Legislator Case Law & Legislation
1691/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against hospital decisions, splitting case and ordering costs for absent parties.

Case Number 1691/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the tenth appellant, declaring the hearing voidly terminated due to lack of grounds. The court rejected the appeal against the remaining defendants, finding no valid grounds for review. Consequently, the court ordered the third and fourteenth appellants to pay the legal costs of the second respondent hospital.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242, 573, 106, 176, 183, 191, 22 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may declare an appeal inadmissible if no grounds for review exist, treat a hearing as voidly terminated, and order costs against parties who failed to submit written proposals or appeared without representation.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility voidly terminated hearing legal costs allocation absence of written proposals public legal entity liability

Cited Legislation

AI generated
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 573, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1691 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1691/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ι. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 15.Κ. Μ. του Χ., κατοίκου .... Ο 10ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Για την 12η εμφανίστηκε ο δικηγόρος Σπυρίδωνας Κωνσταντόπουλος, δήλωσε τη βιαία διακοπή της δίκης και προσκόμισε την με στοιχεία ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης. Οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Άγιος Παύλος", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά του οποίου στρέφονται οι πρώτος, δεύτερος, πέμπτη, έκτη, έβδομος, ένατος, δέκατος, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη πέμπτη των αναιρεσειόντων, 2.

Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά του οποίου στρέφονται οι τρίτος και δέκατη τέταρτη των αναιρεσειόντων, 3.Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", που εδρεύει στην Εξοχή Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά του οποίου στρέφεται η τέταρτη των αναιρεσειόντων, και 4.

Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου Αντικαρκινικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Θεαγένειο", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, κατά του οποίου στρέφεται η όγδοη των αναιρεσειόντων. Το πρώτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάρκο Παπαζήση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, το τρίτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Χριστοδουλόπουλο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και το τέταρτο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μητρούδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19662/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1175/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-6-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του τρίτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 22-12-2020 κλήση των αναιρεσειόντων, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 18-06-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1788/217/18-06-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1723/2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 1175/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά από ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10-11-2020.

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Αν δε ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι, η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι, για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020, Α.Π. 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (Α.Π. 1374/2017, Α.Π. 526/2016, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 453/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ.

β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 1036/2020).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (Α.Π. 234/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 1175/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, δέκα πέντε (15) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου Δικηγόρου αυτών Σπύρου Δημ.

Κωνσταντόπουλου, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 11520Γ'/04-02-2020, 11524Γ'/05-02-2020, 11519Γ'/04-02-2020 και 11521Γ'/04-02-2020 εκθέσεις επίδοσης, τις οποίες συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνος Α. Σίσκος, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς τους αναιρεσίβλητους, για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δικάσιμο της 10-11-2020, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε, της συζητήσεως αυτής προσδιορισθείσας, στη συνέχεια, με την από 22-12-2020 κλήση των αναιρεσειόντων, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-12-2021).

Επίσης, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. 410Δ', 408Δ', 411Δ' και 409Δ'/17-06-2021 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, ακριβές αντίγραφο της ως άνω κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, μετά την ματαίωση αυτής, κατά την παραπάνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσίβλητους, με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 14-12-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, ο δέκατος των αναιρεσειόντων Γ. Κ. του Ν., δεν εμφανίστηκε, ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο Δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σπύρος Δημ. Κωνσταντόπουλος, ο οποίος έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τον απολιπόμενο δέκατο των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτόν παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω Δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης του εν λόγω διαδίκου προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του εντολέως από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους κάποιου εκ των αναιρεσιβλήτων, κλήτευση του ως άνω αναιρεσείοντος, προκειμένου να παραστεί αυτός, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον ο απολιπόμενος δέκατος των αναιρεσειόντων δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως, κατά τη συζήτηση από κάποιο εκ των αντιδίκων του, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτόν, κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά του παρισταμένου πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ν.Π.Δ.Δ.

Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Άγιος Παύλος", ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α' και 287 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται αν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση συντρέξει κάποιος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στη διάταξη αυτή λόγους.

Το αποτέλεσμα της διακοπής και της επανάληψης της δίκης επέρχεται, μόνον εφόσον τόσο το διακοπτικό γεγονός, λ.χ. θάνατος του διαδίκου κ.λ.π., όσο και η κατά νόμιμο τρόπο γνωστοποίησή του, επισυμβούν το βραδύτερο μέχρι την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο. Ο θάνατος του διαδίκου, απλού ομοδίκου, επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης ως προς τον θανόντα διάδικο και μόνο, ενώ, ως προς τους λοιπούς ομοδίκους, η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου αυτής προς τον αντίδικο, με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση ή εκτός του ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης, από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής (όπως του θανάτου κάποιου διαδίκου) ήταν πληρεξούσιος αυτού, οπότε, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση, ως προς την ιδιότητα εκείνου, που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη, ακολουθεί παραδεκτώς, άμεση συζήτηση της υποθέσεως.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του), ο οποίος και έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη (Ολ. Α.Π. 22/2000, Α.Π. 575/2020 Α.Π. 148/2017, Α.Π. 28/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, στην ως άνω νόμιμη δικάσιμο (14-12-2021), εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεσσαλονίκης Σπύρος Δημ.

Κωνσταντόπουλος, ο οποίος, με προφορική δήλωσή του, στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, γνωστοποίησε ότι η δωδέκατη αναιρεσείουσα Φ. Π. του Γ., της οποίας ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος, απεβίωσε στις 28-08-2019 και κατέθεσε το από 28-08-2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Θεσσαλονίκης.

Η γνωστοποίηση του θανάτου - επισυμβάντος μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης - της δωδέκατης αναιρεσείουσας, είναι νόμιμη. Ενόψει τούτου και του ότι οι αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με το δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 του ΚΠολΔ) πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, να χωρισθεί η υπόθεση ως προς την δωδέκατη αναιρεσείουσα, για την οποία, με την προαναφερθείσα γνωστοποίηση του θανάτου της, επήλθε βίαιη διακοπή της δίκης (άρθρο 287 του ΚΠολΔ) και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους παρισταμένους προσηκόντως και συνδεομένους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας λοιπούς διαδίκους, καθόσον, εξ αντιδιαστολής, από το άρθρο 288 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διακοπή που επέρχεται στο πρόσωπο του ενός ομοδίκου, δεν επηρεάζει τη δίκη ως προς τους λοιπούς (Α.Π. 399/2018, Α.Π. 241/2017).

Τέλος, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, το τέταρτο των αναιρεσίβλητων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Θεαγένειο", εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου από τον Δικηγόρο Θεσσαλονίκης Γεώργιο Θ. Μητρούδη, που κατέθεσε και τις από 09-12-2021 προτάσεις του.

Προς απόδειξη της παρασχεθείσας εντολής και πληρεξουσιότητας στον ως άνω Δικηγόρο, για την εκπροσώπηση του εν λόγω αναιρεσίβλητου κατά την αναιρετική δίκη, προσκομίζεται η υπ' αριθμ. 3401/19-02-2020 απόφαση της Διοικήτριας του ως άνω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς τον εν λόγω Δικηγόρο, να παρασταθεί και εκπροσωπήσει αυτό κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 7 του Ν. 3329/2005, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει.

Επομένως, εφόσον δεν έχει χορηγηθεί νομίμως πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο, σύμφωνα με τον οριζόμενο στο άρθρο 96 παρ. 3 του ΚΠολΔ τύπο, γεγονός που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 104 του ΚΠολΔ), το τέταρτο αναιρεσίβλητο δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει και θεωρείται δικονομικά απόν.

Εξάλλου από τις υπ' αριθμ. 11521Γ' /04-02-2020 και 409Δ' /17-06-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Α. Σίσκου, τις οποίες προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 10-11-2020, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε και της από 22-12-2020 κλήσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, μετά την ματαίωση αυτής, κατά την παραπάνω αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-12-2021), επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτών, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς το τέταρτο των αναιρεσίβλητων.

Εφόσον, λοιπόν, το τελευταίο δεν έλαβε μέρος με τον τρόπο που ο νόμος ορίζει, στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Με την κρινόμενη από 18-06-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1788/217/18-06-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1723/2019 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 - 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015), με αριθμό 1175/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσίαν, η από 12-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3597/667/14-02-2018 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά της με αριθμό 19662/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την από 28-08-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 19293/15-09-2014 αγωγή των εναγόντων - εφεσιβήτων και ήδη αναιρεσειόντων.

Στη συνέχεια, δε, κατά παραδοχή του μόνου λόγου της έφεσης αυτής, εξαφανίστηκε στο σύνολό της η ως άνω εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου και, αφού κρατήθηκε η υπόθεση από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο διετούς καταχρηστικής προθεσμίας, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, καθόσον κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την απόφαση αυτή Δικαστηρίου στις 18-06-2019 και δεν προκύπτει, η με επιμέλεια οποιουδήποτε διαδίκου, επίδοση της απόφασης αυτής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13-05-2019 (άρθρα 552, 553, 556 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου". Η αρχή της ισότητας, η οποία καθιερώνεται με το άρθρο αυτό του Συντάγματος, αποτελεί συνταγματικό κανόνα, που επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοιες καταστάσεις ή σχέσεις ή κατηγορίες προσώπων, να μην τις μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο, είτε με τη μορφή ενός χαριστικού μέτρου ή προνομίου, που δεν συνδέεται με αξιολογικά κριτήρια, είτε με την επιβολή μιας αδικαιολόγητης επιβάρυνσης ή της αφαίρεσης δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται από γενικότερο κανόνα, εκτός εάν η ιδιαίτερη ρύθμιση υπαγορεύεται από ειδικές περιστάσεις που τη δικαιολογούν ή επιβάλλεται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, δημιουργουμένης διαφορετικά ανισότητας στη νομοθετική μεταχείριση της αυτής κατηγορίας (Ολ.

