Legislator Case Law & Legislation
1693/2011 AI generated

1693/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1693/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραχάλιο και κατέθεσε προτάσεις.

Legislator headnote

AI generated

1693/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη, από 6-8-2010 αίτηση της "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πατρών" κατά του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 443|2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και η από 20-6-2011 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση του "Συλλόγου Συνεταιριστικών υπαλλήλων Πατρών και Περιφέρειας", η οποία παραδεκτά ασκείται, κατ' άρθρο 80 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Keywords

AI generated
agrofood industry redundancy trade secret violation nutrition claims breach of employment obligations industry-research relations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1693 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1693/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Συνεταιρισμού ΠΕ με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΑΤΡΩΝ" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδημητρίου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Παναγιώτου και κατέθεσε προτάσεις.

Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ" που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραχάλιο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12/9/2007 και 13/11/2007 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκαν με τις ασκηθείσες υπέρ του πρόσθετες παρεμβάσεις νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 443/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/8/2010 αίτησή του και τους από 16/9/2011 προσθέτους λόγους αυτής και το προσθέτως παρεμβαίνον με την από 20/6/2011 παρέμβασή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14/10/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως, με τους προσθέτους λόγους της και της επ' αυτής πρόσθετης παρέμβασης.

Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη, από 6-8-2010 αίτηση της "Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών Πατρών" κατά του Κ. Κ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 443|2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών και η από 20-6-2011 πρόσθετη υπέρ της αναιρεσείουσας παρέμβαση του "Συλλόγου Συνεταιριστικών υπαλλήλων Πατρών και Περιφέρειας", η οποία παραδεκτά ασκείται, κατ' άρθρο 80 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.

Το άρθρο 38 του ν. 2810/2000 "Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις" ορίζει ότι: 1) Το προσωπικό των Α.Σ.Ο είναι: α) Τακτικό που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της οργάνωσης β) Με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες της οργάνωσης.

Η υπηρεσιακή κατάσταση προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων ρυθμίζεται με την 52800/ 2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας - Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων "Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και της ΠΑ.ΣΕ.ΓΕΣ, για όσα θέματα δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Κατά το άρθρο 44 του Κανονισμού αυτού, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, η υπαλληλική σχέση του τακτικού (μόνιμου) προσωπικού των αγροτικών συνεταιρισμών, στο οποίο ανήκει το υπόλοιπο προσωπικό , εκτός από το έκτακτο, λύεται, εκτός άλλων, και με απόλυση. Κατά το εν λόγω δε άρθρο ο υπάλληλος απολύεται . β) για σωματική ή πνευματική ανικανότητα, γ) για επαγγελματική ανεπάρκεια, δ) εάν ο υπάλληλος κριθεί τρεις (3) συνεχείς φορές μη προακτέος, ε) για κατάργηση θέσεως, στ) για συμπλήρωση υποχρεωτικού ορίου ηλικίας, που είναι το 65° έτος, ζ) για συμπλήρωση 35 ετών πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, η) με κοινή συμφωνία Οργάνωσης και υπαλλήλο, κατόπιν αιτήσεως του υπαλλήλου και αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Οργάνωσης, θ) για λόγους οικονομοτεχνικούς, ι) για σπουδαίο λόγο σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα και ια) Όταν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής απόλυσης που προβλέπεται (ως πειθαρχική ποινή) από το άρθρο 46 εδ.

δ' του Κανονισμού και επιβάλλεται στον υπάλληλο για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις: α) αντιπειθαρχικής συμπεριφοράς εξαιρετικά βαριάς μορφής, η οποία διατάραξε ή μπορεί να διαταράξει την συνεργασία στις σχέσεις του προσωπικού, την πειθαρχία και την εύρυθμη λειτουργία της Οργάνωσης, β) παραβάσεως καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα, γ) αποδοχής οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος, που προέρχεται από πρόσωπο, του οποίου την υπόθεση χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων ο υπάλληλος θ) Από πρόθεση παράβαση νόμων και κανονισμών, διαταγών, εγκυκλίων, εγγράφων που επέφεραν ζημία στην Οργάνωση.

Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί στον υπάλληλο για οποιοδήποτε παράπτωμα, αν: α) Κατά την προηγούμενη της διάπραξης του διετία του είχαν επιβληθεί τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές ανώτερες του προστίμου των αποδοχών ενός (1) μηνός ή β) Κατά το προηγούμενο της διάπραξης του έτος είχε τιμωρηθεί για το ίδιο αδίκημα με ποινή ανώτερη του προστίμου αποδοχών ενός (1) μηνός.

Στο άρθρο 45 §1 του κανονισμού ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος ως "κάθε υπαίτια και καταλογιστή παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος ή ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συνεταιριστικού υπαλλήλου συμπεριφορά ή ηθελημένη βλάβη των συμφερόντων της Οργάνωσης", στην παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "το υπηρεσιακό καθήκον προσδιορίζεται, τόσο από τις υποχρεώσεις, που επιβάλλουν στον υπάλληλο οι κείμενες διατάξεις, το καταστατικό και ο κανονισμός λειτουργίας της Οργάνωσης, οι εγκύκλιοι, οι εντολές και οδηγίες, όσο και από την συμπεριφορά που πρέπει να τηρεί ο υπάλληλος, εντός και εκτός της υπηρεσίας, ώστε να μη θίγεται το κύρος αυτής".

