες της, θα απαιτούσε αποζημίωση.
Στις 20-5-2003, παρά ταύτα, δηλαδή δύο ημέρες πριν την εκπνοή της αμέσως πιο πάνω προθεσμίας, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης (ενάγουσας), Θ. Σ., συνοδευόμενος από τον νομικό σύμβουλο της επιχείρησης αυτής, Δ. Γ., μετέβη στην πόλη Βαρσοβία της Πολωνίας και επισκέφθηκε το εργοστάσιο της κατασκευάστριας εταιρίας, όπου, παρά τις τηλεφωνικές διαβεβαιώσεις του δευτέρου των εναγομένων ότι το όχημα ήταν έτοιμο και θα παραδιδόταν εμπροθέσμως, διαπίστωσε ότι υπήρχε μόνον ο μεταλλικός σκελετός (σασί) του οχήματος, ενώ τόσο το σύνολο των μηχανικών μερών του οχήματος (κινητήρας, ψυγείο, σωληνώσεις, άξονες, φρένα κλπ.) όσο και το σύνολο των πυροσβεστικών εξαρτημάτων, με το οποίο θα έπρεπε να είναι εφοδιασμένο (αυλός εκτόξευσης ύδατος - αφρού, πυροσβεστική αντλία, δεξαμενές αφρού και νερού κλπ.), δεν υπήρχαν ούτε στην αποθήκη της κατασκευάστριας εταιρίας "..." ...
Εκεί, επίσης, διαπίστωσε ότι η κατασκευάστρια εταιρία αντιμετώπιζε ιδιαίτερα σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς είχε μεγάλες οφειλές προς το Δημόσιο, ασφαλιστικούς οργανισμούς και προμηθευτές της, ενώ είχαν δεσμευθεί οι τραπεζικοί λογαριασμοί της και οποιοδήποτε ποσό κατατίθετο στο λογαριασμούς αυτούς γινόταν άμεσα αντικείμενο κατάσχεσης από τους ως άνω πιστωτές της, με αποτέλεσμα η εν λόγω (κατασκευάστρια) εταιρία να αδυνατεί να προμηθευτεί τα απαιτούμενα εξαρτήματα.
Παρόλα αυτά, μετά από συζητήσεις που διημείφθησαν μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων εταιριών, δηλαδή του Θ. Σ. και του δευτέρου των εναγομένων, συμφωνήθηκε προφορικά μεταξύ τους ότι η πρώτη των εναγομένων θα ανελάμβανε να αγοράσει τα απαιτούμενα εξαρτήματα από τις διάφορες προμηθεύτριες εταιρίες, με σκοπό να τα μεταπωλήσει στην "..." ("...")", ώστε εν τέλει να καταστεί δυνατό να κατασκευαστεί το εν λόγω όχημα.
Επίσης, συμφωνήθηκε ότι ως αντιστάθμισμα για την καθυστέρηση ως προς την παράδοση του οχήματος, καθώς και για την ταλαιπωρία που είχε υποστεί και τα έξοδα στα οποία είχε υποβληθεί η ενάγουσα, η πρώτη των εναγομένων θα της χορηγούσε έκπτωση επί του τιμήματος, ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ. Στις 22-5-2003 ο νόμιμος εκπρόσωπος και ο νομικός σύμβουλος της ενάγουσας επέστρεψαν στην Ελλάδα, όμως, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της τελευταίας, ούτε και αυτή η συμφωνία υλοποιήθηκε.
Ο δε δεύτερος των εναγομένων, στον οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας απέστειλε σχέδιο σύμβασης, που περιελάμβανε όσα κατά τα ανωτέρω συμφωνήθηκαν, προκειμένου αυτά να αποτυπωθούν και εγγράφως, σε τηλεφωνική μεταξύ τους επικοινωνία εκδήλωσε σχετικώς την άρνησή του, ενώ πρότεινε στην ενάγουσα να καταβάλει στην πρώτη των εναγομένων, επιπροσθέτως της άνω προκαταβολής που είχε ήδη πληρώσει, και το συνολικό ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων (39.500) ευρώ, και δη, όπως υποστήριξε, δεκαεννέα χιλιάδες πεντακόσια (19.500) ευρώ, επειδή το ποσό αυτό είχαν καταβάλει εξ ιδίων οι εναγόμενοι στην κατασκευάστρια εταιρία "...", και είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ για την κάλυψη του κόπου και των εξόδων στα οποία ο ίδιος είχε υποβληθεί.
Στις 30-5-2003, επιπροσθέτως, ο ίδιος απέστειλε στην ενάγουσα σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού εκχώρησης, με το οποίο πρότεινε στην τελευταία να της εκχωρήσει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από τη σύμβαση πώλησης, που είχε συνάψει η πρώτη των εναγομένων με την κατασκευάστρια εταιρία "...", έτσι ώστε η πρώτη των εναγομένων να απελευθερωθεί από την εν λόγω σύμβαση.
Από την όλη στάση, έτσι, και τη δηλωθείσα, κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, πρόθεση της πρώτης των εναγομένων να μην εκπληρώσει τις απορρέουσες από τη σύμβαση πώλησης υποχρεώσεις της έναντι της ενάγουσας, κατέστη εμφανές ότι θα ήταν άσκοπο να ταχθεί σ’ αυτήν νέα προς τούτο προθεσμία. Με βάση όσα κατά τα ανωτέρω αποδεικνύονται, εξάλλου, η καθυστέρηση εκπλήρωση της παροχής, ήτοι της παράδοσης του πωληθέντος πυροσβεστικού οχήματος, από μέρους της πρώτης των εναγομένων, οφείλεται σε υπαιτιότητά της και, συνεπώς, η τελευταία κατέστη υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση των οικείων συμβατικών υποχρεώσεών της.
