Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and corrects reasoning while upholding the final judgment against the applicant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the applicant's appeal against the First Instance Court of Thessaloniki, ruling the appeal inadmissible due to lack of legal interest. The applicant argued the lower court erred in reasoning regarding a labor relationship, but the court found the substantive decision correct and binding. Consequently, the appeal was rejected, and the applicant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 578 KPolD; When the reasoning of a challenged decision is erroneous but the operative part is correct, the Supreme Court dismisses the appeal unless there is a legal interest to avoid a final judgment, in which case only the reasoning is corrected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1690/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή-Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστείδη Καζάκο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού της πρώην ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, 2)της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.), πρώην "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ Α.Ε. (ΝΕΡΙΤ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, και 3)Γ. Μ. του Γ., κατοίκου .... Το 1ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αλεξάνδρα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ο 3ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντιγόνη Κουρβισιάνου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2034/2016 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2887/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-3-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του τρίτου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ' αριθμ. 10826/15-12-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Αγγέλου Αγγελίδη προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τις 9-3-2021, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, λόγω της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων που αποφασίστηκε στο πλαίσιο των μέτρων για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 και ορίστηκε οίκοθεν εκ νέου, σύμφωνα με το άρθρο 83 § 2 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48 Α'/31-3-2021) σε συνδ.
με το άρθρο 568 § 2 ΚΠολΔ, για την παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη 2η των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΡΤ ΑΕ)" - πρώην "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΝΕΡΙΤ ΑΕ)". Κατά συνέπεια, εφόσον, σύμφωνα με τα πρακτικά, αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση (ΚΠολΔ 242 § 2 και 573 § 1), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.
Στο άρθρο 553 του ΚΠολΔ ορίζεται μεταξύ των άλλων ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, στο άρθρο 502 ότι δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας έχει και ο εφεσίβλητος, εφόσον δικάστηκε ερήμην, στο δε άρθρο 503 του ίδιου ΚΠολΔ ότι η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες αν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και εξήντα ημέρες αν είναι άγνωστης διαμονής ή διαμένει στο εξωτερικό, και αρχίζει σε όλες τις περιπτώσεις, από την επίδοση της απόφασης (με ειδικότερη αναφορά της δημοσίευσης, κατά το άρθρο 135 § 1, της περίληψης της εκθέσεως επιδόσεως για τα πρόσωπα άγνωστης διαμονής ή που διαμένουν στο εξωτερικό).
Τέλος κατά το άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, με την αναίρεση, και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι αν ο εφεσίβλητος, ενάγων ή εναγόμενος, δικάστηκε ερήμην, δικαιούμενος έτσι να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης του Εφετείου, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να προσβληθεί με αίτηση αναίρεσης ενόσω διαρκεί η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία και δεν αρχίζει πριν από την επίδοση της απόφασης.
Η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα τη δυνατότητα άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρ. 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με εκείνη του άρθρου 513 § 1 εδ.
β' περ. β ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αφότου έπαυσε να είναι προσβλητή με ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης είτε διότι ο δικαιούμενος στην άσκησή της (ερημοδικασθείς) διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή από το σχετικό δικαίωμα, καθόσον έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 553 § 1β ΚΠολΔ (ΑΠ 247/2021, 14/2014, 439/2012, 1466/2010, 1428/2008).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση ερήμην εφετειακής απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Αν, η τελεσιδικία, δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται (με την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσης, παραίτησης) η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 967/2021, 528/2020, 801/2017, 2199/2013). Εξάλλου, για να θεωρηθεί ότι η απόφαση έχει εκδοθεί ερήμην αρκεί το γεγονός ότι κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανίστηκε ο ένας από τους διαδίκους ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο (άρθ. 271 § 1 ΚΠολΔ) και όχι μόνο όταν στηρίζεται στις ειδικές συνέπειες της ερημοδικίας, δηλαδή στο τεκμήριο ομολογίας.
Η απόφαση δε αυτή εξακολουθεί να είναι ερήμην έστω και αν, παρά την ερημοδικία του εφεσιβλήτου (εναγομένου), το Εφετείο, δικάζοντας ως να ήταν και αυτός παρών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 524 §§ 1 και 4 ΚΠολΔ, απορρίπτει την έφεση του κατ' αντιμωλία δικαζόμενου εκκαλούντος (ενάγοντος) και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση δέχεται μερικώς ή ολικώς την αγωγή τούτου.
