Supreme Court dismisses appeal claiming witness testimony was improperly weighted under free evaluation rules.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court improperly increased the evidentiary weight of the defendant's wife's testimony due to her apparent benefit from the case outcome. The court found no violation because the testimony was evaluated freely alongside other equivalent evidence, which is the standard procedure under Greek Civil Procedure Law. Consequently, the appeal was rejected, and the costs were assigned to the appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 340, 352, 438 et seq., 441, 445, 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the court freely evaluated equivalent evidence without granting it legally mandated enhanced probative force.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1690/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. του Ι., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Στέφο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Χ., κατοίκου ... .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 14-10-2010 και 29-1-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωάννινων και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-1-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 681 ΑΚ, με τη σύμβαση έργου ο ένας συμβαλλόμενος, αποκαλούμενος εργολάβος, αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε έτερος, αποκαλούμενος εργοδότης, να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή. Ως έργο νοείται κάθε τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας του εργολάβου στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη της συμβάσεως, ενώ ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κύριας υποχρεώσεως του εργολάβου, που συνίσταται στην εκτέλεση του έργου και στην προσπόρισή του στον εργοδότη, δηλαδή η περιέλευση του έργου στη σφαίρα εξουσιάσεως του εργοδότη, με την προϋπόθεση ότι το έργο είναι αυτό που συμφωνήθηκε και όχι εντελώς διαφορετικό, διότι τότε δεν θεωρείται ότι ο εργολάβος προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατά το άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνημένης αμοιβής του (ΑΠ 1110/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1142/2019).
Αντίθετα, η παράδοση έργου με ελλείψεις, είτε πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε για ουσιώδη ή επουσιώδη ελαττώματα του έργου, δεν απαλλάσσει τον εργοδότη από την υποχρέωση καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, ακόμη και αν πρόκειται για έργο άχρηστο, ούτε μπορεί ο εργοδότης να αποποιηθεί το προσφερόμενο σ` αυτόν ελαττωματικό έργο, ώστε να αποφύγει έτσι την καταβολή αμοιβής, αλλά έχει μόνον τα προβλεπόμενα στα άρθρ. 688-690 του ΑΚ δικαιώματα, εκτός βέβαια διαφορετικής και πάλι συμφωνίας τους (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 286/2020, ΑΠ 1789/2013).
Σύμβαση έργου υπάρχει και στην περίπτωση κατά την οποία συμφωνείται μεταξύ οικοπεδούχου και τρίτου, όπως ο τελευταίος ανεγείρει επί οικοπέδου του πρώτου οικοδομή, η οποία θα διέπεται από τις περί οριζοντίου ιδιοκτησίας διατάξεις, οπότε η μεν βασική παροχή του εργολάβου συνίσταται στην κατασκευή της οικοδομής, του δε οικοπεδούχου - εργοδότη στην υποχρέωση που αναλαμβάνει να μεταβιβάσει, ως αμοιβή, στον εργολάβο ή τα πρόσωπα που αυτός θα του υποδείξει, ορισμένα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ` αυτά, παραμένοντας κύριος των υπολοίπων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, μετά των αντίστοιχων οριζόντιων ιδιοκτησιών (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1623/2014, ΑΠ 352/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 681, 686 παρ.2, 341 και 342 ΑΚ προκύπτει ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής, εκτός αν επικαλεσθεί και αποδείξει κατ` ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη.
Η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1708/2017, ΑΠ 1325/2014). Όταν υπάρχει υπερημερία του οφειλέτη εργολάβου, ο δανειστής εργοδότης δικαιούται, εκτός των άλλων, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση. Η υπαναχώρηση ως αιτία κατάργησης της σύμβασης είναι δυνατό να προβλεφθεί και εκ των προτέρων στη σύμβαση (συμβατική υπαναχώρηση).
Για την άσκηση του δικαιώματος της συμβατικής υπαναχωρήσεως δεν απαιτείται η τήρηση των προϋποθέσεων των άρθρων 383 επ. του ΑΚ, γιατί τέτοια υποχρέωση υπάρχει μόνο στο παρεχόμενο από το άνω άρθρο 383 δικαίωμα νόμιμης υπαναχωρήσεως και δεν αποτελεί προϋπόθεση της συμβατικής υπαναχωρήσεως. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 399 ΑΚ, αν στη σύμβαση συνομολογήθηκε ότι ο οφειλέτης που δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του εκπίπτει από τα συμβατικά του δικαιώματα, θεωρείται ότι ο δανειστής επιφύλαξε για την περίπτωση αυτή δικαίωμα υπαναχώρησης.
Η παραπάνω διάταξη περιλαμβάνει ερμηνευτικό κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο η συνομολόγηση ρήτρας εκπτώσεως, σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του από τη σύμβαση, λογίζεται ως επιφύλαξη δικαιώματος υπαναχώρησης, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 389 έως 397 ΑΚ. Ως μη εκπλήρωση της σύμβασης από τον οφειλέτη νοείται, κατά τη γενική θεωρία περί μη εκπληρώσεως της σύμβασης, είτε η αδυναμία παροχής (άρθρα 335-336 ΑΚ), είτε η καθυστέρηση εκπληρώσεως, που όταν ευθύνεται γι` αυτήν ο οφειλέτης αποτελεί υπερημερία αυτού (άρθρο 340 ΑΚ), είτε τέλος η πλημμελής εκπλήρωση.
Η υπαναχώρηση χωρεί με δικαιοπλαστική δήλωση αυτού που έχει το δικαίωμα προς τον άλλο (άρθρο 390 ΑΚ), εκτός της περίπτωσης της ρητής συνομολόγησης ρήτρας αυτόματης έκπτωσης, με την ενέργεια της οποίας η σύμβαση διαλύεται ενοχικώς, αυτοδικαίως και αναδρομικώς και όταν επέλθει αποσβέννυνται, κατ` άρθρο 389 ΑΚ, οι υποχρεώσεις για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν τις παροχές που έλαβαν σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Επομένως, αν συνομολογηθεί μεταξύ εργολάβου και εργοδότη η "ρήτρα εκπτώσεως", σε περίπτωση καθυστέρησης εκτέλεσης του έργου, αυτή έχει την έννοια ότι παρέχεται στον εργοδότη το δικαίωμα να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και από την περιέλευση της σχετικής δήλωσης στον εργολάβο καταργείται ex tune η σύμβαση, αν δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διαφορετικό (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1708/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1147/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Δυνάμει της υπ' αριθ. 12.871/6-3-2008 σύμβασης εργολαβίας και προσυμφώνου μεταβιβάσεως μεριδίων εξ αδιαιρέτου οικοπέδου του συμβολαιογράφου ... Ι. Π., συνήφθη μεταξύ του εναγόμενου, ως οικοπεδούχου-εργοδότη και του ενάγοντος ως εργολάβου, σύμβαση έργου κατασκευής οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής, κατά τους αναφερόμενους σ' αυτό ειδικότερους όρους.
