Legislator Case Law & Legislation
1692/2012 AI generated

1692/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1692/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 25/2/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 8439/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Legislator headnote

AI generated

1692/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): που πρόκειται για την από καλούμενη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου σύμφωνα με τα άρθ.105 και 106 του ΕισΝ ΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των νπδδ ισχύει η οριζόμενη από την παρ.1 του ιδίου άρθρου 48 νδ. 496/1974 πενταετής παραγραφή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1692 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1692/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Τ., 2) Ι. Τ., 3) Α. Τ., 4) Α. Φ., 5) Μ. Φ., 6) Χ. Φ., 7) Ε. Γ., 8) Σ. Κ., 9) Ε. Σ., 10) Α. Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Κλαουδάτο και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ" (Ε.Ο.Τ.) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαζήση και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΖΙΝΟ ΠΑΡΝΗΘΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οιονεί καθολικής διαδόχου της προσθέτως παρεμβάσης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ Α.Ε.", οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσειόντων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι παραιτούνται από το δικόγραφο της από 25/2/2010 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 8439/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την πρόσθετη παρέμβαση νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 201/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8439/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 25/2/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 7/3/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως προς τη δεύτερη και τρίτη από τις αναιρεσίβλητες, καθώς και την απόρριψη του πρώτου λόγου αυτής και την παραδοχή του δεύτερου λόγου της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των αρθ. 294, 295§1, 297, 299 και 573§1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η παραίτηση από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ολική ή μερική και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους, μπορεί να γίνει χωρίς την συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, και με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε από τον ίδιο τον διάδικο είτε από τον κατ' αρθ. 96 ΚΠολΔ πληρεξούσιο δικηγόρο του, που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα (αρθ.94 §1, 96 §1, 98 ΚΠολΔ). Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκταση της, κατάργηση της δίκης, είναι δε έγκυρη έστω και αν ο αναιρεσίβλητος, στον οποίο αφορά, δεν συμμετέχει στη συζήτηση.

Στη προκειμένη περίπτωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης κατά την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, μετ' αναβολή από την δικάσιμο της 22-3-2011, οι αναιρεσείοντες με καταχωρισθείσα στα πρακτικά δήλωση του έχοντος σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα δικηγόρου τους παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της ένδικης από 25-10-2010 αίτησης για αναίρεση της 8439/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις απολειπόμενες 2η και 3η αναιρεσίβλητες (ανώνυμες εταιρείες), ως προς τις οποίες, επομένως, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε αυτή, ενώ εξάλλου, ανεξάρτητα από την παραίτηση αυτή, που αφορά την ιδιότητα τους ως αναιρεσιβλήτων, με την νομότυπη κλήτευσή τους για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 22-3-2011 (με αριθ. 4152Β/20-4-2010 και 1004 ΣΤ/20-4-2010 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Πειραιώς και Αθηνών Σ. Μ. και ... αντίστοιχα), κατά την οποία η συ ζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για τις 14-2-2012 και ακολούθως για την αναφερομένη στην αρχή της απόφασης αυτής, εκπληρώθηκε και η υποχρέωση κλήσης αυτών στην συζήτηση της ένδικης αίτησης κατ' αρθ. 81§3 ΚΠολΔ αφού οι αναιρεσίβλητες αυτές είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ του 1ου αναιρεσιβλήτου (ΕΟΤ) και ειδικότερα η 2η (με τη τότε επωνυμία της) στην πρωτοβάθμια δίκη και η 3η ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Επειδή, (Α) Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του α.ν. 1565/1950, όπως αυτός, μετά την συμπλήρωση και τροποποίηση του, κυρώθηκε με το ν. 1624/1951, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ) αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Κράτους με σκοπό την οργάνωση και προαγωγή του τουρισμού στην Ελλάδα. (Β) Με το άρθρο 44 παρ.1 νδ 496/1974 "Περί Λογιστικού των ΝΠΔΔ" ορίζεται ότι "παν χρέος προς το νομικόν πρόσωπον παραγράφεται εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό των διατάξεων του παρόντος, μετά από πέντε έτη από τη λήξη του οικονομικού έτους, εντός του οποίου εβεβαιώθη", ενώ με το άρθ.48 του ιδίου νδ.