Α.Π. 17/2015, Ολ.Α.Π. 24/2006). Η παραβίαση της συνταγματικής αυτής αρχής ελέγχεται από τα δικαστήρια, ώστε να διασφαλίζεται η πραγμάτωση του κράτους δικαίου και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας εκάστου, με ίσους όρους. Κατά τον δικαστικό αυτό έλεγχο, ο οποίος είναι έλεγχος ορίων και όχι έλεγχος της ορθότητας των νομοθετικών επιλογών, αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη η ευχέρεια να ρυθμίζει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με κάθε μια από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.

Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν την εκδήλως άνιση μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες ή την αυθαίρετη εξομοίωση προσώπων, που τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες. Και μπορεί μεν, σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ο νομοθέτης να θεσπίζει αποκλίσεις από τη συνταγματική αρχή της ισότητας, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις δικαιολογούνται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι πρόσφορες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (Ολ.

Α.Π. 24/2006, Α.Π. 1313/2020, Α.Π. 1504/2018, Ολ. ΣτΕ 1286/2012). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος: "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη".

Με τη διάταξη αυτή, ανάγεται σε ατομικό δικαίωμα η συμμετοχή στην εν γένει οικονομική δραστηριότητα και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ιδιαίτερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία στην εργασία, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται, χωρίς να παρεμποδίζεται σχετικώς και να επιλέγει ο ίδιος, χωρίς περιορισμό, το είδος, τον τόπο και τη διάρκεια της απασχόλησής του (άρθρο 22 παρ. 1 του Συντάγματος).

Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κ.λ.π.), όπως ορίζεται και στη διάταξη του άρθρου 361 του Α.Κ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συνάδει, κατ' αρχήν, οποιαδήποτε μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός εάν μια τέτοια επέμβαση δικαιολογείται από το ότι η άσκηση της ελευθερίας προσβάλλει δικαιώματα τρίτων ή προσκρούει σε άλλες διατάξεις του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών ή, τέλος, αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος - Ολ.

Α.Π. 33/2002, Ολ. Α.Π. 4/1998, Α.Π. 1464/2021, Α.Π. 410/2017). Η ελευθερία αυτή, μπορεί επίσης να περιορισθεί όπου τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικοτέρου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (Ολ. Α.Π. 4/1998). Η συνδρομή περιστατικών, τα οποία, κατ' εξαίρεση, καθιστούν δικαιολογημένη μια επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, ερευνάται από τα δικαστήρια στο πλαίσιο του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (άρθρα 87 παρ. 2 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος) και κρίνεται αυτοτελώς, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από στάθμιση των συνθηκών, υπό τις οποίες αφενός καταρτίσθηκε και λειτούργησε ο επίμαχος συμβατικός δεσμός και αφετέρου εκδηλώθηκε η συνταγματικώς αμφισβητούμενη νομοθετική παρέμβαση (Ολ.

Α.Π. 6 και 7/2015, Α.Π. 1464/2021, Α.Π. 1056/2020, Α.Π. 1504/2018, Α.Π. 410/2017). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος: "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους...

Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται, είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι ο κοινός νομοθέτης, που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων, σύμφωνα με συνταγματική επιφύλαξη υπέρ του νόμου, την οποία και υλοποιεί, όχι δε και ο δικαστής, ο οποίος, απλώς οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί και, σε αρνητική περίπτωση, να αρνείται την εφαρμογή του νόμου, ως αντισυνταγματικού.

Η εν λόγω αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου και πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση, δεν είναι: α) πρόσφορη για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη τούτου, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική "εν στενή εννοία", δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι, ποιοτικά και ποσοτικά, κατώτερη, από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ.

Α.Π. 6/2018, Ολ. Α.Π. 27/2008). Με βάση τα ανωτέρω, ο έλεγχος της αναλογικότητας, υπό στενή έννοια, απαιτεί συσχετισμό δυο συγκρίσιμων μεγεθών, αφενός του περιοριστικού μέτρου και αφετέρου του επιδιωκόμενου σκοπού. Η εξειδίκευση των μεγεθών αυτών πρέπει να γίνεται με βάση τα προστατευόμενα συμφέροντα, η διαδικασία δε ελέγχου της αναλογικότητας απαιτεί τον προσδιορισμό της προσβολής καθενός από τα αντίρροπα συμφέροντα, σε συνδυασμό με την ανάγκη της προστασίας τους, στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ.

Α.Π. 6/2018, Ολ. Α.Π. 5/2013, Ολ. Α.Π. 6/2011). Ένα νομοθετικό μέτρο προσκρούει στην αρχή της αναλογικότητας, μόνο αν είναι από τη φύση του προφανώς ακατάλληλο, για τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος ή υπερακοντίζει προφανώς τον σκοπό του (Ολ. ΣτΕ 1684/2022, ΣτΕ 857/2019, ΣτΕ 4212/2013, ΣτΕ 4171/2012). Εξάλλου, η μακρόχρονη διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων καθεστώτος δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, στηριζόμενος σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφισταμένης ρύθμισης, θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε, περαιτέρω, στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και στη ματαίωση της, κατά το Σύνταγμα, αποστολής του να ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, και, ειδικότερα, να ασκεί την παρεχομένη σε αυτόν ευχέρεια κατά την εφαρμογή του κρατικού οικονομικού προγραμματισμού (Α.Π. 264/2020, ΣτΕ 6/1999).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (Α.Π. 1464/2021, Α.Π. 264/2020 ΣτΕ 493/2015).

Ακόμη, η αρχή της ασφάλειας του δικαίου, η οποία απορρέει από την αρχή του κράτους δικαίου και ιδίως από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος (πρβλ. Α.Ε.Δ. 14/2013, Α.Π. 1464/2021) και ειδικότερη εκδήλωση της οποίας αποτελεί η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης του διοικουμένου (πρβλ.

Α.Ε.Δ. 11/2003), επιβάλλει σαφήνεια και προβλέψιμη εφαρμογή των εκάστοτε θεσπιζομένων κανονιστικών ρυθμίσεων. Με άλλους λόγους, η ασφάλεια δικαίου αποσκοπεί στην συνεχή, συνεπή και σταθερή εξέλιξη του δικαίου, αποκλείοντας τις αιφνίδιες μεταβολές. Η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, εξεταζόμενη από την σκοπιά του πολίτη, επιβάλλει την προστασία της εμπιστοσύνης του τελευταίου, στην διατήρηση και στην αξιοπιστία της κρατικής δράσεως, βάσει της οποίας προέβη σε κάποιες ενέργειες ή στην οποία στήριξε προσδοκίες.

Περαιτέρω, ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να θεσπίζει μεταβατικές διατάξεις, εφόσον, κατά την κρίση του, αυτό επιβάλλεται για την ομαλή μετάβαση στην εφαρμογή νέου καθεστώτος, ιδίως, μάλιστα, όταν επέρχεται μεταβολή των ρυθμίσεων, που παγίως ισχύουν από μακρού χρόνου και αφορούν πλήθος επαγγελμάτων, η άσκηση των οποίων επί αρκετές δεκαετίες έχει οργανωθεί με βάση αυτές και, συνεπώς, επηρεάζουν σημαντικά την οικονομική δραστηριότητα της Χώρας (Ολ.

Α.Π. 6/2018). Η ως άνω αρχή, ενόψει και της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, επιβάλλει τη ρύθμιση των εννόμων σχέσεων, κατά τρόπο σαφή και προβλέψιμο (Ολ. Α.Π. 6/2018, πρβλ. Ολ. ΣτΕ 3578/2010, Ολ. ΣτΕ 1569/2005). Ωστόσο, οι αρχές αυτές δεν προστατεύουν την απλή προσδοκία διατήρησης σε ισχύ μίας συγκεκριμένης ευνοικής ρύθμισης, ούτε κωλύουν το νομοθέτη να μεταβάλλει στο μέλλον τη σχετική ρύθμιση (Α.Π. 1464/2021).

Ειδικότερα, οι αρχές της ασφάλειας δικαίου της προστατευόμενης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοίκησης δεν εμποδίζουν τον κοινό νομοθέτη, να λαμβάνει μέτρα, εντός του πλαισίου της συνταγματικής τάξης, για έννομες σχέσεις ή καταστάσεις, για το μέλλον, ακόμα και για το παρελθόν, εφόσον οι ανάγκες το επιβάλλουν (Α.Π. 1464/2021, Ολ.

ΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 2429/2018, ΣτΕ 1554/2018). Μάλιστα, το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις και δικαιώματα, που έχουν αποκτηθεί με την έκδοση γενικών κανόνων (Ολ.

Α.Π. 3/2016, Ολ. ΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 3613/2013), ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό, βάσει διατάξεων προϊσχυσάντων κανόνων δικαίου, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας (Α.Ε.Δ. 14/2013, ΣτΕ 1773/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ/μα 53/1974 (Α' 256) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους, υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως", καθώς και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".

Καλύπτονται κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς (Ολ.

Α.Π. 40/1998, Α.Π. 1464/2021, Α.Π. 1504/2018), εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους (Ολ.

ΣΤΕ 734/2016). Τόσο, όμως, η ανωτέρω διεθνής συνθήκη, όσο και το Σύνταγμα δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς στο τελευταίο προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας (ΣτΕ 3613/2013), να ρυθμίζουν αναδρομικώς έννομες σχέσεις, με την έκδοση γενικών κανόνων.

Έτσι, σύμφωνα με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου, είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων, που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (Ολ.

