Legislator Case Law & Legislation
1692/2014 AI generated

Supreme Court reverses lower court on 50% vs 40% severance pay calculation for retired employees under Greek law.

Case Number 1692/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the Athens Court of Appeal's decision regarding severance pay for a retired employee. The lower court incorrectly applied the 50% rule, whereas the Supreme Court found the 40% provision applicable because the employee had fully retired and was supplementary insured. Consequently, the case was remitted to the original court for retrial with a different panel to determine the correct payment amount.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 para. 1 of Law 3198/1955; Art. 648, 669, 672, 673 of the Civil Code: An employee who has fully retired and is supplementary insured is entitled to 40% of the severance pay, not 50%, as the 50% rule applies only to those who have not yet fully retired.

Keywords

AI generated
severance pay calculation retired employee rights supplementary insurance status Labor Law 3198/1955 remittal for retrial severance percentage Greek labor law

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 para. 1 of Law 3198/1955
Art. 648 of the Civil Code
Art. 669 of the Civil Code
Art. 672 of the Civil Code
Art. 673 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1692 / 2014 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1692/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Οικονόμου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Γ. Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φίλιππο Ανδριόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2066/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3280/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/12/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 29/11/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 8 εδάφ. α' του Ν. 3198/1955 "Μισθωτοί συνδεόμενοι διά σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του Ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του Β.Δ.

της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που εξακολουθεί να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του Ν. 2112/1920 ή του Β.Δ του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669, 672 και 673 Α.Κ., σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη - που όταν έχουν απλώς συμβατική ισχύ αποτελούν μέρος της εργασιακής συμβάσεως αφού στους όρους του έχει προσχωρήσει ο μισθωτός - προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας (Ολ.

Α.Π. 1110/1986). Από τις άνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, όταν στη σύμβαση εργασίας ή τον κανονισμό λειτουργίας της επιχείρησης, που περιέχουν τον προεκτεθέντα όρο της αυτοδίκαιης αποχώρησης του μισθωτού μόλις συμπληρώσει το όριο ηλικίας, αναγνωρίζεται ή παρέχεται δικαίωμα στον εργοδότη να τον απολύει ελευθέρως και πριν από το τιθέμενο όριο ηλικίας ή στον μισθωτό να παραιτείται (με μονομερή δήλωσή του), η σύμβαση εργασίας ως τελούσα υπό διαλυτική εξουσιαστική αίρεση, δηλαδή εξαρτώμενη από μέλλον και αβέβαιο γεγονός, μεταβάλλεται σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (με την παραίτηση του εργαζόμενου, Ολ.

Α.Π. 1110/86) και σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας αυτής από τον εργοδότη ο μισθωτός δικαιούται την από το Ν. 2112/1920 αποζημίωση, ενώ, αν παραιτήθηκε μετά δεκαπενταετή συνεχή υπηρεσία ή τη συμπλήρωση του προβλεπόμενου από το οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας, δικαιούται να λάβει την παραπάνω από το άρθρο 8 (εδάφ.α') του ν.3198/1955 προβλεπόμενη αποζημίωση, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή υπάρχει και η αξιούμενη από την ίδια διάταξη συγκατάθεση του εργοδότη, η οποία δόθηκε εκ των προτέρων με την παραχώρηση (συνομολόγηση) δικαιώματος παραίτησής του σε οποιοδήποτε χρόνο, και την υποχρεωτική με τον εργοδότη αποδοχή της, είτε ρητώς, είτε με την άπρακτη πάροδο της τασσόμενης στον κανονισμό μικρής προθεσμίας από της υποβολής της παραιτήσεως (Ολ.

ΑΠ 6/1989). Περαιτέρω, όμως, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 5 του Ν.435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ.4 του άρθρου 8 του Ν.Δ. 3789/1957, "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται εάν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτου ν'αποχωρώσι της εργασίας, εάν δε έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε ν'αποχωρώσι είτε ν'απομακρύνονται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις απάσας τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% της αποζημιώσεως της οποία δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχυούσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, εκ μέρους του εργοδότου" και κατά τη διάταξη της παρ.3 του ίδιου άρθρου ( 5 N.435/1976) "Τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι εις άλλας διατάξεις, συλλογικάς συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικάς συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ.1 του παρόντος".

