Supreme Court dismisses appeal due to vague reasoning in lower court judgment regarding procedural rights.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued the lower court failed to clearly state its factual assumptions regarding the defendants' procedural rights. The court held that without specific references to the lower court's premises in the appeal, the Supreme Court cannot determine which facts constitute the alleged error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(b) and 577(1), 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review vague or insufficiently reasoned appeals because it must identify the specific factual premises of the lower court to assess the alleged error.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1693 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1693/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Ιωάννη Σίδερη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ευάγγελου Χαλά του Ιωάννη, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Χαρακτινιώτη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Χ1, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και 2. Χ2. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Κλειτσάκης δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος (Χ1) απεβίωσε στις 1-8-2005 και κληρονομήθηκε από: α) την σύζυγό του Χ2 (2η αναιρεσίβλητη) και β) τα τέκνα του: 1. Χ3 και 2. Χ4, οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Η Χ3 και η Χ4 εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κλειτσάκη και η Άννα Μπούτου παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-2-1997 αγωγή του αρχικού διαδίκου και ήδη αποβιώσαντος Χ1 και της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης Χ2, και την από 7-5-1997 προσεπίκληση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 444/1997 του ίδιου Δικαστηρίου το οποίο παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου λόγω αρμοδιότητας, 62/1999 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και 745/2001 προδικαστική, 54/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Σίδερης ανέγνωσε την από 1-3-2007 έκθεσή του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Ιωαννίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I). 'Οπως προκύπτει από την με αριθ. ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Χαλανδρίου Αττικής, ο πρώτος αναιρεσίβλητος Χ1 απεβίωσε την 1.8.2005, ήτοι μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως (στις 25-7-2005), οι δε μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Χ2, Χ3 και Χ4 γνωστοποίησαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου το ως άνω γεγονός με δήλωσή τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του παρόντος δικαστηρίου, ενώ, περαιτέρω, δήλωσαν ότι επαναλαμβάνουν τη διακοπείσα λόγω του θανάτου δίκη (άρθρα 286 περ. α`, 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ). Επομένως, νομίμως συνεχίζεται η δίκη μεταξύ των ανωτέρω και του αναιρεσείοντος.
II). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής εννοίας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς και όχι όταν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Ως διδάγματα δε της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.
Για το ορισμένο του ως άνω λόγου πρέπει να εκτίθενται ποία είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το Εφετείο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε, στους κανόνες των άρθρων 974 και 1045 του Α.Κ., καθ' όσον με την προσβαλλομένη απόφασή του δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα στο επίδικο ακίνητο, με την επί εικοσαετία νομή του (έκτακτη χρησικτησία).
Με το περιεχόμενο όμως αυτό, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 εδ.β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποία συγκεκριμένα διδάγματα κοινής πείρας παραβιάσθηκαν.
ΙΙΙ). Aπό τη διάταξη του άρθρου 270 παράγραφος 2 εδάφιο γ' προκύπτει, ότι η ένορκη βεβαίωση που δίδεται για συγκεκριμένη δίκη χωρίς προηγούμενη κλήτευση και χωρίς παράσταση του αντιδίκου είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 762/12.10.1999 ένορκη βεβαίωση, που επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων - εναγόμενος, η οποία λήφθηκε χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από τη διάταξη, που προπαρατέθηκε, κλήτευση των αντιδίκων του. Επομένως, επιτρεπτά κατά νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την μη ως άνω ένορκη βεβαίωση και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμησή του, εκ του άρθρου 559 αριθ.11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
IV). Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του καθενός στα αποδεικτέα θέματα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τον αριθ.11 περ.γ' αρθρ. 559 ΚΠολΔ., ότι το Εφετείο, καταλήγοντας στην κρίση περί απόρριψης της έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί την διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, δεν έλαβε υπόψη του τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα:
α) την υπ' αριθ. 4589/1995 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου και την διαλαμβανομένη σ' αυτή, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, εξώδικη ομολογία του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Χ1, β) την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσείοντος - εναγομένου ....., γ) τις με αριθμούς ..... και ..... αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος .....
