Legislator Case Law & Legislation
1692/2017 AI generated

1692/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1692/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23082/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1357/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Legislator headnote

AI generated

1692/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 10/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements offence committed within a business conduct of the undertaking work subject to authorization agreements between undertakings trade secret violation
AI generated
501/2021
στις 05-09-2002 υπέβαλε την από 30-08-2002 μήνυση για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι στις 24-06-2002 ο ενάγων απευθυνόμενος στον επιβλέποντα τα συνεργεία που εκτελούσαν οικοδομικές εργασίες στο διαμέρισμα της πρώτης εναγομένης, Γ. Δ. , ζητώντας να του επιδείξει τη σχετική οικοδομική άδεια, εξύβρισε τις ελληνικές υπηρεσίες και είπε "είναι μαϊμού η άδεια, έπιασε 5 φράγκα ο Κ. (δηλαδή ο δεύτερος εναγόμενος) και νομίζει ότι κάτι είναι, είναι πλαστή η άδεια κάποιος τα ‘πιασε για να του βγάλει την άδεια", ακολούθως δε ότι στο ΑΤ Βάρης ενώπιον των αστυνομικών είπε "η οικοδομική άδεια είναι πλαστή, μαϊμού, ότι λάδωσε για να βγάλει την άδεια".
810/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Φωτεινή Μηλιώνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
193/2026
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.
993/2021
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Πελαγία Ακάσογλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Κοκοτίνη), Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ελένη Κατσούλη και Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση Αρεοπαγίτες.
1412/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1692 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1692/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Σ., 2) Π.-Μ. Σ., 3) Β. Ε. χήρας Δ. Σ., ως καθολικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος, αρχικά ενάγοντος Δ. Σ., 4) Γ. Φ. του Α., 5) Γ. Κ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηρακλή Σπανό που ανακάλεσε την από 20/1/2017 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε." που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σταύρο Παπαγερμανό και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/2/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23082/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1357/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28/12/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 10/1/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 1357/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχθηκε (εν μέρει) την από 9-1-2014 έφεση των αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την 23082/2013 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 15-2-2011 αγωγή των τελευταίων κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποίαν ζητούσαν, κατά μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, αφ’ ενός μεν να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν και αφ’ ετέρου να υποχρεωθούν να καταβάλουν, τα αναφερόμενα στις αγωγή ποσά και δη, αφ’ ενός μεν ο πρώτος αυτών ως ευθυνόμενος το μεν εξ αδικοπραξίας, κατά τα αιτούμενα ποσά των 347.644,62 και 20.000 ευρώ για προκληθείσα σε αυτούς (ενάγοντες) θετική ζημία, 750.000 ευρώ για διαφυγόντα αυτών κέρδη και 50.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίησή τους (εναγόντων) λόγω ηθικής βλάβης που υπέστησαν, το δε, κατά το αιτούμενο ως άνω ποσό των 20.000 ευρώ και εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφ’ ετέρου δε η δεύτερη (εναγομένη εταιρεία) να καταβάλει, ως ευθυνόμενη, εις ολόκληρον μετά του πρώτου εναγομένου ομορρύθμου εταίρου της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού κατά το ποσό των 347.644,62 ευρώ, για τις αναφερόμενες σ’ αυτήν (αγωγή) ως άνω αιτίες (αδικοπραξία και αδικαιολόγητο πλουτισμό).

Μετά δε την εξαφάνιση (εν μέρει) της ως άνω εκκληθείσας απόφασης το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως αόριστη, κατά την βάση της, την ερειδομένη στις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά τα λοιπά δε την έφεση, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιο της πρωτοδίκου αποφάσεως, με το οποίο είχε απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, η αγωγή, κατά την ερειδομένη στις διατάξεις της αδικοπραξίας, βάση της.

Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Από τις διατάξεις των άρθρων 904 και 908 ΑΚ, που ορίζουν η πρώτη αυτών ότι, "Όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια.

Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη. Με παροχή εξομοιώνεται και η συμβατική αναγνώριση ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει χρέος", η δε δεύτερη ότι, "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτόν.

Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα", σαφώς προκύπτει ότι η απαίτηση του αδικαιολογήτου πλουτισμού έχει ως περιεχόμενο την απόδοση της ωφέλειας του λήπτη σε εκείνον από την περιουσία του οποίου, με θετική ή αποθετική μείωση αυτής ή με ζημία του οποίου, προσεγένετο η τοιαύτη ωφέλεια.

Η ευθύνη δε του λήπτη, περιλαμβάνει κατ’ αρχήν την υποχρέωση αυτού προς απόδοση αυτούσιου - in natura - του αδικαιολόγητα ληφθέντος πράγματος, ως τέτοιου νοουμένου εν προκειμένω διασταλτικά παντός αδικαιολόγητα ληφθέντος αντικειμένου ενσωμάτου, αντικαταστατού ή μη, ή ασωμάτου. Έτσι, η εκ τού αδικαιολόγητου πλουτισμού ενοχή είναι, κατ’ αρχήν, ενοχή είδους και ως είδος αναζητούνται τα δοθέντα, εφ’ όσον σώζονται, από τον λήπτη αυτούσια, έστω και αν πρόκειται περί χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων.