Στο ίδιο άρθρο 45 του Κανονισμού ενδεικτικά αναφέρονται πειθαρχικά παραπτώματα, μεταξύ των οποίων β) Η άρνηση ή παρέλκυση εκτέλεσης οφειλομένης υπηρεσίας καθώς και η διάπραξη αντικανονικών και παράτυπων ενεργειών. ε) Η παράβαση της υποχρέωσης της εχεμύθειας .ιβ) Η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής του ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή τρίτων προσώπων .ιε) Η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήση ή εγκατάλειψη ή η παράνομη χρήση πράγματος το οποίο ανήκει στην Υπηρεσία.

Στα δε άρθρα 49 και 50 του Κανονισμού καθορίζονται τα όργανα ασκήσεως πειθαρχικού ελέγχου (γενικός διευθυντής, διοικητικό συμβούλιο, πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ) και ορίζεται : α) ότι οι πειθαρχικές ποινές της προσωρινής και οριστικής απολύσεως επιβάλλονται από το διοικητικό συμβούλιο της Οργάνωσης, το οποίο λειτουργεί στην περίπτωση αυτή ως πειθαρχικό συμβούλιο, κατόπιν εισηγήσεως του γενικού διευθυντή (§2),β) ότι οι πειθαρχικές αποφάσεις, που επιβάλλουν την ποινή της προσωρινής ή οριστικής απόλυσης , δεν έχουν ισχύ και δεν εκτελούνται εάν δεν τύχουν προηγουμένως της έγκρισης του πειθαρχικού Συμβουλίου που λειτουργεί στην ΠΑΣΕΓΕΣ (§3) και γ) ότι η Οργάνωση έχει υποχρέωση , μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη λήψη της απόφασης του πειθαρχικού της συμβουλίου για προσωρινή ή οριστική παύση να αποστείλει τον σχηματισθέντα φάκελο της υπόθεσης στο πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού Συνεταιριστικού Οργανώσεων, περιέχοντας πλήρη και εξαντλητική ρύθμιση ως προς την λύση της υπηρεσιακής σχέσεως των μόνιμων υπαλλήλων τους, στους οποίους αφορά, λαμβάνει στο πλαίσιο αυτό ειδική μέριμνα για την περίπτωση, κατά την οποία τακτικός υπάλληλος έχει διαπράξει πειθαρχικό παράπτωμα.

Η μέριμνα αυτή παρέχει στο εν λόγω προσωπικό προστασία μεγαλύτερη από εκείνη που του παρέχεται από το κοινό δίκαιο και δη από το άρθρο 672 του ΑΚ για καταγγελία της εργασιακής σχέσεως για σπουδαίο λόγο (ΑΠ 452/2002). Εξάλλου, η επιβολή πειθαρχικής ποινής από τον εργοδότη ή το πειθαρχικό συμβούλιο που ενεργεί ως όργανο του, όπως η πειθαρχική ποινή της προσωρινής ή οριστικής απολύσεως που προβλέπεται είτε από την σύμβαση εργασίας είτε από τον έχοντα ισχύ νόμου κανονισμό Υπηρεσιακής καταστάσεως προσωπικού συνιστά άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, η οποία, όπως και η άσκηση κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ , δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη ως καταχρηστική την επιβολή της ανωτέρω πειθαρχικής ποινής και την συνακόλουθη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Τέτοια κατάχρηση δικαιώματος υπάρχει όταν η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της προσωρινής ή οριστικής απολύσεως έγινε από κακότητα, εχθρότητα και εκδίκηση του εργοδότη προς τον μισθωτό λόγω συμπεριφοράς του τελευταίου, η οποία δεν συνδέεται με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του αλλά απαρέσκει στον εργοδότη.

Επίσης άκυρη ως καταχρηστική είναι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως από τον εργοδότη , όταν με βάση τα αντικειμενικά κριτήρια του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό προς την αρχή της αναλογικότητας (με την μερικότερη έκφανση της ultima ratio, δηλαδή της αρχής ότι τα επαχθέστερα μέτρα αποτελούν έσχατη λύση) ως μέτρο εξειδικευτικό της καλής πίστεως κατά την αξιολόγηση της καταχρηστικής ή μη ασκήσεως του δικαιώματος καταγγελίας, από τα περιστατικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως προκύπτει ότι η αποκατάσταση της έννομης τάξεως στον χώρο εργασίας και η ικανοποίηση των συμφερόντων του εργοδότη μπορούσε αποτελεσματικά να εξασφαλισθεί με την λήψη ηπιότερων μέτρων όπως η επιβολή ανάλογης πειθαρχικής ποινής, η μετάθεση , η ανάθεση άλλων καθηκόντων κ.λπ., ώστε να διαφυλάσσεται παράλληλα και το συμφέρον του μισθωτού στην διατήρηση της εργασίας του ως μέσον βιοπορισμού και αναπτύξεως της επαγγελματικής και προσωπικής υποστάσεως του (ΑΠ 703/2006 902/1998 ΑΠ 97/1991).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση είναι αναιρετέα, α) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών και β) αν η απόφαση δε έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου υπάρχει, αν ο δικαστής α) προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από αυτή που έχει, β) εφάρμοσε μη εφαρμοστέο κανόνα, για τον οποίο δεν υπήρχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις και γ) παρέλειψε να εφαρμόσει εφαρμοστέο κανόνα, μολονότι συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις.