ορίζεται, στην παρ.1 ότι "ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Ν.Π.Δ.Δ. είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος ..." και στη παρ.3 αυτού ότι "ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τού του των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μετ' αυτού συνδεομένων, εκ καθυστερουμένων αποδοχών ή άλλων πάσης φύσεως απολαύων ή αποζημιώσεων εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού είναι δύο ετών" κατά δε το άρθ.49 του ιδίου ν.δ.

η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου ημερολογιακού έτους, κατ' άρθ.2 παρ.2 του αυτού νομοθετήματος), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Σύμφωνα, τέλος, με το άρθρο 51 του ως άνω ν.δ. "Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του νομικού προσώπου διακόπτεται μόνον:

α) Διά της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς οπότε άρχεται εκ νέου η παραγραφή από της τελευταίας διαδικαστικής πράξεως των διαδίκων, του δικαστηρίου ή των διαιτητών, β)διά της υποβολής προς το νομικόν πρόσωπον αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή άρχεται εκ νέου από της χρονολογίας την οποίαν φέρει η έγγραφος απάντησις της αρμοδίας διά την αναγνώρισιν ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής.

Εν περιπτώσει μη απαντήσεως η παραγραφή άρχεται μετά πάροδον εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως ..., από τις δια τάξεις δε αυτές του τελευταίου άρθρου (51) συνάγεται ειδικότερα ότι για να διακοπή η παραγραφή με την υποβαλλομένη στο νομικό πρόσωπο αίτηση θα πρέπει να ζητείται με αυτή η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, της οποίας δεν απαιτείται να προσδιορίζεται στην αίτηση το ακριβές ποσό ή να αναφέρονται λεπτομερώς τα περιστατικά που την θεμελιώνουν, απαιτείται όμως να καθορίζονται σαφώς τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα της συγκεκριμένης απαίτησης και την διακρίνουν από άλλες απαιτήσεις, ώστε να έχουν την δυνατότητα τα αρμόδια όργανα του νπδδ ν' αντιληφθούν για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν την βασιμότητά της. "Οι διατάξεις αυτές για τον χρόνο της παραγραφής, την έναρξη αυτής και την διακοπή της (και όχι του άρθ. 90§3 ν. 2362/1995 ειδικότερα ως προς την έναρξη της παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού για αποδοχές κλπ.

από την γένεση τους) εφαρμόζονται και για τις αξιώσεις υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές, καθόσον με το άρθρο μόνο του ΠΔ 1143/1977 ορίσθηκε κατά τρόπο περιοριστικό, ότι ο ΕΟΤ εξαιρείται από την εφαρμογή μόνο των δια τάξεων των άρθ. 4, 5§3, 6, 12, 13, 15-20, 24, 30-38, 40, 41 42 και 43 του νδ 496/1974 στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ως άνω περί παραγραφής διατάξεις που κατά συνέπεια εφαρμόζονται και για την παραγραφή των κατ' αυτού αξιώσεων των υπαλλήλων του.

Όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθ.48 του νδ 496/1974, με την παρ.3 αυτού θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή (λαμβανομένη υπόψη αυτεπαγγέλτως, άρθ.52 εδ. γ') ειδικά για τις αξιώσεις των υπαλλήλων των νπδδ κατ' αυτών που αφορούν καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, οι οποίες οφείλονται απευθείας από το νόμο, ενώ, όταν για την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος για τις αποδοχές αυτές απαιτείται η έκδοση διοικητικής πράξης, την οποία παρανόμως παραλείπουν να εκδώσουν τα όργανα του ν.π.δ.δ., στις περιπτώσεις δηλ.

που πρόκειται για την από καλούμενη αποζημιωτική αγωγή (λόγω της παράλειψης οφειλομένης νόμιμης ενέργειας των οργάνων του νομικού προσώπου σύμφωνα με τα άρθ.105 και 106 του ΕισΝ ΑΚ), τότε για τις αξιώσεις αυτές των υπαλλήλων των νπδδ ισχύει η οριζόμενη από την παρ.1 του ιδίου άρθρου 48 νδ. 496/1974 πενταετής παραγραφή.

