Supreme Court dismisses appeal against enforcement order due to procedural contradictions and lack of specific interest in intervention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's final judgment regarding enforcement orders. The appellant argued that the enforcement order contained contradictions and failed to specify overdue interest amounts, yet the lower court had already rejected these grounds. The Court ruled that the appeal was inadmissible due to these apparent contradictions and found the appellant lacked specific interest in the intervention proceedings, leading to the rejection of the appeal and the award of costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 176, 182, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds contradict the lower court's reasoning, and an intervener must demonstrate specific interest in the outcome.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελεήμων Καραμπίνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των προσθέτως παρεμβαινόντων υπέρ της αναιρεσίβλητης: 1) της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (η "Cepal Hellas") και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" (η "Cepal Hellas"). Η πρώτη προσθέτως παρεμβαίνουσα (από 24-04-2024 και με αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του Αρείου Πάγου 63/2024) δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο. Η δεύτερη προσθέτως παρεμβαίνουσα (από 24-01-2025 και με αριθμό κατάθεσης στην γραμματεία του Αρείου Πάγου 12/2025), εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 01-11-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3197/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 98/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-05-2019 αίτησή της. Η Προσθέτως παρεμβαίνουσα με τις από 24-04-2024 και από 24-01-2025 παρεμβάσεις της ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτές.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την υπ'αριθ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Δ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα Α. Μ., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 21-5-2019 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17-5-2021 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη η υπόθεση ματαιώθηκε, οπότε επανήλθε προς συζήτηση με την από 11-12-2023 κλήση της αναιρεσείουσας, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης. Από την υπ'αριθ. ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Δ. που προσκομίζει και επικαλείται η καλούσα προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην καθής η κλήση/αναιρεσίβλητη.
Η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παραπάνω δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς η υπόθεση θα συζητηθεί παρά την απουσία της (άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ). Με την υπό κρίση από 21-5-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ. 98/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που έκανε δεκτή την από 30-11-2015 έφεση της καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 3197/2014 οριστικής Απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 1-11-2013 ανακοπή της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. .../2013 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε ακυρωθεί.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως που δημοσιεύθηκε στις 10-1-2018, ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 30-7-2019 με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη ζήτησε και πέτυχε την έκδοση κατά της αναιρεσείουσας και του μη διαδίκου Γ. Κ. της υπ'αριθ. .../2013 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία διατάχθηκαν αμφότεροι να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστος στην αιτούσα το ποσό των 147.983,42 ευρώ νομιμοτόκως, ως οφειλόμενο υπόλοιπο από σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου ύψους 150.000 ευρώ.
Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής η καθής Α. Μ. (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε την από 1-11-2013 ανακοπή της ζητώντας την ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τους σ'αυτήν αναφερόμενους λόγους. Με την με αριθ. 3197/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτός ο τρίτος λόγος ανακοπής, σύμφωνα με τον οποίο η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, περιείχε ανακεφαλαιοποιημένους τόκους, οι οποίοι δεν αναγράφονταν κατά ορισμένο ποσό δηλ.
δεν γίνεται διαχωρισμός μεταξύ του οφειλομένου κεφαλαίου της απαιτήσεως και του ποσού των ανατοκιζομένων τόκων και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής. Η καθής η ανακοπή (ήδη αναιρεσίβλητη) άσκησε την από 1-12-2015 έφεσή της και εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η υπ'αριθ. 98/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου εφέσεως ως βασίμου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί όλων των λόγων ανακοπής απέρριψε αυτούς και την ανακοπή στο σύνολό της, ενώ επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής.
Κατά της απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης η ανακόπτουσα/εφεσίβλητη άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ζητώντας την εξαφάνιση της ως άνω εφετειακής απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ αν, σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων, τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει τον διάδικο αυτόν.
Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 80ΚΠολΔ προκύπτει σαφώς, ότι πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος ο παρεμβαίνων σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Το ότι στη διάταξη του άρθρου 573 § 1 ΚΠολΔ, στην οποία απαριθμούνται οι εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική διαδικασία άλλες (πλην αυτών του κεφαλαίου περί αναίρεσης) διατάξεις του ΚΠολΔ, δεν μνημονεύεται και το άρθρο 80 ΚΠολΔ δεν αποτελεί επιχείρημα υπέρ της αντίθετης άποψης, διότι οι διατάξεις του πρώτου βιβλίου του ΚΠολΔ, στο οποίο περιλαμβάνεται και το άρθρο 80, εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 81 εδ. α` και 215 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ, η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους δηλ. με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας.
