1692/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΌπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε με την από 21-12-2011 (και με αριθμό κατάθεσης ..6/2011) αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης"... ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη "...
Legislator headnote
AI generated1692/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΕ", ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη την 12-6-1975 με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, που έγινε από την εναγομένη την 23-24/2/2005, μετά από την οποία έπαυσε να δέχεται τις προσφερόμενες προσηκόντως υπηρεσίες της ενάγουσας ως εντολοδόχου δικηγόρου, κρίθηκε άκυρη με την 5084/2007 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1692 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1692/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαρία Νικολακέα, Προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Θωμά Μήνου που ανακάλεσε την παράστασή του δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Στέργιου Σπυρόπουλου και Νικόλαου Μάρκου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 274/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 933/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η εισηγήτρια Αντιγόνη Καραΐσκου-Παλόγου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίστηκε με την από 21-12-2011 (και με αριθμό κατάθεσης ..6/2011) αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης"... ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος είναι η ήδη αναιρεσίβλητη "...
ΑΕ", ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη την 12-6-1975 με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, που έγινε από την εναγομένη την 23-24/2/2005, μετά από την οποία έπαυσε να δέχεται τις προσφερόμενες προσηκόντως υπηρεσίες της ενάγουσας ως εντολοδόχου δικηγόρου, κρίθηκε άκυρη με την 5084/2007 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ότι εν συνεχεία η δεύτερη από 31-12-2007 καταγγελία της εναγομένης κρίθηκε άκυρη με την 115/2011 απόφαση του ίδιου άνω δικαστηρίου, δυνάμει της οποίας της επιδικάστηκαν και οι αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-3-2005 έως 31-1-2010. Ότι η άνω σύμβαση λύθηκε την 1-2-2010 κατά την οποία η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη Α) να της καταβάλει α) το ποσό των 3000 ευρώ, β) το ποσό των 1847,34 ευρώ για τόκους τόκων του άνω κεφαλαίου γ) το ποσό των 13.813,81 ευρώ για τις καταβληθείσες απ' αυτήν ασφαλιστικές εισφορές, δ) την αποζημίωση του άρθρου 94 του κώδικα περί δικηγόρων από 139.965,90 ευρώ νομιμότοκα από 1-2-2010, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ε) το ποσό των 105.326,17 ευρώ ως ποινή εκ του νόμου για το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 21-12-2011, νομιμότοκα κατά τα αναλυτικά στην αγωγή εκτιθέμενα.
Περαιτέρω ζήτησε Β)να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει μισθούς υπερημερίας από 1-1-2012 μέχρι την άρση της υπερημερίας της, καθώς και άλλα ποσά που αναλυτικά στην αγωγή αναφέρονται και αφορούν δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα κλπ παροχές. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 274/2014 απόφασή του απέρριψε τα με στοιχεία Β άνω αιτήματα και έκανε δεκτή την αγωγή ως προς τα λοιπά άνω αιτήματά της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 244.072,84 ευρώ, νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.
Κατά της απόφασης άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι και επ' αυτών εκδόθηκε η προσβαλλομένη 933/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας από ουσιαστική άποψη και κάνοντας δεκτή την έφεση της εναγομένης Τράπεζας, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και αφού έκρινε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί καταβολής του ποσού των 105.326,17 ευρώ που αφορούσε τους μισθούς του χρονικού διαστήματος από 1-2-2010 έως 21-12-2011 και απέρριψε ως αβάσιμο το αίτημα της αγωγής περί τοκοδοσίας του ποσού της αποζημίωσης από 1-2-2010, επικύρωσε κατά τα λοιπά την πρωτοβάθμια άνω απόφαση.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης η ενάγουσα.
2. Με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 προστέθηκε στο ν.δ. 3026/ 1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων" άρθρο με αριθμό 63Α, με την παράγραφο 6 του οποίου ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι προσφέροντες τας υπηρεσίας των εις Υπηρεσίας ή Νομικά Πρόσωπα της παρ.1 επί παγία περιοδική αμοιβή και δικαιούμενοι κατά τας κειμένας διατάξεις πλήρους συντάξεως εκ της υπηρεσίας των ταύτης, αποχωρούν υποχρεωτικώς εκ ταύτης, άμα τη συμπληρώσει 35ετούς συνταξίμου υπηρεσίας ή του 65ου έτους της ηλικίας των, λυομένης αυτοδικαίως της συμβάσεώς των.
Εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις οι ούτως αποχωρούντες λαμβάνουν την κατά την παρ.1 του άρθρου 94 του παρόντος Κώδικος αποζημίωσιν. Μέχρι πλήρους καταβολής της ως άνω αποζημιώσεως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην κατά νόμον αμοιβήν του". Στη συνέχεια, με το άρθρο 16 του ν. 1366/1983) αντικαταστάθηκε ολόκληρο το πιο πάνω άρθρο 63Α και ειδικότερα με την παρ.5 αυτού ορίσθηκε ότι "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 ( δηλ.του άρθρου 63Α του ν.δ. 3026/ 1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων"), και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.
Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". Με την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, του ήδη καταργηθέντος με το άρθρο 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), αλλά εφαρμοστέου στην προκειμένη περίπτωση ν.δ. 3026/1954, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, ορίζεται ότι "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ.4, λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β) δια πτωχεύσεως ή διαλύσεως της εντολίδος εταιρείας και γ) δια πτωχεύσεως του εντολέως, δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β) [...], ε) δώδεκα τοιαύτας αν έχη συμπληρώσει οκταετίαν, στ) δια τους έχοντας υπηρεσίαν άνω των οκτώ ετών προστίθεται δι` έκαστον επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεως μηνός, της αποζημιώσεως μη δυναμένης να υπερβή τας τριάκοντα παγίας αμοιβάς κατ` ανώτατον όριον.
Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην, λαμβάνεται υπ` όψιν μόνον παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς υπό οιανδήποτε μορφήν, ουχί δε τυχόν αυξομειούμεναι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ` υπόθεσιν. Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως".
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η υποχρεωτική αποχώρηση και η αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης δικηγόρου, που προσφέρει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 του δημόσιου τομέα, η οποία έχει το χαρακτήρα ιδιόρρυθμης σύμβασης έμμισθης εντολής, επέρχεται αφότου αυτός θεμελιώσει δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον ασφαλιστικό οργανισμό του προσωπικού του εντολέα του.
Ο δικηγόρος που παρέχει με πάγια αντιμισθία τις υπηρεσίες του δικαιούται την προβλεπόμενη από την παρ.1 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 αποζημίωση, διατηρώντας συγχρόνως και το δικαίωμα για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής του μέχρι την πλήρη καταβολή αυτής της αποζημίωσης, τότε μόνο, όταν η συμβατική σχέση μεταξύ αυτού και του εντολέα του λυθεί με καταγγελία από τον τελευταίο, όπως τούτο συνάγεται από το γράμμα των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, ενώ στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 63Α παρ.6 του Κώδικα Δικηγόρων αναφέρεται ρητώς το δικαίωμα τού υποχρεωτικώς αποχωρήσαντος δικηγόρου για απόληψη της κατά νόμο αμοιβής, μέχρι πλήρους καταβολής της προβλεπόμενης από το άρθρο 94 παρ.1 αυτού αποζημίωσης, στην επακολουθήσασα διάταξη του άρθρου 16 του ν. 1366/1983, που αντικατέστησε το ως άνω άρθρο 63Α και δη στην παρ.5 αυτού, δεν προβλέπεται τέτοιο δικαίωμα, στη δε διάταξη στην οποία γίνεται η παραπομπή (άρθρο 94 παρ.1 εδ.
τελευταίο του ν.δ. 3026/1954), ορίζεται ρητά ότι μόνο σε περίπτωση λύσης της σύμβασης δια καταγγελίας του εντολέα παρέχεται το εν λόγω δικαίωμα στον δικηγόρο. Η υποχρέωση αυτή είναι μία παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 570/1986).
Δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων αυτών ούτε μπορεί να υπαχθεί με ανάλογη εφαρμογή και η λύση της σύμβασης κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησης του δικηγόρου για οποιοδήποτε λόγο, γιατί λείπει η ταυτότητα του νομικού λόγου (ΑΠ 28/2018. ΑΠ 734/2018, ΑΠ 1709/1987). Για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την ως άνω αποζημίωση, είτε αυτή οφείλεται λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής από τον εντολέα του δικηγόρου είτε λόγω παραίτησης του ίδιου του δικηγόρου και οικειοθελούς αποχώρησής του, λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιανδήποτε μορφή και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση.
Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια, μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών, ο δε κατά τον τρόπο αυτό προσδιοριζόμενος μισθός (με τον υπολογισμό κάθε παροχής που χορηγείται σταθερά) λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της κατ` άρθρο 94 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης. 3.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ότι η ενάγουσα είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και από 21-11-1974 είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ενώ στις 2-12-1982 διορίστηκε δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, χωρίς να έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα.
