Legislator Case Law & Legislation
1693/2007 AI generated

1693/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1693/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1889/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 18/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως προς όλους τους λόγους της.

Legislator headnote

AI generated

1693/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): έχει υποκύψει σε πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.11 του ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της εναγομένης... καθόσον από το τέλος του έτους 1997 (31 Δεκεμβρίου), που γεννήθηκε και η τελευταία των ως άνω αξιώσεων του από την πάγια αντιμισθία του και ήταν δικαστικά επιδιώξιμες, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 11-6-2003, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας.

Keywords

AI generated
dismissal or termination of contract termination date retaliatory dismissal voluntary withdrawal waiver of wage claims termination of benefits
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1693 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1693/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ......., επίτιμου Δικηγόρου, κατοίκου ....... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Θεοδώρα Καραμπέτσου-Μιχαηλίδη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Κυπριακής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "PETROLINA LTD", που εδρεύει στη Λάρνακα Κύπρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2........, υπό την ιδιότητα του νόμιμου εκπροσώπου και διευθύνοντα συμβούλου της πρώτης εναγομένης και ατομικά, κατοίκου ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Χρυσώτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/6/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 59/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1889/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31/3/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 18/5/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως προς όλους τους λόγους της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ που ορίζει ότι η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι για την επέλευση του διακοπτικού της παραγραφής αποτελέσματος αρκεί οποιαδήποτε συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι ο πρώτος ευρισκόμενος σε πλήρη επίγνωση της αξιώσεως του δευτέρου, θεωρεί αυτή υφιστάμενη.

Εξάλλου η μεταβίβασή προς τρίτον συνολικά της μετ΄ άλλου υφισταμένης ενοχικής σχέσης, όπως είναι και η μετά δικηγόρου σύμβαση έμμισθης εντολής, συντελείται, μη υφιστάμενης ειδικής ρύθμισης στον ΑΚ, με συνδυασμό συμβάσεως εκχωρήσεως (455 επ. ΑΚ) και συμβάσεως στερητικής αναδοχής χρέους (471 επ. ΑΚ), με τις οποίες μεταβιβάζονται στον τρίτο τα εκ της μεταβιβαζόμενης ενοχικής σχέσης δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αντίστοιχα.

Η μεταβίβαση όμως αυτή από μόνη της δεν ενέχει και την έννοια της αναγνωρίσεως από τον τρίτο ως υφισταμένων των μεταβιβαζομένων υποχρεώσεων οι οποίες μεταβαίνουν σ'αυτόν με όλα τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που είχαν και ως προς τις οποίες ο τελευταίος έχει όλες τις ενστάσεις του παλαιού οφειλέτη κατά του δανειστή.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του μεταξύ άλλων τα εξής: "Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει της από 4-3-1998 συμβάσεως "ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ-ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΜΜΙΣΘΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ", η εναγομένη ως υποκατασταθείσα στη θέση της προμνημονευθείσας αρχικής εντολέως του, του οφείλει ως αμοιβή από 15-7-1993 έως 31-10-1997, το ποσό των 21.775 ευρώ, καθόσον κατά την άνω χρονική περίοδο ελάμβανε πάγια αντιμισθία που υπολειπόταν των κατωτάτων νομίμων ορίων αυτής. 'Όμως η ενλόγω αξίωση του ενάγοντος...

έχει υποκύψει σε πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 περ.11 του ΑΚ, κατά τον βάσιμο περί τούτου ισχυρισμό της εναγομένης... καθόσον από το τέλος του έτους 1997 (31 Δεκεμβρίου), που γεννήθηκε και η τελευταία των ως άνω αξιώσεων του από την πάγια αντιμισθία του και ήταν δικαστικά επιδιώξιμες, μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 11-6-2003, παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας.

Βέβαια ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η αξίωση του δεν έχει παραγραφεί διότι στις 4-3-1998 που υπεγράφη η προαναφερθείσα σύμβαση ανανέωσης -μεταβίβασης έμμισθης εντολής, διεκόπη κατ΄ άρθρο 260 ΑΚ, η μη συμπληρωθείσα κατ΄ εκείνον τον χρόνο παραγραφή, και έκτοτε άρχισε νέα εικοσαετής παραγραφή. 'Όμως κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της ως άνω σύμβασης.

Αντιθέτως, από τη διαλαμβανόμενη στην εν λόγω σύμβαση, ρητή και ανεπιφύλακτη χειρόγραφη δήλωση του ενάγοντος- την οποία σημειωτέον έχει αφαιρέσει από το παρατιθέμενο στην αγωγή του, κείμενο της από 4-3-1998 σύμβασης- ότι "μέχρι και της 1-3-1998 είχε εξοφληθεί και δεν διατηρεί ή έχει απαιτήσεις κατά της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ", με ενάργεια προκύπτει, ότι μέχρι την 1-3-1998, κάθε απαίτηση του ενάγοντος από τη σύμβαση έμμισθης εντολής έχει πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί.