Συγκεκριμένα, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει, με δικές του δαπάνες με το σύστημα της αντιπαροχής και σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3741/1929 "Περί οριζοντίου Ιδιοκτησίας" και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, σε διαιρετό κατά χρήση τμήμα, έκτασης 1.341,11 τ.μ., του τμήματος Ι ενός οικοπέδου κείμενου στο Ο.Τ. 48 εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της επέκτασης του οικισμού ... ... ..., επί του οποίου ο εναγόμενος ήταν κύριος κατά ποσοστό 758 ο/00 εξ αδιαιρέτου, μια οικοδομή αποτελούμενη από δύο κτίρια ΚΤΙΡΙΟ ΕΝΑ (1) και ΚΤΙΡΙΟ ΔΥΟ (2), καθένα από τα οποία θα περιλάμβανε υπόγειο, ισόγειο-πυλωτή, πρώτο και δεύτερο όροφο, χώρους στάθμευσης και λεβητοστάσιο.
Ως αντιπαροχή του εναγόμενου οικοπεδούχου συμφωνήθηκε, με το 18ο άρθρο της ανωτέρω σύμβασης ότι θα περιέλθουν σ' αυτόν οι εξής οριζόντιες ιδιοκτησίες: η υπό στοιχείο Β3 οριζόντια ιδιοκτησία του δεύτερου ορόφου του κτιρίου ΕΝΑ, εμβαδού 100 τ.μ., η υπό στοιχείο Α1 οριζόντια ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου του κτιρίου ΔΥΟ, εμβαδού 70 τ.μ., η υπό στοιχείο Β1 οριζόντια ιδιοκτησία του δεύτερου ορόφου του κτιρίου ΔΥΟ, εμβαδού 70 τ.μ.
μετά του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης της υπ' αριθ. 4 ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο-πυλωτή του κτιρίου ΔΥΟ, η υπό στοιχείο Β2 οριζόντια ιδιοκτησία του δεύτερου ορόφου του κτιρίου ΔΥΟ, εμβαδού 30 τ.μ., η υπ' αριθ. 2 κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο του κτιρίου ΕΝΑ, η υπ' αριθ. 3 κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο του κτιρίου ΔΥΟ και η υπ' αριθ. 2 κλειστή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου στο ισόγειο του κτιρίου ΔΥΟ.
Με το ίδιο εργολαβικό συμβόλαιο ο εναγόμενος οικοπεδούχος ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε, ως αντάλλαγμα των δαπανών κατασκευής της ως άνω οικοδομής, να μεταβιβάσει τμηματικά, με την πάροδο των εργασιών και μέχρι την παράδοση του έργου αποπερατωμένου, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον αντισυμβαλλόμενο ενάγοντα - εργολάβο ή σε τρίτα πρόσωπα που θα υποδείκνυε ο τελευταίος, συνολικό ποσοστό συγκυριότητας 484,59 0/00 εξ αδιαιρέτου επί του διαιρετού κατά χρήση αυτού τμήματος του οικοπέδου μαζί με το δικαίωμα δόμησης όλων των διαιρετών χώρων που αντιστοιχούν σε αυτό το ποσοστό, με το ανάλογο ποσοστό συνιδιοκτησίας τους στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα πράγματα εγκαταστάσεις της οικοδομής, παρακρατώντας για τον εαυτό του (εναγόμενο) ποσοστό συγκυριότητας 273,41 ο/00 εξ αδιαιρέτου επί του διαιρετού αυτού τμήματος.
Επίσης ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάζει σταδιακά τα τμήματα του ποσοστού αυτού, ήτοι των 484,59%ο εξ αδιαιρέτου επί του κατά χρήση τμήματος των 1.341,11 τ.μ. του τμήματος Ι του οικοπέδου, τα οποία αντιστοιχούν α) στα υπό στοιχεία A-1, Α-2 και Α-3 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου στο κτίριο ΕΝΑ, εμβαδού 62,10 τ.μ., 38 τ.μ.
και 100 τ.μ. αντίστοιχα, στα υπό στοιχεία B-1 και B-2 διαμερίσματα του δεύτερου ορόφου στο κτίριο ΕΝΑ, εμβαδού 62,10 τ.μ. και 38 τ.μ. αντίστοιχα και στους υπ' αριθ. 1, 3, 4 και 5 χώρους στάθμευσης του ισογείου στο κτίριο ΕΝΑ, καθώς και β) στα υπό στοιχεία A-2 και Α-3 διαμερίσματα του πρώτου ορόφου στο κτίριο ΔΥΟ, εμβαδού 30 τ.μ.
και 73,50 τ.μ. αντίστοιχα και στο υπό στοιχείο B-3 διαμέρισμα του δεύτερου ορόφου στο κτίριο ΔΥΟ εμβαδού 73,50 τ.μ. και στους υπ' αριθ. 1 και 5 χώρους στάθμευσης του ισογείου στο κτίριο ΔΥΟ, μετά της αναλογίας τους στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών. Ειδικότερα συμφωνήθηκε, με το 18ο άρθρο της σύμβασης εργολαβίας, ο εναγόμενος να μεταβιβάζει σταδιακά:
α) οριζόντιες συνιδιοκτησίες με συνολικό ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 242,244ο/00 εξ αδιαιρέτου (50% επί του συνόλου των προς μεταβίβαση στον εναγόμενο ή σε τρίτα πρόσωπα ποσοστών) με την έκδοση της οικοδομικής άδειας, παρέσχε δε στον ενάγοντα συναφώς και την εξουσία να ενεργήσει στο όνομα του εναγόμενου τις εν λόγω μεταβιβάσεις είτε προς τον ίδιο (εργολάβο) με αυτοσύμβαση είτε προς τρίτους αγοραστές της επιλογής του τελευταίου, β) οριζόντιες συνιδιοκτησίες με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 121,123ο/00 εξ αδιαιρέτου (25% επί του συνόλου των προς μεταβίβαση στον εναγόμενο ή σε τρίτα πρόσωπα ποσοστών) με την αποπεράτωση των επιχρισμάτων των οριζόντιων Ιδιοκτησιών και γ) οριζόντιες συνιδιοκτησίες με ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο 121,123ο/00 εξ αδιαιρέτου (τελευταίο 25% επί του συνόλου των προς μεταβίβαση στον εναγόμενο ή σε τρίτα πρόσωπα ποσοστών) με την παράδοση στον οικοπεδούχο αποπερατωμένων σε λειτουργία των οριζόντιων ιδιοκτησιών, μετά των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών, πλήρως διαμορφωμένων και έτοιμων προς χρήση, που θα περιέλθουν σ' αυτόν και την προηγούμενη πλήρη εξόφληση των υποχρεώσεων του εργολάβου από το έργο έναντι του ΙΚΑ και των λοιπών Ταμείων.
