Supreme Court allows partial appeal against bank employee dismissal compensation, ruling the lower court misapplied the law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a labor court judgment regarding an employee's dismissal compensation. The plaintiff argued the lower court incorrectly applied the law by reducing the severance pay despite a statutory reduction in the notice period. The court found the lower court violated the law by failing to adjust the compensation percentage accordingly and remanded the case for recalculation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8(b) of Law 3198/1955 and 74 of Law 3863/2010; The court established that a statutory reduction in the notice period for dismissal automatically necessitates a corresponding reduction in the severance pay percentage, and a lower court's failure to adjust the compensation amount constitutes a violation of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1693 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1693/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Χ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου και κατέθεσε προτάσεις.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (Σ.Υ.Τ.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Φιλιπποπούλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/5/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1531/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3679/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/10/2012 αίτησή της και η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 15/2/2013 παρέμβασή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 1/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και της πρόσθετης παρέμβασης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 2 ΚΠολΔ, η οποία εφαρµόζεται και επί αναίρεσης (άρθρο 675Α ΚΠολΔ) "Αναγνωρισμένα επαγγελµατικά σωµατεία εργαζοµένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια, έχουν το δικαίωµα να παρέµβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι µέλος τους ή µέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση". Στην προκείµενη υπόθεση άσκησε, για πρώτη φορά, πρόσθετη παρέµβαση, υπέρ της αναιρεσείουσας η συνδικαλιστική οργάνωση µε την επωνυµία "Σύλλογος Υπαλλήλων Τραπέζης της Ελλάδος" (Σ.Υ.Τ.Ε.), με την από 15-2-2013 πρόσθετη παρέμβασή της, την οποία επέδωσε στην αναιρεσείουσα και στην αναιρεσίβλητη (βλ. ... και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κ. Ν. Π.) επικαλούμενη, ως έννομο συμφέρον, την προστασία των εργασιακών, επαγγελματικών, οικονομικών κ.λ.π συμφερόντων των εργαζομένων μελών της, στα οποία ανήκει και η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, υφίσταται στο πρόσωπο της παρεμβαίνουσας το αναγκαίο έννομο συμφέρον και, αφού η παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, πρέπει να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955 "Μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του Β.Δ.
της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που εξακολουθεί να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669, 672 και 673 Α.Κ., σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη - που όταν έχουν απλώς συμβατική ισχύ αποτελούν μέρος της εργασιακής συμβάσεως αφού στους όρους του έχει προσχωρήσει ο μισθωτός - προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας (Ολ.
Α.Π. 1110/1986). Από τις άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, όταν στη σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό λειτουργίας της επιχείρησης, που περιέχουν τον προεκτεθέντα όρο της αυτοδίκαιης αποχώρησης του μισθωτού μόλις συμπληρώσει το όριο ηλικίας, αναγνωρίζεται ή παρέχεται δικαίωμα στον εργοδότη να τον απολύει ελευθέρως και πριν από το τιθέμενο όριο ηλικίας ή στον μισθωτό να παραιτείται (με μονομερή δήλωσή του), η σύμβαση εργασίας ως τελούσα υπό διαλυτική εξουσιαστική αίρεση, δηλαδή εξαρτώμενη από μέλλον και αβέβαιο γεγονός, μεταβάλλεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (με την παραίτηση του εργαζόμενου, Ολ.
Α.Π. 1110/86) και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη ο μισθωτός δικαιούται την από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση, ενώ, αν παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία ή τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας, δικαιούται να λάβει την παραπάνω από το άρθρο 8 (εδάφ.α') του ν.3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή υπάρχει και η αξιούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη, η οποία δόθηκε εκ των προτέρων με την παραχώρηση (συνομολόγηση) δικαιώματος παραίτησής του σε οποιοδήποτε χρόνο, και την υποχρεωτική με τον εργοδότη αποδοχή της, είτε ρητώς, είτε με την άπρακτη πάροδο της τασσόμενης στον κανονισμό μικρής προθεσμίας από της υποβολής της παραιτήσεως (Ολ.
ΑΠ 6/1989). Περαιτέρω, όμως, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 5 του Ν.435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ.4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν'αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν'αποχωρώσι είτε ν'απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποία δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου" και κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου ( 5 N.435/1976) "Τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος".