Στην περίπτωση δε κατά την οποίαν ο λήπτης δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυτούσια απόδοση του ληφθέντος, είτε συνεπεία της φύσης του ληφθέντος αντικειμένου (π.χ. αχρεωστήτως παρασχεθείσες υπηρεσίες, ωφελήματα εκ της χρήσεως πράγματος κ.λ.π.) είτε εξ άλλων λόγων (π.χ. ανάλωση του ληφθέντος, με την οποία όμως ο λήπτης εξοικονόμησε δαπάνες, στις οποίες θα προέβαινε εξ ιδίων (περίπτωσις άρθρ. 1063 Α.Κ.

κ.α.), ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει την αξία του ληφθέντος αντικειμένου, η οποία υποχρέωση δεν καθιερώνεται μεν από ρητή διάταξη, προκύπτει όμως εκ τού πνεύματος των προειρημένων διατάξεων. Εάν όμως ο λήπτης εκποίησε το ληφθέν πράγμα, τότε η ευθύνη του συνίσταται στην απόδοση του εξ αυτού ληφθέντος τυχόν ανταλλάγματος, ήτοι του εκ της εκποιήσεως τού ληφθέντος αντικειμένου κέρδους, π.χ.

του τιμήματος εκ τής εκποιήσεως τούτου και αν το δοθέν πράγμα ήτο αντικαταστατό, ή τού κτηθέντος πράγματος εκ τής διαθέσεως των ληφθέντων χρημάτων. Έτσι εάν τα (άνευ νόμιμης αιτίας) επιδοθέντα ήσαν χρήματα, ο δε λήπτης αγόρασε, αποδεδειγμένα, διά των δοθέντων σε αυτόν χρημάτων και όχι δι’ άλλων, ιδίων αυτού, χρημάτων, πράγμα κινητό ή ακίνητο, η ευθύνη αυτού συνίσταται σε απόδοση του αγορασθέντος πράγματος, του υποκατασταθέντος στα ληφθέντα χρήματα, γιατί τούτο αποτελεί το ληφθέν αντάλλαγμα, κατά την έννοιαν τού άρθρου 908 εδ. 1 ΑΚ, το οποίον και υποχρεούται να αποδώσει, τουθ’ όπερ και ανταποκρίνεται στον σκοπόν και στο πνεύμα της ειρημένης διάταξης (ΟλΑΠ 1773/1981).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της συγκεκριμένης περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως.

Έτσι με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσον η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσον και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντιθέτως, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ’ αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Εξ άλλου, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ αντίστοιχα (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 874/1996, 1452/2007).

Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 571/2004) και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης.

Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής, για να είναι αυτή ορισμένη, αποτελεί κατά το άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρ. 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.

Εν προκειμένω, με την από 15-2-2011 αγωγή τους, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ζήτησαν, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι, ο δεύτερος αυτών ως ομόρρυθμος εταίρος της πρώτης ομορρύθμου εταιρείας, να τους καταβάλουν, "ως πραγματικό, οικονομικό και λογιστικό μέγεθος", το ποσό των 347.644,62 ευρώ, κατά το οποίο κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη η δεύτερη αυτών εταιρεία, συνιστάμενο στην δια του ποσού αυτού πληρωμή εκ μέρους τους (εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων), το μεν της αξίας των αγορασθέντων από την εναγομένη εταιρεία και τοποθετηθέντων στο κατάστημά της κινητών πραγμάτων, που χρησιμοποιήθηκαν για την ανακαίνιση του καταστήματός της, το δε των προς τούτο (ανακαίνιση του καταστήματος αυτής) παρασχεθεισών από τρίτους υπηρεσιών.

Το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, ερευνώντας τον τέταρτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίον οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες παρεπονούντο για την απόρριψη με την εκκαλουμένη απόφαση ως μη νόμιμης της αγωγής τους ως προς την βάση της, την ερειδομένη στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε τα εξής: "....Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού σε σχέση με τη δεύτερη εναγόμενη εταιρεία, με την αιτιολογία ότι δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή κάποια συμβατική σχέση μεταξύ των εναγόντων και της εταιρείας αυτής, ώστε να κριθεί η έλλειψη ή μη νόμιμης αιτίας διατήρησης του πλουτισμού.

Όμως, για τη θεμελίωση αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού, δεν απαιτείται η ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, αρκεί να συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να υπάρχει αμεσότητα της μετακίνησης του πλουτισμού από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτήσαντος.

Στην αγωγή αναφέρονται μεν τα στοιχεία του αδικαιολόγητου πλουτισμού της εναγομένης εταιρείας από την περιουσία των εναγόντων, πλην όμως δεν προσδιορίζονται ορισμένως ούτε ζητούνται τα επί μέρους στοιχεία, που συνιστούν την ωφέλεια της λήπτριας. Συγκεκριμένα, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες με δικές τους δαπάνες αγόρασαν και τοποθέτησαν στο μισθωμένο από την εναγόμενη εταιρεία κατάστημα διάφορα κινητά (έπιπλα, τέντες, ηλεκτρονικό εξοπλισμό, κλιματιστικά μηχανήματα, φωτιστικά κ.λ.π.) και κατέβαλαν διάφορα ποσά σε τρίτους για τις τεχνικές εργασίες, που διενεργήθηκαν στο κατάστημα αυτό κατά την ως άνω ανακαίνιση.