Έλλειψη ή αντιφατικότητα αιτιολογιών, εξάλλου, υπάρχει, όταν εξαιτίας της δεν προκύπτουν με σαφήνεια τα περιστατικά, που ο νόμος αξιώνει, για την εφαρμογή μιας διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, αφού δεν εκτίθενται σαφώς και με πλήρη αιτιολογία, αν συντρέχουν, εν όλω ή εν μέρει, οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του και όχι όταν η έλλειψη αφορά απλά επιχειρήματα, τα οποία προβάλλουν οι διάδικοι, προς υποστήριξη των απόψεών τους ή η αντίφαση σημειώνεται στα νομικά επιχειρήματα της απόφασης ή μεταξύ των νομικών συλλογισμών αυτής.

Υπάρχει, τέλος, αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει και όταν δεν προκύπτει από την απόφαση, ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, ώστε, σε συνδυασμό με το διατακτικό, να κριθεί περαιτέρω, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία, για την εφαρμογή της διατάξεως, που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τούτου κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο εκκαλών προσελήφθη από την εφεσίβλητη την 1.9.1983 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί σ' αυτήν ως χημικός οινολόγος. Μετά την πάροδο του χρόνου δοκιμασίας κατέστη μόνιμος υπάλληλος και εξελίχθηκε σε προϊστάμενο του τμήματος παραγωγής χύδην οίνων της εφεσίβλητης και στις 16.12.2003, με απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου, τοποθετήθηκε στην θέση του τεχνικού διευθυντή καταλαμβάνοντας την οικεία οργανική θέση .Στις 7.2.2006 όμως με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εφεσίβλητης, που ελήφθη κατόπιν εισηγήσεως του Προέδρου της Φ.

Γ., αποφασίσθηκε η αφαίρεση των καθηκόντων του διευθυντή υπηρεσιών από τον εκκαλούντα και η επιστροφή του, από 11.2.2006, στα καθήκοντα του επικεφαλής τμήματος παραγωγής χύδην οίνων υπηρεσίας οινοποιήσεως, με την αιτιολογία της ελλείψεως συνεργασίας μεταξύ αυτού και των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εφεσίβλητης καθώς και της πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του.

Μετά ταύτα ο εκκαλών άσκησε κατά της εφεσίβλητης την από 15.2.2006 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επί της οποίας εκδόθηκε η 700/2006 οριστική του απόφαση, η οποία έκρινε ότι με την προεκτεθείσα απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εφεσίβλητης επήλθε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του εκκαλούντος (υποβιβασμός αυτού),χωρίς σοβαρό προς τούτο λόγο και μετά ταύτα αναγνώρισε την ακυρότητα της προεκτεθείσας αποφάσεως του διοικητικού της συμβουλίου και υποχρέωσε την εφεσίβλητη να επανατοποθετήσει τον εκκαλούντα στην θέση του διευθυντή και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του στην ανωτέρω θέση.

Η ως άνω απόφαση επικυρώθηκε με την 303/2008 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (η οποία απέρριψε τις κατ' αυτής ασκηθείσες εφέσεις των διαδίκων) και ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη (υπ' αριθμ. 1363/2009 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου). Η εφεσίβλητη συμμορφώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση και απασχολούσε τον εκκαλούντα σε γραφείο στον χώρο του χημείου της.

Στις 17.4.2007 σε επίσκεψη που πραγματοποίησαν ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εφεσίβλητης με τον υποδιευθυντή αυτής και τον πρόεδρο του σωματείου των εργαζομένων στον χώρο του χημείου για να συζητήσουν εργασιακά θέματα που απασχολούσαν τους εργαζομένους, κατελήφθη ο εκκαλών να αναλύει δείγματα οίνων που ευρίσκονταν σε τρεις (3) πλαστικές φιάλες του μισού λίτρου κάθε μία.

Στο καπάκι της πρώτης φιάλης αναγραφόταν η ένδειξη 3Τ και στην ετικέτα που ήταν τοποθετημένη στο πλαϊνό μέρος της φιάλης η ένδειξη Η-χοΡοδάφνη - 3 τόνοι, στο καπάκι της δεύτερης φιάλης αναγραφόταν η ένδειξη 4Τ και στην πλαϊνή ετικέτα η ένδειξη Ροδίτης - 4 τόνοι και στο καπάκι της τρίτης φιάλης η ένδειξη 40Τ και στην πλαϊνή ετικέτα η ένδειξη Ροδίτης - 40 τόνοι.

Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ρώτησε τον εκκαλούντα για την προέλευση των δειγμάτων οίνου που ανέλυε και ο τελευταίος του απάντησε ότι ανήκαν σε φιλικό του πρόσωπο, χωρίς να διευκρινίσει όμως την ταυτότητα του και την σχέση του με την εφεσίβλητη. Επειδή όμως τα δείγματα οίνου που ανέλυε ο εκκαλών αφορούσαν σε μεγάλες ποσότητες προϊόντος, που δεν είχαν παραχθεί από την εφεσίβλητη και μπορούσαν να προέρχονται ενδεχομένως από ανταγωνιστή της, ο πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου διενήργησε εσωτερική έρευνα, κατά την διάρκεια της οποίας έλαβε εξηγήσεις από εργαζομένους στον χώρο του χημείου.

Μεταξύ άλλων του έδωσαν έγγραφες εξηγήσεις και οι Γ. Φ., προϊστάμενος της υπηρεσίας οινοποιήσεως και μάρτυρας ανταποδείξεως, Μ. Κ., προϊσταμένη του χημείου και Ι. Τ.. Από την διενεργηθείσα άτυπη έρευνα διαπιστώθηκε ότι ο εκκαλών την προηγουμένη ημέρα (16.4.2007) είχε παραλάβει τις φιάλες των δειγμάτων από τον παραγωγό - οινοποιό Α.

Π., ο οποίος διατηρούσε οργανωμένη μονάδα οινοποιείου στην περιοχή της Αχαΐας και διέθετε στην κατανάλωση λιανικές, μεγάλες ποσότητες οίνου ανταγωνιζόμενος έτσι την εφεσίβλητη. Μετά ταύτα κινήθηκε από τον Πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της τελευταίας εις βάρος του εκκαλούντος η προβλεπόμενη από τα άρθρα 45 και επ.

του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων και της ΠΑΣΕΓΕΣ (Κ.Υ.Α. 52800/2006) πειθαρχική διαδικασία και κλήθηκε σε απολογία με το υπ' αριθμ. Πρωτ. 1715/833/10.5.2007 έγγραφο για το πειθαρχικό παράπτωμα της παραβάσεως καθήκοντος που προβλέπεται από το άρθρο 259 Π.Κ και 45§1β του Κανονισμού "χρησιμοποίηση της υπαλληλικής του ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ιδίου ή τρίτων προσώπων".

Ο εκκαλών κατέθεσε την από 15.5.2007 έγγραφη απολογία του, στην οποία σε ανάρμοστο για ελεγχόμενο υπάλληλο και ιδιαίτερα προκλητικό ύφος, χωρίς να αρνηθεί ότι στις 17.4.2007 κατά την διάρκεια της υπηρεσίας του εξέταζε δείγματα οίνων τρίτων προσώπων, ισχυρίσθηκε ότι "οι αναλύσεις δειγμάτων κρασιών ανηκόντων σε μέλη των γεωργικών συνεταιρισμών, μελών της Ένωσης, είναι μια παγία κατάσταση που αφορά ακόμη και πρόσωπα του σημερινού Δ.Σ. (μηδέ και του Προέδρου εξαιρουμένου) και μάλιστα ότι υπήρχε και ειδικό τετράδιο όπου καταχωρούντο αυτές οι εντελώς φιλικές εξυπηρετήσεις συνεταιρισμών ανηκόντων στην Ένωση".

Επίσης ισχυρίσθηκε στην έγγραφη απολογία του ότι η κινηθείσα εις βάρος του πειθαρχική διαδικασία οφειλόταν στην κακοβουλία και εκδικητικότητα από την οποία διακατεχόταν η εφεσίβλητη λόγω της προηγηθείσης 700/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που τον επανέφερε στην θέση του διευθυντή.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της εφεσίβλητης, που συνεδρίασε ως πειθαρχικό συμβούλιο κατά τα άρθρα 49 και 50 του προεκτεθέντος κανονισμού, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 1557/98/6.6.2007 απόφαση του, με την οποία επέβαλε κατά πλειοψηφία επτά (7) μελών την πειθαρχική ποινή για το παραπάνω πειθαρχικό του παράπτωμα, η οποία ποινή προβλέπεται από το άρθρο 46 στοιχ.

δ' του Κανονισμού. Με την ίδια απόφαση του διοικητικού της συμβουλίου και μέχρι να εγκριθεί η πειθαρχική ποινή από το πειθαρχικό συμβούλιο της ΠΑΣΕΓΕΣ ο εκκαλών τέθηκε σε αργία, διαρκείας τριών (3) μηνών με το ήμισυ (ιΑ ) των αποδοχών του, σύμφωνα με το άρθρο 32 §§1 και 2 του Κανονισμού. Η προεκτεθείσα δε πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως εγκρίθηκε, κατά την διάταξη του άρθρου 50§5 του Κανονισμού, με την 165/21.9.2007 απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ.

Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα μαζί με την από 10.10.2007 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του στις 11.10.2007 (βλ. την υπ' αριθ. 3847β711.10. 2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πατρών ...).

