Legislator Case Law & Legislation
1693/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to consider evidence, ruling general reference sufficient.

Case Number 1693/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision. The appellant argued the lower court failed to consider specific evidence regarding forged signatures and related civil proceedings. The court ruled that the appellate court had explicitly noted all submitted evidence in its reasoning, making the appeal inadmissible under the relevant procedural code.

Legislator headnote

AI generated

Article 559, paragraph 11, item gamma of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the decision states that all submitted evidence was taken into account, as a general reference suffices without specific evaluation of each item.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration general reference sufficiency procedural code appellate review scope

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 11, item gamma of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 250 of the Code of Civil Procedure
Article 368, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1693 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1693/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Μέτο.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ2, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντώναρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 642/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 6348/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-12-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 20-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, την με αριθ..../8-2-2006 ένορκη, ενώπιον του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Αριστ.

Δέδε βεβαίωση του μάρτυρα Λ1 τις με αριθ. ..., ...και .../14-2-2006 ένορκες, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν1, Ν2 και Μ1, που έχουν ληφθεί μέσα στην προθεσμία αντίκρουσης στο Εφετείο, καθώς και τα άλλα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και α) την από 17-3-2003 μήνυση του Μ1 κατά του αναιρεσείοντα, β) τη μήνυση του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντα για πλαστογραφία γ) την από 8-10-2002 μήνυση του αναιρεσείοντα κατά του Μ1, για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση, δ) την από 24/9/2003 μήνυση του αναιρεσείοντα κατά του αναιρεσιβλήτου για ψευδή καταμήνυση και συκοφαντική δυσφήμηση και ε) την από 25-2-2003 μήνυση του αναιρεσείοντος κατά του Μ1.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Επειδή, για να είναι ορισμένος, άρα και παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως περί λήψεως υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων που ο νόμος δεν επιτρέπει (άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και να αναφέρεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας.

Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 529 ΚΠολΔικ. είναι παραδεκτές στην κατ' έφεση δίκη και ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν μετά την πρωτοβάθμια δίκη και εντός της προθεσμίας αντίκρουσης στο Εφετείο, εφ' όσον όμως προηγήθηκε κλήτευση του αντιδίκου στην νόμιμη προθεσμία και δήλωση για τη λήψη αυτών στο ακροατήριο, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο έλαβε υπόψη, πλην άλλων εγγράφων, και τις προαναφερθείσες με αριθ. ..., ...και .../14-2-2006 ένορκες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών βεβαιώσεις των μαρτύρων Ν1, Ν2 και Μ1, που λήφθηκαν ύστερα από νομότυπη κλήτευση του αναιρεσείοντα και δήλωση στο ακροατήριο για την προσκομιδή τους στην προθεσμία της αντίκρουσης κατά τη συζήτηση της έφεσης και τις οποίες ο αναιρεσίβλητος επικαλέσθηκε και με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι αναγκάσθηκε να προβεί στη λήψη τούτων, προς αντίκρουση της προσκομισθείσας από τον αναιρεσείοντα το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, με αριθ. .../8-2-2006 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα του Λ1.

Με τη λήψη υπόψη των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ. ιδρύεται μόνο όταν οι ελλιπείς αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αφορούν σε ισχυρισμούς ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι σε αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια αιτιολογιών, που αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή την αξιολόγηση αυτών ή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο, αν αυτό (πόρισμα) διατυπώνεται με σαφήνεια. Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, ούτε γιατί το δικαστήριο έδωσε μεγαλύτερη αξιοπιστία σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που δίκασε επί της από 3-3-2003 ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε την ακύρωση της εκδοθείσας εις βάρος του υπ' αριθ. 2418/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα:

Ο Μ1, πατέρας του αναιρεσίβλητου Μ2, που διατηρούσε ατομική επιχείρηση εκμετάλλευσης καταστήματος πωλήσεως βαπτιστικών ειδών, στην οδό ... στο ..., εξέδωσε στην ...τις υπ' αριθμ. ...και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος με χρόνο εκδόσεως 15-12-02 και 30-12-02, αντίστοιχα, σε διαταγή του ιδίου, ποσού 15.994 ευρώ η πρώτη και 16.140 ευρώ η δεύτερη.