Α.Π. 3/2016, Ολ. Α.Π. 6/2007, Α.Π. 1366/2017). Ειδικότερα, όπως συνάγεται από την παράγραφο 2 του ως άνω άρθρου του παραπάνω πρωτοκόλλου, ο κοινός νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προβεί στη λύση/κατάργηση ενοχικής συμβάσεως, τροποποιώντας την υπάρχουσα νομοθετική ρύθμιση, υπό το κράτος της οποίας η σύμβαση εκείνη καταρτίσθηκε και να καθορίσει τις συνέπειες της λύσεως αυτής.

Τούτο διότι, η λύση της ενοχικής συμβάσεως δια του νόμου και η εντεύθεν απώλεια των εξ αυτής ενοχικών δικαιωμάτων τινός των συμβαλλομένων, δεν προσκρούει στη διάταξη του παραπάνω πρωτοκόλλου, δεδομένου ότι δεν θίγεται το δικαίωμα του κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους, τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίο, προς ρύθμιση της χρήσεως αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον (Α..Π. 1464/2021, Α.Π. 410/2017).

Κατ' ακολουθίαν όλων των παραπάνω συνάγεται ότι, σε περίπτωση συνδρομής σοβαρού λόγου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, είναι επιτρεπτός ο περιορισμός των πάσης φύσης δικαιωμάτων, εάν υπό τις δεδομένες συνθήκες κρίνεται αναγκαίος και πρόσφορος, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και συμβατός με την αρχή της αναλογικότητας (Α.Π. 1504/2018).

Στους λόγους δημοσίου συμφέροντος, περιλαμβάνονται, καταρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής, για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, ενώ η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (Ολ.

ΣτΕ 3177/2014).

Με το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ 31) και υπό τον παράτιτλο "Ένταξη Νοσοκομείων Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ. στο Ε.Σ.Υ." ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ..Α - Ε.Τ.Α.Μ. εντάσσονται από την 1.6.2011 στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Το 1ο Νοσοκομείο Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. Αθήνας εντάσσεται στο Σισμανόγλειο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Αττικής ..... 2.

Μετά την ένταξη οι ανωτέρω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης λειτουργούν ως αντίστοιχα παραρτήματα των ανωτέρω νοσοκομείων, στα οποία εντάσσονται (φορείς υποδοχής). Οι ιατροί πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που υπηρετούν στις ως άνω μονάδες, κατά το χρόνο ένταξης μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν, στον αντίστοιχο φορέα υποδοχής Το νοσηλευτικό, το διοικητικό, καθώς και το πάσης φύσεως προσωπικό που υπηρετεί στις ως άνω μονάδες κατά το χρόνο ένταξης, κατανέμεται μεταξύ του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.

και του φορέα υποδοχής, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από συνεκτίμηση της αίτησης προτίμησής του. Όσοι από το εν λόγω προσωπικό μεταφερθούν στους φορείς υποδοχής, μεταφέρονται με την ίδια εργασιακή σχέση, οργανική θέση, κλάδο βαθμό και ειδικότητα που κατέχουν στον αντίστοιχο φορέα υποδοχής ... 3.

Το λοιπό, μόνιμο και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που υπηρετεί στις παραπάνω Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης, καθώς και το αποσπασμένο ή διατεθειμένο από το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. σε εξειδικευμένες μονάδες ή τμήματα νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., εφόσον επιθυμεί την ένταξη, μεταφέρεται με την ίδια εργασιακή σχέση, κλάδο και ειδικότητα στους φορείς υποδοχής, που αναλαμβάνουν τη μισθοδοσία του και καταλαμβάνει ισάριθμες προσωποπαγείς θέσεις, που συστήνονται αυτοδικαίως με την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης.

Η διαδικασία εξέλιξης ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Το εν λόγω προσωπικό διατηρεί τις αποδοχές (μισθολόγιο, επιδόματα, αποζημιώσεις), εργασιακά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα, που είχε πριν από τη μεταφορά του στους φορείς υποδοχής. Σε διαδικασίες προκήρυξης πλήρωσης θέσεων ιατρών πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης από τους φορείς υποδοχής, μπορούν να συμμετάσχουν και οι μεταφερόμενοι στους φορείς αυτούς ιατροί.

Όσοι δεν επιθυμούν την ένταξη κατά τα ανωτέρω μεταφέρονται στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ., σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος". Με τις εν λόγω διατάξεις, μεταξύ άλλων, μεταφέρθηκαν στο Ε.Σ.Υ. (Εθνικό Σύστημα Υγείας) και στα υπαγόμενα σ` αυτό νοσοκομεία (φορείς υποδοχής) οι Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ, καθώς και οι ιατροί που υπηρετούσαν σ' αυτές, είτε επρόκειτο κατά την παρ. 2 για ιατρούς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, είτε επρόκειτο, κατά την παρ. 3 για ιατρούς μόνιμους ή με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν στο πλαίσιο γενικότερης προσπάθειας συνολικής αναδιάρθρωσης της δημόσιας διοίκησης και εξορθολογισμού της οργάνωσης και στελέχωσης των υπηρεσιών παροχής υγείας και δη (μεταξύ άλλων) του νοσοκομειακού δικτύου, συνεπώς, οι ως άνω ρυθμίσεις και ειδικότερα αυτές που αφορούν την τύχη των καταργηθεισών νοσοκομειακών μονάδων του Ι.Κ.Α.- ΕΤΑΜ και του υπηρετούντος σ` αυτές ιατρικού προσωπικού, εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.

Με την οιονεί μεταβατική ρύθμιση του άρθρου 32 παρ. 3 του Ν. 3918/2011, μεταφέρθηκαν σε ειδικές προσωποπαγείς θέσεις συσταθείσες γι' αυτούς, με την ίδια εργασιακή, μισθολογική, ασφαλιστική και συνταξιοδοτική σχέση, που είχαν πριν από τη μεταφορά τους, οι ιατροί της παραγράφου αυτής (ΣτΕ 917/2015), στους οποίους εντάσσονται και οι απασχολούμενοι με "ειδική" σύμβαση του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1072/1972, οι οποίοι, συνεπώς, με την ως άνω ήδη έκτοτε μεταβατική διάταξη, συνέχισαν να έχουν το δικαίωμα, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Ν.Δ., να ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα.

Επακολούθησε ο Ν. 4172/2013, που θέσπισε, με τα άρθρα 90 και 91, καθεστώς διαθεσιμότητας και κινητικότητας, το οποίο κατέλαβε και τους ανωτέρω ιατρούς των μονάδων του Ι.ΚΑ., που είχαν ήδη μεταφερθεί σε προσωποπαγείς θέσεις των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., οι οποίοι τέθηκαν σε καθεστώς οκτάμηνης διαθεσιμότητας με την καταβολή 75% των αποδοχών τους και εν συνεχεία τοποθετήθηκαν, επίσης σε προσωποπαγείς θέσεις νοσοκομείων, είτε των ίδιων, όπου είχαν μεταφερθεί υπό τον Ν. 3918/2011, είτε άλλων, με το ίδιο, όπως και πριν εργασιακό καθεστώς, της απασχόλησής τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διατηρώντας ακόμη το δικαίωμα να ασκούν και ελεύθερο επάγγελμα, στο πλαίσιο της με αριθμό Υ4α/οικ.80672 (ΦΕΚ Β' 2123/28.08.2013) κοινής Υπουργικής απόφασης για την "Κατάργηση 1.665 οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 90 του Ν. 4172/2013 (ΦΕΚ 167/Α'), σε Ν.Π.Δ.Δ.

της 1ης, 2ης και 4ης ΥΠΕ", ακολουθώντας και διαδικασία αξιολόγησης κατά το άρθρο 91 του ως άνω νόμου. Επακολούθησε ο Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α' 85/7.4.2014), με το άρθρο 1 παρ. ΙΖ' του οποίου προβλέφθηκαν τα ακόλουθα: "ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΖ. 1: Ρυθμίσεις για την ένταξη ιατρών των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ. σε καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης:

Α) Διαθεσιμότητα 1. Το σύνολο του ιατρικού και οδοντιατρικού προσωπικού που μεταφέρθηκε και εντάχθηκε με τις διατάξεις του ν. 3918/2011 από τις πρώην Υπηρεσίες Νοσοκομειακής υποστήριξης του Ι.Κ.Α. - ΕΤΑΜ στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., σε προσωποπαγείς θέσεις με σχέση εργασίας Μόνιμη και Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου, καθώς και το σύνολο του ως άνω προσωπικού, που κατέλαβε αντίστοιχες θέσεις, κατ' εφαρμογή του ν. 4172/2013, όπως ισχύει, τίθεται, αυτοδικαίως, από 8 Απριλίου 2014, σε καθεστώς διαθεσιμότητας, με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει (ως ισχύει με το άρθρο 28 παρ. 1 του ν. 4255/2014 (ΦΕΚ Α' 89/11.04.2014).

Το ανωτέρω προσωπικό παραμένει σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί ένα (1) μήνα και, στη συνέχεια, μετατάσσεται/μεταφέρεται, μετά από αίτηση - δήλωση αποδοχής, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των διατάξεων της παραγράφου Β, σε οργανικές θέσεις, κλάδου ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστάται στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.

για το σκοπό αυτόν. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας, εξακολουθούν να καταβάλλονται από τον φορέα προέλευσης, οι προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη.

Οι εισφορές αυτές, από τη θέση του υπαλλήλου σε διαθεσιμότητα και για το χρονικό διάστημα που αυτή διαρκεί, προσδιορίζονται στο 75% των αποδοχών αυτού. 2. Κατ' εξαίρεση των διατάξεων της υποπαραγράφου 1, τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας δεκαπέντε (15) ημερών όσοι εκ των ανωτέρω περιγραφόμενων υπαλλήλων εμπίπτουν στις ακόλουθες κοινωνικές κατηγορίες:...

