Legislator Case Law & Legislation
1691/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment regarding wrongful dismissal and severance pay.

Case Number 1691/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Labor Court's final judgment of 177/2011. The appellant argued the lower court failed to adequately justify its findings regarding the employer's breach of credit limits and the employee's subsequent dismissal. The court held that the Labor Court correctly relied on witness testimonies and documents rather than solely on the disputed internal memos, and that the appeal arguments were either unfounded or too vague to be substantively reviewed.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 1 lit. a, b, c, 20 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds are unfounded, the lower court properly weighed evidence, or the appeal lacks specific detail to allow for a substantive review of the facts and law.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment labor law wrongful dismissal severance pay entitlement insufficient reasoning in judgment weight of evidence assessment Code of Civil Procedure labor dispute resolution

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1 lit. a, b, c, 20 of the Code of Civil Procedure
Art. 17 para. 9 of Law 2076/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1691 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1691/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο που ανακάλεσε την από 17/10/2012 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΑΜΙΑΣ ΣΥΝ.Π.Ε." που εδρεύει στην Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γιαταγάνα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/8/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2001 μη οριστική και 305/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 177/2011 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2/1/2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, οι λόγοι των αριθμών 1εδ.α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρισίμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελ λείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογι0ών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, σύμφωνα με τους οποίους, κατά την ερμηνεία της δηλώσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό στη σύμβαση και γενικά στη δικαιοπραξία, παραβιάζονται δε όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση ακόμη και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτούντων, είτε δεν παραθέτει στη απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών αυτών κανόνων, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Όταν όμως η δηλωθείσα βούληση δεν καταλείπει αμφιβολία για το περιεχόμενό της, δεν υφίσταται περίπτωση προσφυγής στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες. Η διαπίστωση πάντως από το δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης ή μη κενού ή αμφιβολίας ανάγεται στην ουσία και δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν δεν γίνεται σ' αυτήν αναφορά στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτησάντων ούτε διευκρινίζεται έστω εμμέσως αν υπάρχει ή όχι ασάφεια ή κενό στην δικαιοπραξία, και παρά ταύτα το δικαστήριο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του ν. 2112/1920 "περί υποχρεωτικής καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ιδιωτικών υπαλλήλων", απόλυση ιδιωτικού υπαλλήλου, ο οποίος προσλήφθηκε για μη ορισμένο χρόνο, εφ' όσον αυτός διάρκεσε πάνω από δύο μήνες, δεν μπορεί να λάβει χώρα χωρίς προηγούμενη έγγραφη καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει προ του σ' αυτό αναφερόμενου χρόνου με βάση τα χρόνια υπηρεσίας και κατά το άρθρον 3§1 εργοδότης παραμελών την κατά τα ανωτέρω υποχρέωση καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως, οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση ίση με το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες θα λάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία, εκτός αν από σύμβαση ή από έθιμο οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση.

Εξ άλλου, κατά το άρθρον 5§3 του ν. 3198/1955 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί καταγγελίας της σχέσεως εργασίας διατάξεων", η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη απoζημίωση. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η καταγγελία της υπαλληλικής εργασιακής σχέσεως είναι άκυρη, εάν ο εργοδότης, εκτός της μη τηρήσεως του εγγράφου τύπου, δεν καταβάλει στον απολυόμενον μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης και ως τέτοια θεωρείται όχι μόνον η νόμιμη αποζημίωση, η οποία από το άρθρο 3§1 του ν. 2112/1920 ορίζεται κατά ποσόν ίση προς το σύνολον των τακτικών αυτού αποδοχών, τις οποίες αυτός θα λάμβανε κατά τον χρόνον προ του οποίου έπρεπε να γίνει η καταγγελία και της οποίας ο υπολογισμός κατά το άρθρον 5§1 του ν. 3198/1955 γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχολήσεως, αλλά και η πρόσθετη κατά ποσό αποζημίωση, η οποία ορίζεται κατόπιν επιτρεπτής εκ του ρηθέντος άρθρου 3§1 του ν. 2112/1920 συμφωνίας μεταξύ των εργοδότου και μισθωτού (Ολ.ΑΠ 1144/1983).

Ακόμη από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου είναι έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στον μισθωτό η νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως του λόγου που προ κάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναγραφόμενες στον νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανώτερη βία).

Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη υπαίτια μη εκπλήρωση ή πλημμελή εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού. Ακόμη, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου που συνάγεται από τα άρθρα 3, 174 και 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 5 παρ.1 αν.ν. 539/1945 και 8 παρ.

ν. 4020/1959, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμά του να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του είναι άκυρη, έστω και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της αφέσεως χρέους (άρθ. 454 ΑΚ). Η ακυρότητα αυτή αφορά στα ελάχιστα όρια των μισθών και αποζημιώσεων που προβλέπονται από τον νόμο, τις Σ.Σ.Ε.

ή άλλες κανονιστικές διατάξεις και συνεπώς η παραίτηση από συμβατικές εργατικές αξιώσεις είναι έγκυρη, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές υπερβαίνουν τα ως άνω ελάχιστα όρια. Και στην τελευταία περίπτωση, πάντως, η (επιτρεπτή)παραίτηση από τις εργατικές αξιώσεις πρέπει να είναι ειδική και σαφής. Τέλος, στο ν. 2076/1992 ορίζεται, στο άρθρο 5παρ.1, ότι "Τα πιστωτικά ιδρύματα επιτρέπεται να συσταθούν και να λειτουργούν μόνο με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας και κατ' εξαίρεση με τη μορφή αμιγούς πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, στο άρθρο 6παρ.1, ότι "Για τη λήψη άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος οι ενδιαφερόμενοι προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες ...

γ.i) Γνωστοποιούν στη Τράπεζα της Ελλάδος δύο τουλάχιστον πρόσωπα, που θα είναι υπεύθυνα για τον καθορισμό του προσανατολισμού της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος ... iii)Τουλάχιστον το ένα από τα πρόσωπα που αναφέρονται στα εδάφια i και ii θα συμμετέχει, ως μέλος στο διοικητικό συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος.

δ. ..." και στο άρθρο 17 ότι "1. ... 9. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποτρέπει την άσκηση από φυσικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή ή που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα νομικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, επιρροής η οποία είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος.

δ. .." και στο άρθρο 17 ότι "1. ... 9. Η Τράπεζα της Ελλάδος εξουσιοδοτείται να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποτρέπει την άσκηση από φυσικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή ή που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα νομικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, που εδρεύει και λειτουργεί στην Ελλάδα, επιρροής η οποία είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος.

Για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών η Τράπεζα της Ελλάδος γνωστοποιεί στα οικεία πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους ή τις παράλληλες δραστηριότητες τους σε άλλους τομείς που κατά την κρίση της είναι δυνατό να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος και αφού ακούσει τις απόψεις τους, τους υποδεικνύει τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων εντός ορισμένης προθεσμίας.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της δυσμενούς επιρροής που ασκούν τα φυσικά αυτά πρόσωπα στη διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος και ειδικότερα: α.να διατάσσει την απομάκρυνση τους από το διοικητικό συμβούλιο (ΔΣ) του πιστωτικού ιδρύματος και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο πιστωτικό ίδρυμα.