Όμως, τα ανωτέρω κινητά δεν προσδιορίζονται ούτε ζητούνται με την αγωγή, όπως έπρεπε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφόσον η απόδοσή τους είναι εφικτή, ενώ περαιτέρω δεν προσδιορίζονται επαρκώς οι εργασίες που εκτελέσθηκαν από τρίτους στο ανωτέρω κατάστημα, για τις οποίες οι ενάγοντες δαπάνησαν τα αναφερόμενα ποσά.

Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε ως νομικά αβάσιμο το σκέλος της αγωγής, με το οποίο οι ενάγοντες ζητούσαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία και συνακόλουθα ο εναγόμενος ως ομόρρυθμος εταίρος της να τους καταβάλουν σε ολόκληρο το ποσό των 347.644,62 ευρώ έσφαλε.

Όμως, όπως προεκτέθηκε, η αγωγή κατά το μέρος της αυτό είναι απαράδεκτη και απορριπτέα λόγω αοριστίας. Επομένως, η εκκαλούμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί κατά το σκέλος της αυτό και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο αυτό για να ερευνηθεί περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί κατά το ανωτέρω σκέλος της η αγωγή ως απαράδεκτη ...".

Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς την δεύτερη, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... Ε.Ε.", ως προς την οποίαν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκληθείσης απόφασής του, με την παραδοχή ότι δεν σωρεύετο, υπό την επίκληση των αυτών πραγματικών περιστατικών στην εξ αδικοπραξίας ετέρα βάση της (αγωγής), είχε απορρίψει την αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, και αφού κράτησε και δίκασε (το Εφετείο) αυτήν (αγωγή) ως προς την βάση της, την απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Με τις ανωτέρω παραδοχές και την κρίση του αυτή, το δικάσαν Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ, δεχόμενο, ότι αντικείμενο της εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγικής αξιώσεως των εναγόντων δεν ήταν το χρηματικό ποσό, που αυτοί, κατά τους ισχυρισμούς τους, κατέβαλαν για την πληρωμή των αγορασθέντων από την εναγομένη εταιρεία για την ανακαίνιση του καταστήματός της κινητών πραγμάτων και που με την αγωγή τους ζήτησαν, αλλά, συμφώνως προς τις προεκτεθείσες νομικές διατάξεις, αυτά καθ’ εαυτά τα αγορασθέντα κινητά πράγματα, που απέκτησε η αντίδικός τους δεύτερη εναγομένη εταιρεία με χρήματα, που οι ίδιοι κατέβαλαν για την αγορά τους.

Ένεκα τούτου, ο τα αντίθετα υποστηρίζων κατά το πρώτο μέρος του πρώτος λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, μη συντρέχοντος λόγου αντικαταστάσεως, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ, της αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, συμφώνως προς την οποίαν η αγωγή, κατά το ανωτέρω μέρος της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της και όχι νόμω αβάσιμη, ως κατ’ ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων έπρεπε να δεχθεί το Εφετείο, αφού εκ τούτου δεν δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο για τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.

Η περαιτέρω αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι το δικάσαν Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των αυτών ως άνω διατάξεων των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ απέρριψε ως αόριστη την εκ των διατάξεων αυτών αγωγή τους, με την οποίαν ζητούσαν την καταβολή του ως άνω ποσού των 347.644,62 ευρώ, κατά το μέρος του (ποσού τούτου), το οποίο αφορά την πληρωμή υπ’ αυτών (εναγόντων) των τρίτων για τις παρασχεθείσες από αυτούς (τρίτους) υπηρεσίες ανακαινίσεως του καταστήματος της δευτέρας εναγομένης, για το λόγο ότι δεν προσδιορίζονταν επαρκώς οι εργασίες που εκτελέσθηκαν από τους τρίτους και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του εκ του αυτού ως άνω άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, λόγου αναιρέσεως της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων αυτών (των άρθρων 904 και 908 του ΑΚ), στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι αβάσιμη.

Τούτο διότι, υπό τις ανωτέρω παραδοχές του, το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή δέχθηκε κατ’ αρχήν την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, όμως, περαιτέρω απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος της αυτό λόγω της προαναφερόμενης αοριστίας της, το δε κεφάλαιο τούτο δεν προσβάλλεται από τους αναιρεσείοντες με λόγο αναιρέσεως από τους αρ. 8 ή 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (ΟλΑΠ 1/1999).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 9(γ) ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση νοείται αυτή που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως ή ενδίκου μέσου (AΠ 20/2015). Κατά την έννοια της άνω διάταξης για το παραδεκτό του σχετικού λόγου αναιρέσεως πρέπει ο αναιρεσείων να έχει προβάλλει στο δικαστήριο της ουσίας, κατά την συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το αίτημα που αφέθηκε αδίκαστο (ΑΠ 96/2014).

Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 9 της ΚΠολΔ 559 δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο με οποιαδήποτε αιτιολογία απέρριψε την προβληθείσα αίτηση (ΑΠ 120/2016, ΑΠ 145/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, το δικάσαν Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δέχθηκε, ως προς την ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 299, 300, 330 και 932 του ΑΚ βάση της ως άνω αγωγής των αναιρεσειόντων, η οποία πρωτοδίκως με την ενώπιόν του εκκληθείσα υπ’ αριθμ. 23082/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είχε γίνει δεκτή ως νόμω βάσιμη και είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, και κατά το κεφάλαιό της αυτό η πρωτόδικη απόφαση, με τον πρώτο λόγο εφέσεως, είχε αχθεί ενώπιόν του (δικάσαντος Εφετείου), τα ακόλουθα: "Περί της αρχές του 2009 οι τρεις πρώτοι των εναγόντων, Δ.

Σ., Γ. Φ. και Γ. Κ., κατόπιν επαφών που είχαν με τον εναγόμενο Α. Κ., αποφάσισαν να συστήσουν μία ομόρρυθμη εταιρία, με σκοπό την εκμετάλλευση επιχείρησης καφέ - μπαρ. Ειδικότερα, η εταιρεία με την επωνυμία ... Ε.Ε. (δεύτερη των εναγομένων και ήδη δεύτερη των εφεσιβλήτων), της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της ήταν ο ομόρρυθμος εταίρος της Α.

Κ., από το έτος 2006 εκμεταλλευόταν την εν λόγω επιχείρηση έχοντας προβεί στην κατάρτιση μισθωτηρίου συμβολαίου δυνάμει του οποίου μίσθωνε από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ" το υπ’ αριθμ. ... ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 50. τ.μ. περίπου, μετά του δικαιώματος χρήσεως των εξωτερικών χώρων Α και Β, που βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο "..." της Θεσσαλονίκης.

Εκτιμώντας λοιπόν ότι το εν λόγω κατάστημα χρειαζόταν ανακαίνιση, ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή της ως άνω μισθώτριας εταιρείας με την επωνυμία ... Ε.Ε., πρότεινε στους ως άνω ενάγοντες να συστήσουν μία ομόρρυθμη εταιρεία με αντικείμενο την εκμετάλλευση του ως άνω καταστήματος, προσδιορίζοντας τη συνολική αξία των εταιρικών μεριδίων, που αυτοί θα ελάμβαναν στο ποσό των 200.000 ευρώ, το οποίο αυτοί θα εισέφεραν σε είδος στη νέα εταιρεία, δαπανώντας το στην επικείμενη ανακαίνιση.

Προς τούτο καταρτίσθηκε το από 23-3-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, βάσει του οποίου οι ως άνω τρεις πρώτοι των εναγόντων από κοινού με τον Α. Κ. συμφώνησαν να συσταθεί η εταιρεία με την επωνυμία "... Ο.Ε.". Στο συμφωνητικό αυτό, μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα: α) ο πρώτος εναγόμενος φέρεται να έχει μισθώσει ατομικά το προαναφερόμενο κατάστημα, β) με βάση το σχετικό από 24-2-2006 μισθωτήριο συμβόλαιο, του έχει παρασχεθεί από την ως άνω εκμισθώτρια εταιρεία το δικαίωμα να συστήσει εταιρεία οποιασδήποτε μορφής, στην οποία θα συμμετέχει ο ίδιος με πλειοψηφικό ποσοστό, γ) ο πρώτος των εναγομένων θα συμμετείχε στη νέα εταιρεία με ποσοστό 52% και οι υπόλοιποι τρεις εταίροι με συνολικό ποσοστό 48%, ήτοι 16% ο καθένας, δ) διαχειριστής της υπό σύσταση εταιρείας θα οριζόταν ο Γ.

Φ., ε) οι τρεις πρώτοι ενάγοντες υποχρεούνταν να επενδύσουν ισομερώς το ποσό των 200.000 ευρώ για την ανακαίνιση του καταστήματος, την οποία θα επιμελούνταν, στ) σε περίπτωση που το κόστος της ανακαίνισης υπερέβαινε το ποσό των 200.000 ευρώ, ο πρώτος εναγόμενος ουδεμία συμμετοχή θα είχε στο επιπλέον ποσό, που θα επιβάρυνε εξ ολοκλήρου τους λοιπούς εταίρους, ενώ σε περίπτωση που το κόστος της ανακαίνισης θα ήταν μικρότερο των 200.000 ευρώ, οι τελευταίοι υποχρεούνταν να καταβάλουν στον Α.

Κ. σε μετρητά τη διαφορά μέχρι το ποσό των 200.000 ευρώ, 3) οι τρεις πρώτοι των εναγόντων όφειλαν να καταβάλουν κατ’ ισομοιρία σε μετρητά στον Α. Κ. το ποσό των 20.000 ευρώ ως εγγύηση για την καλή εκτέλεση της συμβάσεως το οποίο θα έπρεπε να επιστραφεί σ’ αυτούς άτοκα μετά τη λύση της εταιρείας. Σε εκτέλεση των ανωτέρω, στις 21-5-2009 καταρτίσθηκε μεταξύ των ιδίων προσώπων το ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της προαναφερόμενης εταιρείας με την επωνυμία ...

Ο.Ε., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης στις 22-5-2009. Στο παραπάνω καταστατικό της εταιρείας, στο οποίο η συμμετοχή των μερών και η διαχείρισή της ρυθμίσθηκαν σε αρμονία με το συμφωνητικό της 23-3-2009, αναφέρεται ότι η εταιρεία με την επωνυμία ... Ε.Ε. κατέχει άδεια λειτουργίας καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα άδεια λειτουργίας καφέ - μπαρ σε μισθωμένο χώρο του εμπορικού κέντρου "..." της Θεσσαλονίκης την οποία (άδεια) αναλάμβανε την υποχρέωση να μεταβιβάσει στη συσταθείσα εταιρεία ...

