Legislator Case Law & Legislation
1692/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding improper exhaustion of remedies in labor dispute.

Case Number 1692/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision in a labor dispute regarding unpaid wages and severance pay. The appellant argued that the lower court failed to properly examine a set-off defense based on prior payments, but the court found the defense inadmissible because the disputed amounts had already been paid in accordance with the first-instance judgment. Consequently, the appeal lacked a valid ground for review under Article 559 of the Code of Civil Procedure, leading to the rejection of the request and an order for the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 614, 621 of the Code of Civil Procedure; A set-off defense based on a prior judgment is inadmissible if the judgment has been fully executed, and an appeal must be based on a valid ground for review.

Keywords

AI generated
set-off defense inadmissibility exhaustion of remedies labor dispute unpaid wages severance pay calculation appeal inadmissibility grounds Code of Civil Procedure execution of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 614, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 621 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 1-4 of Law 4335/2015
Article 1-9, paragraph 2 of Law 4335/2015
Article 659 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1692 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1692/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μόσχο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Β., κατοίκου Χαϊδαρίου, ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κουμουνδούρου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1935/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 23/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 20/2/2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του και υπέβαλε ένσταση για τη παραποίηση των προτάσεων του ήδη αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (σχετικού 1 της αναιρεσείουσας).

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1777/178/20-02-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 357/2020 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ.

του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015), με αριθμό 23/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 06-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 114590/8087/06-12-2018 έφεση του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 1935/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 19-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 94046/2439/21-12-2016 αγωγή, με αντικείμενο αξιώσεις αυτού από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που είχε συνάψει με την εναγομένη - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εξαφάνισε στο σύνολό της την ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων τριάντα δύο ευρώ και δέκα τριών λεπτών (38.332,13), αντί του ποσού των χιλίων εκατόν ενενήντα (1.190,00) ευρώ, που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως, με το νόμιμο τόκο, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κατά αιτία διακρίσεις.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση Δικαστηρίου στις 20-02-2020 και δεν προκύπτει η, με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 07-01-2020 (άρθρα 552 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζόμενους από το νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν, κατά τη σύναψη των Σ.Σ.Ε., νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, η οποία έχει παραχωρηθεί σ' αυτές από την ως άνω διάταξη του άρθρου 22 παρ. 2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημόσιας εξουσίας, κατά παραχώρηση από το κράτος και, συνεπώς, οι Σ.Σ.Ε., ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 924/2019, ΑΠ 125/2016, Α.Π. 49/2011, Α.Π. 311/2010).

Για το λόγο αυτό, δεν απαιτείται να αναφέρονται ειδικά στο δικόγραφο της αγωγής, με την οποία ζητείται η καταβολή ή συμπλήρωση των νομίμων αποδοχών του εργαζομένου, οι εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε. Ούτε ο χρόνος από τον οποίο αυτές ίσχυαν ή κηρύχθηκαν εκτελεστές με υπουργική απόφαση διότι το δικαστήριο εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως τις Σ.Σ.Ε., που αρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 α' του ΚΠολΔ, πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή τους, όπως είναι η υφισταμένη, μεταξύ των διαδίκων, εργασιακή σχέση, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου, το είδος της επιχείρησης του εργοδότη, η παρεχόμενη εργασία και ο χρόνος για τον οποίο ζητείται η καταβολή ή η συμπλήρωση των αποδοχών.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β και δ' 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 και 3 του πιο πάνω ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε., δεσμεύουν μόνο τους μισθωτούς και τους εργοδότες, που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχτηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως του Υπουργού Εργασίας (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ίδιου κλάδου ή επαγγέλματος, που δεν είναι μέλη των ως άνω οργανώσεων (Α.Π. 924/2019, ΑΠ 49/2011, Α.Π. 311/2010).

Σημειώνεται ότι για το επίδικο χρονικό διάστημα (από 10-4-2013 έως 12-3-2016) η δυνατότητα κήρυξης συλλογικής σύμβασης εργασίας (η εξομοιουμένης με αυτή διαιτητικής απόφασης), ως γενικά υποχρεωτικής με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, κατ'εφαρμογή των παρ.2 και 3 του άρθρου 11 του ν.1876/1990, είχε (προσωρινά) ανασταλεί με το άρθρο 37 παρ.6 του ν.4024/2011 (ΦΕΚ Α 221), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο πέμπτο παρ.2 του ν.4473/2017 (ΦΕΚ Α 83), μέχρι το τέλος του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής.