Διαφορετικό είναι το ζήτημα της ύπαρξης ή μη έννομου συμφέροντος του ερημοδικασθέντος προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, το οποίο δεν μπορεί να αποκλεισθεί εκ του ότι η έφεση του ενάγοντος έχει απορριφθεί κατ' ουσίαν, όταν η αγωγή του έχει γίνει δεκτή πρωτοδίκως (μερικώς ή ολικώς), δεδομένου, ότι ο ερήμην δικασθείς έχει κατ' αρχήν έννομο συμφέρον για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, την ύπαρξη ή μη του οποίου για το παραδεκτό ή μη της αναίρεσης δεν ερευνά ο Άρειος Πάγος.
Το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη (ΟλομΑΠ 15/2001, ΑΠ 247/2021, 965/2017).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 § 1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 367/2014, 2199/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 6-3-2019 και με αριθ. κατάθεσης 787/92/7-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2887/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο συνεκδικάζοντας α) τη με αρ. καταθ. 1534/14-7-2016 έφεση και τους με αρ. καταθ. 21131/2452/2017 πρόσθετους λόγους του Γ. Μ. κατά του Σ. Χ. αντιμωλία, β) τη με αριθ. καταθ. 1549/15-7-2016 έφεση του Σ. Χ. κατά των 1. Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού της πρώην ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της, 2.
Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΡΤ ΑΕ)" - πρώην "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΝΕΡΙΤ ΑΕ)", 3. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ" η οποία τελεί υπό ειδική εκκαθάριση (μη διάδικο κατά την παρούσα αναιρετική δίκη) και 4.
Γ. Μ., ερήμην των 2ης και 3ης των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών και γ) τη με αριθ. καταθ. 1967/6-9-2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και τον Ειδικό Διαχειριστή Στοιχείων Ενεργητικού και Παθητικού της πρώην ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της κατά του Σ. Χ. αντιμωλία, κατά της υπ' αριθ. 2034/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δίκασε με ωσεί παρούσες τις απούσες 2η και 3η των εφεσιβλήτων, οι οποίες δεν παραστάθηκαν αν και κλητεύθηκαν στη συζήτηση εκείνη νόμιμα και εμπρόθεσμα, όρισε το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας για τις εφεσίβλητες αυτές, δέχθηκε την έφεση του Σ.
Χ. τυπικά και την απέρριψε κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση η οποία είχε δεχθεί εν μέρει τη με αριθ. καταθ. 22139/9-9-2013 αγωγή του Σ. Χ. (αναιρεσείοντος) κατ' αποδοχή των λοιπών δύο εφέσεων και των προσθέτων λόγων έφεσης και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε όπως προσδιορίζει.
Η ως άνω ερήμην απόφαση του Εφετείου μεταξύ του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος και της δεύτερης των εφεσιβλήτων-αναιρεσιβλήτων ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (ΕΡΤ ΑΕ)" - πρώην "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΕ (ΝΕΡΙΤ ΑΕ)" υπόκειται από την έκδοσή της σε ανακοπή ερημοδικίας και η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής εμποδίζει την άσκηση αναίρεσης κατ' αυτής.
Όμως, για το παραδεκτό της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι επέδωσε την εφετειακή απόφαση στην ερημοδικασθείσα και ότι κατά το χρόνο της άσκησης της αναίρεσης, δεν είχε ασκηθεί κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ανακοπή ερημοδικίας από αυτή, είτε διότι η απόφαση επιδόθηκε στην ερημοδικασθείσα και έχει παρέλθει άπρακτη η σχετική προθεσμία για την άσκησή της, είτε διότι η ερημοδικασθείσα είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ούτε προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα η έκθεση επιδόσεως της εφετειακής απόφασης προς αυτήν (ερημοδικασθείσα) και σχετικό πιστοποιητικό του αρμοδίου γραμματέα περί μη άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου.
Αναφέρει μόνο στις προτάσεις του, της παρούσας συζήτησης, ότι "επικαλούμαι και προσκομίζω επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με την επ' αυτού επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, από την οποία αποδεικνύεται η προαναφερόμενη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης σε εμένα στις 5-2-2019 από τον Γ.
Μ.". Ενόψει τούτων και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, εφόσον δεν προκύπτει (με την προσκομιδή αποδεικτικών επίδοσης, παραίτησης), ούτε άλλωστε ο αναιρεσείων επικαλείται τελεσιδικία της αναιρεσιβαλλόμενης υπ' αριθμ. 2887/2018 απόφασης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, που η απόφαση αυτή εκδόθηκε ερήμην και τυγχάνει απλή ομόδικος των λοιπών αναιρεσιβλήτων.