Ότι την 12-6-1975 προσελήφθη από την εναγομένη "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος από τον Νοέμβριο του 2014 είναι η αναιρεσίβλητη ... ΑΕ, και η οποία διατηρεί οργανωμένο τομέα Νομικών Υπηρεσιών, με σύμβαση έμμισθης εντολής και με πάγια περιοδική αντιμισθία, προκειμένου να προσφέρει σ' αυτήν τις δικηγορικές της υπηρεσίες, τις οποίες και πράγματι προσέφερε έκτοτε, απασχολούμενη πλήρως και κατ' αποκλειστικότητα στη νομική της υπηρεσία.
Ότι την 23-24 Φεβρουαρίου 2005, κατόπιν της 2677/23-2-2005 απόφασής της, η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, λόγω κλονισμού της εμπιστοσύνης προς το πρόσωπό της, με την ταυτόχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απολύσεως ποσού 123.263,70 ευρώ. Ότι την εν λόγω καταγγελία η ενάγουσα προσέβαλε με αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως της και να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς της, το ποσόν των 300.000 ευρώ.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 129/2006 (ήδη αμετάκλητη) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της άνω καταγγελίας και η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από τη επίδοση της αγωγής (23-5-2005).
Ότι περαιτέρω, με την από 31-12-2007 εξώδικη δήλωσή της η εναγομένη προέβη σε νέα καταγγελία της έμμισθης εντολής της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, την οποία η τελευταία αρνήθηκε αρχικά καθ' υποφοράν ως άκυρη με την από 28-3-2008 αγωγή της, στη συνέχεια δε με την από 13-1-2010 αγωγή της, με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της πρώτης και με την οποία, αρνούμενη και πάλι ως άκυρη την ως άνω δεύτερη καταγγελία της σύμβασης της, ζήτησε την καταβολή των οφειλομένων αντιμισθιών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από το χρόνο της αρχικής άκυρης καταγγελίας μέχρι 31-1-2010, καθώς και το ποσό των 300.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Ότι επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 115/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 256.040,32 ευρώ για αντιμισθίες υπερημερίας του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, καθώς και το ποσό των 6.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ότι την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη με την από 23-9-2011 έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 3792/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εξαφάνισε την ως άνω απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο ως προς το ποσό που επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση και ως προς το κεφάλαιο της που απέρριψε την προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση συμψηφισμού, την οποία στη συνέχεια δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη για το ποσό των 123.263,70 ευρώ, που είχε ήδη καταβληθεί στην ενάγουσα ως αποζημίωση απολύσεως.
Ότι η εναγομένη προσέβαλε την προαναφερόμενη (3792/2012) απόφαση με την από 8-8-2012 αίτηση αναίρεσης και επ' αυτής εκδόθηκε η 935/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που είχε απορριφθεί ως αόριστη η ένσταση που είχε προβάλει η εναγομένη περί κατάχρησης δικαιώματος της ενάγουσας να αξιώσει τους μισθούς υπερημερίας και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση στο Εφετείο Αθηνών, μόνο όμως ως προς την ως άνω ένσταση, η οποία τελικά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 3290/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Ότι η επίδικη σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας λύθηκε με οικειοθελή αποχώρηση της ίδιας την 1-2-2010, κατά την οποία υπέβαλε αίτηση παραίτησής της από το δικηγορικό λειτούργημα, που έγινε δεκτή με την από 3-2-2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και της απονεμήθηκε ο τίτλος της Επιτίμου Δικηγόρου.
Ότι η ενάγουσα, ενόψει του ότι αποχώρησε από την υπηρεσία της λόγω παραίτησης από το δικηγορικό λειτούργημα από 1-2-2010, έχοντας συμπληρώσει απασχόληση στην εναγομένη με σύμβαση πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας πλέον των 34 ετών, δικαιούται πλήρη αποζημίωση (παρ. 2 του άρθρου 94 του Κώδικα Δικηγόρων), όπως αυτή προβλέπεται στην προαναφερόμενη παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 94, η οποία αντιστοιχεί σε 30 πάγιες μηνιαίες αντιμισθίες.
Ότι στην μηνιαία πάγια αντιμισθία της που λάμβανε κατά τον τελευταίο πριν την αποχώρηση της μήνα περιλαμβάνεται και το ποσοστό του 1/3 της μηνιαίας ασφαλιστικής εισφοράς στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία που, όπως αποδείχθηκε, αποτελούσε οικειοθελή παροχή της εναγομένης, την οποία είχε αναλάβει η τελευταία και κατέβαλε σταθερά, χωρίς να έχει διατηρήσει το δικαίωμα ανάκλησης της και συγκεκριμένα το ποσό των 63,62 ευρώ υπέρ Τ.Α.Ν.