Η ως άνω υπαιτιότητα, πρέπει ειδικώς να σημειωθεί, τεκμαίρεται, ενώ, παραλλήλως, δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη των εναγομένων δεν βαρύνεται με πταίσμα ή ότι, γενικότερα, δεν υπέχει ευθύνη, καθώς η ίδια, όπως ως άνω αναφέρεται, επέδειξε αδιαφορία για την κατασκευή του οχήματος από την κατασκευάστρια εταιρία και την παράδοσή του σ’ αυτήν και, συνακόλουθα, για την εκπλήρωση της παροχής που η ίδια όφειλε έναντι της ενάγουσας.
Η κατασκευή δε αυτή, όπως και η έγκαιρη παράδοσή του, προκειμένου στη συνέχεια να παραδοθεί εμπροθέσμως και προσηκόντως στην ενάγουσα, ήταν δυνατή, αν η πρώτη των εναγομένων, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια του μέσου συνετού και επιμελούς συναλλασσομένου του επαγγελματικού και οικονομικού κύκλου, στον οποίο δραστηριοποιείται, και επεδείκνυε το προσήκον ενδιαφέρον για την διεκπεραίωση της παραγγελίας και την επίλυση των αντιμετωπίσιμων προβλημάτων που παρουσιάστηκαν ως προς την ολοκλήρωση της κατασκευής του οχήματος.
Την επιμέλεια αυτή ωστόσο, η πρώτη των εναγομένων, όπως νομίμως εκπροσωπείτο, δεν επέδειξε, τούτο δε, επιπροσθέτως, μολονότι η ενάγουσα, ήδη πριν από την παρέλευση της πρώτης προθεσμίας που είχε ορισθεί για την παράδοση σ’ αυτήν του πωληθέντος οχήματος, επικοινωνούσε μαζί της μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, ζητώντας να ενημερωθεί για την τύχη της παραγγελίας της.
Εξαιτίας της υπερημερίας της πρώτης των εναγομένων, περαιτέρω, η ενάγουσα δεν είχε πλέον συμφέρον στην εκτέλεση της σύμβασης και ενόψει όλων αυτών αναγκάστηκε να αγοράσει το πυροσβεστικό αυτό όχημα μέσω άλλης εταιρίας. Ειδικότερα, συνήψε με την εδρεύουσα στην Πολωνία εταιρία με την επωνυμία "... την από 11-6-2003 σύμβαση, σύμφωνα με την οποία η τελευταία, δηλαδή η "..., θα χρηματοδοτούσε αρχικώς την εταιρία "..." προμηθεύοντας σ’ αυτήν τα διάφορα εξαρτήματα που απαιτούνταν για τη συναρμολόγηση και κατασκευή του οχήματος, ενώ στη συνέχεια θα αγόραζε από την κατασκευάστρια "..." ....
το εν λόγω όχημα και κατόπιν θα (μετα)πωλούσε αυτό, πλήρως εξοπλισμένο, στην ενάγουσα, παραδίδοντάς το στην τελευταία στον Πειραιά, το αργότερο έως τις 5-8-2003. Πράγματι, σε εκτέλεση όσων κατά τα αμέσως ανωτέρω συμφωνήθηκαν, εντός του αμέσως επόμενου χρονικού διαστήματος ολοκληρώθηκε η κατασκευή του πυροσβεστικού οχήματος, το οποίο απεστάλη, πλήρως εξοπλισμένο, στον Πειραιά, στις 12-8-2003, ...
και παρελήφθη από την ενάγουσα στις 18-8-2003. Η δε ενάγουσα, για την πώληση προς αυτήν του οχήματος από την εταιρία "..." ... υποχρεώθηκε να καταβάλει στην τελευταία ως τίμημα το ποσό των διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ, το οποίο και εξόφλησε ... εκδόθηκαν δε σχετικώς τα υπ’ αριθμ. ... τιμολόγια, ποσού διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ και ογδόντα τριών χιλιάδων (83.000) ευρώ αντίστοιχα.
Στο μεταξύ, εξαιτίας της καθυστέρησης παράδοσης σ’ αυτήν του πυροσβεστικού οχήματος, η εταιρία "..." που είχε δεσμευθεί να παραδώσει με την σειρά της αυτό στο Λυβικό Δημόσιο, εξέφρασε, μέσω του νομίμου εκπροσώπου της, προς την ενάγουσα, την πρόθεσή της να διακόψει τη συνεργασία μαζί της και να εγείρει αξιώσεις για αντισυμβατική από μέρους της συμπεριφορά.
Μετά, ωστόσο, από παράκληση της ενάγουσας και ύστερα από διαπραγματεύσεις, κατά τις οποίες η "..." απαίτησε προς τούτο και πέτυχε από την πρώτη, που εν τοις πράγμασι δεν είχε δυνατότητα άλλης επιλογής, μία σημαντική έκπτωση επί του τιμήματος, που είχε αρχικώς συμφωνηθεί, η προθεσμία παράδοσης του οχήματος από την ενάγουσα στην Κυπριακή αυτή εταιρία παρατάθηκε έως τις 22-8-2003, το δε τίμημα μειώθηκε από το ποσό των πεντακοσίων πενήντα χιλιάδων (550.000) ευρώ, που είχε κατά τα ανωτέρω συμφωνηθεί, σ’ αυτό των τετρακοσίων δέκα χιλιάδων (410.000) ευρώ, σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ...-6-2003 προτιμολόγιο και τα υπ’ αριθμ. ...-12-2002 και .../19-8-2003 τιμολόγια, που εκδόθηκαν σχετικώς.
