Appeal partially allowed: sentence reduced under principle of favoring the accused when laws change.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against a conviction for passive bribery, rejecting arguments regarding insufficient reasoning and conflicting evidence. While the court dismissed claims that the indictment lacked specific justification, it found the new penal code provision more lenient regarding the minimum prison term. Consequently, the appeal was granted only to reduce the sentence, and the case was remitted for a new trial on the penalty aspect.
Legislator headnote
AI generatedArt. 2 para. 1 of the Penal Code; Art. 510 para. 1 items d' and e' of the Code of Criminal Procedure: When multiple laws apply from the time of the act until the final judgment, the one leading to the more lenient treatment applies; arguments regarding insufficient reasoning are inadmissible if the indictment cites evidence types without requiring detailed analysis of each.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1692 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1692/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης Α. Γ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 324/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Λάρισας, με πολιτικώς ενάγον τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης "Ε.Φ.Κ.Α." (καθολικός διάδοχος του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ), ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα και ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σουλιώτη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21.2.2019 αίτησή της που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 353/2019.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως για τον 1ο λόγο αναίρεσης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που είχαν δικάσει και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 21.2.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 324/8.3.2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (Πλημμελημάτων), με την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα για την αξιόποινη πράξη της παθητικής δωροδοκίας, σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε (15) μηνών με διετή αναστολή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.
Επομένως, είναι παραδεκτή, και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα (άρθρα 460 και 461 αυτού), "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου".
Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοστεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.
Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελευταίο Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατά το προαναφερθέν άρθρο, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από τη εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 235 § 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., όπως τούτο είχε αντικατασταθεί από το άρθρο 68 του ν. 4139/2013, ίσχυε από 20.3.2013 και καταλαμβάνει την επίδικη πράξη ως εκ του χρόνου τέλεσης αυτής (25.10.2013 και 29.10.2013) και ως ευμενέστερη (κατ' άρθρο 2 ΠΚ) των μεταγενεστέρως ισχυσασών αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου αυτού, ως προς την ποινική μεταχείριση των περιπτώσεων ενέργειας ή παράλειψης που αντίκειται στα καθήκοντα του υπαλλήλου, η οποία τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος, σε αντίθεση με την ανωτέρω, που τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παθητικής δωροδοκίας (δωροληψίας) απαιτείται, εκτός από την ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια των άρθρων 13 περίπτωση α' του Π.Κ.
η από μέρους αυτού του ίδιου ή δια μέσου άλλου απαίτηση ή αποδοχή ωφελημάτων, που δεν δικαιούται ή αποδοχή υπόσχεσης προς παροχή αυτών (ωφελημάτων), για ενέργεια ή παράλειψή του, μελλοντική ή ήδη τελειωμένη, που ανάγεται ή αντίκειται στα καθήκοντά του, όπως αυτά διαγράφονται ή προκύπτουν από το νόμο ή τους υπηρεσιακούς κανονισμούς ή τις διαταγές ή οδηγίες των προϊσταμένων του ή την υπηρεσιακή του σχέση ή τη φύση της υπηρεσίας του, είναι δε αδιάφορο αν η ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πραγματοποιήθηκε ή αν αυτός σκόπευε ειλικρινά να την πραγματώσει.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, δηλαδή γνώση του υπαλλήλου, ότι απαιτεί ή δέχεται τα ωφελήματα ή την υπόσχεση αυτών για ενέργεια ή παράλειψή του αναγόμενη ή αντικείμενη στα καθήκοντά του και θέληση αυτού να πράξει τούτο. Πρόκειται για έγκλημα υπαλλακτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγμάτωσής του, που κατά την άνω διάταξη, είναι α) η απαίτηση ωφελήματος, β) η αποδοχή του και γ) η αποδοχή υπόσχεσης για την ενέργεια ή την παράλειψη, μπορούν να εναλλαχθούν και σε περίπτωση συνδρομής περισσότερων τρόπων, πραγματώνεται ένα μόνον έγκλημα εφ' όσον θίγεται το ίδιο έννομο αγαθό.
Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των αποδειχθέντων περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ενώ κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύει τον νόμο, δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου. Τούτο συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Λάρισας που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη υπ' αρ. 324/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα ειδικώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα εξής: "Στον εξωτερικό χώρο του ..., περί ώρα 12:20 της 29.10.2013 η κατηγορούμενη Α.
Γ. που βρισκόταν εντός του υπ' αριθ. ...62 ΙΧΕ αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της συνάντησε τον εγκαλούντα Ι. Α. του Θ. και έλαβε από αυτόν το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, σε δύο (2) χαρτονομίσματα των πεντακοσίων (500) ευρώ έκαστο και είκοσι (20) χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ έκαστο, τα οποία είχαν προσημειωθεί από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας ....