Με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε ότι ο εργολάβος έχει δικαίωμα να υπογράφει τμηματικώς συμβόλαια μεταβίβασης και προσύμφωνα προς τρίτους, σύμφωνα με την σταδιακή αποπεράτωση της οικοδομής, καθώς επίσης, με τον όρο τήρησης της συγγραφής υποχρεώσεων, ο εναγόμενος - οικοπεδούχος παρείχε την ανέκκλητη εντολή και πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα - εργολάβο να προβαίνει στην μονομερή υπογραφή των οριστικών συμβολαίων και να μεταβιβάζει ως άμεσος αντιπρόσωπος του εναγόμενου (πωλητή οικοπεδούχου) τα αντίστοιχα ποσοστά εξ αδιαιρέτου προς τον εαυτό του (ενάγοντα) με αυτοσύμβαση κατ' άρθρο 235 ΑΚ, ή προς τρίτο πρόσωπο, με την προϋπόθεση ότι έχουν εκτελεσθεί οι επί μέρους εργασίες κατά τα συμφωνηθέντα και με τον απαραίτητο όρο της προσάρτησης στο συμβόλαιο της σχετικής πιστοποίησης του επιβλέποντος μηχανικού για την πρόοδο των εργασιών και το στάδιο των εργασιών.
Συμφωνήθηκε ακόμη (άρθρο 9 του ανωτέρω εργολαβικού συμβολαίου) ότι ο εργολάβος ήταν υποχρεωμένος, μέσα σε προθεσμία δέκα οκτώ (18) μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας να αποπερατώσει και παραδώσει έτοιμες προς χρήση στον οικοπεδούχο τις διακεκριμένες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής του, με τα κοινόχρηστα και κοινόκτητά τους μέρη, ενώ με το άρθρο 12 συμφωνήθηκε ότι οι τυχόν κοινόχρηστοι χώροι της οικοδομής θα παραδοθούν δύο μήνες μετά την παράδοση κάθε διακεκριμένης ιδιοκτησίας.
Επίσης με το άρθρο 11 του παραπάνω εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που ο ενάγων - εργολάβος δεν αποπερατώσει την οικοδομή εντός της ως άνω προθεσμίας των 18 μηνών υπόσχεται και υποχρεούται να καταβάλει στον οικοπεδούχο - εναγόμενο για κάθε μήνα από την ημερομηνία λήξης της άνω προθεσμίας λόγω ποινικής ρήτρας πέντε ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο της διακεκριμένης Ιδιοκτησίας που θα περιέλθει στον οικοπεδούχο, ενώ στην περίπτωση που ο εργολάβος δεν αποπερατώσει την οικοδομή και στο επόμενο δωδεκάμηνο από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο οικοπεδούχος έχει το δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο, με απλή κοινοποίηση προς αυτόν εξώδικης δήλωσης, που σε καμιά περίπτωση δεν θα γίνεται, πριν περάσουν τριάντα πλήρεις μήνες από την έναρξη της άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας.
Στην περίπτωση που θα συμβεί έκπτωση, ως άνω, τα μέχρι την έκπτωση έργα και ποσοστά παραμένουν και περιέρχονται στον οικοπεδούχο, προς συνέχιση της αποπεράτωσης της οικοδομής και θα ισχύουν, μεταξύ άλλων, και οι παρακάτω όροι: 1) ο οικοπεδούχος απαλλάσσεται της πιο πάνω υποχρέωσης να μεταβιβάσει στον εργολάβο ή σε τρίτους με υπόδειξή του ποσοστών του άνω οικοπέδου, όλες όμως, οι πωλήσεις που έγιναν στο μεταξύ με οριστικό συμβόλαιο, με σύμπραξή του, δεν θίγονται από την έκπτωση του εργολάβου, ενώ προσύμφωνα, που έγιναν από τον έκπτωτο εργολάβο, χωρίς τη σύμπραξη του οικοπεδούχου, είναι ανίσχυρα, 2) ο εργολάβος θα αποβάλλεται από το εργοτάξιο με εκτέλεση της σύμβασης αυτής, που κηρύσσεται τίτλος βέβαιος, εκκαθαρισμένος και εκτελεστός.
Από το περιεχόμενο του άρθρου αυτού της σύμβασης, όπως αυτό ερμηνεύεται, σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, δηλαδή με αναζήτηση της αληθινής βούλησης των συμβαλλόμενων μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει, ότι η ως άνω ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου, επέχει θέση συμφώνου επιφύλαξης από τον οικοπεδούχο - εναγόμενο δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται την κατάργηση της σύμβασης για το μέλλον (ex nunc), από τη στιγμή της επίδοσης της δήλωσης αυτής στον εργολάβο και την απόσβεση όλων των εφεξής υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.
Στη συνέχεια και σε εκτέλεση της ως άνω εργολαβικής σύμβασης υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων η υπ' αριθ. …/6-3-2008 πράξη σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, που συντάχθηκε ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου και μεταγράφηκε νόμιμα την 6-5-2008 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ….
αριθ. …), δυνάμει της οποίας το παραπάνω διαιρετό κατά χρήση τμήμα του οικοπέδου του εναγόμενου και τα ανεγερθησόμενα σ' αυτό κτίρια υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 374111929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ και οι συμβαλλόμενοι συνέστησαν τις οριζόντιες ιδιοκτησίες των ως άνω πολυκατοικιών (κτιρίου 1 και κτιρίου 2), καθορίζοντας τους χωριστούς, αυτοτελείς και διηρημένους χώρους αυτής (διαμερίσματα κλπ) και προσδιόρισαν αφενός μεν τις αυτοτελείς και διηρημένες ιδιοκτησίες, οι οποίες περιέρχονται στον οικοπεδούχο, αφετέρου δε αυτές που θα περιέλθουν στον εργολάβο ή τα τρίτα πρόσωπα που θα υποδειχθούν από τον τελευταίο και κατήρτισαν τον κανονισμό λειτουργίας της οικοδομής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με επιμέλεια του ενάγοντος εκδόθηκε στις 4-2-2008 η υπ' αριθ…. αριθ. πρωτ. …./2008 οικοδομική άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. ... και συνεπώς το έργο, σύμφωνα με τα ανωτέρω συμφωνηθέντα, ήταν παραδοτέο πλήρως αποπερατωμένο στις 4-8-2009, ήτοι εντός 18 μηνών από την έκδοσή της (άδειας οικοδομής).
Ο ενάγων άρχισε αμέσως την εκτέλεση του έργου και ο εναγόμενος μεταβίβαζε σ' αυτόν τα συμφωνηθέντα ποσοστά ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, οι οποίες καθυστέρησαν λόγω των προβλημάτων που ανέκυψαν κατά τη θεμελίωση των δύο κτιρίων και την κατασκευή του υπογείου, καθώς κατά την εκσκαφή το οικόπεδο πλημμύρισε από τα νερά της παρακείμενης αποστραγγιστικής τάφρου (λαγκάτσας) και του βόθρου διπλανής οικίας.