Ως "ευνοϊκότερη", όμως διάταξη, σε σχέση με αυτήν του εδαφ. β' του άρθρου 8 Ν. 3198|1955, δεν εννοεί, προδήλως, ο νόμος αυτή του εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, αφού, στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση του εδαφ. β' δεν θα είχε νόημα υπάρξεως, αλλά αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτή του εδαφ.
β', καθώς και σε ΣΣΕ, ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς.
Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή και εφόσον δεν ρυθμίζεται διαφορετικά, ο μισθωτός, αποχωρών από την εργασία του, με πλήρη σύνταξη, εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος λαμβάνει το 40% της προβλεπόμενης, κατά τα άνω αποζημίωσης, εάν όχι, τότε λαμβάνει το 50% αυτής (αποζημιώσεως). Τέλος, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των εδαφ.
α' και β' του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η διάταξη του εδαφ. α' είναι συμπληρωματική της διάταξης του εδαφ. β' και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, ήτοι όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησής του. Το ύψος, εξάλλου, της δικαιουμένης αποζημιώσεως και τις εφαρμοστέες, προς τούτο, διατάξεις, προσδιορίζει το δικαστήριο.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, ΑΠ 20/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, στις 19.7.1976 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (αφού ο συμβατικής ισχύος Κανονισμός της προβλέπει στο άρθρο 19 όριο ηλικίας αποχωρήσεως από την υπηρεσία) και απασχολήθηκε σε αυτή ως υπάλληλος μέχρι την 10.2.2011, που αποχώρησε από την υπηρεσία λόγω παραιτήσεώς, την οποία αποδέχθηκε η εκκαλούσα.
Κατά τον χρόνο της παραίτησής της δεν είχε συμπληρώσει το όριο ηλικίας των 60 ετών, που προβλέπεται από τον Κανονισμό της για το βαθμό της Τμηματάρχη που κατείχε.
Συνεπώς με την παραίτησή της πληρώθηκε η αίρεση της πρόωρης λύσεως της σύμβασης εργασίας της, η οποία μετατράπηκε εξ υπαρχής σε αορίστου χρόνου. Κατά τον χρόνο της παραιτήσεώς της η ενάγουσα ήταν ασφαλισμένη στο Ταμείο Συντάξεως Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος και στο Μετοχικό Ταμείο των Υπαλλήλων της ίδιας Τράπεζας και εδικαιούτο πλήρη κύρια και επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος.
Η παραίτησή της έγινε με τη συγκατάθεση της εναγομένης, η οποία (.....) στις σχέσεις της με το προσωπικό της έχει χαρακτήρα, νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου. Κατά συνέπεια (συνεχίζει το Εφετείο) δικαιούται την αποζημίωση απολύσεως που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 8 εδάφ. β' του ν. 3198/1955, που ισχύει στην περίπτωση αυτή, δηλαδή δικαιούται να λάβει ποσοστό 40% της αποζημίωσης που θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας της και όχι την αποζημίωση του άρθρου 8 εδάφ.
α' του ιδίου νόμου, που αφορά τις περιπτώσεις εκείνες των υπαλλήλων, που κατά την αποχώρησή τους δεν έχουν συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δικαιούται να λάβει το 40% της προβλεπόμενης κατά τα άνω αποζημίωσης, δεχθέν ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του εδαφ.
β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και όχι αυτή του εδαφ. α', αφού η αναιρεσείουσα κατά την αποχώρησή της εδικαιούτο πλήρη κύρια και επικουρική σύνταξη, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 74 παρ. 2 και 3 του Ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 Ν. 3899/2010, σύμβαση μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δύναται να καταγγελθεί κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του εργοδότη ως εξής: α] για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα μήνες έως δύο χρόνια, προειδοποίηση ενός μηνός πριν από την απόλυση, β] για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) χρόνια συμπληρωμένα έως πέντε (5) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση δύο (2) μηνών πριν την απόλυση, γ] για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) χρόνια συμπληρωμένα έως δέκα (10) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών, δ] για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) χρόνια συμπληρωμένα έως δεκαπέντε (15) χρόνια απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση, ε] για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα πέντε (15) χρόνια συμπληρωμένα έως είκοσι (20) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση πέντε (5) μηνών πριν τη λύση της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, στ] για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από είκοσι (20) χρόνια συμπληρωμένα και άνω απαιτείται προειδοποίηση έξι (6) μηνών πριν τη λύση της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας.