Ο.Ε. Στη συνέχεια και ενώ είχε γίνει έναρξη των εργασιών ανακαίνισης του καταστήματος περί το Μάιο του 2009, δυνάμει του από 30-6-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, ο πρώτος των εναγόντων, Δ. Σ., λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, αποχώρησε από τη συσταθείσα εταιρεία και μεταβίβασε το εταιρικό του μερίδιο στο γιο του Α.

Σ. (τέταρτο των εναγόντων και ήδη πρώτο των εκκαλούντων). Σημειώνεται ότι εν τέλει ο ανωτέρω Δ. Σ. απεβίωσε στις 20-10-2011 και κληρονομήθηκε από τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Α. Σ., Π. - Μ. Σ. και Β. Ε. χήρα Δ. Σ., που συνέχισαν τη δίκη ήδη ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου). Οι εργασίες της ανακαίνισης ολοκληρώθηκαν περί τα τέλη Ιουλίου 2009, οπότε και άρχισε η λειτουργία του καταστήματος.

Όπως προαναφέρθηκε, διαχειριστής της εταιρείας ορίσθηκε ο Γ. Φ., πλην όμως κατ’ εφαρμογήν της συμφωνίας των εταίρων της 23-3-3009 και βάσει του καταστατικού της εταιρείας ο Α. Κ. είχε σημαντικό ρόλο στη λειτουργία της. Σε γενικές γραμμές ο Γ. Φ. είχε αναλάβει την ευθύνη για την καθημερινή λειτουργία της εταιρείας ενώ ο Α.

Κ. ήταν υπεύθυνος για τα οικονομικά θέματα της εταιρείας. Εξάλλου, τόσο κατά το στάδιο διενέργειας των εργασιών ανακαίνισης, όσο και μετά την ολοκλήρωση αυτών, δεν επιδείχθηκε από οποιονδήποτε εταίρο κάποιο ουσιαστικό ενδιαφέρον για την έκδοση ΑΦΜ στο όνομα της ως άνω συσταθείσας ομόρρυθμης εταιρείας, ώστε να καταστεί δυνατή η ομαλή λειτουργία της και κυρίως η έκδοση των σχετικών φορολογικών στοιχείων στο όνομά της.

Συνακόλουθα, όταν υπήρξε ανάγκη εκδόσεως τιμολογίων και λοιπών παραστατικών, στο πλαίσιο της ως άνω ανακαίνισης αλλά και της εν γένει λειτουργίας της επιχείρησης οι εταίροι συμφώνησαν να γίνεται χρήση των φορολογικών στοιχείων της εταιρείας ... Ε.Ε. Το εν λόγω κατάστημα συνέχισε να λειτουργεί με το καθεστώς αυτό μέχρι και τα τέλη Νοεμβρίου 2009 οπότε, λόγω προστριβών, που ανέκυψαν μεταξύ των προαναφερομένων συνεταίρων, ο πρώτος εναγόμενος στηριζόμενος στο γεγονός ότι η επιχείρηση λειτουργούσε στο όνομα της εταιρείας ...

Ε.Ε., της οποίας ο ίδιος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής και η οποία ήταν η μισθώτρια του καταστήματος, απέκλεισε το Γ. Φ. από την άσκηση όσων διαχειριστικών αρμοδιοτήτων είχε μέχρι τότε και ανέλαβε ο ίδιος εν τοις πράγμασι πλήρως τη διαχείριση της επιχείρησης. Στο επόμενο χρονικό διάστημα οι ως άνω εταίροι προσπάθησαν να εξεύρουν λύση και να μη συνεχισθεί η ανώμαλη κατάσταση που προέκυψε από το γεγονός ότι, ενώ οι ανωτέρω ενάγοντες είχαν δαπανήσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για την ανακαίνιση του καταστήματος, δεν είχαν καμία συμμετοχή στη λειτουργία του ούτε στα κέρδη που προέκυπταν, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ο πρώτος εναγόμενος λειτουργούσε την επιχείρηση τυπικά στο όνομα της εταιρείας ...

Ε.Ε., ουσιαστικά όμως για λογαριασμό του ιδίου που απολάμβανε τα κέρδη της. Προς τούτο κατάρτισαν το από 4-5-2010 επιγραφόμενο "μνημόνιο κατανόησης", σύμφωνα με το οποίο αφού κατέγραφαν την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, συμφώνησαν να μη συνεχισθεί η |συνεργασία τους και να μεταβιβαστεί από τους ενάγοντες προς τον Α.

Κ. το ποσοστό τους 48% στην εταιρεία ... Ο.Ε. Επισημαίνεται δε συναφώς ότι η ανωτέρω εταιρεία δεν είχε προβεί μέχρι τότε σε έναρξη της δραστηριότητάς της στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., ενώ ο πρώτος των εναγομένων δεν είχε μεταβιβάσει την άδεια λειτουργίας του καταστήματος στην ως άνω εταιρεία, ούτε είχε μεταβιβασθεί σ’ αυτήν η μισθωτική σχέση.