Μάλιστα, λόγω των συχνών βροχοπτώσεων, της σαθρότητας του εδάφους, της βαλτώδους περιοχής και της μικρής απόστασης του οικοπέδου από την αποστραγγιστική τάφρο, δεν καθίστατο δυνατή η διασφάλιση της υγρομόνωσης του υπογείου, με συνέπεια, με σύμφωνη γνώμη του μελετητή και του μηχανικού, να αποφασισθεί η μη κατασκευή του υπογείου, στην οποία συνήνεσε και ο εναγόμενος, αφού γνώριζε το πρόβλημα.
Για τον λόγο μάλιστα αυτόν αναθεωρήθηκε και η οικοδομική άδεια, εκδοθείσης τον Φεβρουάριο του 2010 της υπ' αριθ. …./2010 αναθεωρημένης άδειας οικοδομικών εργασιών της αρμόδιας Πολεοδομίας, που αναφερόταν σε τροποποιήσεις σε κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής (ήτοι κατάργηση υπογείων, λεβητοστασίου και νέα μελέτη θέρμανσης).
Επίσης, κατά τη θεμελίωση της οικοδομής, παρουσιάσθηκε πρόβλημα με βόθρο εξυπηρέτησης γειτονικού ακινήτου που βρισκόταν στο οικόπεδο ιδιοκτησίας του εναγόμενου, όπου θα κατασκευαζόταν το κτίριο ΔΥΟ, χρειάσθηκε δε o ενάγων να προβεί με δικές του δαπάνες σε πρόσθετες από τις προβλεπόμενες εργασίες εξυγίανσης του εδάφους, για να μπορέσει να θεμελιώσει την τελευταία οικοδομή.
Ο χρόνος που απαιτήθηκε για την εκτέλεση των ως άνω εργασιών και η αντίστοιχη καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος εργολάβου, ανήλθε σε σαράντα (40) περίπου ημέρες, σύμφωνα και με την κατάθεση του μάρτυρος του ενάγοντος. Επίσης τον Ιούνιο του 2009 ο εναγόμενος συμφώνησε με τον ενάγοντα να αγοράσει το υπ' αριθ.
Α-2 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου του κτιρίου ΔΥΟ, το οποίο είχε συμφωνηθεί να περιέλθει στον ενάγοντα ως εργολαβικό αντάλλαγμα. Προς τούτο συντάχθηκε το υπ' αριθ. …./9-6-2009 συμβόλαιο τροποποίησης της παραπάνω …./6-5-2008 πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας, με το οποίο ο ενάγων παραιτήθηκε του δικαιώματος μεταβίβασης από τον οικοπεδούχο εναγόμενο του ποσοστού που αντιστοιχούσε στην ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία, αντί του αναφερόμενου σ' αυτό τιμήματος και ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει αποπερατωμένη την οριζόντια αυτή ιδιοκτησία στον εναγόμενο μέχρι την 30-6-2009.
Ωστόσο περί τα τέλη Ιουνίου 2009 οι σχέσεις των διαδίκων διαταράχθηκαν, για το λόγο ότι ο εναγόμενος διαμαρτυρήθηκε στον ενάγοντα για το είδος των τούβλων που χρησιμοποίησε ο τελευταίος για την κατασκευή των εξωτερικών οπτοπλινθοδομών και των εσωτερικών τοιχωμάτων αυτών και συγκεκριμένα χρησιμοποίησε τούβλα διαστάσεων 30X13X9 και 30X13X17 cm (τουβλέτες) και όχι τούβλα διαστάσεων 12Χ9Χ19 cm, όπως είχε συμφωνηθεί.
Για τον λόγο μάλιστα αυτό ο εναγόμενος υπέβαλε στο Τεχνικό Επιμελητήριο ……… την υπ' αριθ. ……../26-8-2009 αίτησή του, με την οποία ζητούσε να ανατεθεί σε ειδικό μηχανικό - εμπειρογνώμονα να ελέγξει τους τοίχους των κτιρίων και να συντάξει σχετική πραγματογνωμοσύνη. Παράλληλα στις 1-9-2009 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 28-8-2009 εξώδικη πρόσκληση - διαμαρτυρία, με την οποία διαμαρτυρόταν για την κατασκευή των οριζόντιων ιδιοκτησιών του με τα παραπάνω τούβλα, καθώς και για διάφορες άλλες ελλείψεις και κακοτεχνίες που διαπίστωσε σ' αυτές, όπως έλλειψη πορτών και παραθύρων, ειδών υγιεινής, πλημμελή τοποθέτηση θερμοσιφώνων, πλήρως αδιαμόρφωτοι οι κοινόχρηστοι χώροι και καλούσε τον εναγόμενο να προβεί στην επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και συμπλήρωση των ελλείψεων, ώστε να του παραδοθούν άμεσα και πλήρως αποπερατωμένες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του....
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος στις 6-11-2009 κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 4-11-2009 εξώδικη πρόσκληση, με την οποία καλούσε τον τελευταίο να του παραδώσει άμεσα τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του, αποπερατωμένες, χωρίς κακοτεχνίες και ελλείψεις μαζί με τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους και αφού προηγουμένως έχει εξοφλήσει τα ασφαλιστικά Ταμεία, καθώς επίσης να του καταβάλει και το ποσό των 6.201 ευρώ ως ποινική ρήτρα λόγω καθυστέρησης στην παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, στις 15-1-2010 κοινοποίησε σ' αυτόν την από 14-1-2010 εξώδικη δήλωση, με την οποία καλούσε και πάλι τον ενάγοντα να ολοκληρώσει τις εργασίες αποπεράτωσης του έργου και να παραδώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του, ενώ στις 21-5-2010 κοινοποίησε σ' αυτόν την από 16-5-2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, με την οποία τον καλούσε, όπως, εντός μηνός, διορθώσει τις κακοτεχνίες, εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του στο ΙΚΑ και τη Δ.Ο.Υ.
και να του καταβάλει το ποσό που του οφείλει λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας από την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου. Το ίδιο ζήτησε και με την από 14-6-2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση, την οποία κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 17-6-2010, με την οποία τον καλούσε και πάλι, όπως εντός μηνός, αποπερατώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του με τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους χωρίς ελλείψεις και να του καταβάλει το ποσό που του οφείλει λόγω κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας από την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου.
