Legislator Case Law & Legislation
1692/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of specific grounds and failure to cite relevant case law.

Case Number 1692/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against a First Instance Court decision. The appellants argued that the lower court failed to consider specific documents and witness testimony, but the court found these grounds inadmissible because the documents were not detailed in the appeal and the failure to cite case law does not constitute a valid ground for review. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the state's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are not sufficiently specific regarding the documents or facts relied upon, and if the failure to cite binding case law does not constitute a valid ground for review under the specified provision.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal specific grounds requirement failure to cite case law witness testimony review legal costs allocation Code of Civil Procedure Supreme Court review

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(3) of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of the Joint Ministerial Decision 134423/1992
2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν.
Articles 4(2) and 20(1) of Law 4831/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1692 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1692/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)… 46)… Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπύρο Παυλάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από το Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1474/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 94/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9-2-2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα και ενώπιον του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μπορεί να δοθεί και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων.

Εξάλλου κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω, στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι στην περίπτωση που επισπεύδοντες τη συζήτηση είναι οι αναιρεσείοντες που συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ως προς τους εξ αυτών απολειπόμενους κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας προς τον δικηγόρο, που για λογαριασμό τους επέσπευσε τη συζήτηση, η ως άνω επίσπευση από το δικηγόρο έλαβε χώρα ακύρως και, εφ' όσον δεν προκύπτει άλλοθεν η κλήτευση αυτών, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς τους λοιπούς που εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσίβλητους (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 4/2003, ΟλΑΠ 9/1992, ΑΠ 684/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (25 Απριλίου 2023) της ένδικης από 9.2.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1048/101/10.2.2021 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 94/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι σαράντα έξι (46) συνολικά ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο Δικηγόρο τους Σπύρο Παυλάτο, με δήλωση του τελευταίου ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας προκύπτει ότι: α) η παρασχεθείσα από την 3η αναιρεσείουσα (Π. Μ. ) στον ως άνω δικηγόρο εξουσιοδότηση δεν φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η παρασχεθείσα ως άνω πληρεξουσιότητα να μην είναι νόμιμη και β) καθένας από τους 19η (Κ.

Ε. ), 33ος (Δ. Δ.), 36η (Μ. Χ.) και 39η (Μ. Α. ) αναιρεσείοντες δεν έχει παράσχει πληρεξούσιο ή εξουσιοδότηση στον ίδιο άνω Δικηγόρο Σπύρο Παυλάτο, ώστε αυτός νόμιμα να παρίσταται και για αυτούς και να τους εκπροσωπεί στον Άρειο Πάγο κατά την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, από τη με αριθμό 269Η/2.2.2023 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κ.

Λ. , που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης από 9.2.2021και με αριθμό κατάθεσης 1048/101/2021 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο (δηλαδή την 25.4.2023), καθώς και κλήση προς συζήτηση στη δικάσιμο αυτή επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων νόμιμα και εμπρόθεσμα στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, με παράδοση του οικείου δικογράφου στην εντεταλμένη για την παραλαβή του υπάλληλο Τ.

Ζ. . Παράλληλα, δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου κλήτευση των αναιρεσειόντων να παρασταθούν κατά τη συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης στην ίδια ως άνω δικάσιμο. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη η επίσπευση, που έγινε με τη σχετική εντολή του προαναφερθέντος Δικηγόρου στο Δικαστικό Επιμελητή για επίδοση στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο της ένδικης αίτησης αναίρεσης για λογαριασμό των τρίτης, δέκατης ένατης, τριακοστού τρίτου, τριακοστής έκτης και τριακοστής ένατης αναιρεσειόντων, δεν είναι έγκυρη.

Ως εκ τούτου πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους ως άνω αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς αυτούς. Με την από 9.2.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1048/101/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 94/9.1.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 13.6.2017 και με αριθμό κατάθεσης στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών 547637/502777/2017 έφεσης, την οποία άσκησαν οι ενάγοντες -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά της με αριθμό 1474/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επίσης είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει (στο σύνολό της) ως νομικά αβάσιμη την από 23.10.2010 και με αριθμό κατάθεσης 228361/8325/2010 αγωγή.

Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη, αριθμό 94/9.1.2020, απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 13.6.2017 έφεση, εξαφάνισε την με αριθμό 1474/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το (επιμέρους) κεφάλαιό της με το οποίο είχε απορρίψει ως μη νόμιμη τη θεμελιούμενη στο άρθρο 904 ΑΚ επικουρική βάση της από 23.10.2010 αγωγής και, αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω βάση της αγωγής, την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 10.2.2021 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 9.1.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία (εξάρτηση) εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον τόπο, και το χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές και οδηγίες του εργοδότη (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 918/2017).

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επ' αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύµφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 917/2017, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 933/2015, ΑΠ 126/2015, ΑΠ 885/2014, ΑΠ 1080/2014).

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συνήθως συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και άρθρα 1, 3, 5 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 1664/2007).

Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, εφόσον όμως οι εν λόγω συμβάσεις είχαν συναφθεί πριν από την 17.4.2001 (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006, ΑΠ 918/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17.4.2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (Ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί") ούτε να αποκτήσει σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Συνεπώς, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα του Δημοσίου, για τον οποίο έγινε η πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, το Δημόσιο, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι, δηλαδή, οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των φορέων του Δημόσιου Τομέα, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως, στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 και εφεξής συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του Δημόσιου Τομέα δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 6/2022, ΟλομΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 918/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ. 1 (όπως η παρ. 1 συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 6 Ν. 2956/2001) και 15 εδαφ. α και β του Ν. 2639/1998 ορίσθηκε με την πρώτη ότι ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, σε επιχειρήσεις του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα, σε ΝΠΙΔ, σε πιστοποιημένα ΚΕΚ, σε ΑΕΙ-ΤΕΙ και σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ημεδαπής ή αλλοδαπής, την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό του προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης Ανέργων και ότι η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και με τη δεύτερη ότι ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παραγράφου 1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας άνεργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου και ότι με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου.

Εξάλλου, με το ΠΔ 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο Τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ` αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ` εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Στο άρθρο 2 παρ. 2 του ίδιου ΠΔ (164/2004) ορίζεται ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται:

α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 Ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 § 2 Ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής, ενώ, με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα` στο άρθρο 14 παρ. 2 Ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ. 1 και 2 του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 Ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α` 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Από τις ως άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι οι συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (μαθητείας), ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα του Ελληνικού Δημοσίου, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ` εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 364/2021, 514/2020, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1052/2018).