Ως "ευνοϊκότερη", όμως διάταξη, σε σχέση με αυτήν του εδαφ. β' του άρθρου 8 Ν. 3198|1955, δεν εννοεί, προδήλως, ο νόμος αυτή του εδαφ. α' του ίδιου άρθρου, αφού, στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση του εδαφ. β' δεν θα είχε νόημα υπάρξεως, αλλά αναφέρεται σε τυχόν άλλες διατάξεις, που ρυθμίζουν περιπτώσεις ανάλογες με αυτή του εδαφ.

β', καθώς και σε ΣΣΕ, ατομικές συμβάσεις ή Κανονισμούς.

Συνεπώς, στην περίπτωση αυτή και εφόσον δεν ρυθμίζεται διαφορετικά, ο μισθωτός, αποχωρών από την εργασία του, με πλήρη σύνταξη, εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος λαμβάνει το 40% της προβλεπόμενης, κατά τα άνω αποζημίωσης, εάν όχι, τότε λαμβάνει το 50% αυτής (αποζημιώσεως). Τέλος, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των εδαφ.

α' και β' του άρθρου 8 του Ν.3198/1955 και την τελολογική ερμηνεία αυτών, η διάταξη του εδαφ. α' είναι συμπληρωματική της διάταξης του εδαφ. β' και έχει εφαρμογή, όταν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής αυτής, ήτοι όταν ο μισθωτός δεν έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησής του. Το ύψος, εξάλλου, της δικαιουμένης αποζημιώσεως και τις εφαρμοστέες, προς τούτο, διατάξεις, προσδιορίζει το δικαστήριο.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί μολονότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 20/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγοµένη (και ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυµη τραπεζική εταιρεία µε την επωνυµία "Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", στις 5-9-1970, µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου ως υπάλληλος και µε την ιδιότητά του αυτή εργάστηκε έκτοτε σ'αυτήν και εξελίχθηκε βαθµολογικώς µέχρι και το βαθµό του Εντεταλµένου Τµηµατάρχη - Προϊσταµένου.

Ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε στις 26-5-1946, αποχώρησε από την εργασία του στην εναγοµένη Τράπεζα στις 5-9-2006 πριν από τη συµπλήρωση του ορίου ηλικίας (60ου έτους), που προβλεπόταν όσον αφορά τους Εντεταλµένους Τµηµατάρχες - Προϊσταµένους από το άρθρο 19 του συµβατικής ισχύος Γενικού Κανονισµού Κατάστασης Υπαλλήλων της εναγοµένης στον οποίο είχε προσχωρήσει ο ενάγων κατά την πρόσληψή του και κατά τον οποίο θα αποχωρούσε από την υπηρεσία λόγω καταλήψεως του άνω ορίου ηλικίας των 60 ετών την 31/12/2006.

Η αποχώρηση αυτή του ενάγοντος έγινε µετά τη συµπλήρωση, κατά τα ανωτέρω, πραγµατικής υπηρεσίας 36 ετών από της αρχικής τοποθέτησής του στην Τράπεζα και κατόπιν υποβολής εκ µέρους του εγγράφως της παραίτησής του από την υπηρεσία της Τράπεζας, από 5-9-2006. Η από 23-8-2006 αίτηση του ενάγοντος µε την οποία υπέβαλε την παραίτησή του από τις 5-9-2006 έγινε αποδεκτή µε την υπ' αριθµ. ...

πράξη Διοικητή, από το αρµόδιο όργανο της Τράπεζας, σύµφωνα µε τα άρθρα 16 και 18 του Γενικού Κανονισµού της Κατάστασης των υπαλλήλων της, δηλαδή εντός µηνός από της υποβολής της δήλωσης παραίτησης και διεγράφη αυτός από τη δύναµη του προσωπικού της Τράπεζας από 5-9-2006, αφού διαπιστώθηκε ότι δεν συνέτρεχαν λόγοι για αναβολή αποδοχής της παραίτησης του, ούτε εκκρεµούσε σε βάρος του πειθαρχική δίκη.

Η σύµβαση εργασίας του ενάγοντος διεπόταν από τον άνω συµβατικής ισχύος κανονισµό που προέβλεπε τη λύση της σύµβασης εργασίας του µε τη συµπλήρωση ορίου ηλικίας και εποµένως ήταν ορισµένου χρόνου. Με τον ίδιο κανονισµό, οι όροι του οποίου αποτελούσαν και περιεχόµενο της ατοµικής σύµβασης εργασίας του, προβλεπόταν και περίπτωση προώρου λύσης της σύµβασης µε µονοµερή δήλωση παραίτησης του µισθωτού.