Η προβλεπομένη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 48 παρ.3 του νδ.496/1974 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ άρα και του ΕΟΤ, όπως προαναφέρθηκε, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που ισχύει, σύμφωνα με το άρθ. 250 αριθ.6 και 17 ΑΚ, για τις παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών των ιδιωτικών επιχειρήσεων αλλά και από τον οριζόμενο στο άρθ.44 του ιδίου νδ.

χρόνο παραγραφής των χρηματικών απαιτήσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων(πενταετία), έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των ν.π.δ.δ., η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Συνεπώς η διάταξη αυτή του άρθ.48 παρ.3 νδ 496/1974 που θεσπίζει διετή παραγραφή για τις ως άνω αξιώσεις των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ, δεν αντίκειται: (1) Στην αρχή της ισότητας που καθιερώνεται από την διάταξη του άρθ.4 παρ.1 του Συντάγματος (ΑΕΔ 9/2009). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή που ορίζει, ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου, συμφέροντος, την ύπαρξη των οποί ων ελέγχουν τα δικαστήρια (ΟλΑΠ 31/2007, 3/2006).

Με την θέσπιση, όμως, της ως άνω διετούς παραγραφής δεν δημιουργείται άνιση δυσμενής μεταχείριση των υπαλλήλων των νπδδ έναντι αυτού, αφού η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, δηλ. από τη προ αναφερθείσα ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων των νπδδ, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών (ΟλΑΠ 31/2007).Για τον ίδιο λόγο η ρύθμιση αυτή δεν θίγει ούτε την συναγόμενη από το άρθρο 20 του Συντάγματος αρχή της ισότητας των διαδίκων που συνιστά ειδική εκδήλωση και μορφή της ως άνω γενικής αρχής της ισότητας.

Πρέπει να σημειωθεί, ότι η ρύθμιση αυτή δεν δημιουργεί άνιση δυσμενή μεταχείριση των υπαλλήλων των ν.π.δ.δ. ούτε σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά ούτε και των ιδιωτών εργοδοτών σε σχέση με τα νπδδ, αφού δικαιολογείται όχι μόνον από την ως άνω ανάγκη προστασίας της περιουσίας των νπδδ αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι των νπδδ σε σχέση με τους υπαλλήλους των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους (ΟλΑΠ 31/2007). 2) Στις διατάξεις: (α) του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης" διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ)που κυρώθηκε με το νδ 531/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθ.28 παρ.1 Συντάγματος) το οποίο ορίζει ότι "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθεί δικαίως δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος το οποίον θα αποφασίσει ...

επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως ... "και (β) του άρθ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης, που επίσης κυρώθηκε με το νδ 53/1974 και έχει την αυτή αυξημένη ισχύ, το οποίο ορίζει ότι "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους (παρ.1). Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύει Νόμους, ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων(παρ.2)".

Στην κατά τα ανωτέρω προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε απλά γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.

Οι προπαρατεθείσες, όμως, υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις του άρθ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα) και του άρθ.1 του Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής (που επιβάλλει τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα(ενδεχομένως και με την, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, απόσβεση ή κατάργηση αυτών)και δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε Κράτους να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου και δη να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη ισχύος τους, όταν συντρέχουν, όπως στην περίπτωση αξιώσεων κατά ν.π.δ.δ., λόγοι γενικότερου, κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος που δικαιολογούν την σχετική ρύθμιση, όπως άλλωστε το δικαίωμα αυτό του Κράτους αναγνωρίζεται ευθέως και από την προεκτεθείσα διάταξη της παρ.2 του άρθ.1 του ως άνω αρθ.

Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΟλΑΠ 31/2007) (γ) του 14 της ως άνω Σύμβασης (ΕΣΔΑ) που ορίζει ότι "η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως, φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", αφού η θέσπιση της ως άνω βραχείας παραγραφής έγινε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος που ουδεμία σχέση έχουν με τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης. (3) Στις διατάξεις (α) του άρθ. 2 παρ.3 α και β του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα αφού αυτές επιβάλλουν απλώς στα συμβαλλόμενα κράτη να εξασφαλίζουν (εγγυώνται) σε κάθε άτομο, του οποίου παραβιάζονται οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται με το Σύμφωνο αυτό, μία πρόσφορη προσφυγή και ό τι η αρμόδια και δη δικαστική αρχή θ' αποφαίνεται πραγματικά σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος, δεν απαγορεύουν, όμως στα κράτη να θέτουν διατάξεις για παραγραφή και δη βραχυπρόθεσμη με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον, οι οποίες δεν αναιρούν την ύπαρξη σχετικής πρόσφορης προσφυγής και δεν αποκλείουν ούτε παρεμποδίζουν την άσκησή της (β) του άρθ.14 παρ.1 εδ.α' του ως άνω Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ρυθμίσεις του προαναφερθέντος άρθ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ (και αφορά κυρίως, όπως και εκείνο την εξασφάλιση δίκαιης δίκης από δικαστήριο ανεξάρτητα από τους άνω αναφερόμενους λόγους και (γ) του άρθ.26 του ίδιου Διεθνούς Συμφώνου που ορίζει ότι "Όλα τα πρόσωπα είναι ίσα ενώπιον του νόμου και έχουν δικαίωμα, χωρίς καμία διάκριση, σε ίση προστασία του νόμου.

Ως προς το ζήτημα αυτό, ο νόμος πρέπει να απαγορεύει κάθε διάκριση και να εγγυάται σε όλα τα πρόσωπα ίση και αποτελεσματική προστασία έναντι κάθε διάκρισης, ιδίως λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας, γέννησης ή άλλης κατάστασης", καθόσον η θέσπιση της ως άνω παραγραφής δικαιολογείται και υπαγορεύεται από τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και επομένως δεν παραβιάζεται η καθιερουμένη ως άνω αρχή.

Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από έφεση των ήδη αναιρεσειόντων επί της από 20-6-2001(και με αριθ.έκθ.κατ. 1283/27-6-2001) αγωγής αυτών για την καταβολή οφειλομένων διαφορών αποδοχών που αφορούσαν το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι 31-12-1998 δέχθηκε με την προσβαλλομένη 8438/2008 απόφασή του, ότι οι αξιώσεις των εναγόντων (αναιρεσειόντων) κατά του 1ου αναιρεσιβλήτου-εναγομένου ΕΟΤ, από το οποίο είχαν προσληφθεί με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου για να εργασθούν ως τεχνικοί υπάλληλοι τυχερών παιγνίων Καζίνου (γκρουπιέ), από οφειλόμενες αποδοχές των ετών 1997 και 1998, που γεννήθηκαν και ήσαν απαιτητές κατά τα ως άνω έτη, λόγω εσφαλμένου υπολογισμού τους από τον εναγόμενο ΕΟΤ, υπόκεινται στην διετή παραγραφή που θεσπίζει η διάταξη του άρθ.90 παρ.3 του ν. 2362/1995, η οποία δεν αντίκειται στην διάταξη του άρθ.4 παρ.1 του Συντάγματος και στην καθιερουμένη μ' αυτήν αρχή της ισότητας, ούτε στις διατάξεις των άρθ.6 παρ.1 της ΕΣΔΑ και του άρθ.1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου ως χρονικό σημείο έναρξης της διετούς αυτής παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του ΕΟΤ κατ' αυτού ορίζεται η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης και όχι το τέλος του οικονομικού έτους και ότι κατά συνέπεια δεν επήλθε διακοπή της παραγραφής αυτής με την επίδοση στον εναγόμενο ΕΟΤ την 29-12-2000 σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης των εναγόντων, αφού οι σχετικές αξιώσεις τους που αφορούσαν αποδοχές του χρονικού διαστήματος 1997 και 1998 είχαν υποπέσει στην διετή ως άνω παραγραφή ήδη από 16-12-2000, δεδομένου ότι ο μισθός των δημοσίων υπαλλήλων και των υπαλλήλων των Ν.Π.Δ.Δ.

προκαταβάλλονται τότε στην αρχή κάθε δεκαπενθημέρου, με βάση δε τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την προβληθείσα (αλλά και αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη) ένσταση παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων και απέρριψε την αντένσταση των εναγόντων (αναιρεσειόντων) περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση της ως άνω εξώδικης διαμαρτυρίας.