Το τίμημα, δηλαδή, της πώλησης του οχήματος από την ενάγουσα στην εταιρία "..." .. μειώθηκε, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, κατά το ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ, το οποίο η πρώτη (δηλαδή η ενάγουσα) απώλεσε. Σε ό,τι αφορά ειδικώς την από 11-6-2003 σύμβαση, την οποία, κατά τα προαναφερόμενα συνήψε η ενάγουσα με την εταιρία "..." ...
και δυνάμει της οποίας αγόρασε από την τελευταία, πλέον, το πυροσβεστικό όχημα, και δη έναντι τιμήματος διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ, πρέπει επιπροσθέτως να παρατηρηθούν και τα ακόλουθα: Η κατάρτιση της σύμβασης αυτής και, στο πλαίσιο αυτής, και το ύψος του τιμήματος που συμφωνήθηκε, αποδεικνύονται, μεταξύ των άλλων, και από την ίδια την εν λόγω σύμβαση και τα υπ’ αριθμ. ...8-8-2003 και 20/30-3-2004 τιμολόγια, ποσού διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ και ογδόντα τριών χιλιάδων (83.000) ευρώ αντίστοιχα, εκδόσεως της προμηθεύτριας εταιρίας "..." ..., που η ενάγουσα μετ’ επικλήσεως προσκομίζει τόσο στο πρωτότυπο, στην αγγλική γλώσσα, κείμενό τους όσο και σε μετάφρασή τους στην Ελληνική.
Το δε τίμημα των διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ, έχοντας συμφωνηθεί με την άνω σύμβαση να καταβληθεί σταδιακά, ... πράγματι καταβλήθηκε από την ενάγουσα, μέσω αντίστοιχων εμβασμάτων, στην εταιρία "..." όπως αποδεικνύεται και από τις υπ’ αριθμ. .../9-10-2003, .../1-4- 2004 και ...26-5-2005 αποδείξεις έκδοσης ιδιωτικών εμβασμάτων της ...
Τράπεζας της Ελλάδος. Από τα μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, αντιθέτως, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα προμηθεύτηκε το πυροσβεστικό όχημα με σύμβαση που καταρτίστηκε απευθείας μεταξύ αυτής και της κατασκευάστριας εταιρίας "..." στις 30-5-2003, και δη με τίμημα ύψους διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ, στο οποίο ενσωματώθηκε και το ποσό των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ, που η πρώτη είχε καταβάλει ως προκαταβολή για την αγορά του οχήματος από την πρώτη των εναγομένων.
Και ναι μεν σχετικώς η πρώτη των εναγομένων προσκομίζει μετ’ επικλήσεως, μεταξύ των άλλων, τόσο στο πρωτότυπό του στην αγγλική και στην πολωνική γλώσσα, όσο και σε φερόμενη ως μετάφρασή του στην ελληνική, κείμενο σύμβασης (που επιγράφεται ως "συμβόλαιο πώλησης αγαθών"), με ημερομηνία 30- 5-2003, δυνάμει της οποίας φέρεται ότι η ενάγουσα συμφώνησε με την κατασκευάστρια εταιρία "..." .....
να προμηθευτεί απευθείας από την τελευταία το ως άνω όχημα, αντί τιμήματος διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ και με ημερομηνία παράδοσης του οχήματος την 18-7-2003. Επίσης, προσκομίζει μετ’ επικλήσεως, στο πρωτότυπό του στην πολωνική γλώσσα αλλά και σε επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική, έγγραφο, με ημερομηνία 12-6-2003, της εταιρίας "...)" ..
προς την κατασκευάστρια "..." το οποίο φέρεται να αφορά στην παραγγελία του επίμαχου οχήματος και στο οποίο γίνεται αναφορά περί της αμέσως πιο πάνω σύμβασης μεταξύ "..." και "...", περί συμφωνημένης τιμής ύψους διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ, από την οποία ποσό ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ συνιστά την πληρωθείσα προκαταβολή και ποσό εκατόν είκοσι έξι χιλιάδων (126.000) ευρώ αντιστοιχεί στον παραδοτέο από την "..." και την "..." εξοπλισμό, και περί παράδοσης του οχήματος στις 5-8-2003 στον Πειραιά.
Το παραπάνω κείμενο σύμβασης, ωστόσο, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη, διότι, ενώ είναι συντεταγμένο σε ξένες γλώσσες, δεν προσκομίζεται σε επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική, και μάλιστα κυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλη κατά νόμο αρμόδια Αρχή (Πρεσβεία ή Προξενείο της Ελλάδας στην αντίστοιχο αλλοδαπό τόπο ή της αντίστοιχης ξένης χώρας στην Ελλάδα) ή άλλο αρμόδιο πρόσωπο .....
Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι στο πρωτότυπό του, συντεταγμένο στην αλλοδαπή γλώσσα, δεν φέρεται να έχουν τεθεί υπογραφές από αμφότερα τα εμφανιζόμενα ως συμβαλλόμενα μέρη, ενώ στην απλή μετάφραση στην ελληνική δεν γίνεται καν μνεία περί υπογραφής κάποιου από τα μέρη. Σε ό,τι αφορά το με ημερομηνία 12-6-2003 έγγραφο, εξάλλου, που πάντως φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση του υπογράφοντος αυτό, δεν δύναται να οδηγήσει ούτε κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα αγόρασε πράγματι απευθείας από την κατασκευάστρια εταιρία "... ..
το όχημα και δη αντί τιμήματος διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ, καθώς το εν λόγω έγγραφο ουδόλως εμπεριέχει κάποια δήλωση προερχόμενη από την ενάγουσα ή, σε κάθε περίπτωση δυναμένη να ανατρέψει την παραπάνω κρίση ότι η τελευταία αγόρασε εν τέλει το πυροσβεστικό όχημα από την "..." .. αντί τιμήματος διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ.