Τις επιταγές αυτές μεταβίβασε με οπισθογράφηση εν λευκώ και τις παράδωσε στον καθ' ού και ήδη αναιρεσείοντα, για την εξασφάλιση του συνολικού ποσού των 32.134 ευρώ που δανείσθηκε από τον καθ' ου. Οι επιταγές αυτές, αν και εμφανίσθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις 20-12-02 η πρώτη και στις 2-1-03 η δεύτερη, δεν πληρώθηκαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του εκδότη, και σφραγίσθηκαν.

Ο αναιρεσείων, ισχυριζόμενος ότι η υπογραφή που υπάρχει στη θέση της δεύτερης οπισθογράφησης (Μ2), όπως προκύπτει και από το σώμα αυτών, ανήκει στον αναιρεσίβλητο Μ2 που είναι γιός του εκδότη αυτών Μ1, και έμπορος επίσης και ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας "... ΟΕ" που εδρεύει στην ... και εμπορεύεται παρεμφερή είδη, εξέδωσε σε βάρος και των δύο, την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής.

Την υπογραφή αυτή, φερόμενη ως δική του, προσέβαλε ο ανακόπτων, κατά τα παραπάνω, ως πλαστή. Ειδικότερα, ο εκδότης των επιταγών Μ1, αν και από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, δημιούργησε ικανά περιουσιακά στοιχεία, απώλεσε όλη του την περιουσία από δικές του επιλογές (πάθος για τον "τζόγο"), με αποτέλεσμα να καταφεύγει συχνά σε δανεισμούς από τρίτα πρόσωπα, όπως δεν αμφισβητείται από καμία πλευρά.

Έτσι, κατέφυγε σε δανεισμό του και από τον αναιρεσείοντα, με τον οποίο είχε μακροχρόνια γνωριμία και δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του τελευταίου (αναιρεσείοντος), ότι το δάνειο προορίζετο για τον αναιρεσίβλητο, τον οποίο (ισχυρισμό) προβάλλει προς ενίσχυση των όσων υποστηρίζει, ότι δηλαδή ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε υποχρέωση από τις επιταγές δι' οπισθογραφήσεως.

Ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) ήδη από το έτος 2000 ίδρυσε την ως άνω ομόρρυθμης εταιρία με τον αδελφό του Μ3 με παρεμφερή εμπορική δραστηριότητα με τον πατέρα του, χωρίς άλλωστε καμία οικονομική βοήθεια από τον πατέρα τους λόγω της δεινής οικονομικής του θέσης, εκμεταλλευόμενοι μόνο τις εμπορικές του διασυνδέσεις.

Ο αναιρεσίβλητος ήταν φερέγγυο πρόσωπο στην αγορά, όπως επίσης δεν αμφισβητείται, και ως εκ τούτου είχε τη δυνατότητα, σε αντίθεση με τον πατέρα του, για τις επαγγελματικές του δραστηριότητες να συνάπτει τραπεζικά δάνεια με καλύτερους όρους χρηματοδότησης απ' ότι από τους ιδιώτες, από τους οποίους, ο δανεισμός συνήθως συνοδεύεται με υψηλά επιτόκια.

Ο αναιρεσίβλητος, γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του πατέρα του και την αφερεγγυότητά του, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατασπατάλησε, όπως παραπάνω, την περιουσία του, δεν θα αναλάμβανε, σε καμία περίπτωση, την κάλυψη του δανείου με την υπογραφή του στις επιταγές, τη στιγμή μάλιστα που ήταν νέος έμπορος, στην αγορά με δικές του εμπορικές υποχρεώσεις, για τις οποίες ήθελε να είναι αξιόχρεος, ενώ ήταν πλέον του βεβαίου ότι, ο πατέρας του δεν θα αντεπεξέρχετο εμπρόθεσμα στην πληρωμή του δανείου και θα εκαλείτο ο ίδιος να εξοφλήσει τις επιταγές.

Ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος - θέλοντας να ενισχύσει τη θέση του περί της σε κάθε περίπτωση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου γνώσεως και εγκρίσεως της υπογραφής του - ότι οι επιταγές δόθηκαν σ' αυτόν παρουσία εκείνου (αναιρεσιβλήτου) δεν αποδείχτηκε. Η εν αγνοία του αναιρεσιβλήτου υπογραφή των επιταγών, κατ' απομίμηση της δικής του υπογραφής, έγινε με προφανή σκοπό να τεθεί και αυτός ως συνυπόχρεος από τις επιταγές, ο οποίος ήταν ο μόνος φερέγγυος για την πληρωμή τους.