Εάν δε η απασχόληση από τον οικείο δημόσιο φορέα του προσλαμβανόμενου βάσει των προπαρατιθέμενων διατάξεων σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος του ΟΑΕΔ προς κατάρτιση ή απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργου δεν αποβλέπει κατά κύριο λόγο στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και εξειδίκευση, αλλά στην εκτέλεση παραγωγικού έργου, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν μπορεί κατ` ορθό νομικό χαρακτηρισμό να κριθεί ως έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μη συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την πρόσληψη του μισθωτού, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 364/2021).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ. α` και 908 εδ. α` ΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια" και "Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ` αυτό", συνάγεται ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, υποχρεούται στην απόδοση της ωφελείας, την οποία αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, ανεξαρτήτως της ζημίας του τελευταίου ή της από τον τελευταίο γνώσης της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας αυτού, συνισταμένη (η ωφέλεια) στην αμοιβή, την οποία ο εργοδότης αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του ακύρως απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ` όψιν παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 364/2021, ΑΠ 106/2020,, ΑΠ 795/2020).

Επίσης, ο μισθωτός που διατελεί με τον εργοδότη σε απλή σχέση εργασίας έχει και όσες αξιώσεις παρέχονται σ' αυτόν ευθέως από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4506/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, που κύρωσε την από 26.2.21975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, από τις οποίες προκύπτει ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά και όσοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 918/2017).

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017, ΑΠ 918/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ. 7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές τους συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι που απασχολούνται με άκυρες συμβάσεις εργασίας σε φορείς του Δημόσιου Τομέα συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό τους προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το γεγονός δε αυτό συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική τους μεταχείριση.

Επομένως, οι απασχολούμενοι με άκυρη σύμβαση εργασίας σε φορείς του Δημόσιου Τομέα δεν δικαιούνται τις διαφορές μεταξύ των αποδοχών που ορίζονται στο ν. 3205/2003 και των αποδοχών που έλαβαν ούτε και κατ' εφαρμογή των αρχών της ισονομίας και της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας (ΑΠ 514/2020).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1082/2018). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΑΠ 1501/2021, ΑΠ 1132/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ως αιτιολογικό, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 911/2008). Η διάταξη αυτή, επομένως, τυγχάνει εφαρμογής και όταν με εσφαλμένη εν όλω ή εν μέρει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ'επίκληση από αυτήν διατάξεων που δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη η αγωγή, η οποία, όμως, ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη κατ' εφαρμογή εν όλω ή εν μέρει άλλων διατάξεων, αφού στην περίπτωση αυτή το σφάλμα ανάγεται στη νομική αιτία της προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας το απορριπτικό συμπέρασμα είναι ορθό (ΟλΑΠ 10/2007, ΟλΑΠ 32/2002, ΑΠ 918/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, στην οποία, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ προβαίνει ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο της βασιμότητας ή μη των λόγων της ένδικης αίτησης αναίρεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 23.12.2010 και με αριθμό κατάθεσης 228361/8325/2010 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες (πλην των 3ης, 19ης, 33ου, 36ης και 39ης αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους, όπως ήδη εκτέθηκε η συζήτηση της ένδικης αίτησης κηρύχθηκε απαράδεκτη) εξέθεταν ότι δυνάμει συμφωνητικών συνεργασίας, τα οποία συνήψαν με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το πρώτον την 19-3-2007 η 1η, την 17-4-2007 η 2η , την 2-3-2007 η 4η και η 17η, την 29-1-2007 η 5η, η 6η και η 7η, την 16-2-2007 η 8η και η 9η, την 14-2-2007 η 10η, την 4-5-2007 η 11η, την 2-4-2007 η 12η και η 14η, την 1-3-2007 η 13η, η 16η, η 20η, η 24η, η 43η και η 45°, την 5-3-2007 η 15η και ο 23ος, την 21-1-2009 η 18η , την 14-5-2007 η 22η και η 38η, την 12-3-2007 η 21η, την 1-3-2007 η 24η, την 22-5-2007 η 25η, την 7-3-2007 η 27η, την 21-5-2007 η 28η, η 30° και ο 37ος, την 12-3-2007 ο 29ος και ο 31ος, την 16-4-2007 ο 32ος, την 6-3-2007 η 34η , την 29-3-2007 η 35η, την 5-3-2007 η 40η και η 41η, την 24- 5-2007 η 42η, την 21-8-2006 η 44η και την 11-4-2007 η 46η , προσλήφθηκαν από αυτό για δοκιμαστική περίοδο δέκα οκτώ (18) μηνών, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία και τοποθετήθηκαν με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου στις αναφερόμενες για τον καθένα τους υπηρεσίες του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, στις οποίες παρείχαν την εργασία τους επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή) με ημερήσιο ωράριο από την 07:30 ώρα μέχρι την 14:45 ώρα, αμειβόμενοι οι μεν ανήκοντες στην κατηγορία ΠΕ και ΤΕ με μικτό ημερομίσθιο 30 ευρώ, οι δε ανήκοντες στην κατηγορία ΔΕ με μικτό ημερομίσθιο 25 ευρώ.

Ότι, αν και η διάρκεια των ως άνω συμφωνητικών συνεργασίας είχε ορισθεί για δέκα οκτώ (18) μήνες, μετά τη λήξη του εν λόγω χρονικού διαστήματος, εξακολούθησαν να παρέχουν την εργασία τους δυνάμει διαδοχικώς παρατεινόμενων και ανανεούμενων συμβάσεων μέχρι και την 4-7-2010 για την 1η, την 1-7-2010 για την 2η, την 8-8-2010 για τους 4η, 15η, 34η και 38η, την 31-8-2010 για την 5η, την 21-9-2010 για την 6η, την 22-12- 2010 για την 7η, την 10-9-2010 για την 8η, 10η, την 9-9-2010 για την 9η, την 16-7-2010 για την 11η, την 1-8-2010 για την 12η, την 25-7-2010 για την 13η, την 18-7-2010 για την 14η, την 27-8-2010 για την 16η και την 20η, την 13-8-2010 για την 17η, την 21-7-2010 για την 18η, την 15-5-2010 για την 21η, την 23-8-2010 για την 22η και τον 26ο, την 22-7-2010 για τον 23°, την 13-7-2010 για την 24η, την 19-7-2010 για την 25η, την 21-6-2010 για την 27η, την 5-8-2010 για την 28η, την 29-6-2010 για τον 29°, την 22-6-2010 για την 30η και τον 32° την 29-7-2010 για τον 31°, την 1-7-2010 για την 35η, την 15-8-2010 για τον 37°, την 2-8-2010 για την 40η, την 8- 7-2010 για την 41η, την 16-8-2010 για την 42η την 4-8-2010 για την 43η, την 31-3-2009 για τον 44°, την 25-8-2010 για την 45η και την 5-7-2010 για την 46η .