η) υπάλληλος που έχει τεθεί ήδη σε καθεστώς διαθεσιμότητας στο πλαίσιο προγενέστερης διαδικασίας και μέσω της κινητικότητας έχει μεταταχθεί/μεταφερθεί σε Φορέα, που με το παρόν εντάσσεται σε μεταρρυθμιστική δράση. 3. Οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης.

Β) Κινητικότητα 1. Οι αναφερόμενοι στις υποπαραγράφους 1 και 2 της παραγράφου Α υπάλληλοι, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας μετατάσσονται/μεταφέρονται, με την ίδια εργασιακή σχέση (μονίμου ή ΙΔΑΧ), σε οργανικές θέσεις του κλάδου ΠΕ ιατρών -οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συστήνονται για το σκοπό αυτόν στον Φορέα όπου υπηρετούν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο 1 της παραγράφου Α, κατόπιν αιτήσεων - δηλώσεων τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψιν και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει.

Οι ανωτέρω αιτήσεις - δηλώσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω υποπαραγράφου 3 της παραγράφου Α. Οι εν λόγω αιτήσεις - δηλώσεις υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α'75) και υποβάλλονται αυτοπροσώπως ή με νόμιμη εξουσιοδότηση στις αρμόδιες υπηρεσίες του φορέα προέλευσης τους. 2.

Το ανωτέρω προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης του κλάδου ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης στον φορέα όπου υπηρετεί, οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.).

Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, επί ποινή απολύσεως. 3. Οι μετατασσόμενοι/μεταφερόμενοι ως άνω υπάλληλοι οφείλουν να παρουσιαστούν, στην αρμόδια υπηρεσία του Φορέα τους, την επόμενη εργάσιμη ημέρα από τη λήξη της, ανά περίπτωσης, διαθεσιμότητας. 4.

Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης - δήλωσης αποδοχής, ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των υποπαραγράφων 1 και 2 της παραγράφου Α του παρόντος. 5. Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος /μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως. 6.

Οι αποφάσεις μετάταξης/μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής και ισχύουν από την επομένη της λήξης του ανά περίπτωση προβλεπόμενου στο παρόν χρόνου διαθεσιμότητας. Γ) Ένταξη και κατάταξη στο Εθνικό Σύστημα Υγείας. Εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ως άνω προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται, αυτοδικαίως, σε θέσεις κλάδου ιατρών Ε.Σ.Υ., σύμφωνα με τα κατωτέρω οριζόμενα.

Δ) Αξιολόγηση και Κατάταξη στον Κλάδο Ιατρών Ε.Σ.Υ. 1. Το ως άνω ιατρικό και οδοντιατρικό προσωπικό που μετατάσσεται/μεταφέρεται, ως ανωτέρω, αξιολογείται με την υφιστάμενη για τους ειδικευμένους ιατρούς Ε.Σ.Υ. διαδικασία και εντάσσεται στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ. κατόπιν αιτήσεως. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται σε διάστημα ενός (1) μήνα από την ανάληψη των καθηκόντων του σε θέσεις ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης.

Το εν λόγω προσωπικό δύναται να καταταχθεί στους βαθμούς του Διευθυντή, του Επιμελητή Α' ή του Επιμελητή Β'. Όσοι δεν επιθυμούν να υποβάλουν σχετική αίτηση ή δεν αξιολογηθούν θετικά για ένταξη στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών Ε.Σ.Υ., παραμένουν στον κλάδο που έχουν μεταταχθεί / μεταφερθεί". Από τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4254/2014 προκύπτει ότι οι ιατροί των πρώην Υπηρεσιών Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ που μεταφέρθηκαν, κατ` εφαρμογή ήδη του άρθρου 32 του Ν. 3918/2011 και των άρθρων 90 και 91 του Ν 4172/2013, σε προσωποπαγείς, μέχρι τους νόμους αυτούς, θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), μεταφέρονται πλέον, άμεσα και αυτοδίκαια, εφόσον το επιθυμούν και προβούν σε διακοπή της άσκησης της ιατρικής ως ελευθέριου επαγγέλματος, σε οργανικές θέσεις του κλάδου ΠΕ ιατρών - οδοντιάτρων πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συστήνονται για το σκοπό αυτόν στον Φορέα όπου υπηρετούν, στα νοσοκομεία δηλαδή όπου είχαν προηγουμένως μεταφερθεί.

Τούτο έλαβε χώρα για τη διαμόρφωση, κατ' επιλογή του νομοθέτη, ενός ενιαίου και μοναδικού συστήματος ορθολογικής, αποτελεσματικής και διαρκούς παροχής υγειονομικής νοσοκομειακής περίθαλψης, σε όλους τους ασφαλισμένους και μη πολίτες και κατοίκους της χώρας, η οποία θα παρέχεται από τα ενταγμένα στο Ε.Σ.Υ.

και μόνο νοσοκομεία, οπότε κατά λογική ακολουθία θα έπρεπε πλέον όλοι οι απασχολούμενοι ιατροί, και αυτοί που ως προερχόμενοι από τις καταργηθείσες Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ είχαν προηγουμένως τοποθετηθεί σε προσωποπαγείς θέσεις, να τελούν υπό ακριβώς όμοιο, νομικό και πραγματικό, καθεστώς παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών, αφού όλοι θα απασχολούνταν πλέον σε οργανικές (και όχι προσωποπαγείς) θέσεις ιατρών του Ε.Σ.Υ.

Ειδικά, μάλιστα, οι οργανικές θέσεις για τους ιατρούς των πρώην Υπηρεσιών Νοσοκομειακής υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ, θα συστήνονταν στους φορείς υποδοχής (νοσοκομεία) ακριβώς για τον σκοπό αυτό, ακόμη δηλαδή και αν δεν υπήρχαν προηγουμένως αντίστοιχες κενές οργανικές θέσεις. Ο ανωτέρω σκοπός, αποβλέποντας στην καλύτερη και αποδοτικότερη διαμόρφωση και διοργάνωση ενός ενιαίου συστήματος παροχής υπηρεσιών νοσοκομειακής περίθαλψης, στην αποφυγή του κατακερματισμού της παροχής των υπηρεσιών αυτών υπό διάφορούς φορείς και από ιατρούς, υπαγόμενους σε διαφορετικά νομικά καθεστώτα και στον εξορθολογιομό του νοσοκομειακού δικτύου και της αντίστοιχης δημοσιονομικής δαπάνης, σκοπός που πραγματικά επιτελείται με την ύπαρξη ενός και μόνο συστήματος παροχής υπηρεσιών νοσοκομειακής περίθαλψης, αποτελεί άνευ ετέρου σκοπό δημοσίου συμφέροντος.

Για την επίτευξή του είναι αναγκαία, αφενός μεν, η στελέχωση των νοσοκομείων με ιατρικό προσωπικό, ενιαία αντιμετωπιζόμενο και απασχολούμενο υπό το ίδιο νομικό και πραγματικό καθεστώς, έτσι ώστε να μπορεί να χρησιμοποιείται με τον ίδιο τρόπο (ίδιο ωράριο, ίση συμμετοχή σε ιατρικά περιστατικά, σε εξωτερικά ιατρεία, σε χειρουργεία, σε εφημερίες), αφετέρου δε, η εξάλειψη οποιοσδήποτε ανισότητας μεταξύ των μελών του ιατρικού προσωπικού.

Ακριβώς για τον λόγο αυτόν, για την αποφυγή δηλαδή διχοτόμησης του ιατρικού προσωπικού των νοσοκομείων, ενόψει ότι όλοι πλέον θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις εργασίας, οι αυτοδικαίως και άμεσα μεταφερόμενοι στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ιατροί από τις πρώην Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ, που έχουν καταργηθεί, θα απασχολούνται σε οργανικές θέσεις εργασίας και οι τελευταίοι θα έπρεπε να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στον δημόσιο τομέα υγείας υπό το καθεστώς που υπηρετούν και οι άλλοι ιατροί του Ε.Σ.Υ., είτε την άσκηση της ιατρικής ως ελεύθερου επαγγέλματος, που νομίμως ασκούσαν πριν τις κρίσιμες νομοθετικές μεταβολές πριν δηλαδή τη θέσπιση του σχετικού ασυμβίβαστου μεταξύ άσκησης ελευθερίου επαγγέλματος και αποκλειστικής απασχόλησης στο Ε.Σ.Υ.

Υπό διαφορετική αντιμετώπιση του θέματος αυτού και τη διατήρηση του συστήματος της διπλής απασχόλησης μόνο για τους μεταφερθέντες στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ. ιατρούς από τις καταργηθείσες Υπηρεσίες Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ, το μόνο που θα επιτυγχάνονταν θα ήταν η κατάφωρη παραβίαση της αρχής της ισότητας μεταξύ αυτών και των έτερων ιατρών, αυτών δηλαδή που αποκλειστικά απασχολούνται στα νοσοκομεία, υπηρετούντες σε επίσης οργανικές θέσεις εργασίας και θα ανατρέπονταν ο σκοπός του νόμου, ενόψει της αδυναμίας λειτουργίας των ίδιων των νοσοκομείων, τα οποία θα έπρεπε να προσαρμόζουν το πρόγραμμα παροχών των υπηρεσιών νοσοκομειακής υγείας, ανάλογα με το καθεστώς που κάθε ιατρός θα απασχολούνταν.