Ενόψει όλων αυτών, η ιδιότητα του μέλους των παραπάνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της κανονιστικής ισχύος των άνω Σ.Σ.Ε., αποτελεί προϋπόθεση της γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και, συνακόλουθα, στοιχείο που απαιτείται για τη θεμελίωση της αγωγής.

Το στοιχείο αυτό, όμως, ενόψει της πιο πάνω φύσεως των Σ.Σ.Ε. δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό του, τούτο δε συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς η άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική Σ.Σ.Ε., που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι δεσμευτική για τον εργοδότη του.

Στην περίπτωση αυτή, αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει ειδικά την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι οποίες κατάρτισαν τη Σ.Σ.Ε., ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεστεί, με τις προτάσεις, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του, σύμφωνα με το άρθρο 224 εδάφ.

β' του ΚΠολΔ και να αποδείξει, σύμφωνα με τους ορισμούς των άρθρων 335 και 338 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων (Α.Π. 893/2015, Α.Π. 1409/2014, Α.Π. 127/2013, Α.Π. 244/2012, Α.Π. 721/2012). Ειδικότερα όμως, εάν η κατά τα ανωτέρω ειδική αμφισβήτηση λάβει χώρα το πρώτον κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου που καταχωρίζεται στα πρακτικά και που διαλαμβάνεται και στις επί της έδρας κατατιθέμενες προτάσεις αυτού (άρθ. 591 παρ.1 στοιχ.γ' και 2 του ΚΠολΔ), ο ενάγων, αρνούμενος κατά την προφορική συζήτηση τη βασιμότητα της πιο πάνω αμφισβήτησης και μαχόμενος υπέρ της εφαρμογής της συλλογικής σύμβασης εργασίας, της οποίας αμφισβητείται η εφαρμογή, μπορεί να επικαλεσθεί την ιδιότητα αυτού και του αντιδίκου του, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που συνήψαν τις επίδικες συλλογικές συμβάσεις εργασίας, προσκομίζοντας και τα αποδεικνύοντα τον ισχυρισμό του αυτό αποδεικτικά μέσα, με την προσθήκη στις προτάσεις του, εντός της προβλεπομένης από το νόμο προθεσμίας μετά τη συζήτηση, καθότι ο ανωτέρω αρνητικός της πιο πάνω ειδικής αμφισβήτησης ισχυρισμός του ενάγοντος γίνεται προς αντίκρουση της προταθείσας κατά την προφορική συζήτηση από τον εναγόμενο ειδικής αμφισβήτησης της ως άνω ιδιότητας των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθ. 591 παρ. 1 στοιχ.

στ του ΚΠολΔ (σχετ. ΑΠ 771/2017, ΑΠ 439/2010). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι "Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση", προκύπτει ότι, εάν δεν υπάρχει ειδική αμφισβήτηση συγκεκριμένου ισχυρισμού, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, με επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, των προτάσεων (Α.Π. 176/2018, ΑΠ 1207/2014, Α.Π. 1227/2010), ο τρόπος άσκησης της παρεχομένης από τη διάταξη αυτή διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, διότι αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (Α.Π. 1259/2018, Α.Π. 176/2018, Α.Π. 2194/2014, Α.Π. 1203/2009, Α.Π. 369/2008, Α.Π. 60/2008).

Επομένως, μόνο εάν υπάρχει τέτοια ειδική αμφισβήτηση, συγκεκριμένου ισχυρισμού και, παρά ταύτα, το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' του ΚΠολΔ, της παρά το νόμο λήψης αποδείξεων, που δεν προσκομίσθηκαν (Α.Π. 308/2019, Α.Π. 176/2018, Α.Π. 1227/2010, Α.Π. 1207/2014, Α.Π. 1203/2009 ).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 περ. α' του ίδιου κώδικα, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων - εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος Α. Α. του Β., στην από 19-12-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 94046/2439/21-12-2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέθεσε ότι την 10-04-2013 συνήψε προφορικά με την εναγομένη - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ως υπάλληλος υποδοχής (ρεσεψιονίστ) στο Ξενοδοχείο, που διατηρεί η τελευταία στην Αθήνα, στην οδό ....