και Τ.Ε.Α.Δ. και το ποσό των 19,10 ευρώ υπέρ Τ.Π.Δ.Α, που αντιστοιχούσε στην εν λόγω μηνιαία ασφαλιστική της εισφορά για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2010. Ότι συνεπώς, η πάγια μηνιαία αντιμισθία της κατά το μήνα Ιανουάριο 2010, με βάση την οποία πρέπει να υπολογισθεί η δικαιούμενη αποζημίωσή της, ανέρχεται στο ποσό των 3.948,86 ευρώ:
βασικός 1.666 ευρώ, επίδομα θέρμανσης 4,87 ευρώ (58,45 ευρώ/12), επίδομα γάμου 104,90 ευρώ, επιστημονικό 508,13 ευρώ, ευθύνης 468,26 ευρώ, βιβλιοθήκης 73,37 ευρώ, ελευθέρων επαγγελματιών 366,52 ευρώ, κίνητρο απόδοσης δικηγόρων 100 ευρώ, ποσοτικό επίδομα 2005-2006 32 ευρώ, δικαστική δαπάνη 366,84 ευρώ, ισολογισμού 175,25 ευρώ, 63,62 ευρώ και 19,10 ευρώ ασφαλιστικά ταμεία(1/3).
Ότι επομένως η ενάγουσα δικαιούται ως αποζημίωση, λόγω λύσης της σύμβασής της, το ποσό των 138.210,10 ευρώ (3.948,86ευρώ χ 30 πάγιες αντιμισθίες χ 1/6). Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα μετά την από 24-2-2005 (πρώτη) καταγγελία της έμμισθης εντολής της ενάγουσας και μέχρι την περάτωση της δικαστικής αντιδικίας της ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας, δηλ.
το έτος 2014 με την έκδοση της προαναφερομένης 3290/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η ενάγουσα ουδέποτε επανήλθε στην υπηρεσία της, το γεγονός δε ότι η τελευταία αποχώρησε από το δικηγορικό λειτούργημα την 1-2-2010 υποβάλλοντας την παραίτηση της στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, δεν το γνωστοποίησε στην εναγομένη Γενική Τράπεζα, ούτε την όχλησε σχετικά με την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεώς της από το δικηγορικό λειτούργημα.
Ότι για πρώτη φορά η Γενική Τράπεζα, της οποίας η αναιρεσίβλητη-εκκαλούσα, όπως προαναφέρθηκε, τυγχάνει από το έτος 2014 καθολική διάδοχος, οχλήθηκε για την καταβολή της εν λόγω κατ' άρθρο 94 παρ. 2 ν.δ. 3026/1954 (Κώδικα Δικηγόρων) αποζημίωσης την 27-12-2011, με την προς εκείνη επίδοση της από 21-12-2011 και υπ' αύξ. αριθμ.
καταθ. ….101/556/2011 αγωγής της, με την οποία η ενάγουσα προέβαλε αυτόν τον ισχυρισμό και υπέβαλε το αντίστοιχο αίτημα. Ότι επομένως η ως άνω σχετική αποζημίωση ποσού 138.210,10 ευρώ πρέπει να καταβληθεί νομιμοτόκως από 27-12-2011 (άρθρο 340 ΑΚ) και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε την αποζημίωση αυτή νομιμοτόκως από 1-2-2010, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πέμπτο λόγο της έφεσης της εναγομένης, που πρέπει να γίνει δεκτός.
Εν συνεχεία δέχθηκε ότι επίσης, δικαιούται η ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.483,86 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί, στο ποσοστό 1/3 των ασφαλιστικών της εισφορών στα οικεία ασφαλιστικά ταμεία, που κατέβαλε εξ ιδίων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-2-2005 έως 31-1-2010. Ότι περαιτέρω ως προς το αίτημα της ενάγουσας α)να της καταβληθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 94 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων ποινή εκ του νόμου, λόγω μη καταβολής αποζημίωσης κατά την αποχώρησή της, και η οποία (ποινή εκ του νόμου) ανέρχεται στο ποσό των 105.326,17 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 21-12-2011, καθώς και το αίτημά της β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει για την ίδια άνω αιτία τις αντιμισθίες υπερημερίας από 1-1-2012 μέχρι την άρση της υπερημερίας της, ότι είναι μη νόμιμα, διότι η άνω ποινή εκ του νόμου προβλέπεται για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία τους χωρίς την θέλησή τους και ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενάγουσας που αποχώρησε από την υπηρεσία της οικειοθελώς.