Συνεπώς η από 13.11.2007 αγωγή του εκκαλούντος, με την οποία ζητείται μεταξύ άλλων, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της υπ' αριθμ. 1557/98/9.6.2007 αποφάσεως του Δ.Σ της εφεσίβλητης και της εγκρίνασας αυτήν υπ' αριθμ. 165/21-9-2007 αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ καθώς και της από 10.10.2007 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και να του καταβληθούν αποδοχές υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως , σύμφωνα με το άρθρο 6§1 του ν. 3198/1955 (που εφαρμόζεται και επί απολύσεως εργαζομένων στις Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις, ΑΠ 998/2001 ΕΕργ.Δικ. 62) εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας από την κοινοποίηση της αποφάσεως του πειθαρχικού συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, απορριπτόμενης ως αβασίμου της ενστάσεως απαραδέκτου της αγωγής αυτής που προέβαλε η εφεσίβλητη με τις πρωτόδικες προτάσεις της.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σύμφωνα με ακολουθούμενη επί σειρά ετών πάγια πρακτική το προσωπικό του Χημείου της εφεσίβλητης προέβαινε σε αναλύσεις δειγμάτων οίνων που προσκόμιζαν μέλη του διοικητικού της συμβουλίου, φιλικά της πρόσωπα αλλά και διάφοροι συνεταιριστές και προέρχονταν από ποσότητες που παράγονταν κυρίως για οικιακή χρήση.

Την πρακτική αυτή ακολουθούσαν τόσο οι Γ. Φ. και Μ. Κ. (βλ. ένορκη κατάθεση Γ. Φ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και από 20.4.2007 και 26.4.2007 δύο έγγραφες αναφορές των ανωτέρω προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. της εφεσίβλητης) όσο και το υπόλοιπο προσωπικό του χημείου. Οι αναλύσεις των δειγμάτων αυτών καταχωρούνταν σε πρόχειρο τετράδιο και η σχετική πρακτική ήταν γνωστή στα περισσότερα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, τα οποία μερικές φορές έκαναν και τα ίδια χρήση της, όπως προαναφέρθηκε.

Την ίδια πρακτική δε ακολουθούσε επί σειρά ετών και ο εκκαλών, ο οποίος, σύμφωνα με τις παραπάνω αναφορές και την κατάθεση των συναδέλφων του Γ. Φ. και Μ. Κ., εξυπηρετούσε με αναλύσεις δειγμάτων τους οινοποιούς των περιοχών ... Φ., Π. και Π. αντιστοίχως, χωρίς όμως να αναφέρεται από τους ανωτέρω συναδέλφους του εάν ελάμβανε και ποια ανταλλάγματα για τις προεκτεθείσες υπηρεσίες του.

Ο εκκαλών ισχυρίσθηκε ότι τα δείγματα οίνων που ανέλυε στις 17.4.2007 και για τα οποία κινήθηκε η εις βάρος του επίδικη πειθαρχική διαδικασία, προέρχονταν από τον συνεταιριστή "Γ. Α.", τα στοιχεία του οποίου είχαν καταχωρισθεί στο πρόχειρο τετράδιο, που τηρούσε το στον χώρο του χημείου. Τα ανωτέρω όμως στοιχεία αναγράφονται στο τετράδιο με μόνη την ημερομηνία 17.4.2007 και χωρίς μνεία της ποσότητας του οίνου που αφορούσε το δείγμα που αναλύθηκε, όπως γινόταν σε όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις , οι οποίες έχουν καταχωρισθεί στο πρόχειρο αυτό τετράδιο.

Ο εκκαλών προσκομίζει την υπ' αριθμ. 1384/19.11.2008 ένορκη βεβαίωση του Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., η οποία λήφθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πατρών και στην οποία ο ανωτέρω βεβαιώνει ότι στις 16.4.2007 επισκέφθηκε τον εκκαλούντα στον χώρο εργασίας του και του προσκόμισε δείγμα οίνου για να το αναλύσει. Και αν ακόμη όμως ήθελε γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Ι.

Α., ο οποίος δεν ήταν μέλος οποιουδήποτε συνεταιρισμού ανήκοντος στην δύναμη της εφεσίβλητης κατά τον ανωτέρω χρόνο (βλ. την υπ' αριθμ. Πρωτ. 4535/2471/21.11.2008 βεβαίωση της) ότι δηλαδή είχε προσκομίσει την προτεραία του συμβάντος δείγμα οίνου για ανάλυση από τον εκκαλούντα, και πάλι δεν αποδείχθηκε ότι τα τρία δείγματα οίνων που καταλήφθηκε να αναλύει ο εκκαλών στις 17.4.2007 ανήκαν στον ίδιο και όχι στον Α.

Π., όπως προαναφέρθηκε. Με την ανάλυση όμως των δειγμάτων οίνων τρίτων προσώπων και μάλιστα του Α. Π. κατά την 17η Απριλίου 2007 ο εκκαλών δεν μετέφερε δεδομένα τεχνογνωσίας και οινολογικά μυστικά της εφεσίβλητης σε τρίτους ανταγωνιστές της, όπως αβασίμως υποστηρίζει αυτή. Ειδικότερα από το 482/ΕΛ/Κτ/22. 6.2007 έγγραφο της Ενώσεως Ελλήνων Χημικών, που προσκομίζει νομοτύπως μετ' επικλήσεως ο εκκαλών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα σε σχέση με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα: 1.

