1692/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1154/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16751/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/12/1999 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1692/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η νομοθετική εξουσιοδότηση, δηλαδή η ανάθεση με πράξη του νομοθετικού οργάνου σε ορισμένο διοικητικό όργανο της αρμοδιότητας να θεσπίζει, με κανονιστικές πράξεις του, πρωτεύοντες απρόσωπους κανόνες δικαίου, τους οποίους διαφορετικά θα θέσπιζε με πράξεις του το ίδιο το νομοθετικό όργανο, ως αποκλειστικά αρμόδιο, ρυθμίζεται από το άρθρο 43 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος.
Full text
Απόφαση 1692 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1692/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Χ.Ε.Π.Α." που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π., 2) Κ. Α., 3) Α. Δ., 4) Ε. Τ., κατοίκων ..., οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, 5) Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Γαβουνέλη και κατέθεσε προτάσεις, 6) Γ. Τ., 7) Ι. Τ., 8) Μ. Τ., 9) Θ. Τ., 10) Φ. Ι., 11) Ο. Τ. και 12) Ν. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/1997 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1154/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16751/1999 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 21/12/1999 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 11/3/2006 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Κολυβά, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 809Β'/11.7.2011, 8322γ/7/7/2011, 6302Γ/25.7.2011, 4749/19.7.2011, 4751/19.7.2011, 818Β'/11.7.2011, 6299Γ/25.7.2011, 6295Γ/25.7.2011, 4746/19.7.2011 4750/19.7.2011 και 6304Γ/25.7.2011 εκθέσεις επιδόσεως των εις αυτές δικαστικών επιμελητών κατόπιν παραγγελίας του δικηγόρου Γεωργίου Δ. Πανούση πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ Α.Χ.Ε.Π.Α.", ακριβές αντίγραφο της από 22.12.1999 αιτήσεως αναιρέσεως μετά της υπ' αυτήν πράξεως ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς εμφάνιση για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση (25.10.2011) επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσίβλητους:
Ε. Π., Κ. Α., Α. Δ., Ε. Τ., Γ. Τ., Ι. Τ., Μ. Τ., Θ. Τ., Φ. Ι., Ο. Τ. και Ν. Μ.. Επομένως, εφόσον οι τελευταίοι δεν παραστάθηκαν στην παραπάνω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως εκ του οικείου πινακίου δια νομίμως διορισμένου πληρεξουσίου δικηγόρου (ΚΠολΔ 94 παρ. 1, 96, 97), ούτε παραστάθηκαν στο ακροατήριο για να διορίσουν πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί σαν να ήταν παρόντες και οι απολιπόμενοι πιο πάνω αναιρεσίβλητοι, εφόσον αυτοί έχουν από το αναιρεσείον κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως.
Η νομοθετική εξουσιοδότηση, δηλαδή η ανάθεση με πράξη του νομοθετικού οργάνου σε ορισμένο διοικητικό όργανο της αρμοδιότητας να θεσπίζει, με κανονιστικές πράξεις του, πρωτεύοντες απρόσωπους κανόνες δικαίου, τους οποίους διαφορετικά θα θέσπιζε με πράξεις του το ίδιο το νομοθετικό όργανο, ως αποκλειστικά αρμόδιο, ρυθμίζεται από το άρθρο 43 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος "ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όρια της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τοπικό ή λεπτομερειακό".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Συντάγματος του άρθρου 26, που καθιερώνει την αρχή της διακρίσεως των εξουσιών, των άρθρων 26 παρ. 2, 43, 50, 82, 83 και 95 παρ. 1, που καθιερώνουν την αρχή της νομιμότητας της διοικητικής δράσεως και των άρθρων 73 επ., που ρυθμίζουν τη νομοθετική λειτουργία της Βουλής, συνάγεται ότι η Βουλή, ως παράγων της νομοθετικής λειτουργίας, ψηφίζει τους νόμους με τους οποίους μπορεί να παρέχεται εκ των προτέρων ειδική εξουσιοδότηση στα όργανα της εκτελεστικής εξουσίας προς θέσπιση πρωτευόντων κανόνων δικαίου.