Ο ενάγων στις ως άνω εξώδικες δηλώσεις - προσκλήσεις του εναγόμενου απάντησε μόνο στην τρίτη και την τέταρτη με επίσης εξώδικες δηλώσεις που κοινοποιήθηκαν στον εναγόμενο στις 15-1-2010 και 7-6-2010, με τις οποίες ισχυριζόταν ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες είχαν αποπερατωθεί. Όμως ο ενάγων δεν παρέδωσε πλήρως αποπερατωμένες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής του εναγόμενου μετά των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών εντός του συμφωνημένου χρόνου.
Για τον λόγο αυτόν ο εναγόμενος, αφού παρήλθε και η προθεσμία των δώδεκα (12) μηνών από τη λήξη της συμφωνημένης δωδεκαοκτάμηνης προθεσμίας εκτέλεσης του έργου δηλαδή συνολικά τριάντα (30) μήνες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας, κάνοντας χρήση του ανωτέρω συμβατικού δικαιώματός του, με την από 4-10-2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 5-10-2010, δήλωσε προς αυτόν ότι υπαναχωρεί από την υπ' αριθ. 12.871/2008 εργολαβική σύμβαση και ότι τον κηρύσσει έκπτωτο.
Η δήλωση αυτή του εναγόμενου περί κήρυξης του ενάγοντος εργολάβου έκπτωτου, αποτελεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, υπαναχώρηση, από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση. και είχε ως αποτέλεσμα τη λύση αυτής για το μέλλον ήτοι από τις 5-10-2010, οπότε επιδόθηκε η σχετική δήλωση στον ενάγοντα - εργολάβο.
Ακολούθως ο εναγόμενος άσκησε σε βάρος του ενάγοντος την από 3-12-2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία ζητούσε να του αποδοθεί η χρήση των οριζόντιων ιδιοκτησιών που του ανήκαν, κατά τη συζήτηση της οποίας, στις 16-3-2011, οι διάδικοι συμβιβάσθηκαν και συντάχθηκε το υπ' αριθ.
…/16-3-2011 πρακτικό συμβιβασμού, με το οποίο ο ενάγων δεσμεύτηκε να παραδώσει την κατοχή και τα κλειδιά των οριζόντιων ιδιόκτησιών, που αναφέρονται στην εργολαβική σύμβαση, πράγμα που συνέβη αυθημερόν ήτοι στις 16-3-2011. Ο ενάγων με την από 22-10-2010 πρώτη αγωγή του ισχυρίζεται ότι η ως άνω δήλωση υπαναχώρησης είναι άκυρη, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαναχώρησης του εργοδότη από τη σύμβαση, καθώς αυτός, παρά τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπισε τόσο κατά την εκσκαφή των θεμελίων, όσον και λόγω των καιρικών συνθηκών, είχε εκπληρώσει όλες τις βαρύνουσες αυτόν υποχρεώσεις και συγκεκριμένα είχε αποπερατώσει εμπρόθεσμα το έργο ήτοι εντός του Αυγούστου του 2009, εκτός από την τοποθέτηση του κουβούκλιου του ανελκυστήρα στο κτίριο ΕΝΑ, χωρίς ωστόσο να εξηγεί για ποιο λόγο δεν ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση του ανελκυστήρα.
Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο τις ανήκουσες σ' αυτόν οριζόντιες ιδιοκτησίες με τους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, υπό την αναφερόμενη... έννοια αυτής (παράδοσης) του άρθρου 694 ΑΚ, της περιέλευσης, δηλαδή, των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών, με οποιοδήποτε τρόπο, στη σφαίρα εξουσίασης του εναγόμενου, μέσα στη συμφωνημένη προθεσμία ήτοι μέχρι τις 4-8-2009 ή έστω μέχρι τις 14-9-2009 υπολογιζόμενης της, χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος, καθυστέρησης εκτέλεσης των σαράντα ημερών, αλλά ούτε και μέχρι την κήρυξη αυτού εκπτώτου.
Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι περί τα τέλη Αυγούστου του 2009 είχαν εκτελεσθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος τους οι ανωτέρω οικοδομές, οι οποίες, όμως, έφεραν διάφορες ελλείψεις, όπως αυτές περιγράφονται στις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον εναγόμενο τεχνικές εκθέσεις. Συγκεκριμένα στο κτίριο ΕΝΑ, όπου προβλέπονταν η κατασκευή ανελκυστήρα, δεν κατασκευάσθηκε αυτός, παρά μόνο η διάνοιξη του φρεατίου και αυτή πλημμελώς, καθώς το κατασκευασθέν φρεάτιο δεν φέρει το προβλεπόμενο από την οικοδομική άδεια και τη συγγραφή υποχρεώσεων βάθος, τα δε τοιχεία του (φρεατίου) δεν κατασκευάσθηκαν με σκυρόδεμα, όπως προβλεπόταν, αλλά με οπτοπλινθοδομές και δεν τοποθετήθηκε καθόλου το κουβούκλιο του ανελκυστήρα.
Επίσης δεν κατασκευάσθηκαν όλα τα περιμετρικά τοιχία, όπως αυτά προβλέπονταν στα εγκεκριμένα σχέδια τομών της οικοδομικής άδειας, καθώς στην πρασιά επί της οδού ... δεν κατασκευάσθηκε περιμετρικό τοιχίο για να διαχωρίζει τον χώρο πρασιάς της οικοδομής από την αποστραγγιστική τάφρο (λαγκάτσα) βάθους 1,50 περίπου μέτρου και δεν κατασκευάσθηκε περιμετρικός τοίχος περίφραξης του οικοπέδου επί της οδού ..., ενώ υπήρχαν διάφορες ελλείψεις στις οριζόντιες ιδιοκτησίες, όπως έλλειψη πορτών και παραθύρων, ειδών υγιεινής (λεκάνες τουαλέτας χωρίς καπάκι), πλημμελής τοποθέτηση θερμοσιφώνων, αδιαμόρφωτοι κοινόχρηστοι χώροι.
Επίσης, μετά την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας, που αναφέρθηκε παραπάνω, προβλεπόταν η κατάργηση των υπογείων και του λεβητοστασίου και η αλλαγή της θέρμανσης, ώστε αντί της κεντρικής θέρμανσης να γίνει εγκατάσταση κλιματιστικών, πλην όμως δεν τοποθετήθηκαν κλιματιστικά, αλλά εγκαταστάθηκε σύστημα κεντρικής θέρμανσης, το δε λεβητοστάσιο τοποθετήθηκε σε κοινόχρηστο χώρο στην πυλωτή των οικοδομών, γεγονότα που συνιστούν πολεοδομικές παραβάσεις.