Οι αναλύσεις που εφαρμόζονται για την ποιοτική αξιολόγηση των γλευκών και οίνων, όπως προσδιορισμός σακχάρων, αλκοόλης, ογκομετρούμενης και πεπτικής οξύτητας, δεν αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία αυτών που τις εφαρμόζουν αλλά δημοσιευμένες μεθόδους τόσο από κανονισμούς Ευρωπαϊκής Ενώσεως που δημοσιεύονται στην εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες όμως αποτελούν συνήθως (όπως και στην περίπτωση του οίνου) μεθόδους αναφοράς και εφαρμόζονται από τα κρατικά εργαστήρια και σπανίως από τα οινολογικά εργαστήρια αλλά συνήθεις ή "γρήγορες" μεθόδους που διδάσκονται ακόμη και σε εκπαιδευτικά εγχειρίδια.

Αυτές οι συνήθεις ή "γρήγορες" μέθοδοι διδάσκονται στους σπουδαστές των Τ.Ε.Ι και στους φοιτητές του Χημικού και της Γεωπονικής Σχολής, οπότε αποτελούν δημόσια κείμενα και βρίσκονται στην διάθεση κάθε χρήστη και δεν ανήκουν στους χρήστες. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται θέμα παροχής τεχνογνωσίας του φορέα και διασαλεύσεως της εχεμύθειας από τον εκτελούντα την ανάλυση προς τρίτους. 2.

Η εκτίμηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών των γλευκών και οίνων με βάση τις αναλύσεις που αναφέρονται ανωτέρω, καθώς και η ερμηνεία των αποτελεσμάτων των αναλύσεων, αφορούν στις ελάχιστες παραμέτρους, βασίζονται δε σε νομοθετικές ή κοινά αποδεκτές απαιτήσεις - όρια, διδάσκονται στους σπουδαστές των Τ.Ε.Ι και στους φοιτητές του Χημικού και της Γεωπονικής Σχολής και επομένως δεν αποτελούν επίσης τεχνογνωσία οποιουδήποτε τις εφαρμόζει. 3.

Η οινοποίηση και η παραγωγή και τυποποίηση οίνων όσον αφορά στις βασικές αρχές της είναι κοινό κτήμα από αρχαιοτάτων χρόνων. Η επιπρόσθετη αξία του τελικού προϊόντος οποιουδήποτε παραγωγού - με αντίστοιχη επίπτωση και στην τιμή του - εξαρτάται όχι από τις ελάχιστες ποιοτικές παραμέτρους, που αναφέρονται παραπάνω αλλά από την ποικιλία και την προέλευση του, γι' αυτό εξάλλου και οι εκλεκτοί οίνοι κατηγοριοποιούνται σε αξία από την ποικιλία και 4.

Το κόστος αναλύσεως , από ένα ιδιωτικό εργαστήριο τιμές αγοράς - για τις κλασσικές αναλύσεις δεν υπερβαίνει το 0,05 ευρώ ανά λίτρο οίνου (ορίζεται με Κ.Υ.Α) και επομένως δεν έχει αξιολογήσιμη επίπτωση στην διαμόρφωση πωλήσεως του τελικού προϊόντος ώστε να προκύπτει θέμα αθέμιτου ανταγωνισμού. Το πραγματικό κόστος δε από κατανάλωση αναλωσίμων συμπεριλαμβάνεται στην παραπάνω τιμή ενώ οι κύριοι πελάτες των οινολογικών εργαστηρίων είναι ιδιώτες που παράγουν συνήθως 50- 100 κιλά για ίδια χρήση .Το γεγονός όμως της μη μεταφοράς τεχνογνωσίας της εφεσίβλητης δια της αναλύσεως των δειγμάτων οίνων, εκ μέρους του εκκαλούντος προς τους εμπορικούς ανταγωνιστές της, δεν αναιρεί την διάπραξη στην συγκεκριμένη περίπτωση, πειθαρχικού παραπτώματος από αυτόν.

Ειδικότερα ο εκκαλών, ο οποίος ήταν ανώτερος υπάλληλος και μάλιστα διευθυντής σημαντικού τομέα της επιχειρήσεως της εφεσίβλητης, αποδείχθηκε ότι χρησιμοποιούσε την ανωτέρω θέση του επί σειρά ετών και μάλιστα στις 17.4.2007 για εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων τρίτων προσώπων , διαπράττοντας έτσι το πειθαρχικό αδίκημα που προβλέπεται στο άρθρο 45§ 1 β του Κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του προσωπικού της εφεσίβλητης , χωρίς όμως με την ανωτέρω πράξη του να παραβιάζεται η επιβαλλόμενη σ' αυτόν τήρηση της υποχρεώσεως εχεμύθειας, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν γινόταν μεταφορά δεδομένων τεχνογνωσίας σε ανταγωνιστές της επιχειρήσεως, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι παρείχε στους ανωτέρω (ανταγωνιστές) οινολογικές συμβουλές είτε με ανταλλάγματα είτε χωρίς αυτά για την βελτίωση της ποιότητας του προϊόντος τους.