Β. ... 10. Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να επιβάλει την κύρωση της παραγράφου 9 α,δ ανωτέρω και στα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 6, εφόσον αυτά δεν διαθέτουν πλέον την απαραίτητη αξιοπιστία και γενικά δεν εξασφαλίζουν τη συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος ...".

Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Λαμίας, κρίνοντας ύστερα από έφεση και προσθέτους λόγους της ήδη αναιρεσίβλητης και ύστερα από αντέφεση του ήδη αναιρεσείοντος, επί αγωγής αυτού με αντικείμενο αξιώσεις του προερχόμενες από διαφορά μεταξύ καταβληθείσας και οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα, κρίση του, τα εξής: "Η εναγόμενη (εκκαλούσα-καθής η αντέφεση) τράπεζα, με την επωνυμία "Συνεταιριστική τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ", λειτουργεί από το 1993, βάσει αποφάσεως της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως πιστωτικό ίδρυμα, με τη μορφή πιστωτικού συνεταιρισμού του ν. 1677/1986, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2076/1992.

Στις 20-9-1994 η εναγομένη προσέλαβε, με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, τον ενάγοντα (εφεσίβλητο-αντεκκαλούντα) προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του σ'αυτή ως διευθυντικός υπάλληλος στο κεντρικό κατ/μά της, στη Λαμία. Με την ως άνω έγγραφη σύμβαση καθορίστηκαν οι αυξημένες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος (6ος όρος) και οι ειδικότερες υποχρεώσεις του ως διευθυντικού στελέχους μεταξύ των οποίων, της συμμόρφωσης του προς τις εκάστοτε αποφάσεις της διοικήσεως, της επακριβούς τήρησης της νομοθεσίας και των αποφάσεων και των οδηγιών της τράπεζας της Ελλάδος και των λοιπών αρμοδίων αρχών, της τήρησης απόλυτης εχεμύθειας, της επιμελούς, χρηστής και συνετούς διαχείρισης όλων των υποθέσεων της εναγομένης και της ενημέρωσης, των αρμοδίων οργάνων της τράπεζας, για κάθε παράνομη πράξη ή ατασθαλία που θα διαπίστωνε (9ος, 12ος, 15ος κλπ όρος).

Επί πλέον συμφωνήθηκε: α)ότι όλοι οι ως άνω όροι είναι ουσιώδεις και παράβαση οποιουδήποτε εξ αυτών θα δίδει δικαίωμα στην εναγομένη τράπεζα να καταγγείλει τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς την προ ηγουμένη καταβολή αποζημίωσης (17ος όρος) και β)ότι σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης για οποιοδήποτε λόγο, πλην της περιπτώσεως της καταδίκης του ενάγοντος για ποινικό αδίκημα-μετά από τελεσίδικη δικαστική απόφαση-ή όπου τούτο προβλέπεται από το νόμο, ΣΣΕ ή ΔΑ ο ενάγων δικαιούται την άμεση καταβολή αποζημίωσης (απόλυσης) ίσης προς τρεις (3) ετήσιες αποδοχές, δηλαδή τριάντα έξι (36) ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές (18ος όρος).

Στο πλαίσιο της πιο πάνω σύμβασης ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην εναγομένη αρχικά μεν, από την πρόσληψή του και μέχρι το Μάρτιο 1999 ως διευθυντής του άνω κεντρικού κατ/τος της τελευταίας, με παράλληλα καθήκον τα γενικού διευθυντή, ακολούθως δε, από τον Απρίλιο 1999 και μέχρι τις 17-7-2000,ως γενικός διευθυντής.

Ο ενάγων, έχοντας προηγούμενη προϋπηρεσία, από 1-11-1983 έως 30-6-1986 στη jonssen Φαρμακευτική ΑΕ και από 14-10-1986 μέχρι 24-8-1994 στη τράπεζα Κρήτης (υποκατάστημα Λαμίας), ήταν έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος και η εναγόμενη, αναθέτοντας σ' αυτόν τις ως άνω σημαντικές θέσεις, επέδειξε ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στο πρόσωπό του για την ορθή οργάνωση και λειτουργία της και την εν γένει ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της.

Ωστόσο η τράπεζα της Ελλάδος, κατά το παραπάνω διάστημα της απασχόλησης του ενάγοντος στην άνω διευθυντική θέση, μετά από διαδοχικούς ελέγχους που διενήργησαν επιθεωρητές της στην εναγομένη τράπεζα, διαπίστωσε πλήθος προβλημάτων και παραλείψεων στην οργάνωση, λειτουργία και διαχείριση της εναγομένης, γνωστοποιώντας δε τα σχετικά πορίσματα ελέγχου των χρονικών, κατά σειρά, περιόδων 1/1/1993-31/7/1995 (καλύπτουσα κατά μεγάλο μέρος και περίοδο εργασίας του ενάγοντος), 1/1/1996-31/3/1998 και 6/4/1999-2000, στο τότε πρόεδρο του ΔΣ της τελευταίας (εναγομένης) ..., καλούσε αυτόν να εφαρμόσει, κατά τις συνεχείς υποδείξεις και παρατηρήσεις της, συγκεκριμένα μέτρα απαραίτητα για την εξάλειψη των αδυναμιών λειτουργίας της εναγομένης και την εξασφάλιση της συνετής και χρηστής διαχείρισής της και ειδικότερα, εκτός των άλλων, τον καλούσε να μεριμνήσει ώστε να εφαρμόζεται πλήρως ο εγκεκριμένος από το ΔΣ κανονισμός πιστοδοτικής πολιτικής για κάθε χρηματοδότηση, να επανεξετάσει άμεσα όλα τα δάνεια άνω των 50.000.000 δρχ.

και να προβεί στη λήψη πρόσθετων εξασφαλίσεων και να προσαρμόσει σταδιακά τα επιτόκια καταθέσεων στα επίπεδα του ανταγωνισμού ... . Κατά την Τράπεζα της Ελλάδος, η διοίκηση της εναγομένης δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στην υλοποίηση όλων των μέτρων που της υποδείχθηκαν για την εξάλειψη των μέχρι τότε αδυναμιών της και για την ουσιαστική βελτίωση της λειτουργίας της, γι' αυτό και η Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης Τραπεζών ανέθεσε, στο τέλος του έτους 1999, σε κλιμάκιο επιθεωρητών τη διενέργεια σχετικού ελέγχου.