Στο τίμημα αυτό, πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, δεν συμπεριλήφθηκε ούτε με οποιονδήποτε τρόπο ενσωματώθηκε, όπως άλλωστε προκύπτει και από όσα ήδη πιο πάνω αναφέρονται περί τμηματικής καταβολής και πλήρους εξόφλησής του στην εταιρία "..." το ποσό που η ενάγουσα κατέβαλε στην πρώτη των εναγομένων ως προκαταβολή, δηλαδή εκείνο των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ.
Η αμέσως προαναφερόμενη προκαταβολή, δηλαδή, δεν σχετίζεται με το τίμημα των διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ, που η ενάγουσα κατέβαλε στην εταιρία "..." .. για την αγορά του οχήματος από αυτήν δυνάμει της από 11-6-2003 σύμβασης. Ούτε δε το τίμημα αυτό μειώθηκε αντιστοίχως, και δη δυνάμει οποιοσδήποτε συμφωνίας της ενάγουσας με την εταιρία "..." ή/και με την κατασκευάστρια εταιρία "..." ή κατά οποιονδήποτε άλλον τρόπο, κατά το ποσό της προκαταβολής.
Αντιθέτως, κατά το ίδιο αυτό ποσό μειώθηκε η περιουσία, δηλαδή μεταβλήθηκε επί τα χείρω, η περιουσία της ενάγουσας, η οποία αποξενώθηκε από την εν λόγω προκαταβολή των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ και απώλεσε οριστικώς αυτήν. Είναι δε αδιάφορο, αν η πρώτη των εναγομένων, εισπράττοντας το ποσό αυτό κατά τα άνω αναφερόμενα, ως μέρος του τιμήματος που συμφωνήθηκε με τη μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβαση πώλησης, απέστειλε στη συνέχεια τούτο στην κατασκευάστρια εταιρία "..." ...
ή το καρπώθηκε η ίδια. Για το λόγο αυτό είναι αδιάφορο αν η πρώτη των εναγομένων, αφότου εισέπραξε την προκαταβολή, απέστειλε ακολούθως το οικείο ποσό, είτε μόνο αυτό είτε ως μέρος μεγαλύτερου ποσού, προς εκτέλεση της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβαση πώλησης, στην κατασκευάστρια εταιρία, τα δε σχετικά έγγραφα, που η ίδια, μεταξύ των άλλων και επικαλούμενη μια τέτοια περαιτέρω καταβολή, προσκομίζει, και δη η ..
με ημερομηνία 17-10-2008 απόδειξη ιδιωτικού εμβάσματος της ... Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού εκατόν έξι χιλιάδων πεντακοσίων (106.500) ευρώ, η παραγγελία ... και, τέλος, η από 15-10-2002 σύμβαση πώλησης ..., που συνήφθη μεταξύ αυτής (πρώτης των εναγομένων) και της κατασκευάστριας εταιρείας ("..." ("... - ...") και αφορά στο εν λόγω όχημα, δεν δύναται να οδηγήσουν σε διαφορετικό, περί του ζητήματος της προκαταβολής, συμπέρασμα.
Αδιάφορος, εξάλλου, είναι και ο οριζόμενος στη συμφωνία αυτή χρόνος παράδοσης του πυροσβεστικού οχήματος, .. Και τούτο, διότι εν προκειμένω ο κρίσιμος χρόνος παράδοσης του οχήματος, που η πρώτη των εναγομένων πώλησε στην ενάγουσα, είναι αυτός που κατά τα ανωτέρω ορίστηκε βάσει της μεταξύ αυτών των δύο εταιριών (ενάγουσας και πρώτης των εναγομένων) σύμβασης πώλησης, η οποία δεν εξελίχθηκε ομαλά, και όχι εκείνος που συμφωνήθηκε μεταξύ της πρώτης των εναγομένων και της κατασκευάστριας "..." ...
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω ... η ενάγουσα ζημιώθηκε κατά τα ποσά, που κατωτέρω αναφέρονται, και συγκεκριμένα: Α) Κατά το ποσό των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ, το οποίο κατέβαλε στην πρώτη των εναγομένων ως προκαταβολή του τιμήματος, με αποτέλεσμα να επέλθει κατά τούτο επί τα χείρω μεταβολή της περιουσίας της, Β) Κατά το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (2.479,81 ευρώ), το οποίο δαπάνησε για την πραγματοποίηση ενός ταξιδιού στην Βαρσοβία της Πολωνίας του νομίμου εκπροσώπου της, Θ.
Σ., και του νομικού συμβούλου της, Δ. Γ., κατά το διάστημα 20-5-2003 έως 22-5-2003, και ενός ταξιδιού, στην ίδια πόλη της Πολωνίας, στις 31-7-2003, τη φορά αυτή μόνο του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της ... Και οι δαπάνες δε αυτές συνιστούν ζημία της ενάγουσας, καθώς πραγματοποιήθηκαν εξαιτίας της καθυστέρησης της πρώτης των εναγομένων να εκπληρώσει την οφειλόμενη παροχή και για την απόκτηση αυτής.
Γ) Κατά το ποσό των εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ, το οποίο συνιστά τη διαφορά μεταξύ του αρχικού τιμήματος των πεντακοσίων πενήντα χιλιάδων (550.000) ευρώ, το οποίο είχε συμφωνηθεί μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρίας "..." για την πώληση προς την τελευταία του πυροσβεστικού οχήματος, και του τιμήματος των τετρακοσίων δέκα χιλιάδων (410.000) ευρώ, που συμφωνήθηκε τελικώς μεταξύ των δύο αυτών εταιριών, εξαιτίας της καθυστέρησης και υπό τις περιστάσεις που ανωτέρω σχετικώς αναφέρονται.
