Legislator Case Law & Legislation
1691/2006 AI generated

1691/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1691/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2427/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/5/2005 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1691/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου την ανωτέρω ένστασή του, η οποία όμως ήταν αόριστη, διότι δεν περιέχονταν σ' αυτήν με σαφήνεια και ακρίβεια οι επικαλούμενοι εκ νέου από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμοί της, τους οποίους είχε υποβάλει σε προηγούμενη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1691 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1691/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Μαύρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/3/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 231/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2427/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30/5/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 6/9/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, που τους περιέχουν. Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι η επαναφορά των ισχυρισμών αυτών γίνεται νόμιμα, όταν τηρείται ο ανωτέρω τύπος, ώστε να προκύπτει με σαφήνεια ο προτεινόμενος εκ νέου ισχυρισμός (Ολ. ΑΠ 559/1974). Εξάλλου, για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωκε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συνεπώς, δεν ιδρύει τον λόγο αυτό η παράλειψη απαντήσεως σε ισχυρισμό απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που υποβλήθηκε ενώπιον αυτού και αφορούσε τη μη νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθώς επίσης δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την επαναφορά των ισχυρισμών αυτών της αναιρεσίβλητης.

Από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπέβαλε ενώπιον του Εφετείου την ανωτέρω ένστασή του, η οποία όμως ήταν αόριστη, διότι δεν περιέχονταν σ' αυτήν με σαφήνεια και ακρίβεια οι επικαλούμενοι εκ νέου από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμοί της, τους οποίους είχε υποβάλει σε προηγούμενη συζήτηση ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του παρέλειψε να απαντήσει στην προαναφερόμενη ένσταση του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εφόσον αυτή ήταν απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της και ο περί του αντιθέτου πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.

Επίσης, για τον ίδιο λόγο είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, και ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.

Επειδή, πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, σύμφωνα με αυτή, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, όχι δε και οι αρνητικοί της βάσεως της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης ισχυρισμοί, ούτε τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι, για την υποστήριξη των απόψεών τους (Ολ.

ΑΠ 11/1996, 3/1997). Επίσης, ο λόγος αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος τους, λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, που δεν πρότεινε ενώπιόν του η αναιρεσίβλητη και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς 1) καθόσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεως λόγω μη χορηγήσεως των αδειών των ετών 1998-2001, ότι ο αναιρεσείων δεν ζήτησε από την αναιρεσίβλητη εργοδότριά του να του δοθούν οι άδειες αναψυχής κατά το ως άνω χρονικό διάστημα και ότι η τελευταία δεν αμφισβήτησε την υπαιτιότητά της ως προς την αιτούμενη προσαύξηση των αποδοχών αυτού για τον προαναφερόμενο λόγο και 2) καθόσον αφορά το αγωγικό κονδύλιο περί αποζημιώσεως για υπερεργασιακή και υπερωριακή (παράνομη και ιδιόρρυθμη) απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 29.3.2002, ότι ο αναιρεσείων δεν απασχολήθηκε πέραν του νομίμου και συμφωνημένου ωραρίου και δεν εργάσθηκε στην αναιρεσίβλητη κατά τις αναφερόμενες στην ένδικη αγωγή ώρες για τη θεμελίωση του ως άνω κονδυλίου.

Οι ανωτέρω ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα", με την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλ' αρνητικούς της βάσεως των εν λόγω αγωγικών κονδυλίων ισχυρισμούς. Επομένως, οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγους της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς, που πρότεινε ενώπιόν του ο αναιρεσείων και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Συγκεκριμένα, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του 1) καθόσον αφορά το πρώτο ως άνω αγωγικό κονδύλιο, ότι η αναιρεσίβλητη δεν χορήγησε σ' αυτόν τις αιτηθείσες από τον ίδιο κατ' έτος άδειες αναψυχής και ότι, συνεπεία υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της, του οφείλει την αναφερόμενη για την αιτία αυτή συνολική αποζημίωση και 2) καθόσον αφορά το δεύτερο ως άνω αγωγικό κονδύλιο, ότι η αναιρεσίβλητη υπεχρέωνε αυτόν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, σε εργασιακή απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου επί τρεις ώρες καθ' εκάστη εργάσιμη ημέρα και συνολικώς επί δεκαπέντε ώρες εβδομαδιαίως και εξ αυτού του λόγου του οφείλει την αναφερόμενη συνολική αποζημίωση για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων προσλήφθηκε στις 11.3.1981 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως λογιστής, προκειμένου να εργασθεί στο λογιστικό - οικονομικό τμήμα της επιχειρήσεώς της εκδόσεως της ημερήσιας εφημερίδας "Απογευματινή" και της εβδομαδιαίας εφημερίδας "Απογευματινή της Κυριακής".

Ότι ο αναιρεσείων με την ιδιότητά του αυτή εργάσθηκε μέχρι το έτος 1996 και στη συνέχει και μέχρι την κατά την 29.3.2002 λύση της συμβάσεώς του εργάσθηκε ως διευθυντής του ανωτέρω τμήματος. Ότι ο ίδιος, κατά τα έτη 1998 έως 2001, δεν έλαβε τις αντίστοιχες άδειες αναπαύσεως και τις ανάλογες για την αιτία αυτή αποδοχές.

Ότι η μη λήψη απ' αυτόν των εν λόγω αδειών δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων είχε ζητήσει από την αντίδικό του να του χορηγηθούν οι ως άνω άδειες αναπαύσεως και για τον λόγο αυτό δεν δικαιούται την προσαύξηση (100%) των αποδοχών του, παρά μόνο τις αντίστοιχες μηνιαίες αποδοχές του.

Ότι ο αναιρεσείων, που είχε νόμιμο και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως και πενθήμερη εργασία ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 29.3.2002, απασχολήθηκε επί 9 ώρες ημερησίως και 45 ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας πέντε ώρες υπερεργασία μέχρι τις 31.3.2001 και έκτοτε τρεις ώρες ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και δύο ώρες παράνομη υπερωριακή απασχόληση, λόγω μη τηρήσεως των τυπικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων του νόμου.

Ότι ο ίδιος για την αιτία αυτή δικαιούται από το αιτούμενο συνολικό ποσό μόνο το ποσό των 16.471,56 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλόμενη αποφάσεως καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τον μεν πρώτο ως άνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, που αφορά το πρώτο αγωγικό κονδύλιο, εξ ολοκλήρου, τον δε δεύτερο ισχυρισμό αυτού, που αφορά το δεύτερο αγωγικό κονδύλιο, κατά ένα μέρος.

Επομένως, και οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού στην περίπτωση της μη λήψεως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου ισχυρισμού δεν αρκεί να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον συγκεκριμένο ισχυρισμό, αλλά πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο, που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών μέσων κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί της συναγόμενης κατά το άρθρο 261 εδ. β' ΚΠολΔ ομολογίας της αναιρεσίβλητης, που αφορά τα συνιστώντα την ιστορική βάση των ως άνω αγωγικών κονδυλίων πραγματικά περιστατικά και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς επίσης δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό αυτό μέσο για την απόδειξη των εν λόγω αγωγικών ισχυρισμών του.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη του, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο Εφετείο και ότι έγινε επίκληση και πρόταση του ως άνω αποδεικτικού μέσου της ομολογίας κατά τη συζήτηση ενώπιον αυτού της υποθέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.5.2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2427/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Οκτωβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Οκτωβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