Ότι στην πραγματικότητα δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε η σύμβασή τους ήταν σύμβαση μαθητείας, καθότι τελούσαν υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες, υποδείξεις, εντολές και κατευθύνσεις των οριζόμενων στην αγωγή εντεταλμένων οργάνων του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου, απασχολούμενοι στον ίδιο χώρο εργασίας με τους μόνιμους και τακτικούς υπαλλήλους του και παρέχοντας εργασία αντίστοιχη με την εργασία αυτών, με την οποία κάλυπταν μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του αντιδίκου τους.

Ότι, παρά την εκ μέρους τους με κάθε δέοντα τρόπο παροχή εξαρτημένης εργασίας καθ' όλο το αναφερόμενο στην αγωγή για τον καθένα τους χρονικό διάστημα, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο δεν τους κατέβαλε τις πάσης φύσεως αποδοχές (νόμιμες δεδουλευμένες αποδοχές τους), τα επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία κατέβαλλε στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ορισμένου και αορίστου χρόνου και στο με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου (μόνιμο) προσωπικό του σύμφωνα με το ν. 3205/2003, και δεν τους χορήγησε την κατ' έτος προβλεπόμενη ετήσια άδεια αναψυχής με αποδοχές, το κίνητρο παραγωγικότητας και τα έξοδα κίνησης για 22 εργάσιμες ημέρες μηνιαίως.

Ότι εξαιτίας της μη καταβολής των ως άνω νόμιμων αποδοχών τους και της καταβολής μόνο του ημερομισθίου των 30 ευρώ για τους ανήκοντες στις κατηγορίες ΠΕ και ΤΕ ενάγοντες και του ημερομισθίου των 25 ευρώ για τους ανήκοντες στην κατηγορία ΔΕ ενάγοντες, αυτοί δικαιούνται τα ποσά που παραθέτουν για τον καθένα τους στους πίνακες που διαλαμβάνονται στην αγωγή, που αφορούν διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών μηνιαίων αποδοχών, μη καταβληθέντα επιδόματα εορτών και αδείας, μη καταβληθείσες αποδοχές ετήσιας άδειας και αποζημίωση μη ληφθείσας ετήσιας άδειας, τα οποία αυτοί δικαιούνται πρωτίστως σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3205/2003, τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ. 1 εδαφ.

β του Συντάγματος, που καθιερώνουν την ισονομία και την ισότητα στη μισθολογική μεταχείριση και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914, 297 και 298 ΑΚ, και σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επ.

ΑΚ). Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά από εν μέρει περιορισμό του αγωγικού τους αιτήματος, στον οποίο προέβησαν πρωτοδίκως, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση αυτού να τους καταβάλει και τα ακόλουθα επιπλέον χρηματικά ποσά:

Στην 1η 23.496,42 ευρώ, στη 2η 22.182,34 ευρώ, στην 4η 27.087,32 ευρώ, στην 5η 22.063,90 ευρώ, στην 6η 23.518, 72 ευρώ, στην 7η 25.799 ευρώ, στην 8η 28.043,96 ευρώ, στην 9η 28.536,18 ευρώ, στη 10η 20.774,42 ευρώ, στην 11η 19.169,71 ευρώ, στη 12η 27.850.24 ευρώ, στη 13η 22.126,22 ευρώ, στη 14η 21.147,75 ευρώ, στη 15η 19.353,44 ευρώ, στη 16η 26.676,21 ευρώ, στη 17η 27.305,74 ευρώ, στη 18η 3.491,92 ευρώ, στην 20η 19.065,44 ευρώ, στην 21η 17.242,05 ευρώ, στην 22η 21.335,03 ευρώ, στον 23° 21.335,78 ευρώ, στην 24η 27.541,51 ευρώ, στην 25η 21.798,45 ευρώ, στον 26° 18.829,16 ευρώ, στην 27η 20.105,43 ευρώ, στην 28η 23.188,50 ευρώ, στον 29° 20.032,26 ευρώ, στην 30η 25.697,39 ευρώ, στον 31° 21.882 ευρώ, στον 32° 20.194,13 ευρώ, στην 34η 29.471,56 ευρώ, στην 35η 24.348,92 ευρώ, στον 37° 19.047,79 ευρώ, στην 38η 19.062,60 ευρώ, στην 40η 21.741,07 ευρώ, στην 41η 26.755,79 ευρώ, στην 42η 21.177,79 ευρώ, στην 43η 22.445,77 ευρώ, στον 44° 18.857,61 ευρώ, στην 45η 28.183,54 ευρώ και στην 46η 22.799,46 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού παρέθεσε τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 15 του ν. 2639/1998, ανέπτυξε τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν 765/1943, προέβη στη διάκριση μεταξύ της γνήσιας σύμβαση μαθητείας και της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ανέπτυξε την αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ.

β του Συντάγματος, στη συνέχεια έκρινε ότι η έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, επικυρώνοντας έτσι την εκκαλουμένη, με αριθμό 1474/2015, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει ομοίως, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της και ως εκ τούτου απορριπτέα, διότι οι συμβάσεις οι οποίες καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων με τα συμφωνητικά συνεργασίας που υπέγραψαν και οι παρεχόμενες σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με καθεστώς σύμβασης μαθητείας υπηρεσίες των εναγόντων, αποσκοπούσαν, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 239/1998 στην απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης και στη θεωρητική και πρακτική ενημέρωση με το εργασιακό περιβάλλον, συνιστώντας ως εκ τούτου γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, για τις οποίες δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και δεν αποτελούν, σε καμία περίπτωση, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας.