Ότι εργάστηκε στην επιχείρηση της εναγομένης έως τις 12-03-2016, οπότε και απολύθηκε, χωρίς την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης απόλυσης. Ότι, κατά τη διάρκεια της εργασιακής του σύμβασης, παρείχε τις υπηρεσίες του, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχόλησης και με ωράριο οκτώ (8) ωρών ημερησίως, με κυλιόμενες βάρδιες, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι εργαζόταν, κατά μέσο όρο τέσσερις φορές το μήνα κατά την νυχτερινή βάρδια, τρείς φορές μηνιαίως, κατά την ημέρα του Σαββάτου και τρεις φορές μηνιαίως, κατά την ημέρα της Κυριακής. Ότι ελάμβανε μηνιαίως, ως καθαρές αποδοχές, το ποσό των εξακοσίων εξήντα (660,00) ευρώ, με την συμφωνία αναγγελίας εκ μέρους της εργοδότριας εταιρείας της σύμβασης εργασίας του στο Ι.Κ.Α.

και να αμείβεται με τον νόμιμο μισθό, που προέβλεπαν οι ισχύουσες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας των Ξενοδοχοϋπαλλήλων, λαμβανομένων υπόψη της προϋπηρεσίας του και της οικογενειακής του κατάστασης. Ότι στις 15-09-2013 καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και της εναγομένης σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, ήτοι δίωρης απασχόλησης, από Δευτέρα έως Παρασκευή, έναντι μηνιαίων αποδοχών, ύψους εκατόν σαράντα έξι ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (146,52), την οποία αναγκάστηκε να υπογράψει, προκειμένου να μην απολυθεί.

Ότι η σύμβαση μερικής απασχόλησης ήταν προσχηματική, καθώς εξακολουθούσε να εργάζεται, υπό τους ίδιους ως άνω όρους και με καταβαλλόμενο μηνιαίο μισθό ύψους εξακοσίων εξήντα (660,00) ευρώ, ενώ η εναγομένη του είχε αναθέσει και τις διαδικτυακές κρατήσεις, όλο το εικοσιτετράωρο, για το χρονικό διάστημα από τον μήνα Μάρτιο έως και τον μήνα Οκτώβριο των ετών 2013, 2104 και 2015 και για τις οποίες ελάμβανε πρόσθετη αμοιβή, ύψους τετρακοσίων (400,00) ευρώ μηνιαίως.

Στη συνέχεια ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας του, οι καταβαλλόμενες αποδοχές του υπολείπονταν των νομίμων, όπως αυτές καθορίζονταν από τις ισχύουσες, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, συλλογικές συμβάσεις εργασίας των Ξενοδοχοϋπαλλήλων, επιπλέον, δε ότι η εναγομένη δεν του χορηγούσε τη νόμιμη άδεια αναψυχής και δεν του κατέβαλε τις νόμιμες προσαυξήσεις για την εργασία του τις εκτεθείσες στο αγωγικό δικόγραφο Κυριακές και νυκτερινές ώρες, την αποζημίωση για μη χορήγηση της ετήσιας άδειας και τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, επικουρικά, δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η άνω σύμβαση εργασίας του, τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει, για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα :

α) τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και του νόμιμου μισθού, όπως προκύπτει από τις εφαρμοζόμενες στην προκειμένη περίπτωση Σ.Σ.Ε. 13-07-2012 (Π.Κ. 9/16-07-2012) και 30-12-2013 (Π.Κ. 14/31-12-2013) Ξενοδοχοϋπαλλήλων, για το από 10-04-2013 έως και 12-03-2016 χρονικό διάστημα συνολικού ποσού 18.593,01 ευρώ, β) την προσαύξηση για την εργασία του, κατά τις Κυριακές ήτοι συνολικά 4.437,36 ευρώ, γ) την προσαύξηση για την εργασία του, κατά τη διάρκεια της νύκτας, ήτοι συνολικά 1.997,34 ευρώ, δ) τη διαφορά της αποζημίωσης απόλυσης, ποσού 1.190,00 ευρώ, ε) ι.

την αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια αναψυχής που ζητούσε και αρνείτο η εναγομένη να του χορηγήσει για τα έτη 2013, 2014, 2015 και 2016, ποσού 4.261,47 ευρώ, ιι. την προσαύξηση κατά 100%, ως αστική ποινή, για τα έτη 2013-2015, ύψους 2.813,83 ευρώ και ιιι. το επίδομα αδείας των ετών 2013-2016, ύψους 2.752,01 ευρώ και συνολικά 9.828,31 ευρώ και στ) τα επιδόματα εορτών 2013-2016, συνολικού ύψους 6.217,56 ευρώ και συνολικά, για τις παραπάνω αιτίες, αφαιρουμένου του ποσού των 1.091,00 ευρώ, που κατέβαλε σ' αυτόν η εναγομένη, στο πλαίσιο εξώδικης επίλυσης της εργατικής διαφοράς το χρηματικό ποσό των σαράντα μίας χιλιάδων εκατόν εβδομήντα δύο ευρώ και σαράντα δύο λεπτών (41.172,42), νομιμοτόκως από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προγενέστερης από 09-09-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 53394/1626/2016 αγωγής του, από το δικόγραφο της οποίας παραδεκτώς παραιτήθηκε, ως προς το κονδύλιο της αποζημίωσης απόλυσης και για τα λοιπά αγωγικά κονδύλια από την επίδοση της ένδικης αγωγής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3 και 621 επ. του ΚΠολΔ), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 1935/2018 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το χρηματικό ποσό των χιλίων εκατόν ενενήντα (1.190,00) ευρώ, ως διαφορά για την αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από τις 12-03-2016 και μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση, απορρίπτοντας, κατά τα λοιπά, την αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 06-12-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 114590/8087/06-12-2018 έφεσης από τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ένδικη αγωγή του, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 23/2020 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε στο σύνολό της την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου και, αφού κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή και επεδίκασε στον ενάγοντα, για τις παραπάνω αιτίες, το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων τριάντα δύο ευρώ και δέκα τριών λεπτών (38.332,13), με το νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κατά αιτία διακρίσεις.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων [αναιρεσίβλητος] την 10-04-2013 σύναψε προφορικά με την εναγομένη [αναιρεσείουσα] σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί επί πενθημέρου και οκτώ ώρες ημερησίως, ως υπάλληλος υποδοχής (ρεσεψιονίστ), στο ξενοδοχείο που διατηρεί η εναγομένη στην …, στην ....

Κατά τον χρόνο της πρόσληψής του, ο ενάγων ήταν 52 ετών, έγγαμος με προϋπηρεσία από την 1-1-1994 (20 ετών και τριών μηνών), στην ίδια θέση εργασίας και πτυχιούχος ανωτέρας τουριστικής σχολής και συγκεκριμένα πτυχιούχος της σχολής στελεχών Επιχειρήσεων του Τμήματος Τουριστικών Επιχειρήσεων των ΚΑΤΕΕ …. Για την εργασία του αυτή, η εναγομένη του κατέβαλε το ποσό των 660 Ε μηνιαίως.

Εκτός των καθηκόντων του υπαλλήλου υποδοχής, η εναγομένη του ανέθεσε, ως πρόσθετη εργασία και τις διαδικτυακές κρατήσεις όλο το εικοσιτετράωρο, για τις οποίες ελάμβανε ξεχωριστή αμοιβή 400 Ε μηνιαίως. Την 15-9-2013 υπέγραψε με την εναγομένη σύμβαση εργασίας μερικής (δίωρης) απασχόλησης, με μισθό 146,52 Ε. Ωστόσο, παρότι η σύμβαση εργασίας καταρτίστηκε σαν μερικής απασχόλησης, κατ' απαίτηση της εναγομένης, εκείνη συνέχισε να απασχολεί τον ενάγοντα όπως και πριν, ήτοι με πλήρες ωράριο οκτώ ωρών ημερησίως πέντε ημέρες την εβδομάδα, όπως δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με μισθό 660 Ε τον μήνα καθαρά.

Η απασχόλησή του με πλήρες ωράριο αποδεικνύεται από το ότι η εναγομένη συνέχισε να του καταβάλει τον ίδιο μισθό και μετά τη σύναψη της σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης που του κατέβαλε και πριν τη σύναψή της, όταν τον απασχολούσε με πλήρες ωράριο, όπως και η ίδια συνομολογεί. Το καθεστώς αυτό διατηρήθηκε μέχρι 12-3-2016, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του και σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, για όλο το διάστημα εργασίας του, καθοριζόταν από τις Σ.Σ.Ε. 13-7-2012 (Π.Κ. 9/16-7-2012) και 30-12-2013 (Π.Κ. 14/31-12-2013) για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας, οι οποίες δεν κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, όμως καταλαμβάνουν τους διαδίκους, υπό την ιδιότητα των μελών πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, που είναι μέλη των δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων" και "Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων", που συμβλήθηκαν στις παραπάνω Σ.Σ.Ε.

Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα που αφορούν οι αγωγικές αξιώσεις, ο ενάγων ήταν μέλος του "Συνδικάτο Εργατοϋπαλλήλων Επισιτισμού Τουρισμού Ξενοδοχείων & Συναφών Επαγγελμάτων Νομού Αττικής ", όπως αποδεικνύεται από το με αριθμό πρωτ. 2458/6-4-2017 έγγραφο του σωματείου αυτού, το οποίο είναι μέλος της "Πανελλήνια Ομοσπονδία Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων", σύμφωνα με τη με αριθμό πρωτοκόλλου ...