Η διαφορά δε αυτή των εκατόν σαράντα χιλιάδων (140.000) ευρώ συνιστά για την ενάγουσα διαφυγόν κέρδος, το οποίο η ίδια θα επετύγχανε από την πώληση του πυροσβεστικού οχήματος, αν η πρώτη των εναγομένων δεν καθίστατο υπερήμερη ως προς την εκπλήρωση της δικής της, έναντι της ενάγουσας, παροχής, ήτοι ως προς την παράδοση του οχήματος.
Δ) Κατά το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, το οποίο η ενάγουσα, χωρίς να συντρέχει συμπεριφορά της αντίθετη με τη συναλλακτική πίστη, αναγκάστηκε να καταβάλει ως διαφορά του τιμήματος, προκειμένου να προμηθευτεί το ίδιο όχημα, που είχε αγοράσει από την πρώτη των εναγομένης έναντι τιμήματος διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τελικώς από άλλον, και δη την εταιρία "..." συνάπτοντας με την τελευταία σύμβαση καλύψεως, δυνάμει της οποίας αγόρασε το αυτό όχημα έναντι τιμήματος διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ.
Αυτή δε η διαφορά των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ συνιστά θετική ζημία, που η ενάγουσα υπέστη επίσης εξαιτίας της υπερημερίας της πρώτης των εναγομένων. Η τελευταία .. αρνείται, όπως και πρωτοδίκως, την αγωγή, υποστηρίζοντας ότι εν προκειμένω δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης της, μεταξύ αυτών και υπαιτιότητά της ως προς την εκπλήρωση της παροχής, καθώς η ενάγουσα ενέμεινε στην εκτέλεση της μεταξύ τους σύμβασης και βάσει αυτής και σε εκπλήρωσή της παρέλαβε τελικώς το πυροσβεστικό όχημα, ανεξαρτήτως του ότι η τελευταία, για την ολοκλήρωση της κατασκευής του, συνήψε απευθείας με την κατασκευάστρια εταιρία "... -..." ...
ιδιαίτερη σύμβαση κατασκευής, αποδεχόμενη πάντως την παράταση των προθεσμιών για την παραλαβή του πυροσβεστικού οχήματος και συνυπολογίζοντας στο τίμημα και το ποσό των εκατόν δεκαεπτά χιλιάδων (117.000) ευρώ, το οποίο η ίδια (πρώτη των εναγομένων) είχε εμβάσει στην κατασκευάστρια εταιρία και στο οποίο περιλαμβανόταν και το ποσό της προκαταβολής, δηλαδή αυτό των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ ...
εξάλλου, η πρώτη των εναγομένων, σε συνέχεια των ανωτέρω και αρνούμενη, όπως και κατά την πρωτοβάθμια δίκη, τη ζημία της ενάγουσας από την δοθείσα προκαταβολή και τη σύμβαση κάλυψης με την εταιρία "..." .. ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα προμηθεύτηκε τελικώς το όχημα όχι από την εταιρία "..." την οποία απλώς προσέλαβε ως τεχνικό σύμβουλο και με την οποία ουδέποτε συνήψε την ως άνω σύμβαση (κάλυψης), αλλά, εμμένοντας κατά τα προαναφερόμενα στην μεταξύ τους επίμαχη σύμβαση πώλησης, από την ίδια την κατασκευάστρια εταιρία, με την οποία και δολίως προέβη σε ιδιαίτερες διαπραγματεύσεις, επιτυγχάνοντας τη μείωση του τιμήματος στο ποσό των διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ, στο οποίο περιελήφθη και το ποσό της προκαταβολής των ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ που η ίδια (πρώτη των εναγομένων) είχε ήδη αποστείλει στην κατασκευάστρια εταιρία.
Τα παραπάνω, δε, διατείνεται .... η πρώτη των εναγομένων, αποδεικνύονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ αυτών και από τα έγγραφα που ειδικώς προς τούτο επικαλείται και προσκομίζει, ανάμεσα σ’ αυτά και εκείνα που πιο πάνω αναφέρονται ... Τέλος, η πρώτη των εναγομένων, σε συνάρτηση με τα προηγούμενα, αρνείται, όπως και στον πρώτο βαθμό, τη βασιμότητα και των λοιπών κονδυλίων αποζημίωσης, ειδικώς δε όσον αφορά το ως άνω υπό στοιχ.
Γ κονδύλιο, που αφορά σε ζημία από τη μεταπώληση του πυροσβεστικού οχήματος, ισχυρίζεται ότι η διαμόρφωση του τιμήματος σε χαμηλότερο, σε σχέση με το αρχικό, ύψος, και δη κατά εκατόν σαράντα χιλιάδες (140.000) ευρώ, ήταν αποτέλεσμα ελεύθερης, και όχι υποχρεωτικής, νεότερης συμφωνίας της ενάγουσας με την εταιρία "..." ...
Σύμφωνα, όμως, με όσα ήδη πιο πάνω γίνονται δεκτά, τα υποστηριζόμενα από την πρώτη των εναγομένων κρίνονται αβάσιμα και θεμελιώνεται η επικαλούμενη με την αγωγή ενδοσυμβατική ευθύνη της τελευταίας εξαιτίας της υπερημερίας της ως προς την εκπλήρωση της συμφωνηθείσας παροχής. Η πρώτη των εναγομένων, εξάλλου, προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει .....