Περαιτέρω, απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η αγωγή ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, αφού οι ενάγοντες -εκκαλούντες είχαν προσληφθεί, όπως αναφέρθηκε, ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας αφενός και αφετέρου δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τις ως άνω αγωγικές βάσεις ως μη νόμιμες, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και επομένως οι σχετικοί λόγοι της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι". Η προσβαλλόμενη απόφαση στη μείζονα σκέψη αυτής περιέχει εσφαλμένες αιτιολογίες ως προς το χαρακτηρισμό των συμφωνητικών συνεργασίας, που συνήψαν οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες με το εναγόμενο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ως γνησίων συμβάσεων μαθητείας, διότι σύμφωνα πάντα με τα ιστορούμενα στην ένδικη αγωγή οι συμβάσεις αυτές είχαν το χαρακτήρα συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, εφόσον η αρχική περίοδος των δέκα οκτώ (18) μηνών, που είχε ορισθεί στο συμφωνητικό συνεργασίας των εναγόντων -αναιρεσειόντων με το εναγόμενο -αναιρεσίβλητο, με συνεχείς ανανεώσεις και παρατάσεις διήρκεσε το μεγαλύτερο χρόνο που παραθέτουν για κάθε ενάγοντα -αναιρεσείοντα και καθ' όλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες παρείχαν την εργασία τους στις υπηρεσίες του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, στις οποίες τοποθετήθηκαν ως διοικητικοί υπάλληλοι, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου -αναιρεσίβλητου, επί καθημερινής βάσης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και με τις ίδιες συνθήκες όπως το λοιπό, μόνιμο και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικό του.

Παρά, όμως, τις προαναφερθείσες πλημμέλειες, η προσβαλλόμενη απόφαση ορθώς απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής. Και τούτο διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ως άνω αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν στοαναιρεσίβλητο με συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο απόκτησης εργασιακής εμπειρίας διάρκειας δέκα οκτώ (18) μηνών, τα οποία καταρτίσθηκαν το πρώτον στις ως άνω παρατιθέμενες για τον καθένα τους ημερομηνίες, που είναι μεταγενέστερες της 17.4.2001 (έναρξη ισχύος του Συντάγματος) και τα οποία, με συνεχείς ανανεώσεις και παρατάσεις, διήρκεσαν μέχρι τις επίσης αναγραφόμενες στην ένδικη αγωγή ημερομηνίες Επομένως, οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ακόμη και εάν με συνεχείς ανανεώσεις και παρατάσεις διήρκεσαν πέραν του δεκαοκταμήνου και μέχρι τη χρονική περίοδο που παρατίθεται για κάθε ενάγοντα στην ένδικη αγωγή, και κατά τη διάρκειά τους οι ενάγοντες -αναιρεσείοντες κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου -αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, εφόσον οι συμβάσεις αυτές, σύμφωνα με τις ημερομηνίες που αναγράφονται στην αγωγή, καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (δηλαδή μετά τις 17.4.2001).

Επιπλέον, οι ένδικες συμβάσεις, που επίσης κατά την ένδικη αγωγή καταρτίσθηκαν και παρατάθηκαν ή ανανεώθηκαν ως συμφωνητικά συνεργασίας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ. 164/2004 και την παρ. 2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του π.δ. 164/2004 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ.

Επομένως, οι ως άνω αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται τις αποδοχές των με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου και των με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπαλλήλων του αναιρεσίβλητου Δημοσίου κατά τους ορισμούς του ν. 3205/2003, καθότι, σύμφωνα με την αγωγή τους, δεν συνδέονταν με το αντίδικό τους με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, με το να απορρίψει την εκτεθείσα κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως νομικά αβάσιμη το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, ούτε παραβίασε τις επικαλούμενες στους πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, (πρώτος λόγος αναίρεσης), τις διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2639/1998 (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (τρίτος λόγος αναίρεσης).

Ως εκ τούτου , οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερευνώνται ενιαία και με τους οποίους αποδίδεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, αναφορικά με την παραβίαση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τη βάση της, που επιχειρείτο να θεμελιωθεί στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεν παραβίασε τις διατάσεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ. β' του Συντάγματος, καθόσον η αρχή αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, γεγονός που δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, καθότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, με βάση τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, οι ως άνω αναιρεσείοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις (συμφωνητικά συνεργασίας) προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, γνωρίζοντας ότι θα απασχολούνταν για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών των υπηρεσιών του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, στις οποίες τοποθετήθηκαν, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της Ανεξάρτητης Αρχής.

Επομένως, ο έκτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται η από το Εφετείο ευθεία παραβίαση των ως άνω άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδαφ. β του Συντάγματος είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, πράγματα κατά την έννοια αυτήν αποτελούν και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Τέλος ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται με πληρότητα στην αγωγή (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 45/2006). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την από το άρθρο 8 περ.

β του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε τον ισχυρισμό που περιέχεται στην αγωγή τους ότι δικαιούνται τα επίδικα κονδύλια με βάση την εξαρτημένη εργασία, την οποία αυτοί παρείχαν κατά τη διάρκεια απασχόλησής τους στο αναιρεσίβλητο και με την οποία κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού.

Όμως, σύμφωνα με το ήδη εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την αυτεπάγγελτη έρευνα της νομιμότητας της αγωγής κατά κυρία αγωγική της βάση, αυτήν δηλαδή με την οποία επιδιωκόταν η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών, επιδομάτων εορτών και αδείας, αποδοχών αδείας και αποζημιώσεων αδείας κατ'εφαρμογή του ν. 3205/2003 και των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, απέρριψε τη συγκεκριμένη αγωγική βάση ως μη νόμιμη.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, στην προκειμένη περίπτωση που το Εφετείο, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, προέβη στον προσήκοντα χαρακτηρισμό της μεταξύ των διαδίκων διαφοράς με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην ένδικη αγωγή, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 περ.

β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος. Περαιτέρω, απαράδεκτα προσάπτεται με τον ίδιο ως άνω τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης και η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με μόνη την επίκληση της τελευταίας αυτής διάταξης, χωρίς την επίκληση αντίστοιχου πραγματικού και των φερομένων ως παραβιασθεισών από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Επομένως, ο ως άνω τέταρτος, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι στο σύνολό του απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο προβλεπόμενος απ` αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας ενός κανόνα δίκαιου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 514/2020, ΑΠ 1085/2018, ΑΠ 737/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι ως άνω αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 περ.

β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια αιτιώμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με τη μη υπαγωγή των ιστορούμενων στην ένδικη αγωγή πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, καθότι δεν προσδιορίζονται τα διδάγματα της κοινής πείρας που φέρονται ότι παραβιάστηκαν από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ούτε αναφέρεται αν αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν μεν αλλά εσφαλμένα.