Μετά απ'αυτά το Εφετείο αφού απέρριψε την έφεση της ενάγουσας στο σύνολό της, έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς τα κεφάλαιά της που είχε δεχθεί τα άνω αυτά αιτήματα και την τοκοδοσία του ποσού της αποζημίωσης από 1-2-2010 και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε την αγωγή ως προς το τελευταία άνω αιτήματα και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει το ποσό της αποζημίωσης νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής(27-12-2011).
Ειδικότερα για το ενιαίο της εκτέλεσης υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα1) τόκους επί του συνολικού ποσού των τόκων ύψους 1.847,34 ευρώ από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, και 2) το συνολικό ποσό των 155.029,91 ευρώ, εκ του οποίου το ποσό των 3.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 23-5-2005, το ποσό των 138.210,10 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 27-12-2011 και το ποσό των 13.819,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
4. Με την κρίση του το Εφετείο ότι το αίτημα της ενάγουσας α)να της καταβληθεί η προβλεπόμενη στο άρθρο 94 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων ποινή εκ του νόμου, λόγω μη καταβολής αποζημίωσης κατά την αποχώρησή της, και η οποία (ποινή εκ του νόμου) ανέρχεται στο ποσό των 105.326,17 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 έως 21-12-2011, καθώς και το αίτημά της β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει για την ίδια άνω αιτία τις αντιμισθίες υπερημερίας από 1-1-2012 μέχρι την άρση της υπερημερίας της, ότι είναι μη νόμιμα, διότι η άνω ποινή εκ του νόμου προβλέπεται για τους αποχωρούντες από την υπηρεσία τους χωρίς την θέλησή τους και ότι δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενάγουσας που αποχώρησε από την υπηρεσία της οικειοθελώς, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 εδ.
τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, σύμφωνα και με τα αναφερθέντα στην με στοιχεία 2 μείζονα σκέψη, καθόσον η απόληψη της αμοιβής που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή, παρέχεται μόνο όταν η συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής λυθεί με καταγγελία του εντολέα και όχι σε περίπτωση οικειοθελούς παραίτησης και αποχώρησης, όπως εν προκειμένω.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτει στην προσβαλλομένη η αναιρεσείουσα την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερομένης ουσιαστικής διάταξης είναι αβάσιμος. 5. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την νομίμως προσκομισθείσα και επικληθείσα με αριθμό …644 πράξη Διευθυντή ΕΤΑΑ-ΤΑΝ, από την οποία αποδεικνυόταν ότι την 1-2-2010 που παραιτήθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα, είχε θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους συνταξιοδότησης και ξεκίνησε να λαμβάνει πλήρη σύνταξη από την 2-2-2010, δηλ.
την επόμενη της παραίτησής της και ότι το έγγραφο αυτό ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού απ'αυτό αποδεικνυόταν ότι είχε θεμελιώσει δικαίωμα πλήρους σύνταξης κατά την παραίτησή της από το δικηγορικό λειτούργημα και άρα έπρεπε να της επιδικαστούν ως ποινή εκ του νόμου οι αντιμισθίες της μέχρι την πλήρη καταβολή της οφειλομένης αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην 2 μείζονα σκέψη αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον προϋπόθεση για την λήψη κατά τα άνω της ποινής εκ του νόμου του άρθρου 94 παρ.1 εδ. τελευταίο του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 του ν.δ. 3790/1957, είναι να λυθεί η συμβατική σχέση της έμμισθης εντολής με καταγγελία του εντολέα και δεν παρέχεται σε περίπτωση οικειοθελούς παραίτησης και αποχώρησης, όπως εν προκειμένω που η ενάγουσα αποχώρησε οικειοθελώς, δηλαδή δεν παρέχεται η άνω ποινή αν ο εργαζόμενος αποχώρησε οικειοθελώς, και ανεξάρτητα από τον λόγο της οικειοθελούς αποχώρησης, είτε δηλαδή αυτή έλαβε χώρα λόγω θεμελίωσης δικαιώματος πλήρους συνταξιοδότησης της ή (οικειοθελούς αποχώρησής της) και πριν την θεμελίωση του δικαιώματος αυτού. 6.
Για τον υπολογισμό της πάγιας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την της κατ` άρθρο 94 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων αποζημίωσης, είτε αυτή οφείλεται λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης δικηγορικής εντολής από τον εντολέα του δικηγόρου είτε λόγω παραίτησης του ίδιου του δικηγόρου και οικειοθελούς αποχώρησής του, λαμβάνεται υπόψη παν ό,τι καταβάλλεται υποχρεωτικά κατά νόμο ετησίως ή μηνιαίως σταθερά με οποιανδήποτε μορφή και όχι τυχόν αυξομειούμενες κατά μήνα δαπάνες ή και αμοιβές κατά υπόθεση.
Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια, μηνιαία αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. Aπό το άρθρο 559 αριθμός 16 περ. α` ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Προκειμένου, επομένως, να εξεταστεί, αν υπάρχει από τελεσίδικη απόφαση που προηγήθηκε δεδικασμένο, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με νέα αγωγή φερομένου προς κρίση, με βάση ορισμένη αιτία, αιτήματος, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης όσον αφορά την ιστορική αιτία επί της οποίας έκρινε και ο λόγος της παραδοχής ή της απόρριψης (Ολ.
ΑΠ 15/1998). 7. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι κατά παραβίαση του δεδικασμένου που είχε νομίμως προτείνει και που προκύπτει από την αμετάκλητη με αριθμό 115/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επεδίκασε σ'αυτήν αποζημίωση του άρθρου 94 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων(ν.δ 3026/1954) εκ 138.210,10 ευρώ αντί της οφειλομένης βάσει του άνω άρθρου τοιαύτης εξ 139.965,90 ευρώ.
Ειδικότερα ότι καίτοι οι ετήσιες αποδοχές της, που της είχαν επιδικαστεί αμετάκλητα με την άνω απόφαση(115/2011) ανέρχονταν σε 54.535,32 ευρώ για το έτος 2009 και επ'αυτού του ποσού είχε προσθέσει η ενάγουσα και το ποσοστό του 1/3 των ασφαλιστικών εισφορών της στα αρμόδια ταμεία ύψους 1415 ευρώ, διότι αποτελούσε και αυτή παροχή της εντολέως της τράπεζας και άρα προστίθετο ως υποχρεωτική βάση υπολογισμού της μηνιαίας αντιμισθίας της, η οποία ανήλθε ως εκ τούτου σε 4.665,53 ευρώ(54.535,32 +1451 = 55.986,32 ευρώ δια 12 μήνες= 4.665,53 ευρώ), η προσβαλλομένη εσφαλμένα δεν υπολόγισε κατά τον υπολογισμό της εν λόγω αποζημίωσής της και την αναλογία από τις σταθερές προσαυξήσεις 357,91 ευρώ και 411,67 ευρώ στα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων αντιστοίχως, τις οποίες κατέβαλε εν προκειμένω επιπροσθέτως η εντολέας της και της είχαν επιδικαστεί αμετακλήτως με την άνω απόφαση.
Υπό τα εκτιθέμενα στον άνω λόγο της αίτησης, αυτός είναι αβάσιμος και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης ερείδεται, καθόσον και αν για τον υπολογισμό των ενιαυσίων αντιμισθιών της ενάγουσας θεωρηθεί ότι υπάρχει αμετάκλητη απόφαση που τις προσδιόρισε σε 54.535,32 ευρώ για ολόκληρο το έτος 2009 και εξ αυτού υπάρχει δεδικασμένο ως προς το ύψος των αποδοχών αυτών (του έτους δηλ. 2009) όπως ισχυρίζεται, οι αποδοχές αυτές που περιλαμβάνουν τις πάσης φύσεως παροχές και επιδόματα κατά την ενάγουσα και οι οποίες θα έπρεπε να ληφθούν ως βάση για τον υπολογισμό της αποζημίωσής της, δεν αναβιβάζουν την αποζημίωση σε 139.965,90 ευρώ, αλλά σε 136.338,30 ευρώ(ήτοι 54.535,32 δια 12= 4544,61 ευρώ Χ 30 αντιμισθίες=136.338,30 ευρώ), η δε παροχή των 1415 ευρώ, που προσθέτει η ενάγουσα για τον υπολογισμό της μηνιαίας της αντιμισθίας και βάσει αυτής υπολογίζει την αποζημίωσή της του άρθρου 94 παρ. 1 του κώδικα περί δικηγόρων, επιδικάστηκε το πρώτο με την 274/2014 νεώτερη(της 115/2011) απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά από μεταγενέστερη αγωγή της και συνεπώς από τα άνω διαδικαστικά έγγραφα δεν προκύπτει ότι υφίσταται δεδικασμένο εκ της άνω απόφασης(115/2011) ως προς το ύψος που αναβιβάζει την μηνιαία της αντιμισθία η ενάγουσα και βάσει αυτής στην συνέχεια υποδεικνύει το ύψος της καταβλητέας αποζημίωσης.