τον ισχυρισμό ότι αγωγή ασκείται καταχρηστικώς, διότι στην πραγματικότητα δεν υπήρχε αθέτηση της σύμβασης από υπαιτιότητά της, αλλ’ από υπαιτιότητα της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά την ένσταση της ΑΚ 281, η οποία όμως, σύμφωνα και με εκείνα που στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις σχετικώς αναφέρονται, δεν είναι νόμιμη και, συνεπώς, πρέπει ν’ απορριφθεί.
Και τούτο, διότι η πρώτη των εναγομένων για τη θεμελίωσή της επικαλείται περιστατικά, που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και η αλήθεια των οποίων, συνακόλουθα, αποκλείει τη γέννηση του δικαιώματος που ασκείται, όχι δε και γεγονότα που να δύνανται να στοιχειοθετήσουν καταχρηστική, κατά την εκτιθέμενη ως άνω έννοια της ΑΚ 281, άσκηση δικαιώματος, δηλαδή άσκηση που έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω η πρώτη των εναγομένων υποχρεούται, εξαιτίας της υπερημερίας της και βάσει της συνακόλουθης ενδοσυμβατικής της ευθύνης, να αποζημιώσει την ενάγουσα για τη ζημία που η τελευταία υπέστη από την καθυστέρηση εκπλήρωσης της παροχής. Αυτή δε η συνολική ζημία, επομένως και η αποζημίωση, την οποία η πρώτη των εναγομένων υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα, ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων τριάντα πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών [235.479,81 ευρώ (87.000 ευρώ + 2.479,81 ευρώ + 140.000 ευρώ + 6.000 ευρώ)].
Ως προς την αιτούμενη αποζημίωση, επομένως, η αγωγή είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν ως προς την κύρια βάση της, ενώ, κατόπιν της παραδοχής αυτής, παρέλκει η έρευνα της επικουρικής, περί αδικοπραξίας, βάσης του ιδίου (περί αποζημίωσης) αιτήματος, αφού η εξέταση της τελευταίας αυτής (επικουρικής) βάσης τελεί υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης και η προϋπόθεση αυτή εν προκειμένω δεν συντρέχει".
Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 298, 341, 343, 383, 385, 513, 516 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στην απόφαση του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς την υπερημερία της αναιρεσείουσας προς εκπλήρωση της παροχής και την υποχρέωση της τελευταίας προς αποκατάσταση της ζημίας της αναιρεσίβλητης (θετικής και διαφυγόντος κέρδους), η οποία (ζημία) λεπτομερώς αναλύεται και αιτιολογείται στην απόφαση.
Ορθά δε συμπεριελήφθη σ’ αυτή (ζημία) και το δοθέν από την αναιρεσίβλητη στην αναιρεσείουσα ως προκαταβολή ποσό των 87.000 ευρώ, εφόσον, σύμφωνα με την απόφαση, ουδέποτε επεστράφη στην αναιρεσίβλητη ούτε συμψηφίστηκε με το τίμημα που τελικά αυτή κατέβαλε για την προμήθεια του πυροσβεστικού οχήματος από άλλον.
Η δε από το Δικαστήριο διαφορετική εκτίμηση (από εκείνη που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα) των αποδείξεων δεν καθιστά την αιτιολογία ελλιπή ή αντιφατική, διότι το πόρισμα του Δικαστηρίου διατυπώνεται σαφώς. Επίσης, η αναιρεσίβλητη ουδεμία υποχρέωση είχε, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, να τάξει σ’ αυτή (αναιρεσείουσα) προθεσμία προς εκπλήρωση της παροχής, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, από την όλη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας (αδιαφορία αυτής παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, ασυνέπεια στις ορισθείσες από την ίδια προθεσμίες παράδοσης του πυροσβεστικού οχήματος κλπ), προκύπτει ότι αυτό θα ήταν άσκοπο.
Το δε αναφερόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η αναιρεσίβλητη λόγω της υπερημερίας της αναιρεσείουσας δεν είχε πλέον συμφέρον σε εκπλήρωση από την τελευταία της παροχής δεν καθιστά την αιτιολογία αντιφατική, επειδή η αναιρεσείουσα στη συνέχεια ήλθε σε συμφωνία με άλλη εταιρεία για την προμήθεια του ιδίου πυροσβεστικού οχήματος.
Και αυτό διότι η έλλειψη συμφέροντος αναφέρεται κατά το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, στο ότι από την όλη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας καθίστατο πλέον βέβαιο ότι αυτή δεν θα εκπλήρωνε την ήδη καθυστερημένη παροχή (ζήτησε να απαλλαγεί των υποχρεώσεών της, απαίτησε να της δοθεί επί πλέον ποσό για έξοδα της για τα οποία υπεύθυνη δεν ήταν η αναιρεσείουσα κλπ).
Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα με τον πρώτο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ και με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγους της αίτησής της είναι αβάσιμα. Επίσης, αβάσιμος είναι και ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, καθόσον, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες στην απόφαση ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες ελήφθησαν μετά από νόμιμη κλήτευση της αντιδίκου, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, εκτός από εκείνα που ρητά μνημονεύει ότι δεν έλαβε υπόψη.
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ’ ουσίαν, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη της τρίτης περίπτωσης του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 και 561 παρ. 1 του ίδιου Κ.Πολ.Δ.
προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, περιλαμβανομένων και των ερμηνευτικών ή στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 και 20 Κ.Πολ.Δ.