Επομένως, ο πέμπτος, από τον αριθμό 1 εδαφ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 109/2020).

Με τον έβδομο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις ουσιαστικές της παραδοχές, τις οποίες περιληπτικά παραθέτουν και σύμφωνα με τις οποίες είναι ουσιαστικά αβάσιμη η επικουρική βάση της από 23.12.2010 αγωγής τους καθότι οι συμβάσεις τις οποίες αυτοί είχαν συνάψει με το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ήσαν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, παραβίασε ευθέως και χωρίς αιτιολογία τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975.

Από την επισκόπηση του ως άνω κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ για την έρευνα της βασιμότητας ή μη του ως άνω έβδομου αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των με επίκληση από τους διαδίκους προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο πλαίσιο προγράμματος stage για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών αφενός ο Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ) ως "Υπεύθυνος Φορέας" και οι Δ.Ο.Υ ως ανήκουσες στο εναγόμενο "ως φορείς υλοποίησης" και αφετέρου οι ενάγοντες κατήρτισαν συμφωνητικά συνεργασίας, με τα οποία συμφώνησαν και συναποδέχθηκαν ότι οι τελευταίοι θα αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στις ανωτέρω υπηρεσίες για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα, υπογράφηκαν τα παρακάτω Συμφωνητικά Συνεργασίας: της πρώτης ενάγουσας την 19-3-2007, της δεύτερης ενάγουσας την 17-4-2007, της τρίτης και τεσσαρακοστής δεύτερης των εναγόντων την 24-5-2007, της τέταρτης και της δέκατης έβδομης την 2-3-2007, της πέμπτης, έκτης και έβδομης την 29-1-2007, της όγδοης και ένατης την 16-2-2007, της δέκατης ενάγουσας την 14-2-2007, της ενδέκατης την 4-5-2007, της δωδέκατης και δέκατης τέταρτης την 2-4-2007, της δέκατης τρίτης, δέκατης έκτης, εικοστής, εικοστής τέταρτης, τριακοστής τρίτης, τεσσαρακοστής τρίτης και τεσσαρακοστής πέμπτης την 1-3-2007, της δέκατης πέμπτης και του εικοστού τρίτου την 5-3-2007, της δέκατης όγδοης την 21-1-2009, της δέκατης ένατης την 7-1-2009, της εικοστής δεύτερης και τριακοστής όγδοης την 14-5-2007, της εικοστής πρώτης την 12-3-2007, της εικοστής τέταρτης την 1-3-2007, της εικοστής πέμπτης την 22-5-2007, της εικοστής έβδομης την 7-3-2007, της εικοστής όγδοης, της τριακοστής και του τριακοστού έβδομου την 21-5-2007, του εικοστού ένατου και τριακοστού πρώτου την 12-3-2007, του τριακοστού δεύτερου την 16-4-2007, της τριακοστής τέταρτης την 6-3-2007, της τριακοστής πέμπτης την 29-3-2007, της τριακοστής έκτης την 4-2-2009, της τριακοστής ένατης την 23-5-2007, της τεσσαρακοστής και τεσσαρακοστής πρώτης την 5-3-2007, της τεσσαρακοστής τέταρτης την 21-8-2006 και της τεσσαρακοστής έκτης την 11-4-2007.

Κατά τα διαλαμβανόμενα στα εν λόγω συμφωνητικά, που έχουν ίδιο περιεχόμενο, οι ενάγοντες συμφώνησαν να συμμετέχουν στο επίμαχο πρόγραμμα συνολικής διάρκειας 18 μηνών. αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να το παρακολουθήσουν. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 όλων των συμφωνητικών συνεργασίας, οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την τοποθέτησή τους σε θέση προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, σύμφωνα με το σκοπό του συμφωνητικού συνεργασίας και ανέλαβαν την υποχρέωση να εξασκηθούν με συνέπεια και να επιδείξουν επιμέλεια τόσο στη θεωρητική όσο και στην πρακτική εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, διάρκειας ενός (1) μηνός, όσο και στην τοποθέτησή τους σε συγκεκριμένη θέση, η οποία θα ήταν σχετική με τον τομέα της ειδίκευσής τους, για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας διάρκειας δεκαεπτά (17) μηνών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα συμφωνητικά συνεργασίας και με το φύλλο στοιχείων Ανέργων, όπως και το φύλλο συμπληρωματικών στοιχείων θέσης εργασιακής εμπειρίας (βεβαίωση- δήλωση έναρξης) ενός εκάστου των εναγόντων, όπως και τις υπεύθυνες δηλώσεις του φορέα υλοποίησης, οι ενάγοντες τοποθετήθηκαν στις παρακάτω θέσεις πρακτικής άσκησης: 1) οι εκ των εναγόντων 1η, 3η, 5η, 6η, 7η, 10η, 11η, 14η, 15η, 16η, 18η, 19η, 20η, 21η και 22η σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου κατηγορίας (ΔΕ) για το χρονικό διάστημα από 14-5-2007 έως 14-11-2008 και ειδικότερα, η 1η στη ΔΟΥ Κρωπίας, η 3η στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά Αττικής και στη Γενική Δ/νση Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η 5η, 6η και 7η στο Τελωνείο Λάρισας, η 10η στο Ζ' Τελωνείο Οινοπνευματωδών και Καπνικών Θεσσαλονίκης, η 11η στο Τελωνείο Καστοριάς, η 14η στο Τελωνείο Σερρών, η 15η στη Γενική Δ/νση Τελωνείων και ΕΦΚ του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η 16η στη Δ/νση Προσωπικού ΔΟΥ (Τμήμα ΣΤ') του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η 18η και 19η στο Α' Τελωνείο Πειραιά, η 20η στο Τελωνείο Μεσολογγίου, η 21η στο Τελωνείο Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" Σπάτων και η 22η στο Α' Τελωνείο Θεσσαλονίκης. 2) Ο 23ος ενάγων σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου (ΔΕ) για το χρονικό διάστημα από 5-3-2007 έως 29-9-2008 και ειδικότερα στο Τελωνείο Αμφιλοχίας Αιτωλοακαρνανίας 3) Οι εκ των εναγόντων 25η, 26ος, 27η, 28η και 29ος σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου (ΔΕ) για το χρονικό διάστημα από 14-5-2007 έως 14-11-2008 και ειδικότερα η 25η, 26ος, 27η και 28η στο Ε' Τελωνείο Εισαγωγής Κερατσινίου Αττικής και ο 29ος στο Τελωνείο Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" Σπάτων, 4) οι εκ των εναγόντων 31οςμ 32ος, 33ος, 35η, 36η, 38η, 39η, 42η, 43η και 46η σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου (ΔΕ) και ειδικότερα, ο 31ος στο Τελωνείο Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" Σπάτων, ο 32ος στη ΔΟΥ Αργοστολιού Κεφαλονιάς, ο 33ος στη ΔΟΥ Μυτιλήνης, η 35η και η 39η στο Δ' Τελωνείο Πειραιά Αττικής, η 36η στο Γ' Τελωνείο Πειραιά Αττικής, η 38η στο Δ' Τελωνείο Ελευθέρων Συγκροτημάτων Πειραιά, η 42η στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά, η 43η στη Β' ΔΟΥ Σερρών και η 46η στο Τελωνείο Καβάλας 5) οι εκ των εναγόντων 2η, 13η και 40η σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου, κατηγορίας (ΤΕ) για το χρονικό διάστημα από 28-1-2009 έως 23-8-2010 και ειδικότερα, η 2η στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά Αττικής και στη Γενική Δ/νση Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, η 13η στο Τελωνείο Σερρών και η 40η στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά, 6) οι εκ των εναγόντων 4η, 8η, 9η, 12η, 17η σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου, κατηγορίας (ΠΕ) για το χρονικό διάστημα από 21-1-2009 έως 20-7-2010 και ειδικότερα, η 4η στο Τελωνείο Λάρισας, η 8η και 9η στο Ζ' Τελωνείο Οινοπνευματωδών και Καπνικών Θεσσαλονίκης, η 12η στο Τελωνείο Σερρών και η 17η στη Δ/νση Προσωπικού ΔΟΥ (Τμήμα ΣΤ') του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και 7) οι εκ των εναγόντων 24η, 30η, 34η, 41η, 44ος και 45η σε θέση Διοικητικού Υπαλλήλου (ΠΕ) για το χρονικό διάστημα από 21-1-2009 έως 20-7-2010 και ειδικότερα, η 24η στο Τελωνείο Αγρίνιου Αιτωλοακαρνανίας, η 30η στο Τελωνείο Αερολιμένα "Ελευθέριος Βενιζέλος" Σπάτων και στην Κ.Υ.