Από τις πρώτες (μέχρι τον Απρίλιο 2000)διαπιστώσεις του άνω ελέγχου κρίθηκε από την αρμόδια διεύθυνση της Τράπεζας της Ελλάδος ότι ο ως άνω ..., πρόεδρος, τότε του ΔΣ της εναγομένης και ο ενάγων, γενικός διευθυντής, ως υπεύθυνος για τη διαχείριση της εναγομένης πρόσωπο, δεν διέθεταν πλέον την απαραίτητη αξιοπιστία και δεν εξασφάλιζαν τη συνετή και χρηστή διαχείριση της εναγομένης, γι' αυτό και η Tράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα αρχή, δια της αρμοδίας επιτροπής τραπεζικών και πιστωτικών θεμάτων, διέταξε, κατ' άρθρο 6 παρ.1 και 17 παρ.9 του ν. 2076/1992, με την υπ' αριθμ. 70/19-4-2000 απόφασή της, την άμεση απομάκρυνση των δύο υπευθύνων προσώπων(και του ενάγοντος)από τις προαναφερόμενες θέσεις (του προέδρου του ΔΣ και του γενικού διευθυντή, αντίστοιχα) οι οποίοι δεν μπορούσαν να κατέχουν στο εξής οποιαδήποτε θέση ευθύνης στην εναγομένη.

Στη συνέχεια, η εναγομένη, ενεργώντας κατ' επιταγή της άνω απόφασης (υπ' αριθμ. 70/19-4-2000) της τράπεζας της Ελλάδος, αφού, κατ' αρχήν, με τις υπ' αριθμ. 33/22-5-2000 και 43/22-6-2000 αποφάσεις του ΔΣ, έθεσε τον ενάγοντα σε διαθεσιμότητα και άσκησε σε βάρος του πειθαρχική δίωξη για τα προβλεπόμενα από τον εγκεκριμένο κανονισμό προσωπικού αυτής (εναγομένης) πειθαρχικά παραπτώματα (όπως αναφέρονται ειδικότερα στις ως άνω αποφάσεις), λαμβάνοντας υπόψη και το από Ιούνιο 2000 πόρισμα ελέγχου της Τράπεζας της Ελλάδος, με την υπ' αριθμ. 45/6-7-2000 απόφαση του ΔΣ, αποφάσισε να καταγγείλει την άνω από 20-9-1994 σύμβαση εργασίας για ουσιώδεις παραβάσεις, εκ μέρους του ενάγοντος των εγκεκριμένων κανονισμών και των αποφάσεων της διοίκησης της τράπεζας της Ελλάδος και της εναγομένης και των, εκ της συμβάσεως εργασίας υποχρεώσεών του, καθόσον ειδικότερα αυτός, υπό την ως άνω διευθυντική θέση, αυθαίρετα με δική του πρωτοβουλία, χωρίς προηγούμενη απόφαση ή έγκριση του ΔΣ, καθ' υποτροπή κατέβαλε από την περιουσία της εναγομένης επί πλέον τόκους σε προθεσμιακές καταθέσεις συνεταίρων και προέβη σε χρηματοδοτήσεις φυσικών και νομικών προσώπων (συνεταίρων) καθ' υπέρβαση των εγκεκριμένων ορίων, με συνέπεια τη βλάβη των συμφερόντων της τράπεζας (για παραβάσεις των άρθρων 25 παρ.1,3 περ.

ε', 13παρ.1,2,6, 53 παρ.1,2 και 6 του καταστατικού, 16 παρ.3, 27 παρ.2, 9, 10 και 11 του εγκεκριμένου κανονισμού προσωπικού, 9, 12 περ. γ,ε,στ, 14 περ.β και 17 της ένδικης σύμβασης εργασίας και των σχετικών, με τις χρηματοδοτήσεις, κεφαλαίων του εγκεκριμένου, με απόφαση του ΔΣ, κανονισμού πιστοδοτικής πολιτικής της εναγομένης).

Μάλιστα στην ίδια απόφαση του ΔΣ καθορίζεται ότι η εναγομένη, με την καταγγελία, θα κατέβαλε στον ενάγοντα ως αποζημίωση (απολύσεως), τη νόμιμη (κατά το ν. 2112/1920 και ν. 3198/1955) και όχι την, κατά τη σύμβαση (18ος όρος) αυξημένη (των 36 ακαθαρίστων μηνιαίων αποδοχών), γιατί η λύση της σύμβασης γίνεται κατ' επιταγή του νόμου (άρθρων 8 παρ.1 εδ.3, περ.III, 17 παρ.9 περ.α και 22 παρ.1 του άνω ν. 2076/1992, που προβλέπουν την αρμοδιότητα της τράπεζας της Ελλάδος να διατάσσει την απομάκρυνση των άνω διευθυντικών προσώπων), περίπτωση που, κατά την αναφερόμενη, στον ως άνω συμβατικό όρο (18ος), εξαίρεση, προβλέπει την απαλλαγή της εναγομένης από την υποχρέωση της καταβολής της οικείας(συμβατικής) αποζημίωσης.

Στο πλαίσιο της ως άνω απόφασης, η εναγομένη στις 6-7-2000, κατήγγειλε εγγράφως την άνω σύμβαση εργασίας, προσδιορίζοντας το ύψος της, σύμφωνα με την υπηρεσία του ενάγοντος σ' αυτή (από 24/8/1994), οφειλομένης, κατά την ίδια (την εναγομένη) νόμιμης (και όχι της άνω συμβατικής) αποζημίωσης από λύσεως στο καθαρό ποσό των 5.183.189 δρχ. (ήδη 15.211,12 ευρώ), την οποία, ωστόσο, όπως και συνομολογείται δεν κατέβαλε.

Η άνω καταγγελία, η οποία αφότου περιήλθε στον ενάγοντα δεν μπορούσε να ανακληθεί μονομερώς από την εναγομένη ..., ήταν χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή της αποζημίωσης, έστω και μόνο της νόμιμης, την οποία, κατά το ποσό που αντιστοιχεί στην από το νόμο οριζόμενη, δεν αρνείται ότι οφείλει, άκυρη, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αυτή (η νόμιμη αποζημίωση), από την οποία δεν επιτρέπεται παραίτηση από τον εργαζόμενο και ο σχετικός όρος της σύμβασης (17ος) ήταν κατά τούτο(κατά το ύψος της νόμιμης) άκυρος, οφείλεται ακόμη και επί υπαίτιας μη εκπλήρωσης ή πλημμελούς εκπλήρωσης των από τη σύμβαση υποχρεώσεων ή και επί παραβάσεων του κανονισμού της εναγομένης.

Ενόψει της ως άνω ακυρότητας της καταγγελίας, η εναγομένη, προέβη, στις 16-7-2000, σε νέα έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καταβάλλοντας σ' αυτόν, όπως δεν αμφισβητείται, την από το νόμο (και όχι την άνω συμβατικά) οριζόμενη αποζημίωση (άρθρου 3 παρ.1 και 2 του ν. 2112/1920, 5 παρ.1 του ν. 3198/1955) ποσού 25.156.824 δρχ. (ήδη 73.827,80 ευρώ), όπως το ύψος αυτής προσδιόρισε σύμφωνα με τις, κατά την ίδια (εναγομένη), αποδοχές (ακαθάριστες) του ενάγοντος του τελευταίου πριν την απόλυση του, μήνα (1.721.905 δρχ.ή 5.053,28 ευρώ) και το χρόνο και της, από 1-11-1983, προϋπηρεσίας του, κατά τη ρητή περί τούτου (περί συνυπολογισμού της προϋπηρεσίας), επιτρεπτή συμβατική (19ος όρος) πρόβλεψη.