βεβαίωση της Ομοσπονδίας αυτής. Ο ενάγων, ο οποίος επικαλέστηκε ότι η εναγομένη είναι μέλος της "Ένωσης Ξενοδόχων Αττικής και Αργοσαρωνικού", η οποία είναι μέλος της "Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων", όπως προκύπτει και από την επίσημη ιστοσελίδα της Ομοσπονδίας αυτής, προκειμένου να αποδείξει την ιδιότητα της εναγομένης, ως μέλους της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ένωσης Ξενοδόχων Αττικής και Αργοσαρωνικού", με αίτησή του στην τελευταία, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ζήτησε να βεβαιωθεί η ιδιότητα αυτή της εναγομένης.

Όμως, η παραπάνω συνδικαλιστική οργάνωση με την από 10-9-2019 ηλεκτρονική της επιστολή, απάντησε ότι η συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση περιλαμβάνεται στα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα και ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο αίτημά του. Την απάντηση αυτή γνωστοποίησε ο ενάγων, με την προσθήκη του στις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως επίσης και το ότι ζήτησε και από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών σχετική παραγγελία, η οποία δεν του δόθηκε.

Η εναγομένη αρνείται ότι είναι μέλος της "Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων", που σύναψε τις ανωτέρω Σ.Σ.Ε., από πλευράς εργοδοτών, στην οποία, άλλωστε, δεν θα μπορούσε να είναι μέλος, διότι πρόκειται περί δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης, που έχει ως μέλη πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Αντιθέτως, όσον αφορά την ιδιότητά της, ως μέλους της πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ένωσης Ξενοδόχων Αττικής και Αργοσαρωνικού", την οποία ιδιότητα της απέδωσε συγκεκριμένα ο ενάγων, δεν την αρνείται με σαφήνεια και δεν την αμφισβητεί ρητώς και, ως εκ τούτου, το δικαστήριο κρίνει σε συνδυασμό με το σύνολο των ισχυρισμών της ότι συνομολογεί την ιδιότητά της ως μέλους της συγκεκριμένης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης (261 ΚΠολΔ) ....".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αναφορικά με τις αγωγικές αξιώσεις, δέχθηκε ότι, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, σύμφωνα με τις μνημονευόμενες Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ο νόμιμος μισθός του ενάγοντος, δεδομένης της προϋπηρεσίας του, που προέκυπτε από την ασφαλιστική του κατάσταση, καθώς ήταν ασφαλισμένος από 01-01-1994 και ότι είχε γνωστοποιήσει αυτήν στην εναγομένη, προκειμένου να προβάλει στο προσόν της εμπειρίας και να επιτύχει την πρόσληψή του, των σπουδών του και της οικογενειακής του κατάστασης (έγγαμος), που επίσης είχε γνωστοποιήσει στην εναγομένη, ανερχόταν κατά το από 10-4-2013 έως 31-12-2014 χρονικό διάστημα στο ποσό των 1.161,85 ευρώ και κατά το από 01-01-2015 έως 12-03-2016 χρονικό διάστημα στο ποσό των 1.177,73 ευρώ και ότι, συνεπώς, του οφείλεται η διαφορά του νόμιμου μισθού από τον καταβαλόμενο, συνολικού ύψους 17.492,22 ευρώ.

Επίσης, δέχθηκε ότι, κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, του οφείλεται για προσαύξηση κατά την εργασία του τις Κυριακές το συνολικό ποσό των 3.815,84 ευρώ, για προσαύξηση νυκτερινής εργασίας το συνολικό ποσό των 746,10 ευρώ, για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας το ποσό των 4.025,48 ευρώ, για προσαύξηση επί των αποδοχών αδείας το ποσό των 2.679,08 ευρώ, για επίδομα αδείας το ποσό των 2.588,78 ευρώ και για επιδόματα (δώρα) Χριστουγέννων 4.053,22 ευρώ και Πάσχα 1.741,41 ευρώ και συνολικά, για τις παραπάνω αιτίες, το χρηματικό ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων εκατόν σαράντα δύο ευρώ και δέκα τριών λεπτών ( 37.142,13) Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την ένδικη έφεση και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της (χωρίς ειδικότερη αιτιολογία ως προς το σκέλος της επικύρωσης της πρωτόδικης απόφασης), για την ενότητα του εκτελεστού τίτλου την εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την ένδικη αγωγή, μόνο ως προς το κεφάλαιο καταβολής της διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης, ύψους χιλίων εκατόν ενενήντα (1.190,00) ευρώ, κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των τριάντα οκτώ χιλιάδων τριακοσίων τριάντα δύο ευρώ και δέκα τριών λεπτών (38.332,13) συνυπολογίζοντας και το ως άνω πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 1190 ευρώ.