Υπουργείου Οικονομίας -Δ/νση Προσωπικού Τελωνείων, η 34η στο Δ' Τελωνείο Πειραιά Αττικής, η 41η στο ΣΤ' Τελωνείο Πειραιά, ο 44ος στο Τελωνείο Καβάλας και η 45η στη Β' ΔΟΥ Σερρών και ΔΟΥ ΚΩ. Μετά τη λήξη των αρχικών συμφωνητικών συνεργασίας παρατάθηκε για όλους τους ενάγοντες η διάρκεια του προγράμματος των 18 μηνών, έως και την: 4-7-2010 για την 1η, 1-7-2010 για τη 2η, 16-6-2010 για την 3η, 8-8-2010 για τους 4η, 15η, 33°, 34η, 38η και 39η, 31-8-2010 για την 5η, 21-9-2010 για την 6η, 22-12-2010 για την 7η, 10-9-2010 για τις 8η και 10η, 9-9-2010 για την 9η, 16-7-2010 για την 11η, 1-8-2010 για τη 12η, 25-7-2010 για τη 13η, 18-7-2010 για την 14η, τη 27-8-2010 για τους 16η και 20η, 13-8-2010 για τη 17η, 21-7-2010 για τη 18η, 5-8-2010 για τη 19η, 15-5-2010 για την 21η, 23-8-2010 για τους 22η και 26°, 22-7-2010 για τον 23°, 13-7-2010 για την 24η, 19-7-2010 για την 25η, 21-6-2010 για την 27η, 5-8-2010 για την 28η, 29-6-2010 για τον 29°, 22-6-2010 για τους 30η και 32°, 29-7-2010 για τον 31°, 1-7-2010 για την 35η, 3-8-2010 για την 36η, 15-8-2010 για τον 37°, 2-8-2010 για την 40η, 8-7-2010 για την 41η, 16-8-2010 για την 42η, 4-8-2010 για την 43η, 31 -3-2009 για τον 44°, 25-8-2010 για την 45η και 5-7-2010 για την 46η.

Ο ΟΑΕΔ ανέλαβε ως "Υπεύθυνος Φορέας" τη λογιστική παρακολούθηση του προγράμματος και την υποχρέωση να καταβάλει στους ενάγοντες για κάθε ημέρα απασχόλησης και συνολικά όχι πλέον των 22 ημερών ανά μήνα : 30 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους πτυχιούχου ΑΕΙ και ΤΕΙ ή ισότιμων τίτλων σπουδών και 25 ευρώ ανά ημέρα μικτά για τους διπλωματούχους των ΙΕΚ και για απόφοιτους ΤΕΛ, ΕΠΑ, ΤΕΕ Β Κύκλου και Λυκείου Γενικής Εκπαίδευσης ή ισότιμων τίτλων σπουδών .

Το ωράριο των εναγόντων δεν θα υπερέβαινε τις επτά (7) ώρες ημερησίως, τις πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα από Δευτέρα έως και Παρασκευή και δεν θα πραγματοποιείτο σε βραδινές ώρες πέραν της 22ης ώρας. Τέλος, ο υπεύθυνος φορέας (ΟΑΕΔ) θα είχε την αποκλειστική ευθύνη για τη διαδικασία παρακολούθησης και ελέγχου εκτέλεσης του προγράμματος μέσω των υπαλλήλων ελεγκτών του και ο "Φορέας Υλοποίησης" (εναγόμενο) υποχρεούτο να συνεργάζεται απολύτως και να παρέχει κάθε δυνατή βοήθεια και ενημέρωση προς τους ως άνω ελεγκτές υπαλλήλους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, με τις προαναφερθείσες ειδικότητες, ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα STAGE και ασκήθηκαν στις υπηρεσίες του φορέα υλοποίησης του προγράμματος (εναγόμενο), τόσο κατά τα αρχικά ως άνω χρονικά διαστήματα, όσο και κατά την προαναφερθείσα παράταση. Για όλο τον προβλεπόμενο χρόνο θεωρητικής και πρακτικής άσκησης ο Υπεύθυνος Φορέας (ΟΑΕΔ) κατέβαλε στους ενάγοντες, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, το ποσό των 25 ή 30 ευρώ για κάθε ημέρα άσκησης.