Συνεπώς ορθώς κινήθηκε κατ' αυτού η πειθαρχική διαδικασία για την διαπίστωση της τελέσεως πειθαρχικού αδικήματος εκ μέρους του και για την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Το αποδεδειγμένο δε γεγονός της διαπράξεως του ίδιου πειθαρχικού αδικήματος και εκ μέρους άλλων συναδέλφων του επί σειρά ετών, δεν αναιρεί την ατομική πειθαρχική ευθύνη αυτού, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της διακεκριμένης θέσεως που κατείχε στην επιχείρηση της εφεσίβλητης, η οποία του προσπόριζε ιδιαίτερα υψηλές αποδοχές (τουλάχιστον 4.000 ευρώ μηνιαίως) σε σχέση με το υπόλοιπο προσωπικό της αλλά και του επέβαλε την υποχρέωση για την επίδειξη άψογης συμπεριφοράς στον χώρο εργασίας κατά την παροχή των υπηρεσιών του.

Η επιβληθείσα όμως από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο (δ.σ) της εφεσίβλητης πειθαρχική ποινή της οριστικής απολύσεως στον εκκαλούντα, αποδεικνύεται ότι δεν είναι ανάλογη προς την βαρύτητα και το είδος του διαπραχθέντος πειθαρχικού παραπτώματος αυτού, που αναφέρθηκε ανωτέρω, αλλά είναι δυσανάλογη και υπέρμετρα επαχθής και ως εκ τούτου υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό προς την αρχή της αναλογικότητας (με την μερικότερη έκφανση της ultima ratio, δηλαδή της αρχής ότι τα επαχθέστερα μέτρα αποτελούν έσχατη λύση).

Ειδικότερα εφόσον αποδείχθηκε ότι: α) σε αναλύσεις δειγμάτων οίνων τρίτων προσώπων (και όχι μόνον ποσοτήτων παραγομένων από την εφεσίβλητη ) προέβαινε και το υπόλοιπο προσωπικό του χημείου αυτής επί σειρά ετών, γεγονός που αποτελούσε πάγια πρακτική και τελούσε εν γνώσει ορισμένων τουλάχιστον εκ των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, οι οποίοι και έκαναν προσωπική χρήση των υπηρεσιών του χημείου, β) σε κανένα εκ των υπολοίπων μελών του προσωπικού που προέβαιναν σε αναλύσεις δειγμάτων οίνων τρίτων προσώπων δεν ασκήθηκε πειθαρχική δίωξη για το ως άνω πειθαρχικό παράπτωμα και δεν επιβλήθηκε οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, γ) με την ανάλυση δειγμάτων οίνων δεν γινόταν μεταφορά δεδομένων τεχνογνωσίας της εφεσίβλητης σε τρίτα πρόσωπα και έτσι δεν παραβιαζόταν η υποχρέωση εχεμύθειας που όφειλε να τηρεί ο εκκαλών δ) ο τελευταίος απησχολείτο επί 24 συνεχή έτη στην επιχείρηση της εφεσίβλητης χωρίς να του έχει επιβληθεί οποιαδήποτε πειθαρχική ποινή, όπως τούτο δεν αμφισβητείται και ε) με την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής απολύσεως ο εκκαλών , ο οποίος υπερέβαινε κατά τον κρίσιμο χρόνο το 61° έτος της ηλικίας του, προσήγγιζε τον χρόνο συνταξιοδοτήσεως του (μετά παρέλευση έτους) και δυσχεραίνεται σημαντικά στην εξεύρεση νέας εργασίας, χάνει σύμφωνα με το άρθρο 15 περ.

ε' του κανονισμού του Ταμείου Συντάξεως και Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Γεωργικών Συνεταιρισμών Οργανώσεων το δικαίωμα σε σύνταξη , κρίνεται ότι η αποκατάσταση της έννομης τάξεως στην επιχείρηση της και η ικανοποίηση των συμφερόντων της εφεσίβλητης εργοδότιδος μπορούσε αποτελεσματικά να εξασφαλισθεί είτε με την επιβολή των ηπιότερων πειθαρχικών ποινών του προστίμου ή της προσωρινής απολύσεως μέχρι τρεις (3) μήνες με στέρηση αποδοχών (άρθρο 46 περ.β' και γ' του Κανονισμού) είτε με την επιβολή άλλων μέτρων όπως, π.χ.

την ανάθεση στον εκκαλούντα, άλλων καθηκόντων, ώστε να διαφυλάσσεται παράλληλα και το συμφέρον του τελευταίου στην διατήρηση της εργασίας του ως μέσον βιοπορισμού και αναπτύξεως της επαγγελματικής και προσωπικής υποστάσεως του. Ενόψει λοιπόν του ότι με την επιβολή της ποινής της οριστικής απολύσεως παραβιάζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ σε συνδυασμό προς την αρχή της αναλογικότητας , η απόλυση του ενάγοντος είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174 και 180 ΑΚ)" .

Με βάση τα ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει επαρκείς και αναλυτικές αιτιολογίες, οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα ελέγχου της νομικής ορθότητας του δικανικού συμπεράσματός της, κρίνοντας δε, με βάση τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές, ότι η κατά τα άνω καταγγελία της επίδικης εργασιακής συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας είναι άκυρη, γιατί προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε, αφού υπό τα ως άνω δεδομένα, όντως η επιβολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο της ποινής της απόλυσης υπερβαίνει το προσήκον μέτρο.