Επομένως, εφόσον δεν υφίστατο τότε οποιαδήποτε απαίτησή του δεν ήτο δυνατό και να μεταβιβαστεί με την εν λόγω σύμβαση. Αναγνώριση δε τέτοιας οφειλής - ανυπάρκτου άλλωστε-καθοιονδήποτε τρόπο από τους εναγομένους, από κανένα απολύτως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε". Με όσα παραπάνω δέχθηκε το Εφετείο, αναφορικά με το αβάσιμο της επί του άρθρου 260 ΑΚ θεμελιούμενης αντένστασης του αναιρεσείοντος περί διακοπής της παραγραφής των αναφερομένων αξιώσεων του, εφάρμοσε σωστά και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ, ούτε τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 ΑΚ) σε σχέση με τον όρο 2 της αναφερόμενης σύμβασης "ανανέωσης-μεταβίβασης έμμισθης εντολής", που έχει ως περιεχόμενο "τα μέρη συμφωνούν να περιέλθει από 01.03.1998 και έκτοτε στα εκ της παραπάνω σύμβασης δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της Ελληνικής ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, η Κυπριακή PETROLINA LTD", σε ερμηνεία του οποίου δεν κατέφυγε, ούτε διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας σ' αυτόν και παρέλειψε να καταφύγει στους εν λόγω ερμηνευτικούς κανόνες, ενώ εξάλλου με τις άνω παραδοχές του δεν παραμόρφωσε το παραπάνω περιεχόμενό του, ούτε τέλος παραβίασε την μη έχουσα εφαρμογή για τη θεμελίωση της άνω αντένστασης, διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ.

Διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων. Εξάλλου έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος όλα τα επιμέρους στοιχεία που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε προς θεμελίωση του άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του, ως προς τα οποία, ως θεμελιωτικά "πράγματος" και όχι αίτησης η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά από τον αρ.8 και όχι και από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρη του με τα οποία υπό την επίκληση αιτιάσεων από τους αρ. 1, 8, 9, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ υποστηρίζονται τα εναντία είναι απορριπτέος κατά μεν την εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ αιτίαση ως απαράδεκτος και κατά τις λοιπές αιτιάσεις ως αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το όγδοο μέρος του με τον οποίο βάλλεται η προσβαλλομένη για πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.1, 10 και 11 ΚΠολΔ με το να μη απορρίψει ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης των περί παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντος για το διάστημα από 15-7-93 έως 31-10-97, ένσταση των αναιρεσιβλήτων, αφού δι'αυτής δεν αναφέρονταν οι συγκεκριμένες ημερομηνίες έναρξης της πενταετούς παραγραφής για κάθε μία απαίτηση του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος δεδομένου ότι η σχετική πλημμέλεια δεν θεμελιώνει τον εκ των άρ. 1,10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αλλά εκείνον εκ του αρ.14 του ίδιου άρθρου.

Αλλά και στη περίπτωση που θεωρηθεί ότι αληθώς προβάλλεται αιτίαση εκ του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ΄ άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι προβλήθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμός περί αοριστίας της άνω ένστασης των αναιρεσιβλήτων.

Περαιτέρω ο άνω λόγος κατά το τέταρτο, πέμπτο, έκτο και ένατο μέρη του δια των οποίων πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την επάλληλη αιτιολογία αυτής ότι κάθε απαίτηση του αναιρεσείοντος από τη σύμβαση έμμισθης εντολής μέχρι την 1-3-1998 έχει πλήρως και ολοσχερώς εξοφληθεί, με αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ.1, 8, 11,19 και 20 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής ενόψει της βασικής αιτιολογίας της απόφασης (παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος) η οποία κατά τα ανωτέρω δεν πλήττεται επιτυχώς και η οποία στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της.

Εξάλλου ο άνω λόγος κατά το έβδομο μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη άφησε αδίκαστο τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος υποπίπτοντας στις εκ του άρθρου 559 αρ.8 και 9 ΚΠολΔ πλημμέλειες, περαιτέρω δεν ότι αναφέρθηκε επιλεκτικά σε συγκεκριμένη περικοπή της με αριθμ. 1036/2003 ένορκης βεβαίωσης του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, και έτσι δεν έλαβε υπόψη το άνω έγγραφο ως προς όλο το περιεχόμενό του, το οποίο δια του τρόπου αυτού και παραμόρφωσε, υποπίπτοντας έτσι στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.11 και 20 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο το μεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος τον οποίο και απέρριψε, το δε έλαβε υπόψη ως έγγραφο την άνω ένορκη βεβαίωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου καθ' όλο το περιεχόμενο αυτής το οποίο συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Τέλος ο άνω λόγος κατά το δέκατο μέρος αυτού δια του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, γιατί δεν απέρριψε ως καταχρηστικώς ασκηθείσα την περί παραγραφής των άνω αξιώσεων του αναιρεσείοντος ένσταση των αναιρεσιβλήτων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατ΄ άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο Εφετείο.