Για το λόγο αυτό η ως άνω αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας ανακλήθηκε μερικώς όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον εναγόμενο με αριθ. πρωτ. ……./25-5-2011 απόφαση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ... έγγραφο. Οι ελλείψεις αυτές και πλημμέλειες στην εκτέλεση του έργου ναι μεν δεν θεμελιώνουν δικαίωμα του εναγόμενου οικοπεδούχου να αρνηθεί την παραλαβή των οριζόντιων ιδιοκτησιών του, καθώς δεν καθιστούν αυτό διαφορετικό από εκείνο που είχε συμφωνηθεί, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι το έργο αυτό έστω και με τις παραπάνω ελλείψεις και πλημμέλειες προσφέρθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επανειλημμένα κάλεσε τον ενάγοντα, με τις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις, να του παραδώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Μόνο μετά την άσκηση εκ μέρους του εναγόμενου της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος ο τελευταίος, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, παρέδωσε, στις 16-3-2011, τα κλειδιά των οριζόντιων ιδιοκτησιών στον εναγόμενο και συντάχθηκε το σχετικό πρακτικό συμβιβασμού.
Το γεγονός ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες δεν παραδόθηκαν εμπρόθεσμα στον εναγόμενο συνάγεται τόσον από τις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις προσκλήσεις του εναγόμενου προς τον ενάγοντα με τις οποίες τον καλούσε να του παραδώσει το έργο όσον και από την κατάθεση της μάρτυρος του εναγόμενου (συζύγου του), η οποία με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο κατέθεσε ότι ο ενάγων δεν τους παρέδιδε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, παρά την συνεχή όχληση του συζύγου της προς τούτο και ότι αυτός έθετε ως όρο για την παράδοσή τους την παραίτηση του εναγόμενου από τις αξιώσεις του λόγω πλημμελούς κατασκευής όρο που δεν αποδέχθηκε ο εναγόμενος.
Η κατάθεση δε αυτή δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, πολιτικού μηχανικού που είχε αναλάβει την επίβλεψη του έργου και ο οποίος κατέθεσε ότι το έργο αποπερατώθηκε το έτος 2010, χωρίς όμως να προσδιορίζει εάν αυτό παραδόθηκε στον εναγόμενο και πότε. Άλλωστε, εάν ο ενάγων προσέφερε τις οριζόντιες ιδιοκτησίες στον εναγόμενο και αυτός αρνούνταν να τις παραλάβει, θα έπρεπε, ενόψει και του γεγονότος ότι οι σχέσεις των διαδίκων είχαν ήδη διαταραχθεί, να τηρήσει την προβλεπόμενη στην εργολαβική σύμβαση (άρθρο 14) τυπική διαδικασία παράδοσης του έργου ήτοι να επιμεληθεί για τη σύνταξη σχετικού πρωτόκολλου παράδοσης και σε περίπτωση άρνησης του εναγόμενου να τις παραλάβει θα τον καλούσε εγγράφως και, εφόσον αυτός δεν προσέρχονταν για την παραλαβή εντός δέκα πέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης, θα θεωρούνταν ότι τις παρέλαβε ανεπιφύλακτα.
Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Αντίθετη κρίση δεν μπορεί να συναχθεί από το γεγονός ότι ο εναγόμενος τον Σεπτέμβριο του 2010 είχε βάλει αγγελία στην εφημερίδα προς πώληση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, αφού δεν ήταν απαραίτητο για την πώλησή τους η πλήρης αποπεράτωση και παράδοσή τους σ' αυτόν. Επίσης ούτε από το γεγονός ότι ο εναγόμενος στην με αριθμό κατάθεσης …./2-3-2012 αγωγή του κατά του νυν ενάγοντος ισχυρίσθηκε ότι τον Σεπτέμβριο του 2010 οι οριζόντιες ιδιοκτησίες είχαν αποπερατωθεί, έστω και με ελλείψεις και ότι θα μπορούσε έκτοτε να τις εκμισθώσει, προκύπτει ότι αυτές είχαν παραδοθεί στον ίδιο κατά τον ως άνω χρόνο, ενώ από το επικαλούμενο από 14-9-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που προσκομίζει ο ενάγων, σύμφωνα με το οποίο εκμισθώθηκε από αυτόν σε τρίτον ένα διαμέρισμα (γκαρσονιέρα), που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο στην επίδικη οικοδομή με χρόνο έναρξης την 1-10-2010, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι παραδόθηκαν εμπρόθεσμα οι οριζόντιες ιδιοκτησίες στον εναγόμενο, αφού το εκμισθωθέν διαμέρισμα ανήκει στον ενάγοντα και όχι στον εναγόμενο.
Επομένως, αφού αποδείχθηκε ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του εναγόμενου δεν παραδόθηκαν σ' αυτόν εντός της ταχθείσας δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, αλλά ούτε και κατά το διάστημα των 12 μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας των 18 μηνών, ο εναγόμενος νόμιμα άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση και στην κήρυξη του ενάγοντος εκπτώτου.
Συνεπώς δεν συντρέχει ο επικαλούμενος από τον ενάγοντα λόγος ακυρότητας της ως άνω από 4-10-2010 δήλωσης υπαναχώρησης αυτού από τη σύμβαση. Επίσης, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού του εναγόμενου ήταν καταχρηστική και συγκεκριμένα ότι ο εναγόμενος προέβη στην δήλωση αυτή με σκοπό να καταστρέψει οικονομικά και επαγγελματικά τον ενάγοντα, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται, αφού από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε κάτι τέτοιο.
Επομένως η από 22-10-2010 αγωγή κατά το πρώτο αίτημα αυτής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 4-10-2010 δήλωσης υπαναχώρησης είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Περαιτέρω, ενόψει του ότι συνέτρεχε ο λόγος συμβατικής υπαναχώρησης του εναγόμενου - οικοπεδούχο από την εργολαβική σύμβαση και αφού η άσκηση του δικαιώματός του αυτού επέφερε κατάργηση της εργολαβικής σύμβασης για το μέλλον ο εργολάβος ενάγων δεν μπορεί πλέον v' αξιώνει τη μεταβίβαση εκείνων των οριζόντιων ιδιοκτησιών (με τα ποσοστά συγκυριότητας τους στο έδαφος) που προορίζονταν για τον ίδιο ως εργολαβική του αμοιβή, για τις οποίες δεν καταρτίστηκαν οριστικές εμπράγματες συμβάσεις μεταβίβασης τους είτε στον ίδιο είτε σε τρίτους που αυτός θα υποδείκνυε.
Επομένως η ως άνω αγωγή ως προς το δεύτερο αίτημα αυτής είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί, ότι ο ενάγων έχει ήδη μεταβιβάσει, μετά την άσκηση της αγωγής, την υπό στοιχείο B-2 οριζόντια ιδιοκτησία, που βρίσκεται στο κτίριο ΕΝΑ, με το υπ' αριθ. 41792/2011 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...