Περαιτέρω, στο ίδιο έγγραφο ορίσθηκε ότι το χρηματικό αντάλλαγμα, έναντι του οποίου θα μεταβιβαστεί η εταιρική συμμετοχή των λοιπών ομόρρυθμων εταίρων στον πρώτο εναγόμενο, θα αποτιμηθεί με βάση τις δαπάνες ανακαίνισης του καταστήματος και τις κερδοζημίες του κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του μετά την ανακαίνιση, με υποχρέωση της κάθε πλευράς να θέσει στη διάθεση της άλλης όλα τα σχετικά παραστατικά, έτσι ώστε η διαπραγμάτευση να ολοκληρωθεί μέχρι της 17-5-2010.

Όμως, η ανεύρεση λύσης κοινής αποδοχής δεν επιτεύχθηκε λόγω της διαφωνίας των μερών ως προς το ποσό της εξαγοράς των εταιρικών μεριδίων των εναγόντων, καθώς αυτοί δεν αποδέχθηκαν την πρόταση περί καταβολής έναντι αυτών του ποσού των 200.000 ευρώ, που προσφέρθηκε να τους καταβάλει ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος αρνήθηκε να αποδεχθεί την πρόταση των εναγόντων για καταβολή σ’ αυτούς πολύ μεγαλύτερου ποσού, περί τις 320.000 ευρώ, που μάλιστα ισχυρίζονταν ότι υπολειπόταν από το συνολικό ποσό που κατέβαλαν για την ανακαίνιση του καταστήματος.

Την ως άνω οριστική ρήξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων ακολούθησε ανταλλαγή εξωδίκων τους. Συγκεκριμένα, με την από 7-6-2010 εξώδικη δήλωσή τους οι ενάγοντες Γ. Φ., Γ. Κ. και Α. Σ., που απηύθυναν προς τον Α. Κ., τον κάλεσαν να προβεί σε κάθε αναγκαία ενέργεια προκειμένου α) να γίνει η έναρξη της φορολογικής δραστηριότητας της ομόρρυθμης εταιρείας τους, β) να παραδοθεί η διαχείριση της εταιρείας στον πρώτο εξ αυτών Γ.

Φ., γ) να μεταβιβασθεί σ’ αυτήν η άδεια λειτουργίας του καταστήματος και δ) να υπεισέλθει η εταιρεία τους ως μισθώτρια στη μίσθωση του καταστήματος αντί της εταιρίας ... Ε.Ε. Ο Α. Κ. με την από 9-6-2010 εξώδικη δήλωσή τους προς τους ως άνω λοιπούς εταίρους της εταιρείας ενέμεινε στην εφαρμογή του προαναφερόμενου από 4-5-2010 μνημονίου κατανόησης και ενόψει αυτού οι ανωτέρω ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 10-6-2010 αίτησή τους για προσωρινή ρύθμιση καταστάσεως με την οποία επιχειρούσαν να πετύχουν αυτά που ζητούσαν στην ως άνω από 7-6-2010 εξώδικη δήλωσή τους.

Κατόπιν αυτού, πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που ορίσθηκε για την 8-10-2010, ο Α. Κ. με την από 16-7-2010 εξώδικη καταγγελία, που απηύθυνε προς τους λοιπούς εταίρους, κατήγγειλε, λόγω των σοβαρών διαφωνιών μεταξύ τους, την εταιρεία ... Ο.Ε. Σημειωτέον ότι με την υπ’ αριθμ. 34200/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της προαναφερόμενης αιτήσεως, αυτή απορρίφθηκε, διότι κρίθηκε ότι η αποδοχή της θα συνιστούσε μη επιτρεπόμενη ικανοποίηση του προβαλλόμενου δικαιώματος των αιτούντων.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, κρίνεται ότι ουδόλως αποδείχθηκε απατηλή συμπεριφορά εκ μέρους του εναγομένου κατά το άρθρο 386 Π.Κ. Ειδικότερα, αναφορικά με τους σχετικούς ισχυρισμούς των εναγόντων, επισημαίνεται ότι πράγματι, κατά την κατάρτιση του από 23-3-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού, δεν γίνεται κάποια αναφορά στο γεγονός ότι μισθώτρια και κάτοχος της άδειας λειτουργίας του ως άνω καταστήματος ήταν η εταιρεία ...

Ε.Ε., ωστόσο στο από 21-5-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης της ομόρρυθμης εταιρείας, το γεγονός αυτό αναφέρεται ρητά, όπως προεκτέθηκε. Προκύπτει επομένως ότι το αργότερο κατ’ εκείνο το χρονικό σημείο, που είναι προγενέστερο των εργασιών ανακαίνισης του καταστήματος, ήταν γνωστό στους ενάγοντες ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν κατείχε στο όνομά του ατομικά την άδεια λειτουργίας του καταστήματος, με επακόλουθο να καθίσταται σαφές σ’ αυτούς ότι αντιστοίχως και η μισθωτική σχέση, που αφορούσε το εν λόγω κατάστημα, είχε καταρτισθεί μεταξύ της εκμισθώτριας και της κατέχουσας την άδεια λειτουργίας αυτού ετερόρρυθμης εταιρείας ή κάποιου μέλους αυτής ως μισθωτών, καθώς κατά τη σχετική ισχύουσα νομοθεσία πρέπει να υπάρχει συμβατική σχέση του μισθωτή και του κατέχοντος την άδεια λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος, εκτός εάν το σχετικό μισθωτήριο επιτρέπει την υπομίσθωση.