Το Εφετείο δέχθηκε περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του και τα εξής: "Ο ενάγων, δικηγόρος Αθηνών, στον Άρειο Πάγο, στις 15-7-1993, με την ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ" - της οποίας αποκλειστική μέτοχος είναι η εναγομένη Κυπριακή ετερόρρυθμη εταιρεία - συνήψε σύμβαση έμμισθης εντολής, έναντι μηνιαίας πάγιας αντιμισθίας 150.000 δραχμών, και υπό την ιδιότητα του αυτή πρόσφερε κατά τα συμφωνηθέντα, τις υπηρεσίες της στην ανωτέρω εντολέα του.

Στις 29-10-1997 μεταξύ της τελευταίας και της ανώνυμης εταιρείας "ΕΚΟ-ΕΛΔΑ Ανώνυμη Βιομηχανική και εμπορική Εταιρείας Πετρελαιοειδών", υπεγράφη σύμβαση πωλήσεως των μετοχών της πρώτης στη δεύτερη, και στις 5-3-1998 ολοκληρώθηκε η εν λόγω μεταβίβαση δια της υπογραφής αυθημερόν μεταξύ των μερών, της σχετικής Συμφωνίας Τροποποίησης και ολοκλήρωσης της από 29-10-1997 Συμβάσεως Πωλήσεως Μετοχών".

Έκτοτε, κατόπιν συγχωνεύσεως, με εξαγορά, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69-78 του ν. 2190/2920 και 1-5 του ν. 2166/199, ο έλεγχος της ανωτέρω εντολέως του ενάγοντος ("ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ"), περιήλθε στο ΕΚΟ -ΕΛΔΑ (αριθμ. 29502/1999 Απόφαση Νομάρχη Αθηνών, ΦΕΚ 8781/2-11-1999, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Η πρώτη των εναγομένων, η οποία όπως προαναφέρθηκε ήταν αποκλειστική μέτοχος, κάτοχος δηλαδή του συνόλου (100%) των μετοχών της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, έκρινε ότι ο ενάγων ως γνώστης των δικαστικών υποθέσεων της ως, άνω μεταβιβασθείσας εταιρείας- που ορισμένες ακόμη εκκρεμούσαν- έπρεπε να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες του σ' αυτήν, εφόσον η αγοράστρια ΕΚΟ -ΕΛΔΑ, δεν ηθέλησε να τον εντάξει στη νομική της υπηρεσία.

Προς τούτο, η ανωτέρω εντολέας του ενάγοντος, η εναγομένη, και ο ενάγων, υπέγραψαν την από 4-3-1998 σύμβαση, υπό τον τίτλο "ΑΝΑΝΕΩΣΗ -ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΜΜΙΣΘΗΣ ΕΝΤΟΛΗΣ (Υποκατάσταση στη θέση του αρχικού εντολέα, ήτοι της Ελληνικής ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, του νέου εντολέα ήτοι της Κυπριακής ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΛΜΔ)", δυνάμει της οποίας, από 1-3-1998 στη θέση της αρχικής ως άνω εντολέως του

ενάγοντος (ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ), ως προβλεπόταν στην από 13-7-1993 σύμβαση έμμισθης εντολής, υποκαταστάθηκε πλήρως η εναγομένη, η οποία πλέον ως νέα εντολέας υποχρεούτο από 2-3-1998 να καταβάλει στον ενάγοντα ως αντιμισθία, το ποσό των 425.000 δραχμών μηνιαίως. Στη ανωτέρω σύμβαση μεταβίβασης έμμισθης εντολής, ο ενάγων σχετικώς με τις αμοιβές του, για τις προς την αρχική εντολέα του υπηρεσίες του μέχρι και την 1-3-1998, ρητώς εδήλωσε, ότι έχει εξοφληθεί, δεν διατηρεί και δεν έχει απαιτήσεις κατ' αυτής (πρώην εντολέως του), ενώ ως προς το αντικείμενο απασχόληση του συμφωνήθηκε ότι "....

Θα συνεχίσει να χειρίζεται μέχρι και τα ανώτατα δικαστήρια ως δικηγόρος, με έμμισθη εντολή της Κυπριακής ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΛΤΔ - Τις δίκες που ήδη εκκρεμούν, επ' ονόματι της Ελληνικής ΠΕΤΡΟΛΑ ΑΕ στα διοικητικά και άλλα δικαστήρια (όπως π.χ. διαφορές από εισφορές φιαλών υγραερίου, από εμπορικά σήματα κ.λ.π.) καθώς και τις διάφορες νομικές υποθέσεις που ενδεχομένως θα προκύπτουν στην Ελλάδα και θα αφορούν την Κυπριακή ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΛΤΔ ή τη μέχρι τώρα δραστηριότητα της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ ..." Περαιτέρω δε, ως προς τις εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, που αφορούσαν το θέμα του φόρου επί των εγγυήσεων των φιαλών, στην προαναφερθείσα από 5-3-1998 "Συμφωνία Τροποποίησης και Ολοκλήρωσης της από 29-10-1997 Συμβάσεως Πωλήσεως Μετοχών", περιελήφθη όρος σύμφωνα με τον οποίο, τις εν λόγω υποθέσεις θα τις χειρίζεται ο ενάγων, δαπάνες όμως της μεταβιβασθείσας ως άνω ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, ενόψει της συμφωνίας τους, ότι επιστροφές φόρων πέραν του ποσού των 25.000.000 δραχμών - που θα παρακρατούσε η ΕΚΟ-ΕΛΔΑ - θα τις απέδιδε στην εναγομένη.

Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι ο ενάγων και η εναγομένη, περί το τέλος Ιανουαρίου 1999, και ενώ εγίνοντο ήδη διαπραγματεύσεις, για την κατάρτιση σύμβαση εργολαβίας δίκης, από κοινού συμφώνησαν να λύσουν την από 15-12-1993 υφισταμένη σύμβαση έμμισθης εντολής, ενόψει του ότι η φύση και ο όγκος, των προ διεκπεραίωση δικαστικών υποθέσεων, δεν δικαιολογούσε πλέον τη διατήρηση νομικού συμβούλου με πάγια αντιμισθία.

Προς τον σκοπό αυτό, της λύσεως δηλαδή συναινετικά της έμμισθης εντολής, ο ενάγων, τον Ιανουάριο του 1999, εγχείρησε στους εναγομένους έγγραφο του, υπό τον τίτλο "Πρόχειρος υπολογισμός των οφειλομένων", συμφωνώντας να εισπράξει τμηματικώς το ποσό των 11.000.000 δραχμών, σε πλήρη εξόφληση πάσης αξιώσεώς του από την μέχρι και τον Ιανουάριο του 1999 σχέση της έμμισθης εντολής, μετά από συμβιβαστικό περιορισμό της, από το ποσό των 15.284.750 δραχμών, σύμφωνα με ιδική του επισημείωση επί του ως άνω εγγράφου του.

Το αρχικό ποσόν των 15.284.750 δραχμών, το οποίο από τον ίδιο τον ενάγοντα υπολογίστηκε σ' αυτό το ύψος, περιελάμβανε μάλιστα -κατ' εκτίμηση του - και έξοδα της περιόδου από 1-3-1998/15-1-1999, ποσού 2.000.000 δραχμών. Εις εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας τους ο ενάγων, έλαβε στις 29-1-1999 το ποσόν των 8.000.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να το εισπράξει εντός του επομένου μηνός Φεβρουαρίου, πράγμα το οποίο όμως η εναγομένη δεν έπραξε, καίτοι προς τούτο από τον ενάγοντα οχλήθηκε, με την από 1-3-9-1999 επιστολή του.

Εν τέλει η εναγομένη, του κατέβαλε στις 22-9-1999 το ποσόν των 2.800.000 δραχμών, με το οποίο και επήλθε ολοσχερής εξόφληση, της προς τον ενάγοντα ως άνω οφειλής της, όπως ο τελευταίος αυθημερόν βεβαιώνει, στο σώμα της προαναφερθείσας - από 13/9/1999 -επιστολής του, αφού προέβη σε έκπτωση ποσού 200.000 δραχμών. Όπως δε προκύπτει από την από 22-9-1999 ανάλυση, των από την εναγομένη καταβληθέντων ως άνω ποσών, 4.252.000 δραχμές αφορούσαν πάγια αντιμισθία από 4-3-1998 έως 4-11-1998, 265.000 δραχμές επίδομα αδείας 1998, 265.000 δραχμές δώρο Πάσχα 1998, και 6.200.000 δραχμές για αποζημίωση, λόγω καταγγελίας της σύμβασης της έμμισθης εντολής.

Ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η έμμισθη εντολή δεν λύθηκε τον Ιανουάριο του 1999, αλλά τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, γεγονός που προκύπτει, τόσο από το περιεχόμενο της αριθμ. 1036/2003 ένορκης βεβαίωσης του δευτέρου των εναγομένων, η οποία έχει δοθεί στο πλαίσιο άλλης παρόμοιας δίκης (αγωγής του ενάγοντος κατά της ΕΚΟ -ΕΛΔΑ), όσα και από τα αριθμ. 33279/2-3-1999 και 33152/4-11-1998 δικαστικά πληρεξούσια, που του είχε χορηγήσει η ΕΚΟ-ΕΛΔΑ, δυνάμει των οποίων πραγματοποίησε, τις υπό στοιχεία 7.2.1 αναφερόμενες στην έφεση του παραστάσεις, ενώπιον του ΣτΕ και του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Τούτο όμως δεν είναι αληθές. Η σύμβαση της από 15-12-1993 έμμισθης εντολής, όπως ανωτέρω εξετέθη, λύθηκε συναινετικά τον Ιανουάριο του 1999. Γι' αυτόν άλλωστε το λόγο ο ενάγων, στο προαναφερόμενο πρόχειρο σημείωμα υπολογισμού των οφειλόμενων, που χορήγησε στους εναγομένους, περιλαμβάνει και κονδύλιο αποζημίωσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, υπολογισθείσα από τον ίδιο τον ενάγοντα μέχρι και τον χρόνο αυτό (Ιανουάριο του 1999).