Εξάλλου, το επιχείρημα ότι η κατάργηση του προνομιακού καθεστώτος της διπλής απασχόλησης, θα έπρεπε να αφορά μόνο τους νεοπροσλαμβανόμενους ιατρούς, δεν έχει καμία απολύτως έννομη σημασία, αφού μετά την κατάργηση των Υπηρεσιών Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ, δεν τίθεται θέμα πρόσληψης ιατρών σε ανύπαρκτες υπηρεσίες, ενώ αναφορικά με τα νοσοκομεία οι νεοπροσλαμβανόμενοι ιατροί γνωρίζουν άριστα ότι καταλαμβάνουν οργανικές θέσης πλήρους και μόνιμης απασχόλησης, χωρίς δυνατότητα άσκησης ελευθέριου επαγγέλματος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1, εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, στην από 28-08-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 19293/15-09-2014 αγωγή τους, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης εξέθεταν ότι είναι ιατροί, με τις αναφερόμενες για τον καθένα ειδικότητες, που αρχικά, μέχρι τη θέσπιση του άρθρου 32 του Ν. 3918/2011 και δη μέχρι την 31-05-2011, υπηρετούσαν με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στις υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης του Ι.Κ.Α.

Ότι, μετά τη, με τον ως άνω νόμο, μεταφορά - ένταξη (από 01-06-2011) των ως άνω υπηρεσιών στα Νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), οι ίδιοι εντάχθηκαν, με την αυτή εργασιακή σχέση, σε προσωποπαγείς θέσεις στα εναγόμενα και ήδη αναιρεσίβλητα Νοσοκομεία, που αποτελούσαν τους φορείς υποδοχής, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα για έκαστο αυτών στην αγωγή.

Ότι, μετά τη θέσπιση του Ν. 4172/2013 (άρθρα 90 και 91) και των εκδοθεισών κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, καταργήθηκαν οι παραπάνω θέσεις ιατρών του Ι.Κ.Α. και αυτοί, όπως και οι ίδιοι, αφού τέθηκαν αρχικά σε διαθεσιμότητα ενός (1) μηνός, εντάχθηκαν, στη συνέχεια, σε προσωποπαγείς θέσεις, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στα ίδια εναγόμενα Νοσοκομεία.

Ότι, μέχρι τότε, νομίμως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5 του Ν.Δ. 1204/1972, ασκούσαν παραλλήλως ελευθέριο επάγγελμα, είτε συνεργαζόμενοι με ιδιωτικές κλινικές και εργαστήρια είτε διατηρώντας ιδιωτικό ιατρείο, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα, έχοντας υποβληθεί στις προς τούτο αναγκαίες δαπάνες και έχοντας δημιουργήσει μεγάλη και σταθερή πελατεία, διατηρώντας, δηλαδή, σε όλες τις περιπτώσεις, μία παράλληλη επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα, που συνέβαλε με το αποτέλεσμά της, στη διαμόρφωση του βιοτικού επιπέδου των ίδιων και των οικογενειών τους.

Ότι επακολούθησε ο Ν. 4254/2014, που διαμορφώνει, με τις διατάξεις της παρ. ΙΖ' του άρθρου 1 ένα διαφορετικό καθεστώς εργασίας για τους ίδιους αφού προβλέπει, μετά τη θέση σε διαθεσιμότητα των ιατρών που αφορά, γενικά για ένα (1) μήνα και ειδικά για τους ίδιους, ενόψει του ότι είχαν τεθεί σε καθεστώς προηγούμενης διαθεσιμότητας (με τον Ν. 4172/2013) για διάστημα δεκαπέντε (15) ημερών, την πλήρη και αποκλειστική απασχόλησή τους στα εναγόμενα Νοσοκομεία, όπου υπηρετούσαν κατά τα ανωτέρω, με διακοπή, όμως του ελευθερίου επαγγέλματός τους.

Ότι, με τις αναφερόμενες διαπιστωτικές πράξεις, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του νέου Ν. 4254/2014, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα δεκαπέντε ημερών κατά την 08-04-2014 και έπρεπε, κατ' εφαρμογή του νόμου αυτού, να καταθέσουν σχετική αίτηση εντός επτά (7) εργασίμων ημερών, προκειμένου να συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, με πλήρη, μεν, αποκλειστική, όμως, αυτή τη φορά απασχόληση στα εναγόμενα Νοσοκομεία, όπου ο καθένας υπηρετούσε.

Ότι, αν και οι ίδιοι επιθυμούσαν να προσφέρουν τις ιατρικές υπηρεσίες τους στα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, εν τούτοις, δεν επιθυμούσαν να διακόψουν την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος, που μέχρι τότε νομίμως ασκούσαν, αποκομίζοντας εξ αυτού τα αναφερόμενα (για το έτος 2012) εισοδήματα, χαμηλότερα αυτών που ελάμβαναν από την εργασία τους στα εναγόμενα.

Ότι, ενόψει αυτής της βούλησής τους και των αναφερομένων καταστάσεων που θα ανέκυπταν από την απαιτούμενη διακοπή του ελευθερίου επαγγέλματος, υπέβαλαν σχετική δήλωση αποδοχής, εντός της επταήμερης προθεσμίας, χωρίς, ωστόσο, να προβούν σε διακοπή της παράλληλης άσκησης ελεύθερου επαγγέλματος, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση.

Κατόπιν τούτου, απολύθηκαν αυτοδικαίως στις 23-04-2014 άπαντες, πλην της ενδέκατης και δέκατης τρίτης εξ αυτών, που απολύθηκαν αυτοδικαίως την 08-05-2014, με τις αναφερόμενες διαπιστωτικές πράξεις των εναγομένων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που εκδόθηκαν κατ' εφαρμογή του ως άνω νόμου. Στη συνέχεια οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η παραπάνω ρύθμιση του Ν. 4254/2014, περί αυτοδίκαιης απόλυσης μετά την παρέλευση επτά (7) μόλις εργασίμων ημερών και την επιβαλλόμενη διακοπή του ελευθερίου επαγγέλματος, που προηγουμένως νομίμως ασκούσαν, είναι αντισυνταγματική, διότι παραβιάζει:

α) την αρχή της ισότητας και την αρχή της ορθολογικής λειτουργίας της διοίκησης, β) την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, γ) το προστατευόμενο και από την Ε.Σ.Δ.Α. δικαίωμα στην περιουσία, δ) την αρχή της αναλογικότητας και ε) την οικονομική ελευθερία, ως ειδικότερη όψη της επαγγελματικής ελευθερίας.

Ότι, επιπρόσθετα, η απόλυσή τους είναι άκυρη, λόγω μη καταβολής αποζημίωσης απόλυσης, σύμφωνα με το π.δ/μα 410/1988 και συμπληρωματικά με το Ν. 2112/1920, καθώς και λόγω καταχρηστικότητας, κατ' άρθρο 281 του Α.Κ., κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν: Α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσής τους, λόγω αντίθεσης των ρυθμίσεων της παραγράφου ΙΖ' του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014, στις ανωτέρω συνταγματικές και υπερνομοθετικές αρχές, να καταδικαστούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου να αποδέχονται τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με τους ίδιους όρους και συνθήκες που παρείχαν αυτές πριν την απόλυσή τους, με τη διατήρηση και του ελευθέρου επαγγέλματός τους, με ταυτόχρονη καταδίκη τους σε καταβολή χρηματικής ποινής, ύψους διακοσίων (200,00) ευρώ για έκαστο αυτών και για κάθε ημέρα άρνησης αυτών να συμμορφωθούν στις διατάξεις της εκδοθησομένης απόφασης και, περαιτέρω, μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1 294, 295 παρ. 1 εδ.

β' και 297 του ΚΠολΔ, περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής μόνο στο αναγνωριστικό της σκέλος, με σχετική προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσαν, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησαν να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν μισθούς υπερημερίας για δώδεκα (12) μήνες, μετά την έκδοση των παραπάνω διαπιστωτικών πράξεων και ειδικότερα το πρώτο εναγόμενο (Νοσοκομείο "Άγιος Παύλος") να καταβάλει στους πρώτο, δεύτερο, πέμπτη, έκτη, έβδομο ένατο, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη πέμπτη των εναγόντων, το δεύτερο εναγόμενο (Νοσοκομείο "ΑΧΕΠΑ") στους τρίτο και δέκατο τέταρτο των εναγόντων, το τρίτο εναγόμενο (Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ") στην τέταρτη ενάγουσα και το τέταρτο εναγόμενο (νοσοκομείο "ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ") στην όγδοη ενάγουσα τα στην αγωγή αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά, με τους νόμιμους τόκους από το τέλος εκάστου μηνός για κάθε μισθό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και Β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσής τους, επειδή έλαβε χώρα χωρίς την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης, να αναγνωριστεί η αυτή υποχρέωση των εναγομένων νοσοκομείων, για την καταβολή των αναφερομένων χρηματικών ποσών, ως μισθούς υπερημερίας, επικουρικά, δε σε σχέση με το αίτημα αυτό και δη σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η απόλυσή τους, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων να τους καταβάλουν αποζημίωση απόλυσης, με βάση το άρθρο 55 του Π.Δ. 410/1988 και ειδικότερα το πρώτο εναγόμενο (Νοσοκομείο "Άγιος Παύλος") να καταβάλει στους πρώτο, δεύτερο, πέμπτη, έκτη, έβδομο, ένατο, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη και δέκατη πέμπτη των εναγόντων, το δεύτερο εναγόμενο (Νοσοκομείο "ΑΧΕΠΑ") στους τρίτο και δέκατο τέταρτο των εναγόντων, το τρίτο εναγόμενο (Νοσοκομείο "ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ") στην τέταρτη ενάγουσα και το τέταρτο εναγόμενο (Νοσοκομείο "ΘΕΑΓΕΝΕΙΟ") στην όγδοη ενάγουσα τα στην αγωγή αναγραφόμενα επιμέρους χρηματικά ποσά.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 - 676 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87 / 23.07.2015), ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία, από 01.01.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ν. 4335/2015, αφού δέχθηκε ότι είχε δικαιοδοσία για την εκδίκαση της αγωγής, δοθέντος ότι, κατά τα ιστορούμενα σ' αυτήν, επρόκειτο για διαφορά από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, εκδόθηκε η με αριθμό 19662/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, την ένδικη αγωγή.