Εργοδότης ο οποίος δεν κάνει χρήση της δυνατότητας έγγραφης προειδοποίησης καταβάλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955. Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των ως άνω νόμων 2112/1920 και 3198/1955 για τα χρόνια εργασίας που έχει συμπληρώσει ο απολυόμενος, σε περίπτωση καταγγελίας κατόπιν προειδοποίησης.
Με τις ανωτέρω διατάξεις τροποποιήθηκε το καθεστώς των απολύσεων των υπαλλήλων με τη σημαντική μείωση του χρόνου προειδοποίησης που προέβλεπε ο Ν. 2112/1920, χωρίς όμως να θιγεί το ποσό αποζημίωσης που προβλέπουν οι νόμοι 2112/1920 και 3198/1955, πράγμα που προκύπτει τόσο από το κείμενο του νόμου αυτού, όσο και από την αιτιολογική του έκθεση στην οποία αναφέρεται ότι με το άρθρο 74 παρ. 2 "μειώνεται ο χρόνος προειδοποίησης, ενώ δεν θίγονται τα ποσά της αποζημίωσης".
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, αφού απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας, περί αποζημιώσεως απολύσεως κατά το άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955, ερεύνησε την επικουρική βάση αυτής, περί αποζημιώσεως απολύσεως κατά το άρθρο 8 εδάφ. β' του ίδιου Νόμου και δέχθηκε σχετικά τα εξής: "Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι με το άρθρο 74 του Ν. 3863/2010, που ισχύει από 15.7.2010 [ΦΕΚ Α 115] ο χρόνος προμήνυσης, ο οποίος υπολογίζεται κλιμακωτά με βάση την προϋπηρεσία του μισθωτού, μειώθηκε, με συνέπεια να επηρεάζεται το ύψος της αποζημίωσης απολύσεως που συναρτάται με αυτόν.
Συνεπώς η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα), η οποία κατά τον χρόνο της παραίτησής της είχε συμπληρώσει χρόνο υπηρεσίας 34 ετών και 7 μηνών δικαιούται αποζημίωση απολύσεως ίση με το 40% του συνόλου των τακτικών αποδοχών έξι μηνιαίων μισθών μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας, συμπεριλαμβανομένου και του επιδόματος ισολογισμού, που αποτελεί τακτική ετήσια παροχή" Στη συνέχεια υπολόγισε την αποζημίωση αυτή στο ύψος των 15.705,92 ευρώ, με βάση τις μη αμφισβητούμενες τακτικές αποδοχές έξι μηνιαίων μισθών (5387,54 € + επίδομα ισολογισμού 224,48 € + 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας Χ 6 μήνες = 39.264,80 € Χ 40%) και αφού αφαίρεσε το ποσό των 15.000 ευρώ που είχε καταβληθεί στην αναιρεσείουσα, επιδίκασε σ' αυτή, ως διαφορά αποζημίωσης, το ποσό των 705,92 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 74 παρ. 2 του Ν. 3863/2010 σε συνδ. με άρθρ. 8 εδάφ. β' του Ν. 3198/1955, αφού δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση, πλην της μείωσης του χρόνου προειδοποίησης που επέφερε ο Ν. 3863/2010 (από 24 μήνες κατά το Ν. 2112/1920) σε 6 μήνες, μειώθηκε και η αποζημίωση κατά το εδάφ.
β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955 (40% επί των τακτικών αποδοχών, μετά των επιδομάτων εορτών και αδείας και του επιδόματος ισολογισμού), ενώ το ποσό της αποζημίωσης αυτής, (24 μηνιαίοι μισθοί με βάση τον χρόνο προϋπηρεσίας της) σύμφωνα με τ' ανωτέρω, δεν επηρεάσθηκε από το Ν. 3863/2010. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος με το οποίο επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα αποζημίωση μικρότερη της νόμιμης, δηλαδή της προβλεπόμενης από το Ν. 2112/1920 και το Ν. 3198/1955, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (Μονομελές Εφετείο), εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, λόγω της μερικής ήττας της αναιρεσίβλητης, πρέπει αυτή να καταδικαστεί σε ανάλογο μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσας (άρθρ. 178 παρ. 1, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3679/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρεθέν μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβάσας, το οποίο ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) και επτακόσια (700) ευρώ, αντιστοίχως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