Αναβίωση της έννομης αυτής σχέσης, καθοιονδήποτε τρόπο, από κανένα αποδεικτικό δεν προέκυψε. Τα ανωτέρω δε δικαστικά πληρεξούσια που ο ενάγων επικαλείται, χορηγήθηκαν από την ΕΚΟ-ΕΛΔΑ στον ενάγοντα προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή εκκρεμών δικών στο όνομα της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, μετά την εξαγορά της από την ΕΚΟ-ΕΛΔΑ, καθόσον οι συγκεκριμένες δίκες, θα διεξάγονταν μεν για λογαριασμό της ως άνω αρχικής εντολέως του ενάγοντος, πλην όμως προς όφελος των πωλητών, οι οποίοι και βαρύνονταν με τις αντίστοιχες δικαστικές δαπάνες, σύμφωνα με σχετικό, όρο της από 5-3-1998 συμφωνίας ολοκλήρωσης της πωλήσεως των μετοχών.

Αλλά ανεξαρτήτως τούτων ο ενάγων, για τις δικαστικές ενέργειες που διεξήγαγε με βάση και τα ανωτέρω πληρεξούσια, έχει λάβει αμοιβή από την ΕΚΟ-ΕΛΔΑ, με πραγματική όμως χρέωση των εναγομένων, ύψους 1.430.000 δραχμών, για την οποία μάλιστα χορήγησε, και την αριθμ. ....... Διπλότυπη Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών. Ειδικότερα η ανωτέρω αμοιβή αφορούσε, κατά τη δήλωση του ιδίου του ενάγοντος:

α) πέντε παραστάσεις του ενώπιον του ΣτΕ την 31-3-1999, επί αιτήσεων αναιρέσεων του Ελληνικού Δημοσίου (5X150.000=750.000) β) μία παράσταση ενώπιον του ΣτΕ στις 2-6-1999, επί αιτήσεως αναιρέσεως της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ (200.000) δραχμές γ) τρείς παραστάσεις στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών την 23-3-1999 και 9-12-1999 (70.000 + 40.000 + 40.000) και δ) έξοδα 330.000 δραχμές.

Σχετικά δε με την περικοπή της αριθμ. 1036/2003 ένορκης βεβαίωσης του δευτέρου των εναγομένων, σύμφωνα με την οποία "... Από τις 5-3-1998 και μετά η Κυπριακή "ΡΕTROLINA ltd, είχε σύμβαση πάγιας αντιμισθίας με τον ......., η οποία διεκόπη με ολοσχερή εξόφληση του, το Σεπτέμβριοτου 1999", πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφορά αυτήγίνεται, για την εν γένει σχέση ενάγοντος ως εντολοδόχου δικηγόρου και εναγομένης ως εντολέα του μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1999, και όχι προκειμένου να προσδιοριστεί ή να χαρακτηριστεί από το δεύτερο των εναγομένων η φύση και η μορφή της έννομης σχέσης που συνέδεε τον ενάγοντα και την πρώτη των εναγομένων.

Άλλωστε, ως μη νομικός ο δεύτερος των εναγομένων, δεν μπορούσε να κάνει τη διάκριση μεταξύ της σχέση της έμμισθης εντολής, με εκείνη της απλής εντολής ή της εργολαβίας δίκης. Περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου τούτου περί λύσεως της έμμισθης εντολής τον Ιανουάριο του 1999, ενισχύεται και από το περιεχόμενο της από 30-6-1999 "σύμβασης εργολαβίας δίκης - εντολή και εξουσιοδότηση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών", που καταρτίστηκε μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης, λόγω λήξης ως άνω της έμμισθης εντολής, στην οποία αναφέρεται, ότι η εναγομένη θα επιβαρύνεται με τα ονομαστικά ποσά των γραμματίων, για τις παραστάσεις του ενάγοντος, κατά τη συζήτηση των εκκρεμών ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων υποθέσεων από 1-1-1999 και εντεύθεν.

Αν δεν είχε λήξει, ως άνω, η σύμβαση της έμμισθης εντολής τον Ιανουάριο, δεν θα διελαμβάνετο στη προαναφερθείσα σύμβαση εργολαβίας δίκης ο εν λόγω όρος, καθόσον δεν είναι δυνατό, . ταυτοχρόνως να ισχύει, και η τελευταία σύμβαση και η σύμβαση έμμισθης εντολής. Άλλωστε στην παράγραφο 7 της ως άνω σύμβασης εργολαβίας δίκης, αναφέρεται ότι αυτή ισχύει αναδρομικά, δηλαδή από 1-1-1999.