Ειδικότερα δέχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε όλους τους ενάγοντες με το Ι.Κ.Α. (πριν τη μεταφορά των Υπηρεσιών της Νοσοκομειακής Υποστήριξης στα Νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., με το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011, πριν δηλαδή την 01-06-2011) στηριζόταν στις ειδικές συμβάσεις, που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, οι οποίες, όμως, δεν συνιστούσαν, όπως αβασίμως επικαλέστηκαν οι ίδιοι, συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου Ακολούθως, δε, απέρριψε, για τους ως άνω διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ως ουσιαστικά αβάσιμα, τα αιτήματα περί της αναγνώρισης της ακυρότητας της απόλυσης, λόγω μη καταβολής αποζημίωσης, της καταβολής για τον λόγο αυτόν μισθών υπερημερίας, ή επικουρικά αποζημίωσης απόλυσης και, περαιτέρω, έκρινε, με τις ειδικότερα αναφερόμενες στο κείμενό της αιτιολογίες, ότι οι διατάξεις της παρ.

ΙΖ' του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014, ενόψει της έλλειψης ικανής μεταβατικής προθεσμίας, ως προς την επιβαλλόμενη από το νόμο επιλογή των εναγόντων ιατρών να επιλέξουν είτε την πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στα νοσοκομεία που είχαν ενταχθεί, είτε την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος, που προηγουμένως του επίμαχου νόμου ασκούσαν νομίμως, αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της προστατευόμενης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη, χωρίς να υπάρχει κάποιος λόγος δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την έλλειψη αυτή.

Σε ακολουθία δε της κρίσης του αυτής, αναγνώρισε ως αντισυνταγματική και, επομένως, άκυρη την αυτοδίκαιη απόλυση των εναγόντων, κατά τις διατάξεις του επίμαχου νόμου, έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τους ενάγοντες με τα εναγόμενα νοσοκομεία δεν λύθηκε και ότι, εκ του λόγου αυτού, τα τελευταία έχουν περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας.

Για τους λόγους αυτούς, αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν στους αντιδίκους τους τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας (για 12 μήνες από την έκδοση των αυτοδίκαιων διαπιστωτικών πράξεων λύσεως της σχέσεώς τους), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και με βάση το άρθρο 7 παρ. 2 Ν.Δ. 496/1974 "Περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." και, τέλος, υποχρέωσε τα εναγόμενα να αποδέχονται τις υπηρεσίες των εναγόντων με τους ίδιους όρους και συνθήκες, πριν την απόλυσή τους, καταδικάζοντας αυτά ταυτόχρονα σε χρηματική ποινή ύψους διακοσίων (200,00) ευρώ για τον κάθε αντίδικό τους και για κάθε ημέρα παράλειψης της υποχρέωσης συμμόρφωσης με την απόφασή του.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μόνο κατά την βάση της αγωγής με την οποία οι ενάγοντες υποστήριζαν ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση της παρ. ΙΖ' του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014, είναι αντισυνταγματική, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 12-02-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3597/667/14-02-2018 έφεσης των εναγομένων - εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων νοσοκομείων, παραπονούμενοι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκληθείσα απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 1175/2019 τελεσίδικη απόφασή του, με την οποία, κατά παραδοχή του ως άνω μοναδικού λόγου της ένδικης έφεσης, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν αυτήν, εξαφάνισε, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και απέρριψε αυτήν, ως μη νόμιμη.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση υπόκεινται ενάγοντες ιατροί των καταργηθεισών Υπηρεσιών Υγειονομικής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α., με τους Ν. 3918/2011 και Ν. 4172/2013, με το οποίο είχαν συνάψει τις ειδικές συμβάσεις του άρθρου 10 του ΝΔ. 1204/1972, έχοντας παραλλήλως το νόμιμο δικαίωμα (άρθρο 5 του ΝΔ) να ασκούν και ελευθέριο ιατρικό επάγγελμα [...] και στα πλαίσια των ως άνω νόμων είχαν μεταφερθεί σε προσωποπαγείς θέσεις των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., ενώ με την προσβαλλόμενη δια της αγωγής ρύθμιση της παρ.

ΙΖ' του άρθρου 2 του Ν. 4254/2014, αποφασίστηκε η άμεση και αυτοδίκαιη μεταφορά τους σε οργανικές πλέον θέσεις στους φορείς υποδοχής (εναγόμενα νοσοκομεία) και, παράλληλα καθιερώθηκε το ασυμβίβαστο της άσκησης ελευθέρου ιατρικού επαγγέλματος και της αποκλειστικής απασχόλησης στις ως άνω θέσεις των νοσοκομείων, με αποτέλεσμα να τεθούν αρχικά σε καθεστώς 15νθήμερης διαθεσιμότητας στις 8-4-2014, με τις αναφερόμενες για τον καθένα διαπιστωτικές πράξεις και εν τέλει να απολυθούν, κατά τους αναφερόμενους χρόνους της 23-4-2014 και 8-5-2014 (η ενδέκατη και η δέκατη τρίτη), επειδή δεν υπέβαλαν την εκ του νόμου απαιτούμενη δήλωση περί αποδοχής της αποκλειστικής τους απασχόλησης, ως ιατρών των νοσοκομείων, σε οργανικές θέσεις και διακοπής του ελευθέρου επαγγέλματός τους.

Σε ακολουθία αυτών, διώκεται η αναγνώριση της αντισυνταγματικότητας της παραπάνω ρύθμισης, με συνακόλουθη συνέπεια την ακυρότητα της, κατ' αυτούς, απόλυσής τους και την αναγνώριση της υποχρέωσης των εναγομένων σε καταβολή αποδοχών υπερημερίας επί 12 μήνες. Κατά τα διαλαμβανόμενα, όμως, στην προηγούμενη [...] νομική σκέψη, οι επίμαχες ρυθμίσεις της παραγράφου ΙΖ' του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014, θεσπίστηκαν, ενόψει της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, για σκοπούς που συνιστούν πρωτίστως σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος στον χώρο της δημόσιας, δια των νοσοκομειακών μονάδων, παρεχόμενης υγείας, προς τον σκοπό της αναδιοργάνωσης του νοσοκομειακού δικτύου της χώρας και της παροχής των νοσοκομειακών παροχών υγείας, μόνο μέσω των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.), με ιατρούς, υπηρετούντες άπαντες ομοιόμορφα, σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, με περαιτέρω στόχο την αποτροπή του κατακερματισμού της παροχής των υπόψη υπηρεσιών, της διασφάλισης της ισότιμης και υπό τους ίδιους όρους αξιοποίησης του ανθρώπινου ιατρικού δυναμικού και της μη διχοτόμησης αυτού σε δύο κατηγορίες, αυτούς που απασχολούνται αποκλειστικά στα νοσοκομεία και αυτούς που απασχολούνται επίσης σε οργανικές θέσεις στα αυτά νοσοκομεία, όπως και οι πρώτοι, να διατηρούν το δικαίωμα παράλληλης άσκησης ελευθέρου ιατρικού επαγγέλματος.

Κατά τις νομικές παραδοχές της ίδιας σκέψης, η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στον νομοθέτη ή στην εκτελεστική εξουσία και μόνον η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιάς του εμπίπτει στο πεδίο του δικαστικού ελέγχου νομιμότητας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Ειδικότερα, οι υπόψη ρυθμίσεις με τη μεταφορά/μετάταξη των ως άνω ιατρών των καταργηθεισών Υπηρεσιών Νοσοκομειακής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α., σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συστήθηκαν για το σκοπό αυτό στα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ., όπως τα εναγόμενα, μετά την υποβολή αίτησης, εντός της συντόμου προθεσμίας των επτά ημερών από την έκδοση της διαπιστωτικής πράξης, για τη θέση σε καθεστώς 15νθήμερης διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας, με απαιτούμενη από τις νέες διατάξεις διακοπή, πλέον, του ελευθέριου επαγγέλματος, που με το προηγούμενο νομικό καθεστώς μπορούσαν παράλληλα να ασκούν με την παροχή των ιατρικών τους υπηρεσιών στα νοσοκομεία (φορείς υποδοχείς), σε προσωποπαγείς, όμως, θέσεις, ναι μεν έφεραν ανατροπή της προηγούμενης κατάστασης, πλην, όμως, οι εν λόγω ρυθμίσεις παρίστανται πρόσφορες και αναγκαίες για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού, που προαναφέρθηκε και η νέα ρύθμιση υπαγορεύθηκε από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη, ως προς τον τρόπο οργανώσεως της παροχής των νοσοκομειακών υπηρεσιών της δημόσιας υγείας, αλλά και από επιτακτικούς δημοσιονομικούς λόγους, αφού με τα σύγχρονα δεδομένα δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων, στον χώρο της δημόσιας υγείας, που προσφέρεται από τα νοσοκομεία του Ε.Σ.Υ.

Στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, που αφορούν το ανθρώπινο ιατρικό δυναμικό, στον χώρο της παρεχόμενης, δια των νοσοκομειακών μονάδων του Ε.Σ.Υ., δημόσιας υγείας, δεν είναι προδήλως απρόσφορες, ούτε υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο.