Άλλωστε από την επιτρεπτή επισκόπηση των άνω αναφερθεισών αποφάσεων, το Εφετείο επικυρώνοντας ως προς το ύψος της αποζημίωσης του άρθρου 94 παρ.1 του κώδικα περί δικηγόρων την απόφαση 274/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε επιδικαστεί για την αιτία αυτή ποσό 138.210,10 ευρώ στην ενάγουσα, είχε λάβει ως συνολική μηνιαία αντιμισθία της βάσει της οποίας υπολόγισε την αποζημίωση, την αντιμισθία της του τελευταίου μήνα πριν την παραίτησή της, ήτοι αυτήν του Ιανουαρίου 2010, ανερχομένη στο ποσό των 3948,86 ευρώ(αφού στο μισθό του Ιανουαρίου 2010 εκ 3690,89 ευρώ(μετά από ορθό υπολογισμό στον μήνα αυτό της αναλογίας του επιδόματος θέρμανσης εκ 4,87 ευρώ) προσέθεσε την παροχή των 82,72 ευρώ, που ανερχόταν μηνιαίως το ποσοστό της στις ασφαλιστικές εισφορές στα αρμόδια ταμεία και της παροχής μηνιαίως 175,25 για το επίδομα ισολογισμού(3690,89 +82,72+ 175,25= 3948,86 ευρώ) και επί του ποσού αυτού συνυπολόγισε ορθά την προσαύξηση των επιδομάτων αδείας και εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων ίση με το 1/6 της όλης αποζημίωσης.
Άλλωστε το ύψος αυτό της αντιμισθίας της ενάγουσας του μηνός Ιανουαρίου 2010 και πριν τις προσθήκες σ'αυτήν των παροχών 82,72 ευρώ και 175,25 ευρώ, συμπίπτει απολύτως με την αντιμισθία του μηνός αυτού, όπως την υπολόγισε και η επικαλουμένη απ'αυτήν(ενάγουσα) 115/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου(βλ. άνω απόφ. 115/2011 φύλλο 18ο πάνω μέρος, βλ.
άνω απόφ. 274/2014, 10ο φύλλο πίσω σελίδα πάνω μέρος). 8. Από τις διατάξεις των άρθρων 330, 341 και 342 Α.Κ. προκύπτει ότι ο οφειλέτης καθίσταται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της προς εκπλήρωση της παροχής ημέρας, εκτός αν η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Η υπαιτιότητα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή αλλά αντιθέτως η έλλειψη αυτής θεμελιώνει καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως ένσταση, την οποία οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο οφειλέτης, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας (αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται) αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (Α.Π. 1325/2014).
Περαιτέρω στο άρθρο 63Α, παρ. 5 του ν.δ 3026/1954 ''Κώδικα περί Δικηγόρων'' ορίζεται ότι "Δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παραγράφου 1 ( δηλ.του άρθρου 63Α του ν.δ. 3026/ 1954 "περί Κώδικος Δικηγόρων"), και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές, κατά τις κείμενες διατάξεις, στην ασφάλιση του ασφαλιστικού οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για τη συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου.
Στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους είτε την προβλεπόμενη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπόμενη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζόμενη αποζημίωση". 9. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του ν. 3026/1954 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 342, 343 παρ. 1 ,345 ΑΚ καθώς και το άρθρο 7 παρ. 3 περ.
β. του ν. 3469/2006. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι από τον συνδυασμό των παρ. 1 και 2 του άρθρου 94 του ν.δ. 3026/1954 προκύπτει ότι υπάρχει ειδική πρόβλεψη που επιβάλλει στον εντολέα την άμεση καταβολή της αποζημίωσης στον δικηγόρο για την λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής, και έχει ταχθεί δήλη ημέρα από τον νόμο προς τούτο, δεν απαιτείται όχληση του οφειλέτη εντολέα και ο τελευταίος οφείλει αποζημιωτικούς τόκους υπερημερίας επί του ποσού της αποζημίωσης από του χρόνου καταβολής της, που είναι η ημέρα της λύσης της έμμισθης εντολής και επομένως εσφαλμένα η προσβαλλομένη ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις και της επιδίκασε το ποσό της κατά τα άνω αποζημίωσης του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του ν.δ 3026/1954 νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής της και όχι από την λύση της σύμβασης έμμισθης εντολής της που έλαβε χώρα με την παραίτησή της από το δικηγορικό λειτούργημα την 1-2-2010.
Ο λόγος αυτός της αίτησης είναι αβάσιμος και το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις άνω διατάξεις κρίνοντας ότι η παραίτηση της αναιρεσείουσας από το δικηγορικό λειτούργημα δεν αποτελεί δήλη ημέρα, από την παρέλευση της οποίας σε περίπτωση μη καταβολής της προβλεπομένης παροχής-αποζημίωσης, οφείλονται τόκοι υπερημερίας χωρίς όχληση του εντολέα της.