Εξάλλου, όλοι οι ενάγοντες τηρούσαν ωράριο που δεν υπερέβαινε τις επτά (7) ώρες την ημέρα (σ.σ. ως προς τούτο δεν κρίνεται αξιόπιστη η κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος κατέθεσε ότι αυτοί απασχολούντο από ώρα 7.00 έως 15.00, σε αντίθεση με τους ενάγοντες, οι οποίοι αναφέρουν στην αγωγή τους ότι τηρούσα το ωράριο 7.00 έως 14.45), όπως, άλλωστε, προβλεπόταν από τα συμφωνητικά συνεργασίας στα πλαίσια του προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας STAGE και όχι το ωράριο των μόνιμων υπαλλήλων και απασχολούντο επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή).

Επίσης, ο μισθός όλων όσων συμμετείχαν ως ασκούμενοι στο Πρόγραμμα του ΟΑΕΔ για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καταβαλλόταν απ' ευθείας από τους πόρους του ΟΑΕΔ και όχι από τα κονδύλια του εναγόμενου (φορέα υλοποίησης). Σύμφωνα με τα παραπάνω, η τοποθέτηση των εναγόντων στις προαναφερθείσες θέσεις έγινε με κριτήριο τα προσόντα του κάθε ενάγοντος και δεν αποσκοπούσε στην εκτέλεση παραγωγικού έργου.

Η ως άνω τοποθέτηση αποσκοπούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας των εναγόντων και όχι στην εξυπηρέτηση αναγκών των υπηρεσιών του εναγόμενου, οι οποίες ανάγκες, πάντως, (μόνιμες ή έκτακτες) δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν στο εναγόμενο κατά τα ως άνω χρονικά διαστήματα, τόσο των αρχικών συμφωνητικών όσο και εκείνων που παρέτειναν το πρόγραμμα.

Συνεπώς, κατά την κατάρτιση των επίδικων συμφωνητικών συνεργασίας, το εναγόμενο απέβλεψε στην εκπαίδευση των μαθητευόμενων εναγόντων, γεγονός που οι τελευταίοι γνώριζαν και αποδέχθηκαν. Περαιτέρω, από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων προέκυψε, ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων και δη με βάση τους όρους και τις προϋποθέσεις του επίμαχου προγράμματος, οι ενάγοντες εκπαιδεύθηκαν, πράγματι, στα αντικείμενα που ήταν συναφή με τις γνώσεις και τα τυπικά τους προσόντα, απασχολούμενοι στις προαναφερθείσες θέσεις και η εργασία που παρείχαν δεν έγινε με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσής τους και της εξοικείωσής τους με το αντικείμενό τους.

Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε οιαδήποτε σχέση εξάρτησης, κατά την έννοια του νόμου, ούτε πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών και συγκεκριμένα ότι οι ενάγοντες, αντίθετα με τα διαλαμβανόμενα στα συμφωνητικά συνεργασίας, απασχολήθηκαν τελικά εξυπηρετώντας αυξημένες ανάγκες του εναγομένου, λαμβάνοντας εντολές από τους προϊσταμένους των αντίστοιχων υπηρεσιών και δεχόμενοι τον έλεγχο και την εποπτεία τους.

Με τα δεδομένα αυτά, δεν συνδέει τους διαδίκους, κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα, σχέση εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, που διαμορφώθηκε τόσο από το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνητικών συνεργασίας, όσο και από τα αποδειχθέντα σχετικά με την εκτέλεση των συμφωνητικών αυτών, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους προσιδιάζει, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, στη σύμβαση μαθητείας.

Τούτο διότι, οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν προεχόντως στην προαγωγή του ατομικού οφέλους των μέχρι τότε ανέργων εναγόντων με την επαγγελματική εκπαίδευσή τους και εξειδίκευση, που παρείχε την προοπτική της επαγγελματικής αποκατάστασής τους, ως ατόμων που έχουν εξειδικευμένη εργασιακή εμπειρία και δευτερευόντως και κατά αναγκαία συνέπεια στην, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, παροχή εκ μέρους των εναγόντων εργασίας.

Επομένως, η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με το εναγόμενο ήταν σύμβαση μαθητείας και όχι σχέση εργασίας, όπως αβασίμως ισχυρίζονται αυτοί (ενάγοντες) και δεν λειτούργησε ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ώστε οι ενάγοντες να δικαιούνται, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να λαμβάνουν την αμοιβή που θα λάμβαναν άλλοι αντί αυτών ασχολούμενοι με έγκυρη σχέσης εργασίας και το εναγόμενο ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε, αφού όλη η ανατεθείσα στους ενάγοντες εργασία ελεγχόταν από τους μόνιμους υπαλλήλους του, οι οποίοι είχαν ορισθεί για την παρακολούθηση της κατάρτισης των εναγόντων και οι οποίοι έφεραν ακέραια την ευθύνη για τυχόν λάθη ή παραλείψεις αυτών (εναγόντων).

Επομένως, η στηριζόμενη στο άρθρο 904 ΑΚ βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν". Υπό τις ως άνω πλήρεις και σαφείς του παραδοχές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών ορθά δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδαφ.