Ενόψει δε της εμπειρίας που διέθεταν οι ενάγοντες και ιδίως ο εξ αυτών Γ. Φ. στη λειτουργία και την εν γένει διαχείριση καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος, κρίνεται ότι εξαρχής και πάντως πριν από τη διάθεση εκ μέρους χρηματικών ποσών για την ανακαίνιση του ως άνω καταστήματος είχαν πλήρη γνώση της νομικής και πραγματικής καταστάσεως του εν λόγω καταστήματος.

Εξάλλου, όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες γνώριζαν κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της ανωτέρω συμβάσεως με τον αντίδικό τους ότι, λόγω κάποιας εμπλοκής με την άδεια λειτουργίας του καταστήματος, που τελούσε σε ανάκληση, αυτό δεν λειτουργούσε, πλην όμως γνώριζαν επίσης ότι με την ολοκλήρωση των εργασιών ανακαίνισης που περιλάμβανε την κατασκευή μιας πρόσθετης τουαλέτας, θα γινόταν διευθέτηση του ζητήματος.

Πράγματι, αυτό συνέβη γι’ αυτό οι ενάγοντες λειτούργησαν, νομίμως το εν λόγω κατάστημα μέχρι το Νοέμβριο του 2009 κατά τα προαναφερόμενα. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, η εταιρεία ... Ο.Ε. δεν προέβη σε έναρξη της φορολογικής της δραστηριότητας ώστε να εκδοθεί γι’ αυτήν Α.Φ.Μ., πλην όμως αυτό συνέβη κυρίως εξαιτίας του καταστατικού διαχειριστή της εταιρείας Γ.

Φ., ο οποίος αν και είχε τη σχετική αρμοδιότητα προς τούτο, αδράνησε επαναπαυόμενος με το γεγονός ότι η επιχείρηση λειτουργούσε μέχρι και το Νοέμβριο απρόσκοπτα στο όνομα της εταιρείας ... Ε.Ε.. Τη μη διάπραξη απάτης εκ μέρους του Α. Κ. δέχθηκε και το υπ’ αριθμ. 860/2012 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο εκδόθηκε κατόπιν εγκλήσεως των εναγόντων και έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατ’ αυτού.

Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, μεταξύ των εταίρων προέκυψαν σοβαρές διαφωνίες αρχικά σε σχέση με τη λειτουργία της επιχείρησης, στη συνέχεια σε σχέση με τη διευθέτηση των οικονομικών ζητημάτων μεταξύ τους κατόπιν της προκαταρκτικής συμφωνίας τους για την παραχώρηση των εταιρικών μεριδίων των εναγόντων στον Α.

Κ. και εν τέλει αναφορικά με την επιλογή των εναγόντων να παραμείνουν στην εταιρεία και να αναλάβει αυτή την εκμετάλλευση της επιχείρησης. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, οι διαφορές των διαδίκων έφθασαν και σε δικαστικό επίπεδο κατόπιν της από 10-6-2010 αιτήσεως των εναγόντων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.

Ενόψει αυτών, η καταγγελία της εταιρείας εκ μέρους του εναγομένου σαφώς αποτελούσε αντικειμενικά προβλέψιμη εξέλιξη και ουδόλως μπορεί να λεχθεί ότι από τη συμπεριφορά των διαδίκων εν γένει είχε δημιουργηθεί ευλόγως στους ενάγοντες η πεποίθηση ότι ο αντίδικός τους δεν επρόκειτο να ασκήσει το ως άνω δικαίωμά του.

Εξάλλου, οι δυσμενείς συνέπειες που επήλθαν στους ενάγοντες και η δυσχερής θέση, στην οποία βρέθηκαν κατόπιν της ως άνω εξελίξεως με την καταγγελία της εταιρείας εκ μέρους του Α. Κ. οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στους ίδιους που προέβησαν στη δαπάνη μεγάλων χρηματικών ποσών χωρίς να έχουν φροντίσει προηγουμένως να διασφαλισθούν νομικά.

Πράγματι, όπως προεκτέθηκε, αυτοί συμφώνησαν ουσιαστικά στην ανακαίνιση του καταστήματος, που εκμεταλλευόταν μία ξένη προς αυτούς εταιρεία, με την προοπτική απλώς ότι οι σχετικές έννομες σχέσεις αυτής θα μεταβιβάζονταν προς την εταιρεία που συνέστησαν με τον Α. Κ.. Θα μπορούσαν όμως προς διασφάλισή τους να συμφωνήσουν είτε εξαρχής την είσοδό τους στην εταιρεία Α ...

Ε.Ε., οπότε δεν θα ήταν αναγκαία η σύσταση της ομόρρυθμης εταιρείας, είτε να απαιτήσουν τη μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας και της μισθωτικής σχέσης από την ετερόρρυθμη εταιρεία προς τη νέα εταιρεία πριν να προβούν στις δαπάνες ανακαίνισης. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της εταιρείας εκ μέρους του εναγομένου δεν έγινε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος και επομένως δεν είναι καταχρηστική.