Περαιτέρω, η απόφαση δεν περιέχει αντιφατικές, κατά την ως άνω έννοια, αιτιολογίες. Ούτε, εξάλλου, αποτελούν αντίφαση οι παραδοχές α) "Ότι ο εναγόμενος ναι μεν επιχείρησε ανάλυση δειγμάτων οίνου του ανταγωνιστή της εναγομένης Α. Π. και των λοιπών οινοποιών ... αλλά δεν αποδείχθηκε ότι παρείχε και οινολογικές συμβουλές είτε με ανταλλάγματα είτε χωρίς αυτά, για βελτίωση της ποιότητας του προϊόντος", ενώ, περαιτέρω το εφετείο δέχεται "ότι στις τρεις φιάλες οίνου προς ανάλυση, που βρέθηκαν στο γραφείο του ενάγοντα, αναγραφόταν και η ποικιλία του δείγματος, όπως και η ποσότητα των συνολικών προϊόντων, που είχαν παραχθεί και ανταποκρίνονταν στα δείγματα", χωρίς να διευκρινίζεται ποιο σκοπό εξυπηρετούσε η αναγραφή σε κάθε δείγμα της ποσότητας του συνολικού προϊόντος, β) ότι ενώ δέχεται το εφετείο ότι ο ενάγοντας ήταν εκείνος που επιχειρούσε στα εργαστήρια του Συνεταιρισμού τις αναλύσεις, δεν διευκρινίζει ποιο εξειδικευμένο πρόσωπο, αν όχι ο ίδιος, θα επιχειρούσε στη συνέχεια τη βελτίωση του προϊόντος, γ) ενώ γίνεται δεκτό ότι η εκτίμηση των χαρακτηριστικών των γλεύκων και των οίνων δεν αποτελούν τεχνογνωσία και ότι η οινοποίηση και η παραγωγή οίνων ελάχιστα εξαρτάται από τις ποιοτικές του παραμέτρους, αλλά από την ποικιλία και την προέλευσή του και για το λόγο αυτό οι εκλεκτοί οίνοι κατηγοριοποιούνται μόνο με σε αξία από την ποικιλία τους, δεν διευκρινίζεται, ποιος είναι ο λόγος που οι οινοπαραγωγοί προσφεύγουν στις υπηρεσίες επιστημόνων οινολόγων και ειδικότερα, για ποιο λόγο προσέφυγε ο ως άνω οινοπαραγωγός στις υπηρεσίες του ενάγοντα και ήδη αναιρεσιβλήτου.

Όμως τα ανωτέρω δεν αποτελούν αντιφάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προκύπτει σαφώς ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο, τα οποία οδήγησαν στο ως άνω αποδεικτικό πόρισμά του, ενώ οι επικαλούμενες "αντιφάσεις" εκ μέρους της αναιρεσείουσας, συνιστούν απλά επιχειρήματα και σκέψεις, που κατ' αυτό, θα έπρεπε να διαλάβει η προσβαλλόμενη απόφαση.

Περαιτέρω, εξαιτίας των ανωτέρω, δεν πάσχει από ανεπάρκεια αιτιολογιών η προσβαλλόμενη απόφαση, όταν όλα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ., που εν προκειμένω εφαρμόσθηκε, περιέχονται σ' αυτή κατά τρόπο σαφή και αναλυτικό.

Επομένως η ένδικη αίτηση, με την οποία η αναιρεσείουσα, με τους δύο (κύριους) αναιρετικούς καθώς και με τον πρόσθετο λόγο αυτής, τα αντίθετα υποστηρίζει, ήτοι ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο α) όχι ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ και β)ότι δεν περιέχονται σ' αυτή επαρκείς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνονται αντιφατικές αιτιολογίες, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, καθώς και η επ' αυτής πρόσθετη παρέμβαση. Σημειώνεται, τέλος, ότι το Εφετείο, με βάση τις ως άνω, ουσιαστικές παραδοχές του, εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και όχι αυτή του άρθρου 15παρ. ε' του Κανονισμού του Ταμείου Συντάξεως και Επικουρικής Ασφαλίσεως προσωπικού Γεωργικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων, το πραγματικό της οποίας (κατά ένα μέρος), ήτοι ότι ο αναιρεσίβλητος, εξαιτίας της ως άνω, βαριάς (της βαρύτερης) ποινής, που του επιβλήθηκε, χάνει το δικαίωμα σε σύνταξη , επικαλέσθηκε, μαζί με τις λοιπές παραδοχές του, προς στήριξη του αποδεικτικού πορίσματός του.

Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης εκ μέρους του Εφετείου της εν λόγω διάταξης , του ως άνω Κανονισμού, όπως με τον πρόσθετο λόγο της υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση με τους πρόσθετους λόγους της καθώς και η επ' αυτής πρόσθετη παρέμβαση και να καταδικασθούν η αναιρεσείουσα και το προσθέτως παρεμβαίνον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζοντας την ένδικη αίτηση με τους προσθέτους λόγους της με την επ' αυτής πρόσθετη παρέμβαση,

Απορρίπτει αυτές και,

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα και το προσθέτως παρεμβαίνον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