Οι κανόνες δικαίου που θεσπίζονται από όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, εφόσον, λόγω ασαφούς διατυπώσεως, γεννηθούν αμφιβολίες ως προς την αληθινή έννοια τους, μπορούν να ερμηνευθούν αυθεντικά από μεταγενέστερους τοιούτους. Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν.Δ. 4548/1966 "περί ενιαίου μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων", καθορίσθηκαν οι προϋποθέσεις και η αποζημίωση για την υπερωριακή εργασία των δημοσίων υπαλλήλων.
Ήδη, οι όροι παροχής της εργασίας αυτής και το ποσό της ωριαίας αμοιβής της ρυθμίζονται από τις διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 17 του Ν. 1505/1984 "Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης κλπ", όπως αυτές -αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 1810/1988 "Για τη συμπλήρωση και βελτίωση του Ν. 1505/1984".
Περαιτέρω, με την παρ. 8 του άρθρου 17 του άνω νόμου 1505/1984 ορίζεται ότι "με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών που δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η ωριαία αμοιβή του α' εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται". Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 123/1975 "περί ρυθμίσεως θεμάτων ιατρικού προσωπικού νοσηλευτικών ιδρυμάτων κλπ" ορίζεται ότι "η πέραν του κανονικού ωραρίου απασχόλησης του ιατρικού προσωπικού εκάστου νοσοκομείου καθορίζεται δι' αποφάσεως του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, τη αιτιολογημένη προτάσσει του Δ.Σ.
του ιδρύματος, της αποζημιώσεως αυτού υπολογιζόμενης βάσει των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 5 του Ν.Δ. 4548/1966" (ήδη άρθρο 17 παρ. 3 και 4 του Ν. 1505/1984 και άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1810/1988). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 7 του άρθρου 29 του Ν.1397/1983 "Εθνικό Σύστημα Υγείας", οι διατάξεις του οποίου ισχύουν και για τους ειδικευόμενους, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 38 παρ. 3 του ίδιου νόμου, "οι γιατροί ΕΣΥ, πέραν από το τακτικό ωράριο εργασίας, υποχρεούνται και σε ενεργό εφημερία μέσα στο νοσοκομείο ή στο κέντρο υγείας και σε εφημερία ενότητας ... .
Στους γιατρούς ενεργού εφημερίας καταβάλλεται αποζημίωση για υπερωριακή απασχόληση που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον καθορισμό της υπερωριακής αποζημίωσης". Με τη διάταξη δε της παρ. 5 του άρθρου 28 του Ν. 1579/1985 "Ρυθμίσεις για την ανάπτυξη του ΕΣΥ" ορίζεται ότι "για τις πέρα από 4 ημέρες ενεργού εφημερίας κατά μήνα, η ωριαία υπερωριακή αποζημίωση των ειδικευμένων και ειδικευομένων γιατρών των νοσοκομείων και των κέντρων υγείας υπολογίζεται επί του βασικού μισθού, προσαυξημένου με το αντίστοιχο επίδομα βιβλιοθήκης".
Επίσης, η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 1του Ν. 2071/1992 "Εκσυγχρονισμός και Οργάνωση του Συστήματος Υγείας" επαναλαμβάνει περίπου τη διάταξη του 29 παρ. 2 του Ν. 1397/1983 ως προς την υποχρέωση των γιατρών του ΕΣΥ όλων των βαθμών, πλήρους και αποκλειστικής ή μερικής απασχόλησης ή ειδικευόμενους για παροχή ενεργού εφημερίας μέσα στο νοσοκομείο ή στο κέντρο υγείας, σ' αυτούς δε καταβάλλεται αποζημίωση για την υπερωριακή απασχόληση τους αυτή, που καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τον καθορισμό της υπερωριακής αποζημίωσης.
Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι το ποσό της αποζημιώσεως για την υπερωριακή απασχόληση λόγω εφημερίων και των ειδικευόμενων ιατρών, που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε νοσηλευτικά ιδρύματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας προσδιορίζεται με βάση την αναφερθείσα διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του Ν. 1505/1984, όπως ήδη ισχύει και τις σε εκτέλεση της διατάξεως της παρ. 8 του ίδιου άρθρου (17) εκδιδόμενες αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, σε συνδυασμό με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 28 του Ν. 1579/1985.