Συνεπώς, η αγωγή κατά το ανωτέρω σκέλος της είναι αβάσιμη κατ’ ουσίαν και απορριπτέα. Συνακόλουθα δεν έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ίδια αν και με ελλιπή αιτιολογία που πρέπει να αντικατασταθεί με την ανωτέρω". Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει, ότι το δικάσαν Εφετείο απέρριψε τον λόγο αυτόν έφεσης ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, δεχθέν, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές που στοιχειοθετούν το αποδεικτικό του πόρισμα, ότι υπό τα ανωτέρω ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα περιστατικά, ο από τους εναγομένους Α. Κ. δεν ευθύνεται σε αποζημίωση των εναγόντων εκ της υπ’ αυτών επικαλουμένης με την αγωγή τους, ως υπό του τελευταίου τελεσθείσης εις βάρος τους αδικοπραξίας, αίτημα της οποίας, εκτός άλλων, ήταν και η καταβολή υπό του αντιδίκου τους αυτού, ως αποζημιώσεώς τους, και του ποσού των 20.000 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, του είχαν, κατ’ εξαπάτησή τους υπ’ αυτού, καταβάλει και ζητούσαν να τους καταβάλει, μετά των λοιπών αγωγικών κονδυλίων, ως αποζημίωσή τους.

Συνεπώς, προκύπτει, περαιτέρω, ότι στην ανωτέρω αιτιολογία της απορριπτικής του ως άνω λόγου εφέσεως κρίσεως του δικάσαντος Εφετείου, περιλαμβάνεται, ως αναγκαίως ταυτόσημη, και εκείνη που αφορά την κρίση περί του ουσία αβασίμου της εν λόγω απορριπτικής της εξ αδικοπραξίας βάσεως της αγωγής, στην οποίαν περιλαμβάνεται και το ως άνω αγωγικό κονδύλιο των 20.000 ευρώ.

Επομένως, οι εκ των αριθ. 19 και 9 (γ) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος και επικουρικός αυτού αντιστοίχως λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της έλλειψης αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αγωγικού αιτήματος των αναιρεσειόντων και (επικουρικώς) ότι το δικάσαν Εφετείο άφησε αδίκαστη την αγωγική αυτή αίτηση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.- Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και, άρα, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως καθώς και οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως που αφορούν σε αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η εν γένει νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα, ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί προς ενδυνάμωση ή αποδυνάμωση των απόψεων κάποιου διαδίκου, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, ούτε τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1627/2011), ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα του δικαστηρίου, που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 994/2004).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, ρητώς ή και σιωπηρώς (ΑΠ 839/2010), για οποιαδήποτε τυπική ή ουσιαστική αιτία (ΟλΑΠ 12/1991, 1668/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση, ότι χωρίς να προταθεί, πρωτοδίκως και κατ’ έφεσιν από τον πρώτο των αντιδίκων τους, ότι οι ίδιοι (αναιρεσείοντες) εγνώριζαν κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων για την σύναψη της μεταξύ αυτών και του πρώτου εναγομένου επίμαχης σύμβασης, ότι υπήρχε εμπλοκή με την άδεια λειτουργίας του καταστήματος και ότι αυτή τελούσε σε ανάκληση, το δικάσαν Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι "όπως αποδείχθηκε, οι ενάγοντες γνώριζαν κατά το χρόνο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη της ανωτέρω συμβάσεως με τον αντίδικό τους ότι, λόγω κάποιας εμπλοκής με την άδεια λειτουργίας του καταστήματος, που τελούσε σε ανάκληση, αυτό δεν λειτουργούσε, πλην όμως γνώριζαν επίσης ότι με την ολοκλήρωση των εργασιών ανακαίνισης που περιλάμβανε την κατασκευή μιας πρόσθετης τουαλέτας, θα γινόταν διευθέτηση του ζητήματος.", η δε τοιαύτη παραδοχή του μη προταθέντος πραγματικού αυτού ισχυρισμού, ισχυρίζονται περαιτέρω οι αναιρεσείοντες, που κατέτεινε στην απόρριψη του αγωγικού ισχυρισμού τους, περί τέλεσης της στηριζομένης στην σε βάρος τους απάτη, αδικοπραξίας από τον πρώτο εναγόμενο, άσκησε ουσιώδη επιρροή στην απόρριψη της εξ αδικοπραξίας βάσης της εν λόγω αγωγής τους.

Τα αναφερόμενα όμως περιστατικά, δεν συνιστούν "πράγμα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά συνιστούν συμπεράσματα του δικάσαντος δικαστηρίου, συναγόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την τέλεση ή όχι της εν λόγω αδικοπραξίας. Επομένως, ο ως άνω εκ του αριθ. 8(α) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

Στο μέτρο δε που με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και με επίκληση της αναφερόμενης πλημμέλειας, πλήττεται στην πραγματικότητα, η ουσιαστική εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, είναι επίσης απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ενόψει όλων των προαναφερομένων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο, αφού η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθούν οι τελευταίοι (αναιρεσείοντες) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2015 αίτηση των Α. Σ., Π. - Μ. Σ., Β. Ε. χήρας Δ. Σ., Γ. Φ. του Α. και Γ. Κ. του Σ., για αναίρεση της 1357/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

& νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