και ....., ο οποίες είχαν ληφθεί νομίμως και μετά την προηγουμένη εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του αναιρεσείοντος, και δ) τις με αριθμό ..... και ..... αντίστοιχα, ένορκες βεβαιώσεις των ..... και ....., οι οποίες είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης μεταξύ των διαδίκων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση του όλου περιερχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και όλα τα παραπάνω έγγραφα που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αναίρεσης, από τα οποία μάλιστα τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, καθώς και την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μνημόνευσε ρητά.
V). O εκ του αριθ. 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν δημιουργείται αν εξαιτίας της μη υπάρξεως διατάξεως που να προσδίδει ορισμένη αποδεικτική δύναμη σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, το δικαστήριο εκτιμώντας αυτό ελεύθερα, σύμφωνα με το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., του αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα και σημασία κατά την ανέλεγκτη κρίση του. Κατά συνέπεια, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της προσδόσεως μεγαλύτερης αποδεικτικής βαρύτητας στην διαλαμβανομένη, στα με αριθμό 437/1973 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, κατάθεση του μάρτυρα ....., η οποία αποδυναμώνει την κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου - αναιρεσείοντος ....., καθώς και τις προσκομισθείσες απ' αυτόν ένορκες βεβαιώσεις των ..... και ..... που ήταν επαρκείς, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τόσο η κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, όσο και οι ένορκες βεβαιώσεις των λοιπών εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο.
VI). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 περίπτ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Υπό τον όρο πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων ή και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της τον προταθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί εξωδίκου ομολογίας του πρώτου αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος που περιέχεται στο υπ' αριθ, 4589/1995 πρακτικό της ταυτάριθμης αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κορίνθου, κατά την συνεδρίαση του οποίου αυτός απολογούμενος δήλωσε ότι δεν έχει κάνει πράξεις νομής. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περιπτ. β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατά τα προεκτεθέντα, γιατί πρόκειται για επίκληση έγγραφης εξώδικης ομολογίας, δηλαδή αποδεικτικού μέσου. Οι λοιπές πλημμέλειες που αναφέρονται στον ίδιο αναιρετικό λόγο, κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 558 αριθ. 8 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι αφορούν επιχειρήματα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ως προς την έλλειψη πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από του ενάγοντες αναιρεσιβλήτους.
VII). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι στον λόγο αναιρέσεως πρέπει να εκτίθεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιον από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος και κατά συνέπεια παραδεκτός ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός των άλλων, να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εφόσον το δικαστήριο εξήτασε την ουσία της υποθέσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στην πλημμέλεια που συγκροτεί τον λόγο αυτόν της αναιρέσεως.
Διαφορετικά είναι απολύτως ανέφικτος ο ζητούμενος αναιρετικός έλεγχος. Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαραδέκτου (άρθρο 577 παρ. 1,2 Κ.Πολ.Δ.) δεν μπορεί, όπως άλλωστε και κάθε αοριστία οιουδήποτε εισαγωγικού δίκης δικογράφου, να αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός του αναιρετηρίου, ούτε ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προσβάλλεται με την αναίρεση, διότι εκτός των άλλων ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν το αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μην το συνιστούν και να απορριφθεί για τον λόγο αυτόν η αναίρεση, ενώ εάν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α, διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβασης του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Γι` αυτό, τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δεν δυσχεραίνουν, αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής.
Εν προκειμένω, με το έκτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, ότι η προσβαλλομένη απόφαση περιλαμβάνει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες στα, ειδικότερα, στο λόγο αυτό διαλαμβανόμενα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς όμως να αναφέρονται στον ίδιο με πληρότητα και σαφήνεια οι παραδοχές του Εφετείου, ως θεμελιωτικές της κρίσεώς του, για την απόρριψη της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων και την παραδοχή της διεκδικητικής αγωγής τους, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.7.2005 αίτηση του αναιρεσείοντος Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 54/2005 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 2008.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 25 Σεπτεμβρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