Ωστόσο, δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα από αυτά κατ’ είδος αναφερόμενα, κατά το νόμο επιτρεπτά (Α.Π. 544/2005, 190/1995). Ειδικά δε για τα έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ, θα πρέπει, για να ληφθούν υπόψη, μαζί με αυτά να υποβάλλεται και επίσημη μετάφρασή τους επικυρωμένη από το υπουργείο εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο ή από την πρεσβεία ή το προξενείο της Ελλάδας στη χώρα, στην περιοχή της οποίας έχει συνταχθεί το έγγραφο ή από την πρεσβεία στην Ελλάδα ή το προξενείο της ίδιας χώρας, ενώ όσον αφορά στους μάρτυρες, σύμφωνα με το άρθρο 400 του ΚΠολΔ, όταν κληθούν δεν εξετάζονται ως μάρτυρες: 1)...
οι δικηγόροι για τα πραγματικά γεγονότα που τους εμπιστεύτηκαν ή που διαπίστωσαν κατά την άσκηση του επαγγέλματος τους, για τα οποία έχουν καθήκον εχεμύθειας, εκτός αν το επιτρέψει εκείνος που τους τα εμπιστεύτηκε και εκείνος τον οποίο αφορά το απόρρητο ... και 3) πρόσωπα που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη.
Η ένσταση εξαίρεσης, ως μάρτυρα, του πληρεξουσίου δικηγόρου διαδίκου για τα πιο πάνω περιστατικά μπορεί να προβληθεί μόνο από το διάδικο πελάτη εντολέα του δικηγόρου που προτείνεται ως μάρτυρας και όχι από τον αντίδικό του, γιατί το επαγγελματικό απόρρητο του δικηγόρου έχει ταχθεί προς το συμφέρον του πελάτη εκείνου που αφορά το απόρρητο και όχι τον αντίδικό του.
Η δε κρίση του δικαστηρίου επί της ένστασης εξαίρεσης από την παρ. 3 του άρθρου 400 του ΚΠολΔ για τη συνδρομή συμφέροντος του προτεινόμενου μάρτυρα είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, καθόσον πρόκειται για οντολογική κρίση. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο, ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμον αποδεικτικά μέσα.
Για το ορισμένο του εξεταζόμενου λόγου αναίρεσης πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, και ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα και ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ’ αυτά από την προσβαλλόμενη, διαφορετική από εκείνη που αποδίδει σ’ αυτήν ο νόμος. Εξ άλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ.
λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, δεν ιδρύεται όταν δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση, διότι η κατανομή του βάρους απόδειξης γίνεται με την προδικαστική απόφαση. Η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο (Α.Π. 1710/2012).
Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρα 5 του ν. 2195/2001 και 12 του ν. 2915/2001), οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.
Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, ως αναπόδεικτος, από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ. 20 και 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη απ’ αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 339 και 432 επ.
ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και στη συνέχεια καταλήγει, στηριζόμενο αποκλειστικά ή κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, σχετικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 1/1999), όχι δε και όταν έχει απλώς συνεκτιμήσει το έγγραφο αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο κατά το σχηματισμό του πορίσματός του, ως προς την ύπαρξη ή όχι του αποδεικτέου γεγονότος ( Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1952/2008, ΑΠ 219/2009, ΑΠ 484/1997).
Δεν ιδρύεται, επίσης, ο παραπάνω λόγος, στην περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί, ως ορθό, ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση των πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων (ΑΠ 1952/2008).
Επίσης, για τη θεμελίωση του αμέσως πιο πάνω αναιρετικού λόγου απαιτείται η προσκομιδή από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο του εγγράφου, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό του ως προς τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας.
Διαφορετικά ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, από την βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό της κρίσης του έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι μετ’ επικλήσεως προσκόμισαν στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τις αναφερόμενες υπ’ αριθμ. ... 31-10-2007, .../31-10-2007 και ...-10-2007 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου οι δύο πρώτες, και ενώπιον του Διευθύνοντος το Προξενικό Γραφείο της Πρεσβείας της Ελλάδος στην Βαρσοβία Πολωνίας η τρίτη, ...
οι οποίες ελήφθησαν μετά από νομότυπη κλήτευσή του αντιδίκου αλλά και από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα που φέρονται αγνοηθέντα ήτοι: 1) την έκδοση ιδιωτικού εμβάσματος με ημερομηνία 17-10-2002, ποσού 106.500 ευρώ της ...
Τράπεζας της Ελλάδος, 2) την μετάφραση στην Ελληνική από την Αγγλική γλώσσα της παραγγελίας προς την ... του πυροσβεστικού οχήματος, 3) την από 15-10-2002 σύμβαση μεταξύ αναιρεσείουσας και ..., για την παραγγελία και κατασκευή του πυροσβεστικού οχήματος, 4) την σε επίσημη μετάφραση από την Πολωνική στην Ελληνική γλώσσα σύμβασης που υπέγραψε η ...
ΕΠΕ με την ... για την παράδοση των υλικών και του πυροσβεστικού οχήματος στην αναιρεσίβλητη, 5) την μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα της γενικής περιγραφής και των τεχνικών χαρακτηριστικών και προδιαγραφών του πυροσβεστικού οχήματος και 6) το σε επίσημη μετάφραση από 12-6-2003 έγγραφο της Σ.Τ.Ε.Ο Ε.Π.Ε. προς την ... (... - Φορτηγά οχήματα ΕΠΕ που αφορά παραγγελία πυροσβεστικού οχήματος προοριζόμενου για την ελληνική αγορά.