Με βάση την προαναφερόμενη εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 17 παρ. 8 του Ν. 1505/1984 ο Υπουργός Οικονομικών εξέδωσε την 203992/3479/0022/14-6-1991 απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 301/1976 τρόπο, ήτοι με ανακοίνωση της δι' εγκυκλίων στις αρμόδιες υπηρεσίες και με τοιχοκόλληση της στο κεντρικό κατάστημα της οικείας υπηρεσίας (Ολομ.
Α.Π. 1/2002), που έχει ως εξής: "καθορίζουμε από 1-7-1991 το ωρομίσθιο που προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 17 του Ν. 1505/1984, όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 1 του άρθρου 7 του Ν. 1810/1988, στο 1/65 του βασικού μισθού του κάθε μισθολογικού κλιμακίου". Ακολούθως, ο ίδιος Υπουργός, γεννηθεισών, λόγω ασαφούς διατυπώσεως, αμφιβολιών ως προς την αληθινή έννοια της άνω αποφάσεως, ερμήνευσε αυτήν αυθεντικά με την εκδοθείσα στις 29-7-1991 αριθ. 2051142/4556/0022/29-7-1991 απόφασή του, με την οποία ορίσθηκε "στο τέλος της παραπάνω 2039921/3479/0022/14-6-1991 απόφασης μας προστίθεται δεύτερο εδάφιο με το εξής περιεχόμενο:
η απόφαση μας αυτή δεν ισχύει για τον καθορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής αποζημίωσης των γιατρών του ΕΣΥ που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 29 του Ν, 1397/1983, για τους οποίους ισχύει το ωρομίσθιο του άρθρου 7 του Ν. 1810/1988". Η τελευταία απόφαση, ως ερμηνευτική της άνω πρώτης αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών, σύμφωνα με όσα έχουν αναπτυχθεί ανωτέρω, ερμήνευσε αυτή, θεωρούμενη ως έχουσα εξ υπαρχής από την έκδοση της (14-6-1991) την καθορισθείσα υπό της ερμηνευσάσης αυτή δευτέρας αποφάσεως έννοια, ήτοι ότι αυτή (πρώτη απόφαση) δεν ισχύει για τον καθορισμό του ωρομισθίου της υπερωριακής αποζημιώσεως των γιατρών του ΕΣΥ που προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 29 του Ν. 1397/1983, για τους οποίους ισχύει το ωρομίσθιο του άρθρου 7 του Ν. 1810/1988 (Ολ.ΑΠ 52/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, με αγωγή τους στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι ειδικευόμενοι γιατροί υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο αναιρεσείον νοσοκομείο, εζήτησαν την προκύπτουσα διαφορά αποζημιώσεως για την υπερωριακή τους απασχόληση, με βάση υπολογισμού της ωριαίας αμοιβής τους σύμφωνα με την 2039921/3479/0022/14-6-1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δηλαδή το 1.65 του βασικού μισθού και του επιδόματος βιβλιοθήκης, έναντι της καταβληθείσης αποζημιώσεως, την οποία το αναιρεσείον υπελόγισε με ωριαία αμοιβή στο 1/100 επί του βασικού μισθού και του επιδόματος βιβλιοθήκης.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε σε καθένα των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα ποσά. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος νοσοκομείου δεχθέν ότι η παραπάνω δεύτερη υπουργική απόφαση ήταν ανίσχυρη ως εκδοθείσα χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση και ότι επομένως η αποζημίωση των εφημερίων των αναιρεσιβλήτων έπρεπε να υπολογισθεί με βάση υπολογισμού της ωριαίας αμοιβής σύμφωνα με την αρχική Υπουργική απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο παραβίασε δια της μη εφαρμογής της την παραπάνω δεύτερη υπουργική απόφαση και δια της εφαρμογής της την πρώτη υπουργική απόφαση που δεν ίσχυε. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 16571/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δίκασε ως Εφετείο.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