Η κοινοποίηση της πρόσθετης παρέμβασης, που ασκείται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει, εφόσον δεν ζητήθηκε και δεν διατάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 150 ΚΠολΔ σύντμηση προθεσμίας, να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 § 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της άσκησής της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα.
Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διάταξης του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υπόθεσης (ΑΠ 1329/2017, ΑΠ 611/2013, ΑΠ 1171/2012), ή όταν υπάρχει ταυτότητα ή ουσιώδης συνάφεια του κρινόμενου δικαίου προς αυτό του τρίτου.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 μέχρι 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.
Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.
Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης σε δίκη μεταξύ του αληθούς δικαιούχου διαδίκου και τρίτου και ενώ έχει ήδη δημιουργηθεί δεδικασμένο μεταξύ των τελευταίων κατέστη δυνάμει νόμου αποκλειστικώς νομιμοποιούμενος μη δικαιούχος διάδικος του διαδίκου, διότι όταν η δίκη διεξήχθη νομιμοποιούνταν αποκλειστικώς και είχε εξουσία διάθεσης ο δικαιούχος ή υπόχρεος διάδικος, όμοια όπως ισχύει όταν ο μη δικαιούχος διάδικος έχει αποκλειστική νομιμοποίηση και εξουσία διάθεσης και το δεδικασμένο της απόφασης ισχύει και απέναντι στο δικαιούχο διάδικο.
Ανεξάρτητα απ` αυτό, ως προς τον ειδικότερο προσδιορισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς συνηγορεί και το ότι ο καταστάς αποκλειστικώς μη δικαιούχος διάδικος με διάταξη νόμου, που δικαιολογεί και το έννομο συμφέρον εκ του νόμου για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης, δεν μπορεί να εξαρτά τη δικονομική του θέση από την δικονομική θέση του διαδίκου υπέρ του οποίου παρενέβη και πρέπει να του αναγνωριστούν εξουσίες κύριου διαδίκου πλασματικώς αναγκαίου ομοδίκου, κάτι που δεν ισχύει εάν η πρόσθετη παρέμβαση χαρακτηριστεί ως απλή.
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.
Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.
του ν. 4307/2014 (Α` 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος κατά την παράλληλη και συνδυαστική εφαρμογή των Ν. 4354/2015 και Ν. 3156/2003, οι Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π) έχουν την κατ` εξαίρεση νομιμοποίηση του άρθρου 2 παρ. 4 του Ν. 4354/2015, προς άσκηση κάθε ένδικου βοηθήματος και κάθε άλλης δικαστικής ενέργειας προς είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, και όταν η μεταβίβαση των απαιτήσεων και η ανάθεση της διαχείρισής τους στις εν λόγω εταιρείες συντελείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του Ν. 3156/2003 για την τιτλοποίηση απαιτήσεων (ΟλΑΠ 1/2023, ΑΠ 302/2023 ).
Εν προκειμένω η εταιρία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ" νομίμως εκπροσωπούμενη, άσκησε την από 24-1-2025 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. ΠΠ 12/2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της υπερ της αναιρεσίβλητης με κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου και επίδοση αυτού με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 31-3-2025 στην αναιρεσείουσα και την αναιρεσίβλητη (βλ.
την υπ'αριθ. ...-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κατερίνης Ν. Κ. και την υπ'αριθ. ...-2025 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Γ.) κατ'άρθ. 81 § 1 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "GALAXY IV FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY" ,ειδικής διαδόχου της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη.
Η ως άνω αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθ. 80 και 83 ΚΠολΔ) η δε προσθέτως παρεμβαίνουσα ως αναγκαία ομόδικος της αναιρεσίβλητης, την εκπροσωπεί (άρθ. 76 ΚΠολΔ). Η ίδια ως άνω εταιρία άσκησε και την από 24-4-2024 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. ΠΠ 63/2024 επίσης αυτοτελή πρόσθετη παρέμβασή της υπερ της εταιρίας με την επωνυμία "GALAXY IV FUNDING DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", μη ούσης διαδίκου και κατά της αναιρεσείουσας, η οποία προσδιορίστηκε να εκδικαστεί ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά την ίδια ως άνω δικάσιμο της 31-3-2025.