Π. Κ. και συνεπώς το αίτημα της αγωγής περί καταδίκης σε δήλωση βούλησης του εναγόμενου για μεταβίβαση της εν λόγω οριζόντιας ιδιοκτησίας, κατέστη άνευ αντικειμένου. ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, κατά το μέρος που αφορά την από 22-10-2010 αγωγή, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη από 22-10-2010 αγωγή του αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε αυτός α) να αναγνωρισθεί ότι η από 4-10-2010 δήλωση υπαναχώρησης, στην οποία προέβη ο εναγόμενος, είναι άκυρη, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις υπαναχώρησης, και β) να καταδικασθεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως, με αντικείμενο τη μεταβίβαση στον ενάγοντα των εναπομενόντων ποσοστών του εργολαβικού ανταλλάγματός του μετά των αντίστοιχων ποσοστών επί του οικοπέδου, ως ουσία αβάσιμη.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 694, 361, 389, 390, 397 και 399 του ΑΚ, διότι, υπό τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων αυτών, δεδομένου ότι, κατά τις άνω σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης, μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση που ο εργολάβος δεν αποπερατώσει την οικοδομή και στο επόμενο δωδεκάμηνο από τη λήξη της ορισθείσης προθεσμίας των 18 μηνών, ο οικοπεδούχος είχε το δικαίωμα να τον κηρύξει έκπτωτο, ότι η ως άνω ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου επέχει θέση συμφώνου επιφύλαξης από τον οικοπεδούχο δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση και ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του εναγόμενου δεν παραδόθηκαν σ' αυτόν εντός της ταχθείσας δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, αλλά ούτε και κατά το διάστημα των 12 μηνών μετά τη λήξη της προθεσμίας των 18 μηνών, οπότε ο εναγόμενος νόμιμα άσκησε το συμβατικό του δικαίωμα υπαναχώρησης από τη σύμβαση και κήρυξης του ενάγοντος εκπτώτου, ανεξαρτήτως του αν οι αναφερόμενες ελλείψεις και κακοτεχνίες του έργου ήταν επουσιώδεις ή μη, αφού σημασία είχε εν προκειμένω η μη παράδοση του έργου έστω και με ελλείψεις και κακοτεχνίες.
Επ' αυτού ρητά δέχεται το Εφετείο ότι οι αναφερόμενες ελλείψεις και πλημμέλειες στην εκτέλεση του έργου ναι μεν δεν θεμελιώνουν δικαίωμα του εναγόμενου - οικοπεδούχου να αρνηθεί την παραλαβή των οριζόντιων ιδιοκτησιών του, καθώς δεν καθιστούν αυτό διαφορετικό από εκείνο που είχε συμφωνηθεί, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι το έργο αυτό έστω και με τις παραπάνω ελλείψεις και πλημμέλειες προσφέρθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει, αλλά αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επανειλημμένα κάλεσε τον ενάγοντα, με τις αναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις, να του παραδώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, αλλά αυτός δεν ανταποκρίθηκε και μόνο μετά την άσκηση εκ μέρους του εναγόμενου της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος του ενάγοντος ο τελευταίος παρέδωσε, στις 16-3-2011, τα κλειδιά των οριζόντιων ιδιοκτησιών στον εναγόμενο και συντάχθηκε το σχετικό πρακτικό συμβιβασμού.
Εφόσον, όμως, ο ενάγων δεν παρέδωσε το έργο μέσα στις ταχθείσες προθεσμίες, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του εναγομένου, νομίμως και εγκύρως άσκησε ο τελευταίος το επιφυλαχθέν με τη σύμβαση έργου δικαίωμα κηρύξεως εκπτώτου του ενάγοντος. Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της υπαναχώρησης του εναγόμενου από την επίδικη σύμβαση έργου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχεται το Εφετείο: α) ότι με το άρθρο 9 του ανωτέρω εργολαβικού συμβολαίου ο ενάγων - εργολάβος ήταν υποχρεωμένος, μέσα σε προθεσμία 18 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας να αποπερατώσει και παραδώσει έτοιμες προς χρήση στον εναγόμενο - οικοπεδούχο τις διακεκριμένες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής του, με τα κοινόχρηστα και κοινόκτητά τους μέρη, β) ότι με το άρθρο 11 του ίδιου εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση που ο εργολάβος δεν αποπερατώσει την οικοδομή και στο επόμενο δωδεκάμηνο από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας των 18 μηνών, ο οικοπεδούχος έχει το δικαίωμα να κηρύξει έκπτωτο τον εργολάβο, με απλή κοινοποίηση προς αυτόν εξώδικης δήλωσης, γ) ότι η ως άνω ρήτρα έκπτωσης του εργολάβου, επέχει θέση συμφώνου επιφύλαξης από τον οικοπεδούχο - εναγόμενο δικαιώματος υπαναχώρησης από τη σύμβαση, η άσκηση της οποίας συνεπάγεται την κατάργηση της σύμβασης για το μέλλον (ex nunc), από τη στιγμή της επίδοσης της δήλωσης αυτής στον εργολάβο και την απόσβεση όλων των εφεξής υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, δ) ότι ο ενάγων δεν παρέδωσε πλήρως αποπερατωμένες τις οριζόντιες ιδιοκτησίες της αντιπαροχής του εναγόμενου μετά των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών εντός του συμφωνημένου χρόνου, υπό την έννοια του άρθρου 694 ΑΚ, της περιέλευσης, δηλαδή, των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών, με οποιοδήποτε τρόπο, στη σφαίρα εξουσίασης του εναγόμενου, μέσα στη συμφωνημένη προθεσμία ήτοι μέχρι τις 4-8-2009 ή έστω μέχρι τις 14-9-2009 υπολογιζόμενης της, χωρίς υπαιτιότητα του ενάγοντος, καθυστέρησης εκτέλεσης των σαράντα ημερών, αλλά ούτε και μέχρι την κήρυξη αυτού εκπτώτου (5-10-2010), ε) ότι, ειδικότερα, οι αναφερόμενες ελλείψεις και πλημμέλειες στην εκτέλεση του έργου ναι μεν δεν θεμελιώνουν δικαίωμα του εναγόμενου -οικοπεδούχου να αρνηθεί την παραλαβή των οριζόντιων ιδιοκτησιών του, καθώς δεν καθιστούν αυτό διαφορετικό από εκείνο που είχε συμφωνηθεί, πλην όμως δεν αποδείχθηκε ότι το έργο αυτό έστω και με τις παραπάνω ελλείψεις και πλημμέλειες προσφέρθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο και αυτός αρνήθηκε να το παραλάβει, αλλά αντίθετα, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επανειλημμένα κάλεσε τον ενάγοντα, με τις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις και προσκλήσεις, να του παραδώσει τις οριζόντιες ιδιοκτησίες, χωρίς αυτός να ανταποκριθεί, στ) ότι για τον λόγο αυτόν ο εναγόμενος, αφού παρήλθε και η προθεσμία των 12 μηνών από τη λήξη της συμφωνημένης 18μηνης προθεσμίας εκτέλεσης του έργου, κάνοντας χρήση του ανωτέρω συμβατικού δικαιώματός του, με την από 4-10-2010 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση που επιδόθηκε στον ενάγοντα στις 5-10-2010, δήλωσε προς αυτόν ότι υπαναχωρεί από την υπ' αριθ.