Ειδικότερα, από τις αναφερόμενες στην με αριθμό 8 μείζονα σκέψη διατάξεις και δη από το άρθρο 63 Α παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 ''κώδικα περί δικηγόρων'' προκύπτει, ότι οι δικηγόροι που προσφέρουν τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες τους με πάγια ή περιοδική αμοιβή σε υπηρεσίες, οργανισμούς, επιχειρήσεις και κάθε είδους νομικά πρόσωπα της παρ. 1(δηλαδή του άρθρου 63 Α του άνω ν.δ.
μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ανώνυμες εταιρείες όπως είναι οι τράπεζες) και υπάγονται ή θα υπαχθούν για τις υπηρεσίες τους αυτές κατά τις κείμενες διατάξεις στην ασφάλιση του ασφαλιστικού Οργανισμού που καλύπτει το προσωπικό του εντολέα τους, εκτός από εκείνους που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση αυτή με το άρθρο 12 του ν. 1090/1980, αποχωρούν υποχρεωτικά και η σύμβασή τους λύνεται αυτοδικαίως, αφότου θεμελιώσουν από τις παραπάνω υπηρεσίες τους δικαίωμα για πλήρη σύνταξη κατά τη νομοθεσία που διέπει τον οργανισμό αυτόν, εκτός εάν προϋπόθεση για την συνταξιοδότησή τους είναι να παύσουν να ασκούν το λειτούργημα του δικηγόρου και στις περιπτώσεις αυτές οι αποχωρούντες δικαιούνται να λάβουν κατά την επιλογή τους, είτε την προβλεπομένη κατά την αποχώρησή τους εφάπαξ παροχή πλήρη από τον ασφαλιστικό οργανισμό, είτε την προβλεπομένη από την παράγραφο 1 του άρθρου 94 αυτού του κώδικα οριζομένη αποζημίωση.
Συνεπώς από τις άνω διατάξεις συνάγεται ότι στους αποχωρούντες δικηγόρους που η σύμβαση έμμισθης εντολής με τον εντολέα τους λύνεται με την προϋπόθεση της εκ μέρους του δικηγόρου παραίτησης από το δικηγορικό λειτούργημα, η ημερομηνία παραίτησής τους δεν είναι δήλη ημέρα κατά τις επιταγές των άρθρων 341 επ.
ΑΚ, μετά την παρέλευση της οποίας άνευ άλλου τινός καθίσταται υπερήμερος ο εντολέας τους, καθόσον αυτή (παραίτηση) είναι μονομερής ενέργεια του δικηγόρου, ο οποίος κυριαρχικά καθορίζει το πότε θα την διενεργήσει, χωρίς καμιά σύμπραξη στην απόφασή του αυτή(δηλαδή ως προς τον χρόνο που θα την ασκήσει) από τον εντολέα του, ο οποίος απλά την πληροφορείται από τον υπηρετούντα σ' αυτήν δικηγόρο, στα πλαίσια της ευχέρειας (του τελευταίου), που του παρέχει επίσης το άνω ν.δ.(άρθρο 63 Α) να επιλέξει και να γνωστοποιήσει προς τον εντολέα τους ποια, από τις προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό παροχές, θα επιλέξει, δηλαδή αυτήν του ασφαλιστικού οργανισμού που υπηρετεί ή την προβλεπομένη από την παρ. 1 του άρθρου 94 του ν.δ 3026/1954 αποζημίωση, η οποία και τελικά θα του καταβληθεί από τον εντολέα του μετά την γνωστοποίηση-όχληση προς τον τελευταίο τόσο της παραιτήσεώς του από το δικηγορικό λειτούργημα, όσο και της επιλογής αυτής, από την οποία και μετά καθίσταται υπερήμερος ως προς την καταβολή της ο εντολέας κατ'άρθρο 340 ΑΚ.
Αυτήν δε την γνωστοποίηση-όχληση του δικηγόρου περί παραιτήσεώς του από το δικηγορικό λειτούργημα προς τον εντολέα του, προκειμένου να αρχίσει η υπερημερία του τελευταίου περί την καταβολή της αποζημίωσης, δεν αναπληρώνει η δημοσίευση της παραιτήσεως στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως κατ'άρθρο 7 του ν. 3469/2006, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθόσον αυτή (δημοσίευση)προβλέπεται στα πλαίσια της νομιμότητας της παραίτησης και αποδοχής της που επιβάλλει το άνω άρθρο και δεν αποτελεί την δήλη ημέρα του άρθρου 341 ΑΚ. 10.
Μετά απ' αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αίτησης αναίρεσης πρέπει η υπό κρίση αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττημένη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 933/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