Γι' αυτό, ως προς αυτήν (δεύτερη αναιρεσίβλητη) η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη και πρέπει και αυτεπαγγέλτως να απορριφθεί. Λόγω δε της απουσίας της αναιρεσίβλητης αυτής (2ης) δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής της δαπάνης.
Έναντι των λοιπών αναιρεσιβλήτων (1ου και 3ου), η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 1, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Με τη με αριθ. καταθ. 22139/9-9-2013 αγωγή του, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων ιστορούσε ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων αρχικά έργου και στη συνέχεια εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που όλες όμως υπέκρυπταν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολήθηκε στην ΕΡΤ 3, στο Τμήμα Πωλήσεων-Διαφήμισης και Προβολής αυτής, από την 1.1.1995 έως και την 11.6.2013, οπότε η ΕΡΤ ΑΕ καταργήθηκε με την Οικ.02/11.6.2013 Κοινή Υπουργική Απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου σ' αυτήν προσωπικού.
Ότι επήλθε μεταβίβαση της επιχείρησης της ΕΡΤ ΑΕ, αρχικά στο πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο (Ελληνικό Δημόσιο) και στη συνέχεια, στις 26.7.2013, στη δεύτερη εναγομένη ΝΕΡΙΤ ΑΕ, η οποία ιδρύθηκε με το ν. 4173/2013. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, που έλαβε χώρα δυνάμει της προαναφερόμενης ΚΥΑ, είναι άκυρη για τους λόγους που ειδικότερα αναφέρει.
Ζητούσε δε, κατόπιν περιορισμού μερικών αιτημάτων σε εντόκως αναγνωριστικά από καταψηφιστικά, κατά της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου συζήτηση, με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, α) να αναγνωριστεί ότι με την ΕΡΤ ΑΕ τον συνέδεε μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ex lege λύσης της σχέσης εργασίας του, γ) να αναγνωριστεί ότι η εργασιακή ή συμβατική του σχέση συνεχίστηκε και εξακολουθούσε αμετάβλητη και υπό τους διάδοχους φορείς και ειδικότερα, αρχικά με το Ελληνικό Δημόσιο και στη συνέχεια με τη ΝΕΡΙΤ, δ) να υποχρεωθούν το πρώτο, η δεύτερη και ο τέταρτος των εναγομένων (ως ειδικός διαχειριστής δυνάμει της υπ' αριθμ.
Οικ.2/11-6-2013 ΚΥΑ) να τον απασχολούν πραγματικά στη θέση που κατείχε πριν την απόλυσή του, ή σε άλλη ανάλογη αυτής, με την απειλή σε βάρος τους χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης σε βάρος του τετάρτου, ε) να υποχρεωθούν οι τρεις πρώτοι των εναγομένων, να του καταβάλλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, το συνολικό ποσό των 11.200 € για μη καταβληθέντες δεδουλευμένους μισθούς από 1.3.2013 έως και 11.6.2013, εντόκως, κυρίως με βάση της σύμβαση εργασίας του, επικουρικά δε για την περίπτωση που θα κρινόταν άκυρη, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, και στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των τριών πρώτων εκ των εναγομένων να του καταβάλουν: 1) το ποσό των 12.800 € ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια 50 ημερών, εντόκως, 2) το συνολικό ποσό των 59.200 € ως μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 11.6.2013 έως και 31.12.2014, εντόκως, και 3) επικουρικά, για την περίπτωση που θα κρινόταν έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, το ποσό των 52.266,62 € ως αποζημίωση απόλυσης, ή, επικουρικότερα, το ποσό των 40.400 €, εντόκως, 4) ομοίως επικουρικά, για την περίπτωση που θα κρινόταν ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν ορισμένου χρόνου, το ποσό των 38.400 €, ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα των 12 μηνών διάρκειας της σύμβασης (ήτοι από 1-6-2013 έως 31-5-2014), εντόκως και 5) το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο δέχθηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει τα εξής: "Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 της Οικ.02/11.6.2013 (ΦΕΚ Β' 1414/11-6-2013) Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, με τίτλο "Κατάργηση της δημόσιας επιχείρησης "Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ-ΑΕ)" που εκδόθηκε κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 14β του ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (Δ.Ε.Κ.Ο.)", όπως αυτό τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της § 8 του άρθρου 1 της από 31.12.2011 πράξης νομοθετικού περιεχομένου κυρωθείσας με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 της από 10.6.2013 πράξης νομοθετικού περιεχομένου "Τροποποίηση των διατάξεων του άρθρου 14β του ν. 3429/2005" (Α' 139), ορίζονται τα ακόλουθα: "1.