Εξάλλου, με τις επίμαχες ρυθμίσεις δεν προσβάλλεται η οικονομική και η επαγγελματική ελευθερία των εναγόντων, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής, είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους, με πλήρες μάλιστα ωράριο, αφού δεν θα απασχολούνται στη δημόσια υγεία και με αύξηση, επομένως, των εισοδημάτων που εσοδεύουν, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, με τη μετάταξή τους σε οργανικές θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ., δηλαδή με υψηλότερες αποδοχές, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων που μέχρι πριν τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευομένων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ενώ συνιστά σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, προβλεπόμενη από το νόμο και δικαιολογούμενη από λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Εξάλλου, υπό το προηγούμενο νομικό καθεστώς, οι ενάγοντες δεν απολάμβαναν μονιμότητας στο χώρο της δημόσιας υγείας, ενώ η εσαεί διατήρηση ενός ειδικού προνομιακού καθεστώτος παροχής εργασίας (εν προκειμένω των ιατρικών τους υπηρεσιών στο Ι.Κ.Α. και παράλληλα της άσκησης ελευθέρου επαγγέλματος ιατρικής), ακόμα και αν συνεπάγεται περιουσιακά πλεονεκτήματα, δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί στην κατάργηση αυτού.

Περαιτέρω, η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει την διατήρηση της ισχύος άπαξ του ειδικού καθεστώτος, υπό το οποίο πρόσφεραν οι ενάγοντες τις υπηρεσίες τους στο Ι.Κ.Α., ενόψει και της, κατά το Σύνταγμα, ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας νοσοκομειακής υγείας, που ομοίως προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, ομοίως, δε, η μακρόχρονη διατήρηση ενός ευνοϊκού, για ορισμένη κατηγορία προσώπων, νομοθετικού καθεστώτος, δεν αποτελεί κατά το Σύνταγμα πρόσκομμα για τη μεταβολή του, αφού διαφορετικά η δράση του νομοθέτη θα οδηγούνταν σε παράλυση.

Να σημειωθεί, δε, ότι πράγματι ελλείπει από τον νόμο μεταβατική περίοδος προσαρμογής των εναγόντων, που είχαν συνάψει τις ειδικές συμβάσεις ιατρών του άρθρου 10 του Ν.Δ. 1204/1972, όμως τούτο δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη, σε εκτέλεση των διεθνών υποχρεώσεων, που ανέλαβε η χώρα, ενόψει της βαθύτατης οικονομικής κρίσης και της ανάγκης σύναψης μνημονίων, για άμεση μεταρρύθμιση των δομών της δημόσιας νοσοκομειακής υγείας.

Δεν θα πρέπει, όμως, να παραβλεφθεί και το γεγονός ότι, ενόψει της κατάργησης των Υπηρεσιών Υγειονομικής Υποστήριξης του Ι.Κ.Α., ήδη από το 2011, ήταν ήδη εμφανές από τότε ότι δεν θα μπορούσαν να απασχολούνται εσαεί οι ενάγοντες ιατροί, υπό διττό καθεστώς, μετά τη μεταφορά και ένταξή τους στα νοσοκομεία της χώρας, αφού μόνο μέσω αυτών παρέχονται πλέον στους πολίτες οι υπηρεσίες της νοσοκομειακής περίθαλψης, ούτε δικαιολογείται για οποιονδήποτε λόγο, μετά τη μεταφορά τους σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, όπως δηλαδή και οι λοιποί ιατροί των νοσοκομείων η διατήρηση γι' αυτούς ειδικού καθεστώτος εργασίας [...]".

Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, οι ρυθμίσεις της παραγράφου ΙΖ' του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014, αποσκοπούν στην αναδιοργάνωση του νοσοκομειακού δικτύου της χώρας και στην παροχή των νοσοκομειακών παροχών υγείας, μόνο μέσω των νοσοκομείων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) και συγκεκριμένα στην ορθή λειτουργία, ανάπτυξη και εξορθολογισμό της λειτουργίας του δημοσίου συστήματος υγείας και την ενιαία αντιμετώπιση των ιατρών, που επιλέγουν να ενταχθούν στο Ε.Σ.Υ., με τους ήδη υπηρετούντες στο Ε.Σ.Υ.

συναδέλφους τους, που υπηρετούν με καθεστώς μονιμότητας και πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, χωρίς δυνατότητα παράλληλης άσκησης ελευθερίου επαγγέλματος, δηλαδή, με το ίδιο νομικό και ιδιαίτερο μισθολογικό καθεστώς, προς όφελος των ασθενών, των πολιτών και της δημόσιας υγείας της χώρας και, συνεπώς, στη θεραπεία δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην προάσπιση της υγείας των πολιτών, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 21 του Συντάγματος στο πλαίσιο της εφαρμογής της συνταγματικής αρχής του κοινωνικού κράτους δικαίου.

Ειδικότερα, οι υπόψη ρυθμίσεις για τη μεταφορά / μετάταξη, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης των απασχολούμενων αρχικά στο Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ και ακολούθως στο Ε.Σ.Υ. ιατρών με συμβάσεις του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, μετά την υποβολή αίτησης εντός προθεσμίας των επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της σχετικής διαπιστωτικής πράξης, για τη θέση τους σε καθεστώς διαθεσιμότητας και η ανάληψη υπηρεσίας, με απαιτούμενη πλέον διακοπή του ελευθέριου επαγγέλματος, που νομίμως μπορούσαν πριν να ασκούν:

α) δεν παραβιάζουν τη συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά, αντιθέτως, αποσκοπούν, κατ' εφαρμογή της συνταγματικής αυτής αρχής, να εφαρμόζεται και ως προς τους ως άνω εντασσόμενους ιατρούς, το ίδιο νομικό και μισθολογικό καθεστώς, με τους ήδη υπηρετούντες στο Ε.Σ.Υ. συναδέλφους τους, στους οποίους, επίσης, απαγορεύεται, λόγω της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησής τους, η παράλληλη άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος.

Εξάλλου, οι πανεπιστημιακοί ιατροί, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις εγκατεστημένες στα νοσοκομεία του Εθνικού Συστήματος Υγείας πανεπιστημιακές κλινικές, δεν τελούν, ως προς την άσκηση κλινικού και εργαστηριακού έργου, υπό όμοιες συνθήκες με άλλους ιατρούς, πανεπιστημιακούς ή μη πανεπιστημιακούς, πλην αυτών του Κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ. (πρβλ.

ΣτΕ 2027/2002), απορριπτομένου, ως εκ τούτου του επιχειρήματος των αναιρεσειόντων ότι, με τις επίμαχες ρυθμίσεις, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας, λόγω της συνέχισης της παροχής της δυνατότητας στους πανεπιστημιακούς να διατηρούν ιδιωτικό ιατρείο, ενώ το δικαίωμα αυτό στερείται από τους ίδιους, β) δεν αντίκεινται στην αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η οποία αναγνωρίζεται και ως αρχή του κοινοτικού δικαίου, καθότι η αρχή αυτή δεν προστατεύει την προσδοκία διατήρησης συγκεκριμένης νομοθετικής ρύθμισης, την οποία ο νομοθέτης έχει την ευχέρεια να μεταβάλει για το μέλλον, ούτε επιβάλλει τη διατήρηση για πάντα του ειδικού καθεστώτος, υπό το οποίο πρόσφεραν οι ιατροί τις υπηρεσίες τους στο Ι.Κ.Α., βάσει συμβάσεων του άρθρου 10 του ν.δ. 1204/1972, ενόψει και της κατά το Σύνταγμα ευρύτατης εξουσίας του νομοθέτη, όσον αφορά την οργάνωση της δημόσιας υγείας, που επίσης προστατεύεται συνταγματικά (άρθρο 21 του Συντάγματος), υπό τον όρο ότι τα θεσπιζόμενα μέτρα δεν οδηγούν στην ανατροπή του δικαιώματος στην προστασία της υγείας, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.

Τούτο λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η επίμαχη ανατροπή παρίσταται αναγκαία και πρόσφορη για την επίτευξη του προεκτιθέμενου δημοσίου συμφέροντος σκοπού, υπαγορεύεται από τη μεταβολή των αντιλήψεων του νομοθέτη, ως προς τον τρόπο οργάνωσης της παροχής υπηρεσιών της δημόσιας υγείας, καθώς και από το γεγονός ότι, υπό τα σύγχρονα δεδομένα, δεν δικαιολογείται η διατήρηση διαφορετικών εργασιακών καθεστώτων στο χώρο της δημόσιας υγείας, που παρέχεται από το Ε.Σ.Υ.

Επομένως, όπως ήδη εκτέθηκε, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να εισάγει ρυθμίσεις, διαφορετικές από αυτές που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό.