Υπήρχε συνεπώς διαλυτική αίρεση στην ως άνω σύµβαση εργασίας του ενάγοντος κατά τα άρθρα 669 και 202 του Α.Κ., η οποία πληρώθηκε µε τη δήλωση παραίτησης που υποβλήθηκε από αυτόν και έτσι η σύµβαση εργασίας του κατέστη εξ υπαρχής αορίστου χρόνου και λύθηκε µε τη συγκατάθεση της εργοδότριάς του εναγοµένης, που αποδέχτηκε την παραίτησή του από τότε που ζήτησε ο ενάγων να ισχύσει αυτή, µε συνέπεια να δικαιούται ο ενάγων την προβλεπόµενη από το άρθρο 8 εδάφιο α' του ν. 3198/1955 αποζηµίωση.....

Εποµένως (καταλήγει το Εφετείο) ο ενάγων ως υπάλληλος της εναγοµένης Τράπεζας που παραιτήθηκε από την υπηρεσία µετά 36 έτη απασχόλησης σ' αυτή, χωρίς να έχει συµπληρώσει το προβλεπόµενο από τις οικείες διατάξεις του Γενικού Κανονισµού όριο ηλικίας (το 60ο έτος για τον Εντεταλµένο Τµηµατάρχη - Προϊστάµενο), γενοµένης δεκτής από την εναγοµένη της αίτησης παραίτησής του, υπαγόταν στους µισθωτούς του εδαφίου α' του ν. 3198/1955, που δικαιούνταν λόγω της αποχώρησής του µε τη συγκατάθεση της εργοδότριας του, ως αποζηµίωση το 50% της αποζηµίωσης που θα ελάµβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύµβασης εργασίας του από την Τράπεζα,......

και όχι το 40% του εδαφίου β' του ίδιου άρθρου (8 του ν. 3198/1955), λόγω του ότι είχε συνταξιοδοτηθεί από το Ταµείο Συντάξεων Προσωπικού της Τράπεζας Ελλάδος και το Μετοχικό Ταµείο Υπαλλήλων Τράπεζας Ελλάδος, ως έχων συµπληρώσει συντάξιµο χρόνο 37 έτη µε την αναγνώριση των ετών της απασχόλησης του στον ιδιωτικό τοµέα".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει το 50% της προβλεπόμενης κατά τα άνω αποζημιώσεως, δεχθέν ότι στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται η διάταξη του εδαφ. α' του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 και όχι αυτή του εδαφ. β, έστω και αν δικαιούται πλήρους συντάξεως και είναι επικουρικώς ασφαλισμένος, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα υποστηρίζει και η αναιρεσείουσα, αφού προσέδωσε στον εν λόγω κανόνα δικαίου, ήτοι αυτόν του εδαφ.

β' του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 έννοια διαφορετική από αυτή, που πράγματι έχει και σύμφωνα με την οποία, ο αποχωρών με πλήρη σύνταξη υπάλληλος, λαμβάνει το 40% της αποζημιώσεως (και όχι το 50% αυτής), εάν είναι επικουρικά ασφαλισμένος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Το αίτημα, τέλος, της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προς τη εκτελέσεως της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση, ήτοι για απόδοση όλου του χρηματικού ποσού (με τους τόκους), που κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, με βάση την εν λόγω απόφαση, άλλως "να διαταχθεί η απόδοση των ποσών της καταβληθείσας διαφοράς αποζημίωσης, που προκύπτει από την εφαρμογή του εδαφίου α' (50%), αντί του ορθού εδαφ.

β'(40%) του άρθρου 8 Ν. 3198|1955, των τόκων και της δικαστικής δαπάνης", είναι απορριπτέο, καθόσον μεν αφορά το σύνολο της καταβληθείσας αποζημίωσης, ως μη νόμιμο, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, αλλά και η ίδια η αναιρεσείουσα δέχεται, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος και υπό την προϋπόθεση συνδρομής των προϋποθέσεων του εδαφ.

β του άρθρου 8 Ν. 3198|1955 (και όχι του εδαφ. α'), δικαιούται να λάβει τουλάχιστον το 40% της αποζημιώσεως, ως προς δε το ποσό της διαφοράς της αποζημίωσης (με τους τόκους), που προκύπτει από τα εδάφ. α' και β' του άρθρου 8 Ν. 3198|1955, ως αόριστο, αφού δεν προσδιορίζεται το ακριβές ύψος του χρηματικού αυτού ποσού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 3280/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Απορρίπτει το αίτημα της αναιρεσείουσας, για επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης κατάσταση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