Η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ-ΑΕ), που ιδρύθηκε με τον ν. 1730/1987 (Α' 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται. Επίσης, καταργούνται οι θυγατρικές εταιρείες που έχουν συσταθεί από την ΕΡΤ-ΑΕ. 2. Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ-ΑΕ και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος της 11ης Ιουνίου 2013 και έως τη σύσταση νέου φορέα" (άρθρο 1). "1.
Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της, περιλαμβανόμενων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. 2.
Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο" (άρθρο 2). "1. Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της ΕΡΤ-ΑΕ και των θυγατρικών εταιρειών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας.
Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής συμβάσεως εργασίας. 2. Το προσωπικό της προηγούμενης παραγράφου δικαιούται την νόμιμη κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, αποζημίωση" (άρθρο 3). Η παραπάνω ΚΥΑ κατά τα μέρη αυτής, με τα οποία ορίζει ότι α) καταργείται η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (ΕΡΤ ΑΕ) και οι θυγατρικές της (άρθρο 1 § 1) και ότι β) από 11.6.2013 διακόπτεται η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστοτόπων, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ ΑΕ και των θυγατρικών της (άρθρο 1 § 2), συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη, δεδομένου ότι με τις ρυθμίσεις αυτές καταργείται και παύει να λειτουργεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο κράτος και του έχει ανατεθεί η παροχή της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας.
Η ίδια ΚΥΑ, όμως, συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και κατά το μέρος της με το οποίο ορίζει ότι από τη δημοσίευσή της λύονται οι συμβάσεις εργασίας του με οποιοδήποτε τρόπο απασχολούμενου στην ΕΡΤ ΑΕ και στις θυγατρικές της προσωπικού (άρθρο 3 § 1, εδ. α'), διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μονομερή επέμβαση στις ανωτέρω συμβατικές σχέσεις απολύτως συναρτώμενη με τις υπό στοιχεία α' και β' ρυθμίσεις της ίδιας πράξης, όπως έκρινε η ΟλομΣτΕ 1901/2014.
Επομένως σε ό,τι αφορά τις διαφορές που ανακύπτουν από τις συνέπειες του κύρους της ανωτέρω διοικητικής πράξης που έλυσε τις υφιστάμενες σχέσεις εργασίας (ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δυνάμει έγκυρης ή άκυρης σύμβασης) και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση του εργοδότη και των φερόμενων ως διαδόχων του για αποδοχή των παρεχόμενων υπηρεσιών των εργαζομένων και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, δικαιοδοσία έχουν τα διοικητικά δικαστήρια, ανεξάρτητα από τις νομικές διατάξεις στις οποίες επιχειρείται να στοιχειοθετηθεί η ακυρότητα της απόλυσης, αφού η γενεσιουργός αιτία αυτής καθεαυτής της λύσης εργασίας συνιστά διοικητική πράξη, τα άμεσα αποτελέσματα της οποίας δεν μπορούν να ελεγχθούν από τα πολιτικά δικαστήρια ούτε παρεμπιπτόντως.