Η προσφορά της άνω αποζημίωσης έγινε με την επιφύλαξη της αναζήτησής της σε περίπτωση άσκησης σε βάρος του ενάγοντος ποινικής δίωξης με βάση τη μηνυτήρια αναφορά που είχε καταθέσει το ΣΔΟΕ στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημ/δικών Λαμίας, σε σχέση με πράξεις και παραλείψεις των οργάνων της(εναγομένης). Η νέα αυτή καταγγελία, με την οποία η εναγομένη προσέφερε την άνω αποζημίωση, όπως την επαναπροσδιόρισε (συνυπολογίζοντας και την προϋπηρεσία του ενάγοντος), σε σχέση με την αναφερομένη (αποζημίωση) στην παραπάνω πρώτη, από 6-7-2000, άκυρη καταγγελία, δεν αποτελεί συνέχεια (συμπληρωματική) αυτής (της πρώτης καταγγελίας) και δεν μπορεί να εκτιμηθεί ως ενιαία, καθόσον, κατά τα παραπάνω, η πρώτη ήταν άκυρη και οποιαδήποτε μεταγενέστερη καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης (με συμπλήρωση της αρχικά ελλιπούς) δεν θεραπεύει την ακυρότητά της, όπως δέχθηκε και εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου ... .

Ο ενάγων, τη νέα, από 17-7-2000 καταγγελία, η οποία, όπως εκτιμάται, έγινε ενόψει της ακυρότητας της πρώτης, θεωρεί, παρότι κατ' αυτόν η άνω αποζημίωση υπολείπεται της οφειλομένης, έγκυρη και απαιτεί μόνο, όπως ... είχε δικαίωμα τη συμπλήρωση της αποζημίωσης, υποστηρίζοντας ότι η εναγομένη όφειλε να του καταβάλει την από τη σύμβαση (18ος όρος) οριζόμενη, όπως ειδικότερα προσδιορίζει αυτή με βάση τις συνολικές ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του.

Η εναγομένη, αντίθετα, ότι σε κάθε περίπτωση, δεν οφείλει την αναφερόμενη στη σύμβαση (18ο όρο) πρόσθετη αποζημίωση, καθόσον, υποστηρίζοντας ότι η λύση της σύμβασης έγινε αφενός για παράβαση, εκ μέρους του ενάγοντος, ουσιωδών όρων της σύμβασης και αφετέρου, μετά την άνω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για απομάκρυνση του ενάγοντος από την άνω διευθυντική θέση ή και κάθε θέση ευθύνης, κατ' επιταγή του νόμου (αρθρ. 8 παρ.1 εδ.ε, 17 παρ.9 και 22 παρ.1 του ν. 2076/1992), απαλλάσσεται από την άνω υποχρέωση καταβολής της πρόσθετης αποζημίωσης κατά τον 17ο όρο της σύμβασης και κατά τη σαφώς διατυπούμενη εξαίρεση του άνω 18ου όρου της σύμβασης.

Από το σύνολο δε των ως άνω προσκομιζομένων αποδεικτικών στοιχεί ων αποδείχθηκε ότι η λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος έγινε, κατά τα παραπάνω, κατ' επιταγή της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία, με βάση την άνω υπ' αριθμ. 70/19-4-2000 απόφαση της αρμόδιας επιτροπής της, διέτασσε την, κατά το ν. 2076/1992 (άρθρο 17παρ.9), απομάκρυνσή του ενάγοντος από την άνω διευθυντική θέση ή και κάθε θέση ευθύνης, γεγονός που, κατά τον ως άνω βάσιμο ισχυρισμό της εναγομένης, αποτελεί νόμιμο λόγο απαλλαγής της από την υποχρέωση καταβολής στον ενάγοντα της συμβατικής αποζημιώσεως, κατά τη ρητή περί τούτου εξαίρεση του άνω 18ου όρου της συμβάσεως εργασίας, σύμφωνα με την οποία (εξαίρεση) ο ενάγων δεν δικαιούται την από τον ίδιο όρο (18ο) καθοριζόμενη συμβατική αποζημίωση σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης, εκτός των άλλων για λόγο που προβλέπεται από το νόμο.

Ο ως άνω (από τη σύμβαση) λόγος απαλλαγής της εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής στον ενάγοντα της συμβατικής αποζημιώσεως (τρεις ετήσιες αποδοχές) υφίσταται όχι μόνο στις περιπτώσεις που η λύση της σύμβασης προβλέπεται ειδικά από την εργατική νομοθεσία (ν. 2112/1920, ν. 3198/1955, βδ 16/18-7-1920 κλπ, όπως ύστερα από την υποβολή μηνύσεως, πριν τη συμπλήρωση δύο μηνών από την κατάρτιση της σύμβασης, για γεγονότα ανωτέρας βίας, επί οικειοθελούς αποχώρησης κλπ), όπως περί τούτου αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων, αλλά (υφίσταται) και στις περιπτώσεις που η λύση προβλέπεται από το νόμο εν γένει, όπως περί τούτου με σαφήνεια και χωρίς κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, ορίζεται στη σύμβαση (18ος όρος), με την αναφορά της απαλλαγής της εναγομένης σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως, εκτός των άλλων, "όπου τούτο προβλέπεται από το νόμο ..." (χωρίς ειδικότερη-περιοριστική-αναφορά στις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας).

Και τέτοια πρόβλεψη (λύσεως της συμβάσεως) έχει για τα πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες) και ο ν.2076/ 1992, όπως αυτός ίσχυε κατά την ένδικη περίοδο (πριν την αντικατάσταση διατάξεων του με το ν. 3601/2007). Ειδικότερα κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 του άνω ν.2076/1992 η τράπεζα της Ελλάδος, ως εποπτεύουσα τα λειτουργούντα κατ' άρθρο 5 παρ.1 του ίδιου νόμου πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες) αρχή, έχει την αρμοδιότητα (και ευθύνη):

α)να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να αποτρέπει την άσκηση, από φυσικό πρόσωπο που κατέχει ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα, επιρροής, η οποία είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, β) να γνωστοποιεί στα άνω πρόσωπα στα άνω πρόσωπα τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους που κατά την κρίση τους είναι δυνατόν να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος και, αφού ακούσει τις απόψεις τους, να υποδεικνύει τη λήψη των κατάλληλων διορθωτικών μέτρων και γ) σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τον τερματισμό της δυσμενούς επιρροής που ασκούν τα φυσικά πρόσωπα στη διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος και ειδικότερα, εκτός των άλλων, να διατάσσει την απομάκρυνσή τους από το διοικητικό συμβούλιο (ΔΣ) του πιστωτικού ιδρύματος και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στο ίδρυμα, όπως και να διατάσσει την απομάκρυνση προσώπων που είναι υπεύθυνα για τον καθορισμό του προσανατολισμού της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος (παρ.9 και 10 του άρθρου 17 και 1γ του άρθρου 6).