Η αναιρεσείουσα, με τους ενιαία εξεταζόμενους, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, πρώτο δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης και υπό την επίκληση των αριθμών 14, 11 περ. β' (επικουρικώς δε από τον αριθμό 8) και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη, καθόσον, μολονότι αυτή, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αναπτύχθηκε στις προτάσεις της, αμφισβήτησε ειδικά την ιδιότητα, τόσο τη δική της, όσο και του αναιρεσίβλητου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατάρτισαν τις αναφερόμενες στην αγωγή Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, ο αναιρεσίβλητος δεν συμπλήρωσε με τις προτάσεις του την αγωγή του, επικαλούμενος νομότυπα ότι αμφότεροι ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Εξάλλου, όπως υποστηρίζει, το Εφετείο, με το να συναγάγει ομολογία, ως προς την ιδιότητα τους αυτή, μολονότι, κατά τρόπο ειδικό, είχε αμφισβητήσει με τις προτάσεις της, τόσο στην πρωτοβάθμια, όσο και στην δευτεροβάθμια δίκη ότι κανένας από τους διαδίκους δεν ήταν μέλος των συμβληθεισών στην κατάρτιση των Σ.Σ.Ε.

συνδικαλιστικών οργανώσεων, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά στοιχεία (ομολογία) που δεν προσκομίσθηκαν και παρέβη τους ορισμούς του νόμου, ως προς την κατανομή του βάρους απόδειξης, το οποίο έφερε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, υποπίπτοντας έτσι στις πιο πάνω αναιρετικές πλημμέλειες. Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης της μη κηρύξεως απαραδέκτου της ένδικης αγωγής και περί της συναγωγής ομολογίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατ' άρθρο 261 εδ.

β' του ΚΠολΔ λόγω της μη αμφισβήτησης του συγκεκριμένου ισχυρισμού, πρέπει να απορριφθούν. Ειδικότερα, με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή, ήταν αρκούντως ορισμένη, καθότι περιείχε όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 του ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητά της στοιχεία, δεν ήταν δε αναγκαίο, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, για το ορισμένο της αγωγής, να αναφέρεται στο δικόγραφο αυτής ότι οι διάδικοι τυγχάνουν μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που κατήρτισαν τις εφαρμοστέες Σ.Σ.Ε.

Ωστόσο, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και δη των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι, μετά τις αντιρρήσεις της εναγομένης, κατά την ακροαματική διαδικασία, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς την ιδιότητα των διαδίκων, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων, που συνήψαν τις ως άνω Σ..Σ.Ε., ο ενάγων δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του αρνήθηκε τη βασιμότητα αυτών και στη συνέχεια με την προσθήκη επί των προτάσεών του, επικαλέστηκε, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής του, ότι αυτός και η εναγομένη ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων, αναφέροντας όλα τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή των αναφερομένων στην αγωγή Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Συγκεκριμένα, παραδεκτώς ανέφερε, με την προσθήκη επί των προτάσεών του, εφόσον οι σχετικές αντιρρήσεις της εναγομένης προτάθηκαν το πρώτον κατά τη συζήτηση της αγωγής - απορριπτομένων των αιτιάσεων της αντιδίκου του ότι απαραδέκτως συμπληρώθηκε η ένδικη αγωγή, με την προσθήκη των προτάσεων που κατέθεσε ο ενάγων - ότι αμφότεροι ήταν μέλη των πρωτοβάθμιων οργανώσεων, που ανήκουν στις υπερκείμενες δευτεροβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι οποίες και συνήψαν τις επικαλούμενες Σ.Σ.Ε.

και συγκεκριμένα ότι ο ίδιος είναι μέλος του Συνδικάτου Υπαλλήλων Επισιτισμού, Τουρισμού Ξενοδοχείων και συναφών επαγγελμάτων νομού Αττικής και ότι η εναγομένη είναι μέλος της Ένωσης Ξενοδόχων Αττικής και Αργοσαρωνικού και, ακολούθως απέδειξε, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, την ιδιότητά του αυτή.

Εξάλλου, από την επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή δεν αμφισβήτησε ειδικά τόσο την ιδιότητα τη δική της, όσο και του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, ως μελών των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κατάρτισαν τις ως άνω Σ.Σ.Ε, αλλά, απλώς, ανέφερε ότι: "..