Τα όσα περί του αντιθέτου ο ενάγων υποστηρίζει, με το δεύτερο λόγο της έφεσης του, ότι δηλαδή η σύμβαση της έμμισθης εντολής έληξε το Οκτώβριο του 1999, και όχι τον Ιανουάριο του ίδιου έτους είναι απορριπτέα". Ενόψει των άνω παραδοχών ο δεύτερος λόγος αναίρεσης α) κατά το πρώτο μέρος του δια του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες (559 αρ.19 ΚΠολΔ) ως προς το χρόνο λήξης της από 15-12-1993 σύμβασης έμμισθης εντολής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

β) Κατά το δεύτερο μέρος αυτού δια του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα αληθινά χωρίς απόδειξη με το να δεχθεί ότι η από 15-12-1993 σύμβαση πάγιας αντιμισθίας του αναιρεσείοντος διήρκεσε μέχρι και τον Ιανουάριο 1999 και ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της παρ.7 της τρίτης κατά σειρά εργολαβίας δίκης και της άνω ένορκης βεβαίωσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου (55 αρ.10 και 20 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

γ) κατά το τρίτο μέρος αυτού δια του οποίου αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ.10 και 19 ΚΠολΔ, γιατί δέχθηκε κατά πλάνη ότι "ο ενάγων και η εναγομένη περί το τέλος Ιανουαρίου 1999 και ενώ εγένετο ήδη διαπραγματεύσεις για την κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης από κοινού συμφώνησαν να λύσουν την από 15-12-1993 υφιστάμενη σύμβαση έμμισθης εντολής, η οποία όμως δεν ήταν υφισταμένη τον Ιανουάριο 1999", είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος, δ) Κατά το τέταρτο μέρος του ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε εσφαλμένα και χωρίς αποδείξεις ότι του καταβλήθηκε αποζημίωση 6.200.000 λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής μέχρι τον Ιανουάριο 1999 ενώ αυτή ήταν η οφειλόμενη αποζημίωση λόγω λήξης της προηγούμενης από 15-12-1993 σύμβασης (559 αρ.10 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και επί εσφαλμένης προϋποθέσεως ερειδόμενος.

ε) Κατά το πέμπτο μέρος του με το οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη με το να δεχθεί ότι η σύμβαση της από 15-12-1993 έμμισθης εντολής λύθηκε συναινετικά τον Ιανουάριο του 1999, χωρίς να εφαρμόσει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (173, 200 και 873 εδ.β' ΑΚ), δεν αξιολόγησε σωστά τις προσαχθείσες αποδείξεις (προσαχθέντα πληρεξούσια, 1036/2003 ένορκη βεβαίωση-ομολογία του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, γενόμενες (14) δίκες στις οποίες παραστάθηκε ο αναιρεσείων ως πληρεξούσιος δικηγόρος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι υπό την επίκληση των ασχέτων για το συγκεκριμένο λόγο διατάξεων του άρθρου 559 αρ.8, 10, 11 και 20 ΚΠολΔ, πλήττει την περί πραγμάτων αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου (561 παρ.1 ΚΠολΔ), στ) Κατά το έκτο μέρος του ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη απαγορευμένο εκ του νόμου αποδεικτικό μέσο ήτοι έγγραφο του αναιρεσείοντος υπό τον τίτλο "Πρόχειρος υπολογισμός των οφειλομένων" του οποίου αυτός αμφισβήτησε την γνησιότητα ως προς την επ' αυτού ημερομηνία (22-9-1999) και την παραπλεύρως υπογραφή του, (559 αρ.11 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον πέραν από το γεγονός, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο αναιρεσείων το εν λόγω έγγραφο είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί και ο ίδιος και δεν αμφισβητεί την γνησιότητα του περιεχομένου του.