Με τη κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο: (Α) Δέχθηκε εσφαλμένως μεν ότι οι επίδικες αξιώσεις των αναιρεσειόντων-εναγόντων υπόκεινται στην διετή και όχι πενταετή παραγραφή, με βάση όμως τη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995 που δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ενώ εφαρμοστέα ήταν αυτή της παρ.3 του άρθρου 48 του ν.δ 496/1974, πλην όμως κατέληξε, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δικ., σε ορθό διατακτικό και δεν παρεβίασε ευθέως και τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 20 του Συντάγματος, 6 παρ 1 και 14 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ.3 α και β, 14 και 26 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 560 αριθ.1 ΚΠολΔ. (Β) Καθόσον, όμως, μέρος δέχθηκε ότι η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων των εναγόντων-αναιρεσειόντων για οφειλόμενες αποδοχές του έτους 1998 άρχισε από την γένεση κάθε αξίωσης και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου αυτές έγιναν απαιτητές, και απέρριψε με την αιτιολογία αυτή την αντένσταση των αναιρεσειόντων περί διακοπής της παραγραφής με την επίδοση στον ΕΟΤ την 29-12-2000 σχετικής εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης (αίτησης), περιστατικό επίδοσης της εξώδικης αυτής διαμαρτυρίας το οποίο περιλαμβάνεται στις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, και η οποία (ως άνω διαμαρτυρία) συνιστά αίτηση προς πληρωμή ανεξάρτητα με τη μορφή που έχει αυτή, εφόσον ζητείται με εκείνη η πληρωμή ορισμένης απαίτησης, από δε το περιεχόμενο αυτής προέκυπτε ότι καθορίζονταν όλα τα στοιχεία που προσδιόριζαν σαφώς την ταυτότητα της ανωτέρω απαίτησης των αναιρεσειόντων, ώστε να μπορούν τα αρμόδια όργανα του πρώτου αναιρεσιβλήτου για ποια απαίτηση πρόκειται και να εξετάσουν τη βασιμότητά της, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 49 ν.δ. 496/1974 ως προς την παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1998, η οποία δεν είχε συμπληρωθεί κατά τον χρόνο της επίδοσης της εξώδικης διαμαρτυρίας (η παραγραφή των αξιώσεων του έτους 1997 είχε κατά πάσα περίπτωση συμπληρωθεί κατά τον ως άνω χρόνο) και επομένως ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, επίσης από το θ.560 αριθ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός (ως προς τις ως άνω αξιώσεις του έτους 1998) ως βάσιμος.

Κατ' ακολουθία πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το μέρος της που απέρριψε την αντένσταση παραγραφής ως προς τις αξιώσεις των αναιρεσειόντων του έτους 1998, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το ως άνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο), του οποίου η συγκρότηση θα γίνει από άλλους δικαστές εφόσον αυτό είναι εφικτό, ενόψει του ότι η ανωτέρω δικονομική δυνατότητα διατηρήθηκε και μετά την τροποποίηση του άρθρου 580 παρ.3 ΚΠολΔ με το άρθρο 12 παρ.4 εδ.

δεύτερο του ν. 4055/2012, στο οποίο από παραδρομή δεν αναφέρεται η φράση "... ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" όπως από τη τελολογική ερμηνεία του άρθρου αυτού, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει σήμερα, προκύπτει. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί το πρώτο αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, λόγω της μερικής ήττας του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Θεωρεί ότι δεν ασκήθηκε η από 25-2-2010 αίτηση για αναίρεση της 8439/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τις δεύτερη και τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους, Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης ΑΕ και Ελληνικό Καζίνο Πάρνηθας ΑΕ.

Αναιρεί την 8439/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο αιτιολογικό μέρος της, ως προς το πρώτο αναιρεσίβλητο νπδδ (ΕΟΤ).

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους από αυτούς που δίκασαν, δικαστές. Και

Καταδικάζει το ανωτέρω πρώτο αναιρεσίβλητο νπδδ (ΕΟΤ) σε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