Η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στους διαδίκους της κύριας δίκης και συνεπώς αυτή θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη. (ΑΠ 200/2024).
Σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 ΚΠολΔ μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο χρηματικό ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ.1 ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό χρημάτων ή χρεογράφων τυγχάνει ορισμένο δηλαδή εκκαθαρισμένο και τούτο (=εκκαθαρισμένο) συντρέχει όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (Α.Π. 696/2021, ΑΠ 2210/2013, ΑΠ 653/2013). Και το δικόγραφο της αιτήσεως, όμως, θα πρέπει, κατ' άρθρο 626 § 2 του KΠολΔ, να περιέχει το ακριβές ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, με τους τυχόν οφειλόμενους τόκους των οποίων ζητείται η καταβολή (ΑΠ 1409/2018, ΑΠ 1071/2017), όχι όμως και το επιτόκιο που εφαρμόστηκε κατά καιρούς από την Τράπεζα (ΑΠ 252/2023). Έτσι, η διαταγή πληρωμής, η οποία καταρτίζεται εγγράφως και αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό, χωρίς να είναι δικαστική απόφαση, ώστε να έχει ανάγκη από πλήρες αιτιολογικό, απαιτείται, μεταξύ άλλων στοιχείων, να μνημονεύει το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί.
Περαιτέρω, στη διαταγή πληρωμής που εκδίδεται βάσει σύμβασης τοκοχρεωλυτικού δανείου, η οποία καταγγέλθηκε πριν από τη λήξη της, αρκεί να αναφέρεται, όπως δεν αμφισβητείται ότι συνέβη εν προκειμένω, ότι καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση παροχής τοκοχρεωλυτικού δανείου, ότι το ποσό του δανείου καταβλήθηκε στο σύνολό του ή τμηματικά στον δανειολήπτη και ότι ο τελευταίος καθυστέρησε την καταβολή κάποιας τοκοχρεωλυτικής δόσης, λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε η σύμβαση, Ακόμα, η αναφορά στη διαταγή πληρωμής του είδους των τόκων (π.χ. συμβατικών ή υπερημερίας) σε συσχετισμό με το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα είναι αρκετή, ώστε ο οφειλέτης να είναι σε θέση να παρακολουθήσει και αντιληφθεί τα περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η οφειλή, ώστε να μπορεί να τα ελέγξει και να αντιτάξει την άμυνά του (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1825/2012, ΑΠ 1391/2011, ΑΠ 1512/2006, ΑΠ 72/1995).
Επιπροσθέτως, το εκκαθαρισμένο της απαίτησης αφορά μόνο στην κυρία απαίτηση και όχι στα παρεπόμενα της ποσά, όπως είναι οι τόκοι, και πρέπει να συνάγεται από τον τίτλο ότι βαρύνουν τον οφειλέτη, αφού όλα τους ανάγονται στο μέλλον, με συνέπεια να είναι άγνωστο κατά την έκδοση αυτής σε ποιο ύψος τελικά θα ανέλθουν και αν ακόμα θα υπάρξουν. Επομένως, η μη αναφορά στη διαταγή πληρωμής του αριθμητικού ποσοστού του επιτοκίου, δεν την καθιστά αόριστη, εφόσον αυτή αναφέρει το είδος του τόκου που ζητείται, το κεφάλαιο και το χρονικό διάστημα, καθώς ο υπολογισμός των τόκων υπερημερίας γίνεται βάσει του κεφαλαίου και του συμφωνηθέντος επιτοκίου ή του εκάστοτε ισχύοντος επιτοκίου υπερημερίας και εναπόκειται η διενέργεια μαθηματικού υπολογισμού διά την εξεύρεση του ποσού των τόκων υπερημερίας (ΑΠ 793/1999).