Το Εφετείο την κρίση του ότι η παραπάνω σύμβαση έμμισθης εντολής του αναιρεσείοντος λύθηκε συναινετικά τον Ιανουάριο του 1999 δεν θεμελίωσε αποκλειστικά στο άνω έγγραφο αλλά και με άλλα αποδεικτικά μέσα. ζ) Κατά το έβδομο μέρος του δια του οποίου προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη με το να δεχθεί ότι τα αναφερόμενα σ' αυτή πληρεξούσια χορηγήθηκαν από την ΕΚΟ-ΕΛΔΑ προς τον αναιρεσείοντα προκειμένου να διευκολυνθεί η διεξαγωγή εκκρεμών δικών στο όνομα της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, δέχθηκε χωρίς επαρκείς αιτιολογίες γεγονότα ως αληθινά και παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εν λόγω πληρεξουσίων (559 αρ.19 και 20 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, η) κατά το όγδοο έως και δέκατο τέταρτο μέρη αυτού δια των οποίων κατ΄ εκτίμηση πλήττεται η προσβαλλόμενη ότι δι' ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών στα αναφερόμενα σημεία αυτής δέχθηκε ως αποδεδειγμένα πράγματα αναληθή είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως πλήττων την περί πραγμάτων κρίση του ουσιαστικού δικαστηρίου, θ) Τέλος ως προς τα δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο μέρη του διά των οποίων επαναλαμβάνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 1036/2003 ένορκης βεβαίωσης του δεύτερου αναιρεσιβλήτου και ουδόλως απάντησε στο δεύτερο λόγο του αναιρεσείοντα αντίστοιχα (559 αρ.20 και 8 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου το Εφετείο, αναφορικά με τις απαιτήσεις του αναιρεσείοντος από την επικαλούμενη σύμβαση εργολαβίας δίκης, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα εξής: "Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον χρόνο λύσης της ως άνω σύμβασης εγίνοντο διαπραγματεύσεις μεταξύ του ενάγοντος και εναγομένων, για την κατάρτιση σύμβασης εργολαβίας δίκης, η οποία και επιτεύχθηκε στις 30-6-1999, οπότε και υπεγράφη και το σχετικό έγγραφο.

Μεταξύ άλλων, δε με την εν λόγω σύμβαση συμφωνήθηκε, ότι ο ενάγων αποδέχεται να υποστηρίξει ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων, όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις της ΠΕΤΡΟΛΙΝΑ ΑΕ, που αφορούν γενικά την εισφορά εξ 8%, και τόκους υπερημερίας εξ 25% με εργολαβικό αντάλλαγμα σε ποσοστό 20% επί των ποσών, που θα κρίνεται από τελεσίδικες ή αμετάκλητες αποφάσεις ότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, είτε ως εισφορά εξ 8% επί κεφαλαίου για κυκλοφορούσε ή αποσυρθείσες φιάλες, είτε ως τόκους υπερημερίας εξ 25%, ενώ για την περίπτωση της μη επίτευξης ευνοϊκού αποτελέσματος ο ενάγων καμία αμοιβή δεν δικαιούται..

Ότι ο τελευταίος, θα χειριζόταν τις εν λόγω υποθέσεις με δικά του έξοδα, και η εναγομένη θα βαρυνόταν μόνο με τα ονοματικά ποσά των γραμματίων, και τις επ' αυτών κρατήσεις υπέρ του ΔΣΑ, που θα καταβαλλόταν από την εναγομένη, μετά από κάθε συζήτηση, και την υποβολή σ' αυτήν αντιγράφου των αντιστοίχων γραμματίων, και ότι η για την αιτία αυτή συνολική επιβάρυνση της, για όλες τις παραστάσεις από 1-1-1999 και εφεξής, δεν μπορεί να υπερβεί το συνολικό ποσόν των 2.000000 δραχμών.

Όπως έχει ήδη αναφερθεί ο ενάγων μετά τη λήξη, ως άνω, της έμμισθης εντολής, έλαβε στις 22-12-1999 από την ΕΚΟ- ΕΛΔΑ, με χρέωση της εναγομένης, ως αμοιβή για τις παραστάσεις του στα Διοικητικά Δικαστήρια (5 πραστάσεις στο ΣτΕ στις 31-3-1999, 1 στις 2-6-1999 στ ΣτΕ, και 3 στα Δ.Εφετείο Αθηνών στις 23-3-1999 και 8-12-1999) το συνολικό του 1.430.00 δραχμών, εκ των οποίων 330.000 δραχμές αφορούσαν έξοδα.

Επίσης ο ίδιος, για την αυτή αιτία (3 παραστάσεις στις 12-1-2000 στο ΣτΕ) έλαβε από την ΕΚΟ - ΕΛΔΑ στις 14-1-2000 το συνολικό ποσόν του 1.158.420 δραχμών, για το οποίο και εξέδωσε την αριθμ. ....... Διπλότυπη Απόδειξη Παροχής Υπηρεσιών. Βέβαια ο ενάγων ισχυρίζεται, ότι η αμοιβή του που αναφέρεται στην αριθμ. ....... απόδειξη του, αναφέρεται σε δίκες που είχαν προσδιοριστεί και έγιναν πριν την υπογραφή της ως άνω συμβάσεως εργολαβίας, και άρα δεν αμείφθηκε γι' αυτές.

Κάτι τέτοιο όμως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης απόδειξης του ή από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Άλλωστε ο ίδιος, καμία εξήγηση δεν παρέχει για το γεγονός, ότι αξιώνει με την ένδικη αγωγή εργολαβική αμοιβή για υποθέσεις που ξεκινούν από το 1985, ενώ επιλεκτικώς εξαιρεί τις υποθέσεις για τις οποίες εξέδωσε την ανωτέρω απόδειξη.