…../2008 εργολαβική σύμβαση και ότι τον κηρύσσει έκπτωτο, ζ) ότι η δήλωση αυτή του εναγόμενου περί κήρυξης του ενάγοντος εργολάβου έκπτωτου, αποτελεί υπαναχώρηση, από την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση και είχε ως αποτέλεσμα τη λύση αυτής για το μέλλον, ήτοι από τις 5-10-2010, οπότε επιδόθηκε η σχετική δήλωση στον ενάγοντα - εργολάβο, η) ότι ενόψει αυτών δεν συντρέχει ο επικαλούμενος από τον ενάγοντα λόγος ακυρότητας της ως άνω από 4-10-2010 δήλωσης υπαναχώρησης του εναγομένου από τη σύμβαση, και θ) ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού του εναγόμενου δεν ήταν καταχρηστική, γιατί δεν προέβη σ' αυτήν με σκοπό να καταστρέψει οικονομικά και επαγγελματικά τον ενάγοντα.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, καθώς και ο τέταρτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 139/2021, ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΑΠ 194/2021, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1142/2019). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι τόσο στο πρωτόδικο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ισχυρίσθηκε, με τις προτάσεις του, ότι είχε παραδώσει τα κλειδιά όλων των διαμερισμάτων στον αντίδικό του το καλοκαίρι του 2009 και δη μερικών τον Ιούνιο 2009 και μερικών τον Αύγουστο 2009, χωρίς πρωτόκολλο παράδοσης, καλόπιστα, και ότι τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του, που κατέτεινε στην κατάλυση του ισχυρισμού του εναγόμενου ότι παρέλαβε τα διαμερίσματα την 16.3.2011, τον απέδειξε με τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε, πλην όμως το Εφετείο δεν δέχθηκε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό του, αλλά στηρίχθηκε μόνο στην κατάθεση της μάρτυρος του εναγόμενου, μη λαμβάνοντας υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφά του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον ο άνω ισχυρισμός του αναιρεσείοντος δεν είναι αυτοτελής, αλλά συνιστά (αιτιολογημένη) άρνηση του ισχυρισμού του εναγόμενου περί παραδόσεως των διαμερισμάτων την 16.3.2011, τον οποίο ο τελευταίος προέβαλε στο πλαίσιο των αρνητικών ισχυρισμών του, αμυνόμενος κατά της ένδικης αγωγής και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (βλ.
ΑΠ 769/2021, ΑΠ 663/2020, ΑΠ 947/2009). Σε κάθε δε περίπτωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο του άνω λόγου αλλά και τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν και δη ότι ο αναιρεσείων παρέδωσε τα κλειδιά των οριζόντιων ιδιοκτησιών στον αναιρεσίβλητο στις 16-3-2011 και όχι το καλοκαίρι του 2009.
Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο αναιρεσείων προσκόμισε νόμιμα με επίκληση για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί εμπρόθεσμης παράδοσης του έργου και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τα λεπτομερώς αναφερόμενα έγγραφα και δη:
α) το υπ' αριθ. ……./9.6.2009 συμβόλαιο τροποποίησης του συμβολαιογράφου ... Ι. Π., β) την από 28.8.2009 εξώδικο του εναγομένου προς αυτόν, γ) το υπ' αριθ. ……/17.9.2010 φύλλο της τοπικής εφημερίδας αγγελιών με την επωνυμία "Η. Ε." και δ) το υπ' αριθ. …../16.3.2011 πρακτικό συμβιβασμού του Ειρηνοδικείου ..., από τα οποία έγγραφα αποδεικνυόταν, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι το επίδικο έργο εκτελέσθηκε από αυτόν και παραδόθηκε εμπρόθεσμα στον αντίδικο, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου ρητή βεβαίωση, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που εκτέθηκαν παραπάνω, δεν γεννάται οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, κάνοντας μάλιστα και ειδική μνεία και αξιολόγηση καθενός τούτων.
Οι δε προβαλλόμενες περαιτέρω αιτιάσεις ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση, κρίνονται απαράδεκτες, καθόσον, με την επίκληση τους πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).
Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ` αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και κατά παραπομπή στο περιεχόμενο του δεύτερου λόγου, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, για να καταλήξει στην κρίση περί μη εμπροθέσμου παραδόσεως του έργου και περί εγκύρου υπαναχωρήσεως του αναιρεσίβλητου από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου, στηρίχθηκε αποκλειστικά στην κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσίβλητου και δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα από αυτόν και διαλαμβανόμενα αναλυτικά στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, δεχόμενο έτσι ως αληθή τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου περί μη εμπροθέσμου παραδόσεως του έργου.
Ωστόσο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του για το ως άνω ζήτημα σχημάτισε όχι χωρίς απόδειξη, αλλά αφού έλαβε υπόψη του τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Αν δε ήθελε θεωρηθεί ότι αληθώς με τον λόγο αυτό αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προεκτέθηκε κατά την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου, το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα άνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
Από τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, συνάγεται ότι ιδρύεται στην τελευταία αυτή περίπτωση λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).
Εξάλλου, στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445). Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ` άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα".
Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη, που δεσμευτικώς ορίζει γι` αυτό ο νόμος, και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 186/2023, ΑΠ 2/2022, ΑΠ 175/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αίτησης αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με την αποδεικτική δύναμη της μαρτυρικής κατάθεσης της συζύγου του αναιρεσιβλήτου (εναγομένου), σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει ο ίδιος, καθόσον η κατάθεση της συζύγου του εναγομένου έπρεπε να σταθμιστεί δεόντως, λόγω του προφανούς οφέλους που προσδοκούσε από την έκβαση της δίκης.
Σύμφωνα, όμως, με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προσέδωσε στη μαρτυρική κατάθεση της συζύγου του ενάγοντος αυξημένη αποδεικτική δύναμη, αλλά η κατάθεση αυτή εκτιμήθηκε ελεύθερα από το Εφετείο σε συνδυασμό και με τα λοιπά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα), που προσκόμισαν προς απόδειξη και ανταπόδειξη οι διάδικοι, χωρίς η απόδοση στην κατάθεση αυτή μεγαλύτερης βαρύτητας να ιδρύει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος και είναι απορριπτέος.
Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν πρέπει να ορισθεί, ελλείψει σχετικού αιτήματος του νικήσαντος διαδίκου, δηλαδή του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις, ενώ και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιούμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Ιανουαρίου 2019 αίτηση του Ι. Χ. του Ι., για αναίρεση της με αριθ. 297/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Οκτωβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