Ήδη από τις 25.10.2013 η κατηγορούμενη είχε ζητήσει να συναντηθεί και συναντήθηκε με τον εγκαλούντα στο γήπεδο των ... όπου του ανέφερε ότι για να διαγράψει τις οφειλές του στο ΙΚΑ 14.500 ευρώ πρέπει να δώσει αυτός το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο προορίζονταν για την ίδια και τον Ε. Δ., οι οποίοι και είχαν πραγματοποιήσει τον προαναφερόμενο έλεγχο στην οικοδομή του και επίσης είχε συναντηθεί με τον εγκαλούντα στις 28.10.2013, περί ώρα 19.30 στην Ε.Ο. ..., οπότε ο τελευταίος της ανέφερε ότι είχε συγκεντρώσει το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ και συμφώνησαν να δώσει αυτός την επόμενη ημέρα (29.10.2013) το χρηματικό αυτό ποσό των 2.000 ευρώ και μετά από χρονικό διάστημα δέκα ημερών το υπόλοιπο ποσό των 1.000 ευρώ.
Τα όσα αναφέρει η κατηγορούμενη στην απολογία της δεν μπορούν να γίνουν πιστευτά αφού οι όποιες καταβολές, αν εγένοντο προς το ΙΚΑ, έπρεπε να γίνουν στο ταμείο της Υπηρεσίας και όχι στους ελέγχοντες υπαλλήλους και μάλιστα εκτός υπηρεσίας. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχη, όπως στο διατακτικό.". Ακολούθως, αφού απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς της κατηγορουμένης, κήρυξε ένοχη αυτήν (κατηγορούμενη) με το ελαφρυντικό του 84 παρ. 1α' του Π.Κ.
του ότι: "Στους παρακάτω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, ενώ ήταν υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13α ΠΚ, ενεργώντας με δόλο, κατά παράβαση των καθηκόντων της, ζήτησε και έλαβε άμεσα για τον εαυτό της, ωφελήματα οποιασδήποτε φύσης, για ενέργεια μελλοντική, που αντίκειται στα καθήκοντά της. Ειδικότερα, ως υπάλληλος του ΙΚΑ ..., αρμόδια για την διενέργεια ελέγχων σε οικοδομές και την βεβαίωση οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές, προέβη, στις 24.10.2013, σε σχετικό έλεγχο σε οικία ευρισκόμενη στα Γεφύρια - ..., την οποία ο εγκαλών Ι.
Α. του Θ. είχε μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως στον Κ. Δ. του Ι., την ίδια δε ημέρα, η κατηγορούμενη Α. Γ. σε τηλεφωνική της επικοινωνία με τον εγκαλούντα, ανέφερε στον τελευταίο, ότι δεν είχε πληρώσει αυτός τις εισφορές για την τοποθέτηση των πλακιδίων δαπέδου, τα εξωτερικά επιχρίσματα και τον περιβάλλοντα χώρο, ποσού περίπου 20.000 ευρώ, του ζήτησε δε να συναντηθούν την επόμενη ημέρα προκειμένου να συζητήσουν για το θέμα αυτό.
Πράγματι, την επόμενη ημέρα (25.10.2013) ο εγκαλών μετέβη στο ΙΚΑ ... όπου συναντήθηκε με την κατηγορούμενη Α. Γ., η οποία του ανέφερε ότι οι οφειλόμενες από αυτόν εισφορές προς το ΙΚΑ ανέρχονται στο ποσό των 14.700 ευρώ. Την ίδια ημέρα (25.10.2013) η ανωτέρω κατηγορούμενη κάλεσε τον εγκαλούντα στο κινητό του τηλέφωνο και του ζήτησε να συναντηθούν στο γήπεδο των ....
Περί ώρα 16:00 της 25.10.2013 μετέβη αυτή στο ανωτέρω σημείο όπου την ανέμενε ο εγκαλών, στον οποίο ανέφερε ότι για να διαγράψει τις οφειλές του στο ΙΚΑ πρέπει να δώσει αυτός το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο προορίζονταν για την ίδια και τον Ε. Δ., οι οποίοι και είχαν πραγματοποιήσει τον προαναφερόμενο έλεγχο. Ακολούθως, στις 28.10.2013, περί ώρα 19:30 ο εγκαλών συνάντησε την ανωτέρω κατηγορούμενη Α.
Γ. στην Ε.Ο. ..., στην οποία ανέφερε ότι είχε συγκεντρώσει το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ και συμφώνησαν να δώσει αυτός την επόμενη ημέρα (29.10.2013) το χρηματικό αυτό ποσό των 2.000 ευρώ και μετά από χρονικό διάστημα δέκα ημερών το υπόλοιπο ποσό των 1.000 ευρώ. Κατόπιν αυτού, στις 29.10.2013, η κατηγορούμενη κάλεσε περί ώρα 09:45 τον εγκαλούντα, ο οποίος βρισκόταν ήδη στο Τμήμα Ασφαλείας ...
όπου κατήγγειλε το περιστατικό, στο κινητό του τηλέφωνο και συμφώνησαν να συναντηθούν την ίδια ημέρα προκειμένου ο τελευταίος να της δώσει το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ που είχε ήδη συγκεντρώσει και το υπόλοιπο χρηματικό ποσό των 1.000 ευρώ σε χρονικό διάστημα δεκαπέντε ημερών. Για τον λόγο δε αυτό, κατόπιν τηλεφωνικής τους επικοινωνίας και σχετικής υπόδειξης της κατηγορούμενης, ο εγκαλών μετέβη στο ..., όπου περί ώρα 12:20 της 29.10.2013, στον εξωτερικό χώρο αυτού συνάντησε την κατηγορούμενη Α.