Όπως δε προβλέπεται στο άρθρο 96 παρ. 2 και 7 του Κώδικα Περί Δικηγόρων, οι διάδικοι στις πολιτικές υποθέσεις και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, είναι υποχρεωμένοι να προκαταβάλλουν στο Ταμείο του Δικηγορικού τους Συλλόγου, το οριζόμενο αντίστοιχο ποσόν δικηγορικής αμοιβής, για κάθε πράξη της προδικασίας και για την παράσταση από την οποία (αμοιβή) ο Δικηγορικός Σύλλογος παρακρατεί ποσοστό 10%.

Ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, δεν καταρτίστηκε, κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, εγκύρως μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων εργολαβία δίκης - από τον Ιανουάριο του 1999 - δυνάμει του από 30-6-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού, καθόσον με το εν λόγω έγγραφο συμφωνήθηκε και εισπράχθηκε από τον ενάγοντα αμοιβή, για τη διεξαγωγή των υποθέσεων, που με το ως άνω εργολαβικό είχε αναλάβει, η οποία (αμοιβή) αντιστοιχούσε σε ποσοστό 90% επί της ονομαστικής αξίας, κάθε εκδιδομένου εκ του Δικηγορικού Συλλόγου γραμματίου.

Μη υφισταμένης συνεπώς εν προκειμένω, εγκύρου εργολαβίας δίκης, δυνάμει του ανωτέρω εργολαβικού, ο ενάγων δεν δικαιούται το αιτούμενο εκ 18.022 ΕΥΡΩ εργολαβικό αντάλλαγμα". Υπό τις παραδοχές αυτές, ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μεν πρώτο μέρος αυτού δια του οποίου, υπό τις επικαλούμενες αιτιάσεις του άρθρου 559 αρ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν καθώς και αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, έτσι δε με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τις άνω απαιτήσεις του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

Κατά το δεύτερο μέρος αυτού δια του οποίου υπό την επίκληση αιτιάσεων εκ του άρθρου 559 αρ.1, 8, 9, 11 και 19 ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για την κρίση της περί της ακυρότητας της σύμβασης εργολαβίας δίκης στηρίχθηκε στις με αρ. ......., ....... αποδείξεις του αναιρεσείοντος τις οποίες πλημμελώς εκτίμησε χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενό τους και έτσι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι πλήττει την περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου.

Κατά δε τα τρίτο και τέταρτο μέρη του δια των οποίων, υπό τις αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ.11, 19 και 20 ΚΠολΔ στη πρώτη περίπτωση και εκ του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ στη δεύτερη περίπτωση, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τα αντιστοίχως αναφερόμενα έγγραφα τα οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, είναι ενόψει της αναφοράς της προσβαλλομένης στα αποδεικτικά μέσα εκ των οποίων συνήγαγε το αποδεικτικό πόρισμά της, αλλά και των εν γένει παραδοχών αυτής, απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από το άρθρο 904 ΑΚ που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτίαση από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας (σύμβασης, αδικοπραξίας κλπ) βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν δεν συντρέχει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού η απαίτηση αυτή προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από την αιτία. Επομένως αν υπόκειται αγωγή με την οποία ζητείται ευθέως ο πλουτισμός του εναγομένου εξαιτίας της ακυρότητας της σύμβασης για να είναι αυτή ορισμένη, πρέπει στο δικόγραφο της να αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 α ΚΠολΔ, τα περιστατικά στα οποία οφείλεται ή τα οποία επέφεραν την ακυρότητα και που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη.

Στη περίπτωση όμως που η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρ. 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα και το ορισμένο της εν λόγω επικουρικής βάσης να γίνεται έστω απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως (Ολ.ΑΠ 22/2003).

Εξάλλου το Εφετείο, ως εκ του μεταβιβαστικού κατ΄ άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της έφεσης, έχει την εξουσία να ερευνήσει το ορισμένο της αγωγής και μπορεί του ενάγοντος παραπονουμένου για απόρριψη αυτής ως μη νόμιμης, να την κρίνει απορριπτέα ως αόριστη, οπότε, μη επιτρεπομένης απλής αντικατάστασης της αιτιολογίας κατ΄ άρθρο 534 ΚΠολΔ, αφού η απόφαση αυτή είναι ευνοϊκότερη για τον εκκαλούντα, εξαφανίζει την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίπτει την αγωγή για τον παραπάνω λόγο.

Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος (τέταρτου λόγου αυτής) παραπονουμένου ότι εσφαλμένως απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής του ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά την εν λόγω βάση της ως αόριστη, επειδή σ' αυτή δεν γίνεται ούτε απλή επίκληση της ακυρότητας των συμβάσεων με βάση τις οποίες αξίωσε ο αναιρεσείων τις ένδικες απαιτήσεις του με την κύρια βάση της αγωγής του.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του στο μέτρο που υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατ΄ αμφότερα τα μέρη του δια των οποίων προβάλλονται περαιτέρω αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ.1, 8, 11, 9 και 20 ΚΠολΔ σε σχέση με την άνω κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.3.2006 αίτηση του ......., για αναίρεση της 1889/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