Είναι δε αδιάφορο για την παρούσα δίκη ποιος τελικά, εκτός του αναιρεσιβλήτου, μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, έθεσε κατ' απομίμηση, τις εν λόγω υπογραφές, οι οποίες ως εκ τούτου δεν δεσμεύουν τον αναιρεσίβλητο. Ακολούθως το Εφετείο κρίναν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ως βάσιμο τον μοναδικό λόγο της ανακοπής και ακύρωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης το αναιρεσείοντος.

Με την εκτεθείσα κρίση του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτή επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 10 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής". Εξάλλου, η κρίση του Εφετείου, ότι είναι αδιάφορο για την ενώπιόν του δίκη ποιος τελικά, εκτός από τον αναιρεσίβλητο, μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, έθεσε κατ' απομίμηση τις υπογραφές του, καθώς και οι, προς ενίσχυση της εν λόγω κρίσεως, αναφορές αυτού (Εφετείου) α) στην από 16-4-2003 βεβαίωση γραφολογικής διερεύνησης της δικαστικής γραφολόγου ..., που διενεργήθηκε με εντολή του αναιρεσιβλήτου, β) στην ανεπιτυχή εμπορική δραστηριότητα και γνωστή αφερεγγυότητα του πατέρα του αναιρεσιβλήτου, σε αντίθεση με την επιτυχή εμπορική δραστηριότητα και εμπορική πίστη του ίδιου (αναιρεσιβλήτου), γ) στην γνώση από τον αναιρεσείοντα της κακής οικονομικής κατάστασης και αφερεγγυότητας του πατέρα του αναιρεσιβλήτου και δ) στις οχλήσεις του αναιρεσείοντα προς τον αναιρεσίβλητο για καταβολή του ποσού των επίδικων επιταγών, ανάγονται στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων και αποτελούν στηρίγματα και επιχειρήματα ενισχυτικά του αποδεικτικού συλλογισμού του, ο οποίος διατυπώνεται με σαφήνεια.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ. θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 3/1997) και όχι τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οι αλυσιτελείς ή επουσιώδεις ισχυρισμοί και αιτήματα για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ή για αναβολή της συζητήσεως μέχρι την περάτωση συναφών ποινικών δικών, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αφού η κατά το άρθρο 250 ΚΠολΔικ αναστολή της δίκης και η κατά το άρθρο 368 παρ.1 ιδίου Κώδικα διάταξη πραγματογνωμοσύνης ανήκουν στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και άρα η σχετική κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη τα αιτήματα του αναιρεσείοντος α) για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προς διακρίβωση της πλαστότητας της υπογραφής του αναιρεσιβλήτου στις επίμαχης με αριθ. ... και ... επιταγές της Εθνικής Τράπεζας και β) για αναβολή έκδοσης απόφασης επί της προκείμενης δίκης εωσότου περατωθεί συναφής ποινική δίκη, είναι απαράδεκτος.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η υπογραφή του αναιρεσιβλήτου, ως οπισθογράφου, επί των επιταγών, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είναι πλαστή και τέθηκε χωρίς γνώση, συναίνεση ή εκ των υστέρων έγκρισή του, είναι δε αδιάφορο για την ενώπιόν του δίκη ποιός τελικά, εκτός αυτού (αναιρεσιβλήτου), μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, έθεσε κατ' απομίμηση την υπογραφή του στις επιταγές αυτές, οι οποίες ως εκ τούτου δεν τον δεσμεύουν. Επομένως, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔικ. αιτίαση, ότι δηλαδή δέχθηκε παρά τον νόμο ότι ενδεχομένως την υπογραφή του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) στις παραπάνω επιταγές έθεσε ο εκδότης τούτων Μ1, (πατέρας του), χωρίς να έχει προταθεί τέτοιος ισχυρισμός, είναι αβάσιμος, αφενός μεν, διότι δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή του Εφετείου, αφετέρου δε, διότι πρόκειται για ισχυρισμό επουσιώδη. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 6348/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