Γ. που βρισκόταν εντός του υπ' αριθμ. ...62 ΙΧΕ αυτοκινήτου ιδιοκτησίας της, στην οποία παρέδωσε το χρηματικό ποσό των 2.000 ευρώ, σε δύο (2) χαρτονομίσματα των πεντακοσίων (500) ευρώ έκαστο και είκοσι (20) χαρτονομίσματα των πενήντα (50) ευρώ έκαστο, τα οποία είχαν προσημειωθεί από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας ....
Η τελευταία δε, αφού παρέλαβε το παραπάνω χρηματικό ποσό, συνελήφθη από αστυνομικούς του Τμήματος Ασφαλείας ..., οι οποίοι κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης με τον εγκαλούντα βρίσκονταν πλησίον του σημείου συνάντησης, και οδηγήθηκε στο Τμήμα Ασφαλείας ..., όπου ανέφερε ότι το παραπάνω χρηματικό ποσό προοριζόταν για τον Ε.
Δ., προκειμένου να διευθετηθεί η υπόθεση του εγκαλούντος και να κλείσει αυτός τον σχετικό φάκελο". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, όπως το σκεπτικό και το διατακτικό της αλληλοσυμπληρώνονται, την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παθητικής δωροδοκίας για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις, από τις οποίες δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς υπαγωγής αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 235 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, εκτίθεται με σαφήνεια η ιδιότητά της - υπάλληλος του Ι.Κ.Α. και η αρμοδιότητα αυτής - διενέργεια ελέγχων σε οικοδομές και βεβαίωση οφειλών από ασφαλιστικές εισφορές, ο σκοπός, για τον οποίο η αναιρεσείουσα ζήτησε και έλαβε το ως άνω χρηματικό ποσό για ενέργεια μελλοντική που αντίκειται στα καθήκοντά της και συγκεκριμένα προκειμένου να διαγράψει τις οφειλές αυτού στο ΙΚΑ, κατά παράβαση των ειδικότερα αναφερομένων υπηρεσιακών της καθηκόντων και η, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, απαίτηση χρηματικού ωφελήματος.
Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν είχε την αρμοδιότητα να σβήσει οποιαδήποτε βεβαίωση σε βάρος υποχρέου, συνιστά αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, το Δικαστήριο δε απάντησε με την κύρια επί της ενοχής αυτού αιτιολογία της απόφασής του, όπως αυτή παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνεται με το διατακτικό της απόφασης, δεχόμενο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι ήταν υπάλληλος του ΙΚΑ και αρμόδια για την διενέργεια ελέγχων σε οικοδομές και την βεβαίωση οφειλών και η διαγραφή της οφειλής του εγκαλούντος αντίκειτο στα καθήκοντά της αυτά, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκε ή όχι ή αν αποσκοπούσε σπουδαίως ή όχι να εκτελέσει την εν λόγω ενέργεια, σε σχέση δε με τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκθέτει και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
Επομένως, οι συναφείς, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι λοιπές επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που περιέχονται στους αυτούς ως άνω λόγους, με τις οποίες, προβάλλεται η αντίθεση των επισημαινόμενων στην αίτηση αναίρεσης αναγνωσθέντων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων προς τις ουσιαστικές παραδοχές και το πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου και είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.
Ως προς την ποινή, όμως, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής αυτεπαγγέλτως, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 Π.Κ. και 511 εδ.γ' Κ.Π.Δ., της επιεικέστερης ειδικώς ως προς τα όρια της ποινής φυλάκισης διάταξης της πλημμεληματικού χαρακτήρα παθητικής δωροδοκίας του άρθρου 235 παρ. 1 του ισχύοντος από 1.7.2019 Ποινικού Κώδικα, που προβλέπει ποινή φυλάκισης χωρίς ελάχιστο όριο, κειμενόμενη, κατά το άρθρο 53 του ιδίου κώδικα, από δέκα ημέρες μέχρι πέντε έτη, έναντι της ίδιας διάταξης του προϊσχύοντος Π.Κ. που προέβλεπε ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, ως προς τις διατάξεις της για την επιβολή ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, και αν είναι δυνατόν συγκροτούμενο από τους ίδιους δικαστές (άρθρο 522 Κ.Π.Δ του ισχύοντος από 1.7.2019 Κ.Π.Δ.), που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση κατά το άρθρο 590 του ιδίου κώδικα, σύμφωνα με το οποίο "υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας σε οποιοδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα", ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 324/8.3.2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (Πλημμελημάτων) ως προς την διάταξη αυτής περί επιβολής ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από τους ίδιους δικαστές, εφόσον τούτο είναι δυνατόν.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την κρινόμενη από 21.2.2019 αίτηση της Α. Γ. του Ε. κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 324/8.3.2018 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας (Πλημμελημάτων).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