Η κατά το άνω άρθρο απόφαση της τράπεζας της Ελλάδος, ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της ως διοικητικού, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, ή όχι, μέτρου), υποκειμένης μόνο σε έλεγχο ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας (9 παρ.11 του άνω άρθρου 17), ήταν δεσμευτική για την τράπεζα, η οποία, έτσι, κατ' επιταγή του άνω νόμου, ήταν υποχρεωμένη να απομακρύνει τον ενάγοντα από την διευθυντική θέση ... .

Ενόψει δε ότι η ως άνω απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δεν είχε, ως αυτόθροη συνέπεια, τη λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, η απομάκρυνση του ενάγοντος από την άνω θέση του γενικού διευθυντή μπορούσε να γίνει με την, δια της καταγγελίας, λύση της συμβάσεως και συνεπώς η ένδικη, από 17-7-2000, καταγγελία της εργασιακής σχέσεως έγινε από την εναγομένη σε εκτέλεση νόμιμης υποχρεώσεώς της να συμμορφωθεί με τις άνω εντολές και οδηγίες της εποπτεύουσας Τράπεζας της Ελλάδος, καθόσον μάλιστα, με την ίδια απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν επιτρεπόταν στον ενάγοντα να παρέχει εργασία από οποιαδήποτε θέση ευθύνης (και άρα και διευθυντική, για την οποία άλλωστε και μόνο προσλήφθηκε) και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η συνέχιση της εργασιακής σχέσεως.

Το γεγονός δε ότι η εναγομένη συνέχισε να απασχολεί τον ενάγοντα και μετά την έκδοση (στις 19-4-2000) της άνω αποφάσεως της Τράπεζας της Ελλάδος (για απομάκρυνση του ενάγοντος) μέχρι και τις 17/7/2000 (οπότε και η επίμαχη καταγγελία) ή και ότι, αναγνωρίζοντας την προϋπηρεσία του, κατέβαλε σ' αυτόν αποζημίωση μεγαλύτερη της νόμιμης, δικαιολογείται αφενός από την ως άνω μη αυτόθροη, με μόνη την έκδοση της απόφασης και αφετέρου από τη συμβατική υποχρέωση (19 όρος), διάφορη εκείνης της συμβατικής αποζημίωσης, αναγνώρισης της προϋπηρεσίας και δεν επάγεται την εκ μέρους της εναγομένης αναγνώριση τόσο της μη δέσμευσης(από το νόμο)να απομακρύνει τον ενάγοντα με λύση της συμβάσεως, όσο και της υποχρέωσης της να κατά βάλει την κατά τον 18ο όρο της σύμβασης αποζημίωση, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων.

Περαιτέρω, πέραν των ως άνω, σε κάθε περίπτωση, αποδείχθηκε, κατά τα αναφερόμενα και παραπάνω, ότι η ένδικη καταγγελία, γενομένη, όπως, άλλωστε, αναγράφεται και στο έγγραφο αυτής, κατ' επιταγή των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 17 παρ.9α και 22 του ν. 2076/1992 (σε εφαρμογή, δηλαδή, της παραπάνω αποφάσεως της Τράπεζας της Ελλάδος), υπήρξε, όπως άλλωστε εκτίθεται και στην ως άνω υπ' αριθμ. 45/6-7-2000 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης, απότοκος και της εκ μέρους του ενάγοντος παράβασης, ιδιαίτερα, των ουσιωδών όρων της σύμβασης να συμμορφώνεται, κατά την εκτέλεση της εργασίας του, με τις αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος και των λοιπών αρμοδίων εποπτικών αρχών, τηρώντας επακριβώς τις οδηγίες αυτών (9ος όρος)και να επιδεικνύει επιμέλεια στη διαχείριση των εν γένει υποθέσεων της εναγομένης τράπεζας (12ος περ.δ όρος).

Ειδικότερα, κατά τα αναφερόμενα και παραπάνω, ο ενάγων, κατά την πρόσληψη του, ήταν έμπειρος τραπεζικός υπάλληλος και ακριβώς λόγω αυτής της εμπειρίας του προσλήφθηκε από την εναγομένη ως διευθυντικός υπάλληλος, αναθέτοντας σ' αυτόν αρχικά καθήκοντα διευθυντού στο κατ/μα της, στη Λαμία και στη συνέχεια του γενικού διευθυντή αυτής.

Ως εκ της παραπάνω σημαντικής θέσης του, ο ενάγων, συμμετείχε σε όλες τις συνεδριάσεις του ΔΣ της εναγομένης, διηύθυνε την εν γένει λειτουργία αυτής και λάμβανε αποφάσεις που καθόριζαν την εν γένει πορεία της ως τραπεζικού ιδρύματος, έχοντας, μαζί με το ΔΣ τα μέλη του οποίου, όμως, δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις, την κυρία ευθύνη για την ορθή οργάνωση και λειτουργία της και για την εν γένει διαχείριση των υποθέσεων της και την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων της.

Ωστόσο, κατά τα αναφερόμενα και παραπάνω, ο ενάγων καθ' όλο το άνω χρονικό διάστημα της απασχόλησης του στην εναγομένη, δεν επέδειξε την από τη σύμβαση και την εμπειρία του απαιτουμένη επιμέλεια κατά τη διαχείριση των υποθέσεων της εναγομένης, δεν διηύθυνε ορθά και συνετά τη λειτουργία της τελευταίας και δεν διαχειριζόταν επιμελώς τις υποθέσεις της, με αποτέλεσμα, ως και εκ της αρνήσεως του να συμμορφώνεται, κατά τα παραπάνω, στις συνεχείς παρατηρήσεις, παρατηρήσεις, υποδείξεις και οδηγίες της Τράπεζας της Ελλάδος, η εναγομένη να έχει, καθόλη την άνω περίοδο, σοβαρά οργανωτικά και διοικητικά προβλήματα και περιορισμένη (και ιδιαίτερα επισφαλή) ανάπτυξη, με δυσμενείς, εν τέλει, επιπτώσεις στην οικονομική θέση της (βλ.

και το υπ' αριθ. πρωτ. 15529/6-8-1999 έγγραφο της Τράπεζας της Ελλάδος προς τον τότε πρόεδρο του ΔΣ της εναγομένης, του οποίου ο ενάγων είχε γνώση ως εκ της θέσεώς του και της ευθύνης, για την εφαρμογή των βασικών τραπεζικών αρχών και κριτηρίων, αλλά και των οδηγιών της εποπτεύουσας Τράπεζας της Ελλάδος). Είναι χαρακτηριστικό, προς ενίσχυση των παραπάνω, ότι η Τράπεζα της Ελλάδος, λίγο μετά την άνω απομάκρυνση του ενάγοντος, (αλλά και του τότε προέδρου του ΔΣ της εναγομένης), με την υπ' αριθμ. 2467/16-10-2000 πράξη του Διοικητή αυτής, έλαβε ως διοικητικό μέτρο τον ορισμό εποπτεύουσας επιτρόπου στην εναγομένη, με σκοπό την, κατά τις τραπεζικές αρχές, λειτουργία της τελευταίας την εξασφάλιση της συνετής και χρηστής διαχείρισης των υποθέσεων της και την πλήρη αποκατάσταση της νομιμότητας.