η εταιρεία μας δεν είναι μέλος της συμβαλλόμενης Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, ούτε ο ενάγων είναι μέλος της αντισυμβαλλόμενης Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργατών Επισιτισμού και Υπαλλήλων Τουριστικών Επαγγελμάτων ...". Δεν αμφισβήτησε, δηλαδή, ειδικά την ιδιότητά της, ως μέλους της συγκεκριμένης πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης "Ένωσης Ξενοδόχων Αττικής και Αργοσαρωνικού", ούτε και δύναται να συναχθεί ότι αρνούμενη τη συμμετοχή της στη δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, αυτονόητα αρνήθηκε και την συμμετοχή της στην πρωτοβάθμια, όπως αβάσιμα διατείνεται και, συνεπώς, η παραπάνω αναφορά της, δεν αρκούσε για τον αποκλεισμό της συναγωγής ομολογίας από το δικαστήριο της ουσίας.

Με βάση τα παραπάνω, ορθά το Εφετείο, στα πλαίσια του άρθρου 261 εδαφ. β' του ΚΠολΔ έκρινε ότι δεν υπήρχε ειδική αμφισβήτηση της ιδιότητας της ήδη αναιρεσείουσας, ως μέλους της ως άνω πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και συνακόλουθα, συνήγαγε ομολογία αυτής, ως προς το κρίσιμο στην υπόθεση ζήτημα η δε περί τούτου κρίση του τυγχάνει αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να κρίνει με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της παρά τον νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου αυτής, ούτε έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που δεν προσκομίσθηκαν (ομολογία), ούτε δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά χωρίς αποδείξεις και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 14, 11 περ.

β' και 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, οι συναφείς λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Επίσης, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εφάρμοσε, ενώ δεν έπρεπε, τις κανονιστικές διατάξεις των Σ.Σ.Ε. 13-7-2012 (Π.Κ. 9/16-7-2012) και 30-12-2013 (Π.Κ. 14/31-12-2013) και δεν εφάρμοσε, ενώ έπρεπε, να εφαρμόσει αποκλειστικά και μόνο την ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, στις διατάξεις της οποίας και μόνο εμπίπτει η επίδικη εργασιακή σχέση.

Ωστόσο, με τις κρίσεις του αυτές και σύμφωνα με όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των ως άνω Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, τις οποίες αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Από την διάταξη του άρθρου 416 του Α.Κ., που ορίζει ότι η ενοχή αποσβένεται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών ( άρθρο 3 174, 679 Α.Κ., 8 του ν. 2112/1920, 8 παρ. 4 ν. 4020/1959 (Α.Π. 1400/2017, Α.Π. 447/2015) Τέλος, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως "πράγματα" θεωρούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1446/2019). Ο, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναιρέσεως, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 987/2022, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009). Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού οι τελευταίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

Α.Π. 2/1989, Ολ. Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 14/2004). Εξάλλου, για το ορισμένο του, από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναιρέσεως, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, απαιτείται να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ότι ο αποτελών "πράγμα" ισχυρισμός, είχε προταθεί παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ολ.

Α.Π. 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα και δεν αρκεί, αντίθετα, να συνάγεται έμμεσα από τα προσκομιζόμενα από αυτόν με επίκληση έγγραφα, αλλά και να επαναφέρθηκε νομότυπα (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό (πρβλ. Ολ. ΑΠ 2/2001) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό, που παραδεκτώς, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 1439/2019, Α.Π. 1199/2018, Α.Π. 159/2018, Α.Π. 605/2015, Α.Π. 354/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα την, με τις προτάσεις της, ως εφεσίβλητης, ενώπιόν του, ένσταση εξόφλησης μέρους των αγωγικών αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, αφού, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, η ως άνω ένσταση αφενός μεν ερευνήθηκε, κατά ένα μέρος, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και απορρίφθηκε, αφετέρου δε, κατά τα λοιπά μέρη αυτής, ήταν αόριστη, κατά τις παρακάτω αναφερόμενες διακρίσεις.

Ειδικότερα, σε σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, που αφορούσε το καταβληθέν από την εναγομένη ποσό των χιλίων ενενήντα ενός (1.091,00) ευρώ, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι: "Ο ενάγων την 11-5-2016 απευθύνθηκε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για τις αξιώσεις που είχε έναντι της εναγομένης από την εργασία του.