Εξάλλου, ούτε το ποσό του τόκου χρειάζεται να προσδιορίζεται, καθόσον το μεν κεφάλαιο είναι δεδομένο, τα δε νόμιμα επιτόκια είναι καθορισμένα με τους νόμους, τις πράξεις Υπουργικού Συμβουλίου και τις αποφάσεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και επομένως, το ποσό των τόκων που θα καταβληθεί, μπορεί να βρεθεί με απλό μαθηματικό υπολογισμό, με βάση το ποσοστό αυτού και το χρονικό διάστημα που θα έχει παρέλθει μέχρι την ημερομηνία εξοφλήσεως της επιταγής, ενώ το ίδιο πρέπει να γίνει δεκτό και για το κυμαινόμενο συμβατικό επιτόκιο, το οποίο στην κρινόμενη περίπτωση καθορίστηκε με βάση το επιτόκιο διατραπεζικών δανείων σε Ευρώ τρίμηνης διάρκειας το οποίο είναι γνωστό, καθώς καθορίζεται από το τραπεζικό ίδρυμα και δημοσιεύεται στον πολιτικό ή οικονομικό τύπο.
Εξάλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και ασκείται όπως και η αγωγή, πρέπει δε στο δικόγραφο της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι (ενστάσεις) κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 99/2020, ΑΠ 923/2020).
Με την εν λόγω ανακοπή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να προβάλλει λόγους είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής λόγω έλλειψης των διαδικαστικών προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοσή της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της μη έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, είτε ενστάσεις κατά της ύπαρξης της απαίτησης ( ΑΠ 913/2020 , ΑΠ 368/2019).
Στη δίκη της ανακοπής δεν επανεκδικάζεται η υπόθεση καθολικά, αλλά μόνο στο μέτρο των υποβαλλόμενων λόγων ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί σε συνδυασμό με το αίτημα της ανακοπής προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας που επέρχεται με την άσκησή της και αναγκαίως οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης της ανακοπής.
Αν ο λόγος της ανακοπής είναι τυπικός, όπως συμβαίνει με αυτόν της μη κατά τον ανακόπτοντα έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής και του ποσού αυτής, τότε αντικείμενο της δίκης της ανακοπής και, κατά συνέπεια, της επ' αυτής δικαιοδοτικής κρίσης του δικαστηρίου, δεν καθίσταται και το ζήτημα της ύπαρξης ή μη της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής, αφού με μόνη τη διαπίστωση της βασιμότητας του τυπικού αυτού λόγου της ανακοπής γίνεται δεκτό το αίτημα αυτής και ακυρώνεται άνευ ετέρου η διαταγή πληρωμής (ΟλΑΠ 43/2005, ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 2206/2009, ΑΠ 665/2006).
Περαιτέρω, κατά την έννοια, της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019, ΑΠ 1496/2017).
`Ετσι με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, ελέγχεται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, των ανακοπών (αρθ. 583 επ., 632, 933 979 ΚΠολΔ) και των πρόσθετων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που, κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσό αυτής (ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 682/2015). Όμως, αν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας τα επισυναπτόμενα στην αίτηση για την έκδοση της διαταγής πληρωμής έγγραφα, βεβαιώνει ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται η απαίτηση και το ποσό της, η απόφασή του δεν ελέγχεται αναιρετικά ως προς τη σχετική κρίση της, εφόσον αυτή είναι επαρκώς αιτιολογημένη, αφού τότε πρόκειται για κρίση περί τα πράγματα, που διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ 1760/2023, ΑΠ 1413/2022, ΑΠ 2046/2022, ΑΠ 299/2003).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε ότι δεν απαιτείται για την έκδοση διαταγής πληρωμής ο ακριβής προσδιορισμός του ύψους του επιτοκίου τόσον της υπερημερίας, όσον και του συμβατικού που ίσχυαν κατά το κλείσιμο των λογαριασμών που τηρούνταν, αλλά αρκούσε η αναφορά "με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών , ήτοι από 28/2/2013, όπως αυτός καθορίζεται δια της συμβάσεως και του νόμου" με συνέπεια την αοριστία του σχετικού κονδυλίου και την εντεύθεν ακυρότητα της σχετικής διάταξης, την οποία δεν κήρυξε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω θα έπρεπε να ακυρώσει τη διαταγή πληρωμής διότι το αιτούμενο ποσό δεν ήταν ορισμένο. Με τον δεύτερο λόγο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 9 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το λόγο της ανακοπής με τον οποίο ζητείτο η ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω μη αναφοράς του επιτοκίου υπερημερίας που ίσχυε την 28-2-2013.