Και είναι αλήθεια ότι μετά τη λύση της συμβάσεως, με βάση και τις από Ιούνιο 2000 πορισματικές εκθέσεις ελέγχου τόσο της τράπεζας της Ελλάδος όσο και του ΣΔΟΕ Στερεάς Ελλάδος, ασκήθηκε κατά του ενάγοντος (αλλά και του Α. Τ., προέδρου, τότε, του ΔΣ της εναγομένης ή και τρίτων) ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις (κυρίως κακουργηματικές) της απάτης σε βάρος της εναγομένης της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, της απιστίας, της υπεξαγωγής εγγράφων της ψευδούς βεβαιώσεως κλπ(ως αυτουργός ή άμεσος συνεργός ή ηθικός αυτουργός, κατά περίπτωση),για τις οποίες (πράξεις), στη συνέχεια, είτε το Συμβούλιο Εφετών Λαμίας με βουλεύματα του (τα υπ' αριθμ. 46/2003 και 8/2005) αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία(για μερικές των άνω πράξεων)είτε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας, μετά την παραπομπή του ενάγοντος σ' αυτό (με τα υπ' αριθμ.: 26/2003, 45/2003, 46/2003 και 8/2005 βουλεύματα), κήρυξε, αμετακλήτως, αθώο με τις υπ' αριθμ. 80/2005, 92/2005, 12/2006 και 35/2006 αποφάσεις του.

Ωστόσο, για τις μερικότερες πράξεις της απιστίας σε βάρος της εναγομένης (που αποδιδόταν ότι τέλεσε ο ενάγων κατά το διάστημα από 1996 έως 1999 με τις χορηγήσεις δανείων των εταιριών του ομίλου "ΔΟΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΤΕ-ΟΜΙΛΟΣ Μ." και της εταιρίας "COFIPLAN SA", χωρίς την έγκριση των αρμοδίων κλιμακίων της εναγομένης και τη τήρηση του ανώτατου πιστωτικού ορίου χορηγήσεως) και της υπόθαλψης δράστη (του Σ.

Π., προϊσταμένου, τότε του υποκατ/τος της εναγομένης στην Αταλάντη) υπηρεσιακής υπεξαίρεσης, έπαυσε οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής με τα υπ'αριθ. 8/2005, 61/2008 βουλεύματα του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και με την υπ'αριθμ.12/2006 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας αντίστοιχα. Όμως, παρά την ως άνω παραγραφή, από την έρευνα του υποστατού των παραπάνω πράξεων από το Δικαστήριο τούτο ...

αποδείχθηκε, από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, ότι ο ενάγων, με την ως άνω διευθυντική θέση, αφενός προέβη, κατά παράβαση των εγκεκριμένων κανονισμών της εναγομένης και των εντολών και οδηγιών της Τράπεζας της Ελλάδος, σε χορηγήσεις επισφαλών δανείων στις παραπάνω εταιρείες(όπως μεταξύ άλλων, στην εταιρία "ΕΛΙΞ ΑΤΕ-ΔΟΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΤΕ", στην οποία χορηγήθηκε δάνειο πλέον του ορίου των 250.000.000 δρχ., με χορηγήσεις δανείων πλέον των ορίων 50.000.000 δρχ.,150.000.000 δρχ.,380.000. 000 δρχ.

και 400.000.000 δρχ., και στην εταιρεία "COFIPLAN SA"..., χωρίς την έγκριση των αρμοδίων κλιμακίων της εναγομένης και τη τήρηση του ανωτάτου πιστωτικού ορίου χορηγήσεων και αφετέρου, στις 19-11-19987,αν και ενημερώθηκε από το Γ. Κ., προϊστάμενο υποκ/τος της εναγομένης στη Λαμία, ότι την προηγουμένη ημέρα ο Σ. Π., τότε προϊστάμενος του υποκ/τος της εναγομένης στην ...

είχε υπεξαιρέσει το ποσό των 23.533.395 δρχ., ρευστοποιώντας πριν τη λήξη της, έντοκη προθεσμιακή κατάθεση του Λ. Γ., χωρίς τη γνώση αυτού, δεν επέδειξε επιμέλεια, όπως όφειλε και μπορούσε ως εκ της εμπειρίας του, στην έρευνα της υποθέσεως και, αρκούμενος στις προφορικές εξηγήσεις του άνω Σ. Π., δεν διενήργησε ούτε έδωσε εντολή για περαιτέρω έλεγχο και παρέλειψε να ενημερώσει τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, με αποτέλεσμα ο προαναφερόμενος υπάλληλος να συνεχίσει την εγκληματική δραστηριότητα ζημιώνοντας την εναγομένη (ο τελευταίος στη συνέχεια παραπέμφθηκε, με το υπ' αριθμ. 46/2003 βούλευμα του άνω Συμβουλίου, στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας για να δικαστεί για τις αξιόποινες-κακουργηματικές-πράξεις της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και του άνω ποσού, της πλαστογραφίας και της υπεξαγωγής και καταστροφής εγγράφων, χωρίς, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, να προκύπτει η εκδίκαση και η έκδοση αποφάσεως επ' αυτών των πράξεων).

Με όλα όσα προαναφέρθηκαν η εναγομένη, εφόσον αποδείχτηκε ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας έγινε για προβλεπόμενη από το νόμο περίπτωση (άρθρο 17παρ.9 ν. 2076/1992) και άλλως για παράβαση ουσιωδών όρων της σύμβασης, ήταν υπόχρεη να καταβάλει στον ενάγοντα μόνο τη νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, από την οποία, παρά τα αντιθέτως οριζόμενα στη σύμβαση (18ος όρος), δεν χωρεί εγκύρως παραίτηση και όχι τη συμβατική (πρόσθετη) αποζημίωση, καθόσον, με τα παραπάνω, συντρέχει λόγος απαλλαγής από τη καταβολή αυτής (της πρόσθετης αποζημίωσης) κυρίως κατά την προβλεπόμενη από τη σύμβαση (18ος όρος) εξαίρεση και άλλως κατά τον σαφή και έγκυρο, κατά το πέραν της νόμιμης αποζημίωσης ποσό, όρο (17ος) της σύμβασης.

Η εναγομένη κατέβαλε ως νόμιμη αποζημίωση το ποσό, όπως συνομολογείται, των 25.156.824 δρχ. (ακαθάριστα) ...". Ακολούθως το Εφετείο εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 305/1999 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, κατ' αποδοχή της έφεσης και των προσθέτων λόγων αυτής που άσκησε ο εναγομένος-αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, και στη συνέχεια απέρριψε την αντέφεση καθώς και την άνω αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5παρ.1,6 παρ.1 και 17 παρ 9 του ν. 2076/1992, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού με βάση αυτές (ως άνω διατάξεις) καθιερώνεται υποχρέωση κάθε πιστωτικού ιδρύματος και συνεπώς και του αναιρεσίβλητου πιστωτικού συνεταιρισμού, να απομακρύνει από το ΔΣ αυτού και από κάθε διευθυντική θέση των προσώπων, ύστερα από εντολή της Τράπεζας της Ελλάδος, τα οποία, όντας υπεύθυνα για τον καθορισμό του προσανατολισμού της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος, δεν συμμορφώνονται στις υποδείξεις αυτής (Τράπεζας της Ελλάδος) ως προς την εκ μέρους τους λήψη διορθωτικών μέτρων, σε σχέση με τις ειδικότερες ενέργειες ή παραλείψεις τους που είναι δυνατόν να αποβούν σε βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του πιστωτικού ιδρύματος, όπως συμβαίνει στη προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης.

Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ομοίως αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον ίδιο ως άνω αριθμό (1) του ανωτέρω άρθρου, υπό την έννοια της μη εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1εδ.α και β, 5 παρ.3 εδ.α και β του ν. 3198/1955, 1,3 ν. 2112/1020 και 669 ΑΚ, καθόσον και αυτές επίσης ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Εφετείο, πλην αυτής του άρθρου 3 του ν. 2112/1920 η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν έλαβε χώρα από τον αναιρεσίβλητο πιστωτικό συνεταιρισμό, ως συνέπεια τελεσίδικης καταδίκης του για ποινικό αδίκημα, ούτε (ως συνέπεια) άσκησης σε βάρος του ποινικής δίωξης, αλλά, όπως προλέχθηκε, σε εκτέλεση εντολής της Τράπεζας της Ελλάδος, δεσμευτικής για τον αναιρεσίβλητο από το νόμο, δηλαδή για περίπτωση καταγγελίας προβλεπόμενης από το νόμο.

Ακόμη απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο ως άνω λόγος (πρώτος) αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με το να παραλείψει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες αυτών(άνω διατάξεων)αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού και ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων που περιέχονταν στην από 20-9-1994 έγγραφη συμφωνία με βάση την οποία προσλήφθηκε ο αναιρεσείων από τον αναιρεσίβλητο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, και σε σχέση με τον όρο αυτής που προέβλεπε ότι σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης για οποιοδήποτε λόγο, πλην της περιπτώσεως της καταδίκης του αναιρεσείοντος για ποινικό αδίκημα μετά από τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή όπου τού το προβλέπεται από το νόμο, ΣΣΕ ή ΔΑ, αυτός δικαιούται την άμεση καταβολή αποζημίωσης (απολύσεως) ίση προς τρεις (3) ετήσιες αποδοχές, δηλαδή τριάντα έξι (36) ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές, αν δηλαδή η έννοια της περικοπής του όρου αυτού "ή όπου τούτο προβλέπεται από το νόμο" έχει την έννοια ότι αναφέρεται σε εργατικό νόμο ή σε κάθε νόμο χωρίς διάκριση, καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε ανελέγκτως ότι δεν υφίσταται κανένα κενό και καμία ασάφεια ως προς την περικοπή του άνω όρου.

Επίσης, και με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, υπάρχει πλήρης αιτιολογία περί του ότι δεν υφίσταται κενό ή αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεων των συμβαλλομένων διαδίκων, και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, και κατά το μέρος το με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (δεύτερος), και κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια, κατ' ορθή υπαγωγή, του αριθμού 19 και όχι και του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης υπό την έννοια των αντιφατικών αιτιολογιών και συγκεκριμένα για το ότι, α)ενώ σε ένα σημείο των παραδοχών της αναφέρει ότι σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος ότι η υπ' αριθμ. 70/1/19-4-2000 απόφαση της αφορά πράξεις και παραλείψεις του ΔΣ και του Προέδρου του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού και όχι του αναιρεσείοντος, σε άλλο σημείο δέχεται ότι ο αναιρεσίβλητος κατ' εντολή της Τράπεζας της Ελλάδος αποφάσισε να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του (αναιρεσείοντος) για ουσιώδεις εκ μέρους του τελευταίου παραβάσεις του καταστατικού, των εγκεκριμένων κανονισμών και των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, και β)ότι ενώ δέχεται ότι δεν δικαιούται ο αναιρεσείων να λάβει την συμβατική αποζημίωση απόλυσης που προβλέπονταν από την έγγραφη σύμβαση εργασίας, παρόλα αυτά δέχεται επίσης ότι το ποσό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης που δικαιούται αυτός πρέπει να υπολογισθεί και με βάση το χρόνο της προϋπηρεσίας του σε άλλους εργοδότες, αναγνωρίζοντας έτσι έμμεσα ότι δικαιούται αυτός (αναιρεσείων) να λάβει αποζημίωση απόλυσης, υπέρτερη της νόμιμης, και τούτο γιατί, στην μεν πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει καμία αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλομένης ως προς το ζήτημα αυτό, ενόψει του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (προσβαλλομένης), το Εφετείο δέχεται ανελέγκτως ότι διαπιστώθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος παράβαση των ουσιωδών υποχρεώσεων και από τους δύο (αναιρεσείοντα και πρόεδρο του ΔΣ του αναιρεσιβλήτου), στη δε δεύτερη(περίπτωση)το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο υπολόγισε στο ποσό που κατέβαλε στον αναιρεσείοντα ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, έγινε γιατί υπήρχε συμβατική πρόβλεψη, όπως ανελέγκτως δέχθηκε η προσβαλλομένη, η οποία όμως αφορούσε μόνο τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και όχι την συμβατικώς καθορισθείσα πρόσθετη(αποζημίωση απόλυσης).

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β)για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εφεσίβλητος που είχε νικήσει πρωτοδίκως πρέπει, ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με τις προτάσεις του προς απόκρουση της άσκηθείσας κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.14 και επικουρικά από αριθ.8 εδ.α' του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ως παραδεκτή και βάσιμη, την προταθείσα από τον αναιρεσιβλήτο εναγόμενο, με τις πρωτόδικες προτάσεις του, και επαναφερθείσα στο Εφετείο με πρόσθετο λόγο έφεσης με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, ένσταση απαλλαγής από την υποχρέωση καταβολής της συμβατικώς καθορισθείσας πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης, λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του για παράβαση ουσιωδών όρων της σύμβασης κατ' επιταγή, δεσμευτική εκ του νόμου για τον αναιρεσίβλητο, της τράπεζας της Ελλάδος, ενώ η ένσταση αυτή ήταν απαράδεκτη, καθόσον δεν προβλήθηκε και αναπτύχθηκε προφορικώς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, γενομένης σχετικής μνείας στα πρακτικά αυτού κατ' άρθρο 591παρ.1 ΚΠολΔ, αλλ' ούτε έγινε επίκληση στο Εφετείο της συνδρομής των προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, με συνέπεια να υποπέσει στη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης του απαραδέκτου της ως άνω ένστασης και επικουρικά της παρά το νόμο λήψης υπόψη "πράγματος" απαραδέκτως προταθέντος, και ότι το απαράδεκτο αυτό πρόβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου.