Το Δικαστήριο δε ορθά δεν έλαβε υπόψη το φερόμενο με τίτλο "συμβόλαιο πώλησης αγαθών" και ημερομηνία 30-5-2003 ξενόγλωσσο έγγραφο, εφόσον, όπως αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση, αυτό δεν προσκομίστηκε σε επίσημη μετάφραση στην ελληνική, επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλη κατά νόμο αρμόδια Αρχή (Πρεσβεία ή Προξενείο της Ελλάδας στην αντίστοιχο αλλοδαπό τόπο ή της αντίστοιχης ξένης χώρας στην Ελλάδα) ή άλλο αρμόδιο πρόσωπο, όπως απαιτείται κατ’ άρθρο 454 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα, ορθά το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Δ. Γ., απορρίπτοντας την αίτηση εξαίρεσης, που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα ισχυριζόμενη ότι ο μάρτυρας αυτός ήταν πληρεξούσιος Δικηγόρος της αναιρεσίβλητης, καθόσον την ένσταση αυτή, όπως προεκτέθηκε, δεν είχε δικαίωμα να την προτείνει η αναιρεσείουσα.
Κατά το μέρος δε που η τελευταία ζήτησε την εξαίρεση του ως άνω μάρτυρα και για το λόγο ότι αυτός προσδοκούσε οικονομικό όφελος από την έκβαση της δίκης, ο ισχυρισμός της αυτός απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως αβάσιμος και η σχετική κρίση είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Συνεπώς, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το μέρος εκείνο που η αναιρεσείουσα επικαλείται παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 11 α’ και γ’ , και 13 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος. Η δε επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων από το Δικαστήριο δεν ελέγχεται αναιρετικά, ώστε να ιδρύεται ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11(γ) ΚΠολΔ λόγος.
Περαιτέρω, εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση τα εξής: "... Επίσης προσκομίζει μετ’ επικλήσεως, στο πρωτότυπό του στην πολωνική γλώσσα αλλά και σε επίσημη μετάφρασή του στην ελληνική, έγγραφο, με ημερομηνία 12-6-2003, της εταιρείας "... προς την κατασκευάστρια "... - ..." (... ..."), το οποίο φέρεται να αφορά στην παραγγελία του επίμαχου οχήματος και στο οποίο γίνεται αναφορά περί της αμέσως πιο πάνω σύμβασης μεταξύ "..." και "...", περί συμφωνημένης τιμής ύψους διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ, από την οποία ποσό ογδόντα επτά χιλιάδων (87.000) ευρώ συνιστά την πληρωθείσα προκαταβολή και ποσό εκατόν είκοσι έξι χιλιάδων (126.000) ευρώ αντιστοιχεί στον παραδοτέο από την "..." και στην "..." εξοπλισμό, και περί παράδοσης του οχήματος στις 5-8-2003 στον Πειραιά ...
Σε ό,τι αφορά το με ημερομηνία 12-6-2003 έγγραφο, εξάλλου, που πάντως φέρει δυσανάγνωστη υπογραφή στη θέση του υπογράφοντος αυτό, δεν δύναται να οδηγήσει ούτε κατατείνει στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα αγόρασε πράγματι απευθείας από την κατασκευάστρια εταιρεία "... - ..." (... ..." το πυροσβεστικό όχημα και δη αντί τιμήματος διακοσίων δεκατριών χιλιάδων (213.000) ευρώ, καθώς το εν λόγω έγγραφο ουδόλως περιέχει κάποια δήλωση προερχόμενη από την ενάγουσα ή, σε κάθε περίπτωση, δυναμένη να ανατρέψει την παραπάνω κρίση ότι η τελευταία αγόρασε εν τέλει το πυροσβεστικό όχημα από την "...
αντί τιμήματος διακοσίων ενενήντα έξι χιλιάδων (296.000) ευρώ ... τα δε σχετικά έγγραφα, που η ίδια, μεταξύ των άλλων και επικαλούμενη μια τέτοια περαιτέρω καταβολή, προσκομίζει, και δη η υπ’ αριθμ. ..., με ημερομηνία 17-10-2008, απόδειξη ιδιωτικού εμβάσματος της ... Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού εκατόν έξι χιλιάδων πεντακοσίων (106.500) ευρώ ...
δεν δύναται να οδηγήσουν σε διαφορετικό, περί του ζητήματος της προκαταβολής συμπέρασμα". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Εφετείο προέβη σε εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθούς, όπως προκύπτει από την επισκόπησή τους, περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, χωρίς να προσδώσει σε αυτά περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχουν και χωρίς να εξαίρει αυτά προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αλλά συνεκτιμώντας τα με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, κατέληξε στα αντίθετα με εκείνα που θεωρεί η αναιρεσείουσα ορθά, παραπάνω συμπεράσματα, η περί των οποίων, επομένως, κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με την δεύτερη των άνω διατάξεων.
Επομένως, ο ίδιος παραπάνω αναιρετικός λόγος κατά το μέρος εκείνο, που η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραμόρφωσης των ανωτέρω εγγράφων είναι αβάσιμος. Όσον δ’ αφορά το προαναφερόμενο από 30-5-2003 και με φερόμενο τίτλο "συμβόλαιο πώλησης αγαθών" έγγραφο, το οποίο επίσης πλήττεται για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, δεν μπορεί να γίνει λόγος για στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου (άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ) καθόσον αυτό δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο.
Εξ άλλου, ο ίδιος αναιρετικός λόγος , κατά το μέρος εκείνο που, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, με την αιτιολογία ότι προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην κατάθεση του μάρτυρα της αντιδίκου Δ.
Γ. μολονότι είχε υποβληθεί ένσταση εξαίρεσής του, είναι απορριπτέος ως αόριστος. Και αυτό διότι δεν προσδιορίζεται ποια ήταν η διαφορετική αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε στην κατάθεση αυτή από την προσβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με εκείνη που της αποδίδει ο νόμος.
Τέλος, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." (...), για αναίρεση της 4884/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
& νυν ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