νομίμως και κατά τρόπο σύμφωνο προς τις αρχές της προστατευόμενης εμπιστοσύνης. Και τούτο διότι, η μακροχρόνια διατήρηση της ισχύος ενός ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων νομοθετικού καθεστώτος, δεν αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, πρόσκομμα για τη μεταβολή του, δεδομένου ότι ο συνταγματικός νομοθέτης, όπου θέλησε να θεσπίσει περιορισμούς στο περιεχόμενο της ρυθμιστικής δράσης του κοινού νομοθέτη, εκφράστηκε ρητά και ειδικά (άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος) και, συνεπώς, ένας γενικός περιορισμός της νομοθετικής λειτουργίας, που θα στηριζόταν σε μόνο το επισφαλές κριτήριο του ευνοϊκού για ορισμένη κατηγορία προσώπων χαρακτήρα μιας υφιστάμενης ρύθμισης, θα κατέληγε, ενόψει της ευρύτητάς του, στη διαιώνισή της και θα οδηγούσε στην παράλυση της δράσης του νομοθέτη και τη ματαίωση της κατά το Σύνταγμα αποστολής του να ρυθμίσει τις έννομες σχέσεις, σύμφωνα με τις επιταγές του δημόσιου συμφέροντος, όπως διαμορφώνονται από τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες, γ) δεν συνιστούν παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών, ούτε των διατάξεων του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, αφού από τις διατάξεις αυτές δεν απαγορεύεται αλλά, αντίθετα, επιτρέπεται επέμβαση σε περιουσιακά αγαθά, όταν προβλέπεται από το νόμο και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ότι η εν λόγω διάταξη παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας και, για το λόγο αυτό, προκρίνουν το νέο καθεστώς να αφορά τους νεοπροσλαμβανόμενους και όχι τους ίδιους, αντιστρατεύεται στους σκοπούς του νόμου, που είναι η αναβάθμιση του δημοσίου συστήματος υγείας, με την παροχή ιατρικής φροντίδας από ιατρούς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, κυρίως, όμως η λύση που προκρίνουν οι αναιρεσείοντες αντιστρατεύεται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού στο χώρο της υγείας θα παρέχουν υπηρεσίες ιατροί με διαφορετικά εργασιακά καθεστώτα, δ) δεν προσβάλλουν την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των ιατρών των προερχόμενων από τις υπηρεσίες νοσοκομειακής υποστήριξης και κλάδους υγείας του Ι.Κ.Α.-ΕΤΑΜ, οι οποίοι απασχολούνταν υπό διττό καθεστώς, καθόσον αυτοί είχαν το δικαίωμα επιλογής είτε της συνέχισης του ελευθέριου επαγγέλματός τους και μάλιστα με αύξηση των ωρών απασχόλησής τους και συνακόλουθα αύξηση και των εισοδημάτων τους από την δραστηριότητά τους αυτή, είτε της παροχής των ιατρικών τους υπηρεσιών, στον τομέα της δημόσιας υγείας, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση σε οργανικές θέσεις εργασίας και με αυξημένες αποδοχές, μόνον δε η τυχόν μείωση των συνολικών μηνιαίων εισοδημάτων, που μέχρι τις επίμαχες ρυθμίσεις αθροιστικώς εσόδευαν από το ελευθέριο επάγγελμα και από την εργασία τους υπό ειδικό καθεστώς, δεν συνιστά παραβίαση των προστατευόμενων από το άρθρο 5 του Συντάγματος ελευθεριών και ε) δεν προσκρούουν, όπως προεκτέθηκε, στην αρχή της αναλογικότητας, αφού η απαγόρευση παράλληλης άσκησης του ελευθερίου επαγγέλματος των ως άνω ιατρών στο Ε.Σ.Υ., είναι κατάλληλη για τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος, δηλαδή την ενιαία αντιμετώπιση των ιατρών που εντάσσονται στο Ε.Σ.Υ.

και των ήδη υπηρετούντων σε αυτό ιατρών, ώστε, στο σύνολό τους, να τελούν υπό το ίδιο νομικό και οικονομικό καθεστώς. Εξάλλου, η μη πρόβλεψη μεταβατικής ρύθμισης, δικαιολογείται από την επιτακτική ανάγκη σε εκτέλεση των διεθνών υποχρεώσεων, που ανέλαβε η χώρα, ενόψει της βαθύτατης οικονομικής κρίσης και της ανάγκης σύναψης μνημονίων, για άμεση μεταρρύθμιση των δομών της δημόσιας νοσοκομειακής υγείας.

Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι ενόψει κατάργησης των υγειονομικών υπηρεσιών του Ι.Κ.Α. και ένταξης των υπηρεσιών νοσοκομειακής υποστήριξης αυτού στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, ως αντιστοίχων παραρτημάτων των δημοσίων νοσοκομείων, ως φορέων υποδοχής, όπου αυτά εντάχθηκαν με το άρθρο 32 του Ν. 3918/2011, ήταν από το έτος 2011 εμφανές ότι οι αναιρεσείοντες ιατροί δεν θα μπορούσαν να συνεχίσουν εσαεί ν' απασχολούνται, υπό διττό καθεστώς, μετά τη μεταφορά και ένταξη αυτών στα νοσοκομεία της χώρας, αφού μόνο μέσω αυτών παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες νοσοκομειακής περίθαλψης στους πολίτες, ούτε τούτο δικαιολογείτο για οιονδήποτε λόγο, μετά τη μεταφορά τους σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, όπως και οι λοιποί υπηρετούντες στα νοσοκομεία ιατροί ή η διατήρηση γι' αυτούς ειδικού καθεστώτος εργασίας.

Τέλος, οι ως άνω νομοθετικές ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 103 του Συντάγματος, καθότι το ρυθμιστικό πεδίο αυτής αφορά αποκλειστικά τους κατέχοντες οργανική θέση μόνιμους δημοσίους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα και δεν επεκτείνεται ούτε και αναλόγως στο με οιαδήποτε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό (Α.Π. 668/2019), στο οποίο περιλαμβάνονται και οι υπηρετούντες με ειδική σύμβαση εργασίας του ν.δ/τος 1204/1972 ιατροί, οι οποίοι δεν απολάμβαναν του καθεστώτος της μονιμότητας, αλλά μπορούσαν οποτεδήποτε ν' απολυθούν με την τήρηση της προβλεπομένης από το νόμο αυτό μηνιαίας προθεσμίας (Α.Π. 1042/2018, Α.Π. 2110/2003).

Συνεπώς, στα πλαίσια του επιτρεπόμενου δικαστικού ελέγχου της τήρησης των αρχών της προσφορότητας και αναλογικότητας, οι διαρθρωτικές αυτές μεταρρυθμίσεις, δεν είναι προδήλως απρόσφορες και δεν υπερβαίνουν προδήλως το απαραίτητο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού μέτρο. Κατά συνέπεια υπό τις ανωτέρω νομικές παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, έκρινε ότι η ως άνω διάταξη της παραγράφου ΙΖ' του άρθρου 1 του Ν. 4254/2014, δεν αντίκειται στις ως άνω προαναφερθείσες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι η απόλυσή τους αντίκειται στις ως άνω Συνταγματικές και υπερνομοθετικές διατάξεις είναι αβάσιμοι. Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο αυτού σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί τα ανωτέρω και να αποφανθεί ότι η έννομη σχέση που τους συνέδεε με τους αντιδίκους τους, ήταν αυτή του άρθρου 10 του ν.δ/τος 1204/1972 και, ως εκ τούτου, ότι δεν είναι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 410/1988, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1γ του ν. 3232/2004.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται διότι, στην προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διέλαβε, ούτε άλλωστε όφειλε να διαλάβει, σχετική κρίση επί του θέματος αυτού, ήτοι περί του εάν οι συμβάσεις των ιατρών που προσλήφθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του ν. δ/τος 1204/1972, εξακολουθούν να είναι ειδικές συμβάσεις εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2150/1993 ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον οι ηττηθέντες ενάγοντες δεν άσκησαν έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, για την απορριπτική κρίση της εκκληθείσας από τους αντιδίκους τους απόφασης αυτού, ως προς το κεφάλαιο αυτό και, συνακόλουθα, για την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων περί αναγνώρισης της ακυρότητας της απόλυσής τους, λόγω μη καταβολής αποζημίωσης και της καταβολής για τον λόγο αυτόν μισθών υπερημερίας, ή επικουρικά αποζημίωσης απόλυσης και, επομένως, το συναφές κεφάλαιο δεν αποτέλεσε αντικείμενο της έκκλητης δίκης, αφού δεν είχε μεταβιβαστεί στο Εφετείο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ).

Ούτε μπορεί να γίνει λόγος περί εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 41 παρ. 1 του ν. 4262/2014, ως διαλαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, εφόσον δεν υπήρχε σχετική βάση αγωγής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι τρίτος και δέκατος τέταρτος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ", κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το οποίο εκπροσωπήθηκε στη δίκη με ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις και τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, καθότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 22 Ν. 3693/1957, αφού η δίκη, ως προς το ως άνω νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου δεν διεξήχθη δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Α.Π. 1324/2020, Α.Π. 540/2020, Α.Π. 1695/2013), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

Αντιθέτως, δεν γεννάται ζήτημα επιδίκασης δικαστικών εξόδων εις βάρος των λοιπών αναιρεσειόντων, εφόσον το πρώτο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Άγιος Παύλος" και το τρίτο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Γ.

Παπανικολάου", που παραστάθηκαν το μεν πρώτο με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ότι δεν θα εμφανιστεί κατά την εκφώνηση (άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα), το δε δεύτερο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεν κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, με συνέπεια να μην έχει υποβληθεί από αυτούς αίτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών τους εξόδων (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), ενώ, ομοίως, δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα εις βάρος της όγδοης των αναιρεσειόντων, για το τέταρτο των αναιρεσιβλήτων νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου Αντικαρκινικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Θεαγένειο", λόγω της πλασματικής ερημοδικίας αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους δέκατο και δωδέκατη των αναιρεσειόντων Γ. Κ. του Ν. και Φ. Π. του Γ..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-06-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 1788/217/18-06-2019 και του παρόντος Δικαστηρίου 1723/2019 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 1175/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον δέκατο των αναιρεσειόντων Γ. Κ. του Ν., κατά το μέρος που η αναίρεση στρέφεται κατά του παρισταμένου πρώτου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "Άγιος Παύλος".

Θεωρεί τη δίκη ως βιαίως διακοπείσα, ως προς την δωδέκατη των αναιρεσιβλήτων Φ. Π. του Γ..

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης μεταξύ των λοιπών αναιρεσειόντων, κατά των αναιρεσιβλήτων.

Επιβάλλει εις βάρος των παρισταμένων τρίτου και δέκατου τέταρτου των αναιρεσειόντων Θ. Μ. του Α. και Γ. Μ. του Ε., τη δικαστική δαπάνη του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου "Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης ΑΧΕΠΑ", το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