Στο πλαίσιο της εργατικής διαφοράς, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για 29-6-2016 και στη συνέχεια για 26-7-2016, η εναγομένη κατά την τελευταία αυτή ημέρα κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 1.091 Ε για κάθε είδους επιδόματα αδείας, επιδόματα εορτών και αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας, για το χρονικό διάστημα που ο ενάγων εργάστηκε στην επιχείρησή της.

Το ποσό αυτό ο ενάγων εισέπραξε επιφυλασσόμενος των δικαιωμάτων του. Για το ανωτέρω ποσό δεν προβλήθηκε από την εναγομένη ένσταση, προκειμένου να αφαιρεθεί από τις ουσιαστικά βάσιμες αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος και ούτε επικαλέστηκε ορισμένα, αλλά και ούτε προέκυψε από τις αποδείξεις αυτό το ποσό ποία απαίτηση ή ποιες απαιτήσεις του ενάγοντα αφορά και κατά ποια επιμέρους συγκεκριμένα ποσά ... ".

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των εγγράφων προτάσεών της, ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, η εναγομένη, ως εφεσίβλητη, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος, υπέβαλε την από το άρθρο 416 του Α.Κ. ένσταση εξόφλησης, ως προς το ποσό των χιλίων τετρακοσίων σαράντα ενός (1.441,00) ευρώ, το οποίο κατέβαλε, όπως υποστηρίζει, στο πλαίσιο εξώδικης επίλυσης της εργατικής διαφοράς.

Ωστόσο, το μεν επιμέρους ποσό των 350,00 ευρώ, που αντιστοιχεί στην διαφορά της αποζημίωσης απόλυσης, αφαίρεσε ο ίδιος ο ενάγων (σελ. 23 της αγωγής) και δεν επιδίκασε το δικαστήριο, προσδιορίζοντας την αποζημίωση απόλυσης στο ποσό των 1190 ευρώ, όπως και πρωτοδίκως (1540 ευρώ οφειλόμενη αποζημίωση μείον 350 ευρώ ίσον 1190 ευρώ), για δε το υπόλοιπο ποσό των 1.091,00 ευρώ, δεν ανέφερε, για την πληρότητα της σχετικής ένστασης, αναλυτικώς και με σαφήνεια τα ποσά των μερικοτέρων καταβολών, καθώς και την αιτία αυτών, δεδομένου ότι αυτές δεν αφορούσαν μία και μόνο απαίτηση του ενάγοντος.

Επίσης, αναφορικά με τις διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, ο σχετικός ισχυρισμός της στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού ο ενάγων είχε αφαιρέσει το καταβληθέν από την εργοδότρια εταιρεία ποσό των εξακοσίων εξήντα (660,00) ευρώ μηνιαίως, από τις επίδικες απαιτήσεις του και πάντως το Εφετείο, κατά τους σχετικούς υπολογισμούς, αφαίρεσε το ποσό αυτό, από το συνολικώς οφειλόμενο για την αιτία αυτή ποσό, απορρίπτοντας έτσι, εκ των πραγμάτων, τους σχετικούς ισχυρισμούς της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.

Ορθώς δε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφαίρεσε από τις οφειλόμενες αποδοχές το επί πλέον ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως για τους μήνες Μάρτιο έως Οκτώβριο των ετών 2013, 2014 και 2015, συνολικού ύψους 10.600 ευρώ, διότι κατά της αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, τα ποσά αυτά είχαν καταβληθεί για πρόσθετη εργασία, για την οποία όμως ο μισθωτός δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής (αρθ. 659 του ΑΚ).

Τέλος, όσον αφορά τον ισχυρισμό της ότι, το πρωτοδίκως επιδικασθέν χρηματικό ποσό των χιλίων εκατόν ενενήντα (1.190,00) ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά της αποζημίωσης απόλυσης, καταβλήθηκε σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον η απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για την ενότητα του εκτελεστού τίτλου, εξαφανίστηκε στο σύνολό της και, ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός της, δεν συνιστά νόμιμη ένσταση εξοφλήσεως, αφού το ποσό αυτό καταβλήθηκε σε συμμόρφωση προς την πρωτόδικη απόφαση.

Σύμφωνα λοιπόν με τις προπαρατιθέμενες σκέψεις, η ένσταση εξόφλησης, όπως φέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ήταν απορριπτέα, κατά τις διακρίσεις που αναφέρθηκαν και, ως εκ τούτου, εφόσον οι ως άνω ισχυρισμοί της δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται ο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ο οποίος κατόπιν αυτού πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-02-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1777/178/20-02-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 357/2020 αίτηση αναίρεσης, της με αριθμό 23/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επιβάλλει εις βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