α και 908 εδαφ. α ΑΚ και των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Και τούτο διότι το Δικαστήριο της ουσίας με το να κρίνει ότι οι ενάγοντες -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες, με τις παρατιθέμενες για τον καθένα τους ειδικότητες, ολοκλήρωσαν το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) και ότι ασκήθηκαν στις υπηρεσίες του εναγομένου - εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου τόσο κατά την παρατεθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση αρχική χρονική διάρκεια των μεταξύ των διαδίκων συμφωνητικών συνεργασίας, όσο και κατά την επίσης παρατεθείσα παράτασή της, ότι για όλο το προβλεπόμενο από τα ως άνω συμφωνητικά συνεργασίας χρόνο θεωρητικής και πρακτικής άσκησης ο ΟΑΕΔ, ως υπεύθυνος φορέας του συγκεκριμένου προγράμματος, κατέβαλε από τους δικούς του πόρους στους ενάγοντες -εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά τις ως άνω διακρίσεις το ποσό των 25 ευρώ ή των 30 ευρώ για κάθε ημέρα άσκησης, ότι οι ενάγοντες τηρούσαν το ωράριο που προβλεπόταν στα συμφωνητικά συνεργασίας και δεν τηρούσαν το ωράριο των μονίμων υπαλλήλων του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, ότι η τοποθέτηση των εναγόντων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων στις περιγραφόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση θέσεις έγινε με κριτήριο τις γνώσεις και τα τυπικά προσόντα του κάθε ενάγοντος-εκκαλούντος - αναιρεσείοντος και αποσκοπούσε στην απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην εξοικείωσή του με το αντικείμενο της ειδικότητάς του και στην εξειδίκευσή του, απέβλεπε, δηλαδή, στην απόκτηση προσόντων που θα του παρείχαν την προοπτική επαγγελματικής αποκατάστασης και ότι δεν έγινε για την εξυπηρέτηση αναγκών των υπηρεσιών του εναγομένου -εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου στις οποίες τοποθετήθηκε, εφόσον τέτοιες ανάγκες (μόνιμες ή έκτακτες) δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν κατά τη χρονική διάρκεια τόσο των μεταξύ των διαδίκων αρχικών συμφωνητικών συνεργασίας, όσο και εκείνων που παρέτειναν το πρόγραμμα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι μεταξύ των διαδίκων συναφθείσες συμβάσεις ήσαν έγκυρες γνήσιες συμβάσεις μαθητείας και ότι το εναγόμενο -εφεσίβλητο -αναιρεσίβλητο δεν έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερο από την κατά την εκπαίδευση των εναγόντων-εκκαλούντων -αναιρεσειόντων παροχή της εργασίας τους.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά και με πλήρη και σαφή αιτιολογία ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδαφ. α και 908 εδαφ. α ΑΚ και των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και ως εκ τούτου ο έβδομος, από τους αριθμούς 1 και 19 λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος, εξάλλου, λόγος αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο πλήττονται οι αναιρετικώς ανέλεγκτες περί τα πραγματικά περιστατικά παραδοχές του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη των ως άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 514/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις οι οποίες με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 1517/2011). Εξάλλου, η μη λήψη υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας δικαστικών αποφάσεων -νομολογίας των δικαστηρίων, κατά το μέρος που με αυτές επιλύεται νομικό ζήτημα, δεν ιδρύει την από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 514/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο (και τελευταίο) από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της :α) "πληθώρα παραστατικών -υπεύθυνων δηλώσεων -βεβαιώσεων και πάσης φύσεως εγγράφων", τα οποία με επίκληση προσκόμισαν στο Εφετείο και από τα οποία προέκυπτε η κατ' ουσίαν εργασιακή τους σχέση με το αντίδικό τους και το είδος -αντικείμενο της παρεχόμενης εργασίας τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας, καθώς και ότι αυτοί κάλυπταν με την εργασία τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου και προσέφεραν σε αυτό υπηρεσίες καθ' όμοιο τρόπο με τους μονίμους υπαλλήλους του, β) την κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρά τους Ιωάννη Κωστάκη και γ) την ad hoc νομολογία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, που παραθέτουν στο αναιρετήριο και έτσι οδηγήθηκε σε εσφαλμένη κρίση, διαλαμβάνοντας τους ισχυρισμούς τους ως αόριστους, ανεπαρκείς και αναπόδεικτους που οδηγούν σε νομική και ουσιαστική αβασιμότητα, ενώ θα έπρεπε να δεχθεί, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονταν με το αναιρεσίβλητο με απλή σχέση εργασίας και να τους επιδικάσει τις αιτούμενες χρηματικές διαφορές σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής τους, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ.

του ΑΚ και των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975.

Ο ως άνω όγδοος λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος ότι κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσβάλλει τη διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η κύρια βάση της ένδικης αγωγής ως μη νόμιμη, είναι απαράδεκτος, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης στην προκειμένη περίπτωση, που το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την κύρια αγωγική βάση ως νομικά αβάσιμη.

Ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του όσον αφορά στην με επίκληση προσκομισθείσα "πληθώρα παραστατικών -υπεύθυνων δηλώσεων -βεβαιώσεων και πάσης φύσεως εγγράφων" που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, διότι στο αναιρετήριο δεν εξειδικεύονται τα ως άνω έγγραφα και δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους.

Επίσης ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος και ως προς την αιτίασή του ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις δικαστικές αποφάσεις που παρατίθενται στο αναιρετήριο, διότι η μη λήψη υπόψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστηριο δικαστικών αποφάσεων -νομολογίας, κατά το μέρος που με αυτές επιλύεται νομικό ζήτημα, δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 11 περ.

γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Τέλος, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατά το σκέλος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούνται ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντα μάρτυρά τους Ιωάννη Κωστάκη, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατάθεση του ως άνω μάρτυρα των εναγόντων -αναιρεσειόντων και μάλιστα με ρητή αναφορά σε αυτόν (βλ.

την 3η παράγραφο της πρώτης σελίδας του 6ου φύλλου και τις 9η έως και 12η σειρές της πρώτης σελίδας του 8ου φύλλου της προσβαλλόμενης απόφασης). Κατά συνέπεια, ο όγδοος (και τελευταίος), από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος στο σύνολό του. Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη, από 9.2.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1048/101/2021 αίτηση την οποία άσκησαν οι αναιρεσείοντες (πλην των 3ης, 19ης, 33ου, 36ης και 39ης αναιρεσειόντων, ως προς τους οποίους κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της ίδιας ως άνω αίτησης) για αναίρεση της με αριθμό 94/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών πρέπει να απορριφθεί.

Οι αναιρεσείοντες (πλην των ως άνω 3ης, 19ης, 33ου, 36ης και 39ης), που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων ως ορίζεται στο διατακτικό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987, 2 της Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993) και των άρθρων 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του Ν. 4831/2021.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 9.2.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1048/101/2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 94/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους τρίτη, δέκατη ένατη, τριακοστό τρίτο, τριακοστή έκτη και τριακοστή ένατη αναιρεσείοντες

Απορρίπτει την από 9.2.2021 και με αριθμό κατάθεσης 1048/101/2021 αίτηση των λοιπών αναιρεσειόντων για αναίρεση της με αριθμό 94/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες (πλην των τρίτης, δέκατης ένατης, τριακοστού τρίτου, τριακοστής έκτης και τριακοστής ένατης αναιρεσειόντων) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