Ο πρώτος με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως είναι αντιφατικοί διότι με τον μεν πρώτο η αναιρεσείουσα μέμφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση διότι δέχθηκε ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν απαιτείτο ο ακριβής προσδιορισμός του ύψους του επιτοκίου τόσον της υπερημερίας, όσον και του συμβατικού που ίσχυαν κατά το κλείσιμο των λογαριασμών που τηρούνταν, αλλά αρκούσε η αναφορά "με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών , ήτοι από 28/2/2013, όπως αυτός καθορίζεται δια της συμβάσεως και του νόμου", ενώ με τον δεύτερο ότι άφησε αδίκαστο τον τρίτο λόγο της ανακοπής της, με τον οποίο ζητήθηκε η ακύρωση της διαταγής πληρωμής λόγω μη αναφοράς του επιτοκίου υπερημερίας.
Επομένως λόγω της ως άνω εμφανούς αντιφάσεως , αμφότεροι οι λόγοι αναιρέσεως (1ος και 2ος) εκ των αριθ. 9 και 14 του άρθ. 559 είναι απαράδεκτοι (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 873/2013). Με τον τρίτο, τέλος, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η ίδια ως άνω παράβαση (εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ) συνιστάμενη στο ότι ενώ με τον τρίτο λόγο της ανακοπής της πρόβαλε την αοριστία της διαταγής πληρωμής διότι δεν αναγράφεται το ποσό των ανατοκιζομένων τόκων, το οποίο αυτή διατάσσεται να καταβάλει, στην αιτούσα, το Εφετείο απέρριψε τον λόγο ανακοπής.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της υπ'αριθ. .../2013 διαταγής πληρωμής προκύπτει ότι με αυτήν οι καθών διατάσσονται να καταβάλουν στην αιτούσα το ποσό των 147.983,42 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη του κλεισίματος των λογαριασμών που ετηρούντο στο όνομά τους ήτοι από 28-2-2013, όπως αυτός καθορίζεται απο τη σύμβαση και το νόμο μέχρις εξοφλήσεως, πλέον τόκων υπερημερίας επι των καθυστερούμενων τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο κατά τη διάταξη του άρθ. 12 του Ν.260/1998 μέχρις εξοφλήσεως. Επ'αυτού το Εφετείο έκρινε ότι για την πληρότητα της διαταγής πληρωμής δεν απαιτείτο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ του οφειλομένου κεφαλαίου της απαιτήσεως και των ανατοκιζομένων τόκων. Αλλωστε ο 3ος λόγος της ανακοπής δεν αφορούσε το κεφάλαιο της απαίτησης αλλά τους μετά το κλείσιμο των λογαριασμών τόκους , το ποσό των οποίων δεν μπορούσε να προσδιοριστεί εκ των προτέρων. Με βάση τα προεκτεθέντα, ορθά απορρίφθηκε ο 3ος λόγος της ανακοπής από το Εφετείο και συνεπώς αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος αναίρεσης.
Πρέπει μετά ταύτα να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αυτοτελώς προσθέτως υπερ της αναιρεσίβλητης παρεμβαίνουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της που υποβλήθηκε με το δικόγραφο της παρεμβάσεως, αφού δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθ. 176, 182 § 1, 183 , 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
• Συνεκδικάζει την από 21-5-2019 αίτηση αναίρεσης με τις από: α) 24-1-2025 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. ΠΠ 12/2025 και β) 24-4-2024 και υπ'αριθ. εκθ.καταθ. ΠΠ 63/2024 αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις υπερ της αναιρεσίβλητης.
• Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 24-4-2024 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
• Δέχεται την από 24-1-2025 αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση.
• Απορρίπτει την από 21-5-2019 αίτηση της Α. Μ. για την αναίρεση της υπ' αριθ. 98/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
• Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
• Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αυτοτελώς υπερ της αναιρεσίβλητης προσθέτως παρεμβαίνουσας εκ ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