Πλην ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προ κύπτει από το δικόγραφο των προτάσεων του αναιρεσείοντος, της δευτεροβάθμιας δίκης, αυτός δεν πρότεινε καθόλου τον ανωτέρω ισχυρισμό περί απαραδέκτου της ένστασης περί απαλλαγής του αναιρεσιβλήτου από την καταβολή και της εκτεθείσας πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης, αλλά μόνο αυτόν (ισχυρισμό) περί απαραδέκτου της υπό του αναιρεσιβλήτου προβληθείσας ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, η οποία όμως, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, απορρίφθηκε από το Εφετείο, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχηματίσει το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Εξάλλου, σύμφωνα με τα άρθρα 566 παρ.1 και 118 παρ.4 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως από την διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να περιέχεται στο αναιρετήριο μεταξύ άλλων και το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου, που φέρεται ότι παραμορφώθηκε από το δικαστήριο της ουσίας, έτσι ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο που προσέδωσε στο έγγραφο αυτό το δικαστήριο αφενός και με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το ίδιο δικαστήριο αφετέρου, να είναι δυνατή η κρίση για την βασιμότητα ή όχι του υπόψη λόγου αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων: 1) την από 20-9-1994 έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και των νομίμων εκπροσώπων του αναιρεσιβλήτου, 2) της υπ' αριθ. 70//1/19-4-2000 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών Θεμάτων της τράπεζας της Ελλάδος, και 3) των υπ' αριθμ. 8/2005, 61/2008 βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και της υπ' αριθμ. 12/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο ο αναιρεσείων προς απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι δικαιούται στη λήψη και της συμβατικώς καθορισθείσας πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης, καθόσον και σε σχέση με την εκτεθείσα σύμβαση εργασίας, ενώ από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι "σε περίπτωση λύσεως της συμβάσεως για οποιοδήποτε λόγο, πλην της περιπτώσεως της καταδίκης του εργαζομένου για ποινικό αδίκημα-μετά από τελεσίδικη δικαστική απόφαση-ή όπου τούτο προβλέπεται από τον νόμο ή ΣΣΕ ή ΔΑ, ο εργαζόμενος δικαιούται την άμεση καταβολή αποζημίωσης ίση προς τρεις (3) ετήσιες αποδοχές δηλαδή τριάντα έξι (36) μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές, η προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι ο από την άνω σύμβαση λόγος απαλλαγής του αναιρεσιβλήτου από την καταβολή της ανωτέρω πρόσθετης αποζημίωσης υφίσταται όχι μόνο στις περιπτώσεις που η λύση της σύμβασης προβλέπεται από την εργατική νομοθεσία αλλά και όταν προβλέπεται από το νόμο εν γένει, σε σχέση δε με την προαναφερθείσα απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών και Πιστωτικών θεμάτων της Τράπεζας της Ελλάδος, περί απομάκρυνσης του αναιρεσείοντος από τη θέση του Γενικού Διευθυντή, η προσβαλλομένη έκρινε ότι η απόφαση αυτή ενείχε εντολή προς τον αναιρεσίβλητο να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος, ενώ κάτι τέτοιο δεν προέκυπτε από την απόφαση αυτή, και τέλος και σε σχέση με τα προλεχθέντα βουλεύματα και απόφαση του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και απόφασης του Τριμελούς Εφετείο Κακουργημάτων Λαμίας αντίστοιχα, η προσβαλλομένη δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων με την ανωτέρω διευθυντική θέση του, αφενός προέβη, κατά παράβαση των εγκεκριμένων κανονισμών του αναιρεσιβλήτου και των εντολών και οδηγιών της Τράπεζας της Ελλάδος σε χορηγήσεις επισφαλών δανείων στις εταιρείες "ΕΛΙΞ ΑΤΕ-ΔΟΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΤΕ",στην οποία χορήγησε δάνειο πλέον του ορίου των 250.000.000 δρχ., "ΔΟΜΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΑΤΕ-ΟΜΙΛΟΣ Μ.", στην οποία χορήγησε δάνεια πλέον των ορίων των 50.000.000 δρχ.,150.000.000 δρχ.,380.000.000 δρχ.

και 400.000.000 δρχ., καθώς και στην εταιρεία "COFIPTLAN SA", χωρίς την έγκριση των αρμοδίων κλιμακίων του αναιρεσιβλήτου και την τήρηση του ανωτάτου πιστωτικού ορίου χορηγήσεων και αφετέρου στις 19-11-1998 αν και ενημερώθηκε από τον Γ. Κ., προϊστάμενο υποκ/τος του αναιρεσιβλήτου στη Λαμία, ότι την προηγουμένη ημέρα ο Σ.Π., τότε προϊστάμενος αυτού στην ..., είχε υπεξαιρέσει το ποσό των 23.533.395 δρχ., ρευστοποιώντας πριν από τη λήξη της, έντοκη προθεσμιακή κατάθεση του Λ.

Γ., χωρίς τη γνώση αυτού, δεν επέδειξε επιμέλεια, όπως όφειλε και μπορούσε ως εκ της εμπειρίας του, στην έρευνα της υποθέσεως και, αρκούμενος στις προφορικές εξηγήσεις του, δεν διενήργησε ούτε έδωσε εντολή για περαιτέρω έλεγχο και παρέλειψε να ενημερώσει τα αρμόδια όργανα του αναιρεσιβλήτου, με αποτέλεσμα ο προαναφερόμενος υπάλληλος να συνεχίσει την εγκληματική του δραστηριότητα ζημιώνοντας τον αναιρεσίβλητο, ενώ τίποτα από τα αμέσως ανωτέρω εκτεθέντα δεν διαλαμβάνεται στα προειρημένα βουλεύματα και απόφαση.

Ο λόγος αυτός από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει την κρίση του, ότι ο αναιρεσείων απολύθηκε κατ' εντολή, δεσμευτική εκ του νόμου, της Τράπεζας της Ελλάδος, λόγω παράβασης ουσιωδών όρων της σύμβασης εργασίας του, όπως προβλέπεται από το άρθρο 17 παρ.9 του ν. 2076 /1992 και συνακόλουθα ότι αυτός δεν δικαιούται να λάβει την προλεχθείσα πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης, απαλλασσομένου του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή αυτής, στηρίχθηκε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και στα προσκομισθέντα ύστερα από επίκληση, έγγραφα, χωρίς να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προαναφερόμενα έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ανεξάρτητα δε από το γεγονός ότι κατέληξε σε συμπέρασμα που κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος δεν είναι ορθό.

Πέραν όμως αυτών ο λόγος αυτός αναίρεσης και σε σχέση με την τρίτη περίπτωση της παραμόρφωσης των προδιαληφθέντων βουλευμάτων του Συμβουλίου Εφετών Λαμίας και της απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λαμίας, είναι απορριπτέος και ως αόριστος, και τούτο γιατί δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά λέξη το ακριβές περιεχόμενο των εγγράφων αυτών, έτσι ώστε σε συσχετισμό με το περιεχόμενο που προσέδωσε στα ως άνω εγγράφων το δικαστήριο αφενός, και με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το ίδιο δικαστήριο αφετέρου, να είναι δυνατή η κρίση για την βασιμότητα ή όχι του υπόψη λόγου αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2012 αίτηση για αναίρεση της 177/2011 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό(1100)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