Κατά το μέρος, όμως, που με την κρινόμενη αγωγή επιδιώκεται η καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών ή επιδομάτων, ή αποζημίωση απόλυσης κλπ, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, καθώς αποφαίνονται για σχέση που ρυθμιζόταν, και ως προς την αποζημίωση απόλυσης εξακολουθεί να ρυθμίζεται, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου. [...] Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστήριου, όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, ακόμη και αν δεν πληρούν τις διατάξεις του νόμου, ως αποδεικτικά μέσα, αποδείχθησαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:
Η ΕΡΤ 3, η οποία αποτελούσε αυτόνομο τμήμα της ΕΡΤ ΑΕ, για να καλύψει τις ανάγκες της στο τμήμα διαφήμισης, απασχόλησε τον ενάγοντα (ήδη αναιρεσείοντα), αρχικά δυνάμει συμβάσεων έργου και στη συνέχεια δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: α) δυνάμει συμβάσεων έργου που έφεραν όλες τον τίτλο "Ειδικοί όροι ατομικής σύμβασης και δήλωσης αποδοχής των γενικών όρων παροχής έργου εκ μέρους εξωτερικών συνεργατών εκπομπής":
Από 1/1 έως 31/1/1995, από 1/2 έως 31/3/1995, από 1/4 έως 30/6/1995, από 1/7 έως 30/9/1995, από 1/10 έως 31/12/1995, από 1/1 έως 31/3/1996, από 1/4 έως 30/6/1996, από 1/7 έως 30/9/1996, από 1/10 έως 31/12/1996, από 1/1 έως 31/3/1997, από 1/4 έως 30/9/1997, από 1/10 έως 31/12-1997, από 1/11 έως 31/12/1997, β) δυνάμει συμβάσεων έργου που έφεραν όλες τον τίτλο "Ειδικοί όροι της ατομικής σύμβασης μίσθωσης έργου εξωτερικού συνεργάτη προγράμματος της ΕΡΤ ΑΕ" για τα χρονικά διαστήματα:
από 01/01 έως 30/6/1998, από 1/7 έως 30/9/1998, από 1/10 έως 30/11/1998, από 1/12/1998 έως 30/6/1999, γ) δυνάμει συμβάσεων που έφεραν όλες τον τίτλο "Συμβάσεις έργου πωλητή διαφημίσεων, χορηγιών και προβολής τοπικού ραδιοφωνικού σταθμού-τηλεόρασης": από 1/7/1999 έως 31-12-1999, από 1/1/2000 έως 29-2-2000, από 1/3/2000 έως 30-6-2000, από 1/7/2000 έως 30-8-2000, από 1/9/2000 έως 30-9-2000, από 2/10/2000 έως 30-12-2000, από 2/1/2001 έως 31-3-2001, δ) δυνάμει συμβάσεων που έφεραν όλες τον τίτλο "Συμβάσεις μίσθωσης έργου εξωτερικού συνεργάτη εκπομπής" από 2/4/2001 έως 30-4-2001, από 2/5/2001 έως 30-6-2001, από 2/7/2001 έως 31-8-2001, από 3/9/2001 έως 31-12-2001, ε) δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που έφεραν όλες τον τίτλο "Σύμβαση εργασίας προσωπικού ειδικών θέσεων", με την από 22/2/2002 σύμβαση εργάστηκε από 1-1-2002 έως 31-12-2002.
Με τις με ημερομηνίες από 20/1/2003, 7/1/2004, 3/1/2005, 15-12-2005, 23-3-2007, 5-9-2008, 4-9-2009 "Πρόσθετες Πράξεις (Ανανέωση σύμβασης εργασίας Προσωπικού Ειδικών Θέσεων της ΕΡΤ ΑΕ/ΕΡΤ-3)" ανανεωνόταν η ετήσια διάρκεια της κάθε σύμβασής του για ένα ακόμη έτος, από 1 Ιανουαρίου έως 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, στ) δυνάμει της από 21-3-2011 "Σύμβασης Εργασίας Ειδικού Συμβούλου της ΕΡΤ ΑΕ/ΕΡΤ-3", η διάρκεια της οποίας ανανεώθηκε με την από 01/01/2012 "Πρόσθετη Πράξη" μέχρι 31.12.2012, καθώς και την από 30.03.2012 "Σύμβαση Εργασίας Προσωπικού Ειδικών Θέσεων", η οποία αντικατέστησε την ως άνω "Πρόσθετη Πράξη" και έληγε στις 28/2/2013.
Έκτοτε δεν υπεγράφη άλλη σύμβαση μεταξύ της ΕΡΤ ΑΕ και του ενάγοντος. Τούτο αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση του μάρτυρος, ο οποίος καταλήγει στο τέλος της κατάθεσής του να δηλώνει ότι νομίζει πως δεν υπογράφηκε η τελευταία σύμβαση του ενάγοντος αφενός και από την απουσία έγγραφης σύμβασης αφετέρου.
Περαιτέρω απόδειξη συνιστά η από 21.5.2013 γνωστοποίηση του Γενικού Διευθυντή της ΕΡΤ3 Κ. Μ. προς τον ΟΑΕΔ, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι δεν ολοκληρώθηκε η πρόσληψη του Σ. Χ.. Για το λόγο αυτό εξάλλου δεν καταβλήθηκαν από την 1.3.2013 στον ενάγοντα αποδοχές και η από 1.3.2013 εισήγηση του ως άνω Γενικού Διευθυντή προς τον Πρόεδρο του ΔΣ της ΕΡΤ Α.Ε.
να αποκτήσει ο ενάγων την ιδιότητα του Ειδικού Συμβούλου, για ένα ακόμη έτος, δεν έγινε δεκτή με αντίστοιχη απόφαση του ΔΣ. Τη μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ο ενάγων δεν την προσέβαλε, εάν ήθελε κριθεί ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για άτυπη καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955.
Συνακόλουθα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο ενεργής σύμβαση ή έστω σχέση εργασίας κατά το χρόνο κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ, δεν υφίστατο αντίστοιχο δικαίωμα του εκκαλούντος-ενάγοντος για λήψη αποζημίωσης [...]. Τέλος, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών-ενάγων δεν έλαβε αποζημίωση αδείας κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή έτη.
Αντιθέτως από τις αλλεπάλληλες προσκομιζόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου αποδεικνύεται ότι ακόμη και αν αυτές καταρτίζονταν με σκοπό την καταστρατήγηση του κανονισμού της ΕΡΤ Α.Ε, ως προς τις προσλήψεις πέραν του αριθμού των οργανικών της θέσεων, λαμβανόταν πρόνοια ώστε να μη καταστρατηγούνται τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων, με αποτέλεσμα αυτές να συνάπτονται έναντι ιδιαίτερα υψηλών αποδοχών, όπως και στην περίπτωση του ενάγοντος που με μόνο τυπικό προσόν το απολυτήριο μέσης εκπαιδεύσεως αμειβόταν με μισθό 3.200 ευρώ μηνιαίως".
Και με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, δέχθηκε τις εφέσεις των αντιδίκων του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (εκκαλουμένη) και απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της.
Με το άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα διοικητικά δικαστήρια ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας όπως ο νόμος ορίζει.
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 § 2 του ν. 1406/1983 ορίζεται ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφέρονται στην εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά, εκτός άλλων, και στις διοικητικές συμβάσεις. Διοικητικές συμβάσεις είναι εκείνες, στις οποίες ένα τουλάχιστον από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ) έχουν αντικείμενο σχετικό με την λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας ή εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και προσθέτως η κατάρτιση και εκτέλεσή τους διέπεται, έστω και εν μέρει, από κανόνες ιδιωτικού δικαίου ή περιέχουν νόμιμους όρους που εξασφαλίζουν υπέρ του συμβαλλομένου Δημοσίου (ή ΝΠΔΔ) δυνατότητες μονομερούς επέμβασης ή εξαιρετικό συμβατικό καθεστώς.
Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια. Δεν είναι άρα διοικητικές διαφορές ουσίες αλλά ιδιωτικές εκείνες που αναφύονται από συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες συνάπτονται μεν με το Δημόσιο (ή ΝΠΔΔ), ανήκουν όμως από τη φύση τους στο ιδιωτικό δίκαιο και ρυθμίζονται από αυτό, εφόσον δεν υπάγονται σε εξαιρετικό νομοθετικό καθεστώς.
Συνεπώς, διαφορές από τέτοιες συμβάσεις ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΠ 475/2018, 1325/2010). Περαιτέρω, κατ' άρθρο 197 § 1 ΚΔιοικΔ οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων παράγουν δεδικασμένο που δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το ουσιαστικό ή δικονομικό διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε, με αυτές, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με αυτές έγινε δεκτό.
Δεν καλύπτονται συνεπώς τα πλεοναστικώς κριθέντα (ΑΕΔ 18/2005) ή τα κριθέντα παρεμπιπτόντως. Έτσι οι αποφάσεις του ΣτΕ και των διοικητικών δικαστηρίων, αν καταστούν απρόσβλητες, δημιουργούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο δεσμευτικό για τα πολιτικά δικαστήρια, μόνον επί του διοικητικής φύσεως ζητήματος που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως προς θεμελίωση της κρίσης του σχετικά με το κύρος της διοικητικής πράξης (ΟλομΑΠ 39/1988, ΑΠ 302/2011), δεν αποτελούν δε δεδικασμένο ως προς τα ζητήματα ιδιωτικού δικαίου που παρεμπιπτόντως εξετάσθηκαν, για τα οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια κατ' άρθρα 1 και 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1230/2022, 20/2020, 552/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο ότι η επίδικη διαφορά εν μέρει και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση των αναιρεσιβλήτων για αποδοχή των παρεχόμενων υπηρεσιών του αναιρεσείοντος και την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, πρόκειται για διοικητική διαφορά ουσίας υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια και όχι για ιδιωτική αφού δεν αφορά έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου, με συνέπεια η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος τούτο, να είναι απορριπτέα λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, έσφαλε διότι ναι μεν το προδικαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης, ήτοι το κύρος της πράξης με την οποία καταργήθηκε η ΕΡΤ ΑΕ (ΚΥΑ Οικ.02/11-6-2013) κρίθηκε ήδη δυνάμει της υπ' αριθ. 1901/2014 αποφάσεως της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πλην όμως το κύριο ζήτημα της παρούσας δίκης που αφορά τις τυχόν συνέπειες από ενδεχόμενη υπερημερία του εργοδότη κατά την εκτέλεση της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, έχει αναμφιβόλως χαρακτήρα ιδιωτικής διαφοράς που υπάγεται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.
Το ανωτέρω σφάλμα προβάλλεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, προσάπτοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (δεδομένου ότι όταν το δικαστήριο της ουσίας, αν και έχει δικαιοδοσία για έρευνα της αγωγής, την απορρίπτει λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, βλ.
ΟλομΑΠ 2/1999, 4/1992), περί των συνεπειών της οποίας το παρόν Δικαστήριο επιφυλάσσεται, προκειμένου να ερευνηθούν και οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλομΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996).
Δεν αποτελούν "πράγματα" η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν "αυτοτέλεια" (ΟλομΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 625, 701/2008). Δεν ιδρύεται όμως ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εν του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτό που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν διέλαβε κρίση ως προς τον ισχυρισμό του ότι η σύμβασή του είχε το χαρακτήρα αορίστου χρόνου και ότι ισχυρισμός πως η μεταξύ αυτού και της ΕΡΤ ΑΕ αορίστου χρόνου σύμβαση λύθηκε με καταγγελία της ΕΡΤ στις 28-2-2013 δεν προβλήθηκε ούτε τέθηκε ζήτημα αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1955.
Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε, κατόπιν της προβολής σχετικού λόγου εφέσεως από το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο και εκτίμηση των αποδείξεων ότι οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας του αναιρεσείοντος με την ΕΡΤ ΑΕ ήταν ορισμένου χρόνου και έληξαν στις 28-2-2013, ότι έκτοτε δεν υπεγράφη άλλη σύμβαση μεταξύ της ΕΡΤ και του αναιρεσείοντος, ούτε καταβλήθηκαν στον αναιρεσείοντα αποδοχές και δεν υφίστατο ενεργής σύμβαση ή έστω σχέση εργασίας του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ (11-6-2013), θετική προϋπόθεση επί της οποίας ερείδονται όλες οι αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος.
Κατέληξε δε σε τούτο, εκτιμώντας (μεταξύ των άλλων) και το ότι τη μη ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου που έληξε στις 28-2-2013, ο ενάγων δεν την προσέβαλε, εάν ήθελε κριθεί ότι επρόκειτο στην πραγματικότητα για άτυπη καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας του, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1955.
Επομένως, αβάσιμα ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν διέλαβε κρίση ως προς τον ισχυρισμό του ότι η σύμβασή του είχε το χαρακτήρα αορίστου χρόνου και αλυσιτελώς ισχυρίζεται ότι ουδείς των διαδίκων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η μεταξύ αυτού και της ΕΡΤ ΑΕ σύμβαση λύθηκε με καταγγελία της ΕΡΤ (στις 28-2-2013), καθότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση του αναιρεσείοντος είχε τον χαρακτήρα αορίστου χρόνου, εκ του πράγματος, με το να δεχθεί ότι η τελευταία ορισμένου χρόνου σύμβαση έληξε με την πάροδο της συμφωνηθείσας διάρκειας στις 28-2-2013, χωρίς να ανανεωθεί, ενώ η αναφορά της προσβαλλομένης στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 § 1 του ν. 3198/1955 έγινε προς επίρρωση του άνω αποδεικτικού της πορίσματος και ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αίτησης πρέπει να απορριφθεί το μεν ως αβάσιμος, το δε ως απαράδεκτος κατά το μέρος που πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας περί τούτου κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστήριου (ΚΠολΔ 561 § 1), όπως προσδιορίζεται πιο πάνω.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, αν υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας (ΟλομΑΠ 1/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης εκ των αριθμών 8, 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον νομίμως προταθέντα ισχυρισμό του ότι στις 23.5.2013 είχε καταρτίσει νέα έγγραφη διαδοχική σύμβαση ορισμένου χρόνου με την καταργηθείσα ΕΡΤ, η οποία ήταν ενεργή στις 11.6.2013, καθώς και ότι παρείχε στην πράξη αδιαλείπτως την εργασία του στην τότε ΕΡΤ από τη λήξη της προηγούμενης σύμβασής του στις 28.2.2013 μέχρι και τις 11.6.2013. Ο λόγος αυτός πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Εφετείου για τα πραγματικά περιστατικά και την εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων από όλους τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση ρητά διαλαμβάνει κρίση περί μη κατάρτισης νέας σύμβασης μετά την 28-2-2013, καθώς απεφάνθη ότι "έκτοτε δεν υπεγράφη άλλη σύμβαση μεταξύ της ΕΡΤ ΑΕ και του ενάγοντος". Επομένως, ο λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες για την απόρριψη των αγωγικών αιτημάτων του για καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών της χρονικής περιόδου από 1.3.2013 έως και 11.6.2013, καθώς και για την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.
Το δίκασαν Εφετείο δέχθηκε ότι μετά την 28.2.2013 (ημερομηνία λήξης της διάρκειας της τελευταίας σύμβασης ορισμένου χρόνου του αναιρεσείοντος με την ΕΡΤ ΑΕ), δεν υπεγράφη άλλη σύμβαση, ότι για το λόγο αυτό δεν καταβλήθηκαν αποδοχές και ότι εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο ενεργής σύμβαση ή έστω σχέση εργασίας κατά το χρόνο κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ δεν υφίστατο αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος για λήψη δεδουλευμένων και αποζημίωσης.
Ως προς την ανωτέρω κρίση της η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαθέτει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, με την κρίση της ότι δεν υφίστατο κατά το χρόνο κατάργησης της ΕΡΤ ούτε απλή σχέση εργασίας, καθίσταται σαφές ότι ο αναιρεσείων δεν εργαζόταν, κρίση που ενισχύεται και από την αιτιολογία που επίσης παραθέτει ότι επειδή δεν ολοκληρώθηκε η πρόσληψη (επαναπρόσληψη) του αναιρεσείοντος δεν του καταβλήθηκαν αποδοχές μετά την 1-3-2013.
Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων είναι αβάσιμα και ο λόγος αναίρεσης αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλομΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι, δηλαδή με τις προτάσεις, οι οποίες στο Εφετείο, αν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ, κατατίθενται κατά το άρθρο 524 § 1 εδ. β' ΚΠολΔ έως την έναρξη της συζήτησης.
Συνεπώς μέχρι τότε μπορούν να προσκομίζονται και τα επικαλούμενα με τις προτάσεις έγγραφα, ενώ στη συνέχεια και έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση κατατίθεται η τυχόν προσθήκη στις προτάσεις, με την οποία σχολιάζονται από τους διαδίκους οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις μόνο για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών που παραδεκτά προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά, εφόσον δεν περιέχονται στις προτάσεις (άρθρ. 524 § 1 εδ.
β' σε συνδ. με 237 § 2 και 591 § 1 εδ. γ' έως στ' ΚΠολΔ (ΑΠ 165/2016, 1058/2011). Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων με τις προτάσεις των διαδίκων πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη, ώστε να είναι δυνατή η εξειδίκευση και εξατομίκευσή τους και προπάντων των εγγράφων (άρθρο 240 ΚΠολΔ κατ' ανάλογη εφαρμογή, ΑΠ 258/2019). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, ούτε αρκεί η απλή συρραφή και ενσωμάτωση στις προτάσεις αυτές των προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης με γενική αναφορά στα έγγραφα των προηγούμενων αυτών προτάσεων, αλλά απαιτείται σε κάθε περίπτωση σαφής και ειδική επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων είτε με τις προτάσεις της διεξαγόμενης στο Εφετείο συζήτησης είτε με παραπομπή δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένα μέρη των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενων συζητήσεων της υπόθεσης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλομΑΠ 23/2008, 14/2005, 9/2000).
Το δικαστήριο της ουσίας οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως αν για τα προσκομιζόμενα από διάδικο έγγραφα έγινε νόμιμη επίκληση στις προτάσεις του, όμως η οποιαδήποτε σχετική παράλειψή του και η λήψη τελικώς υπόψη εγγράφων που είτε δεν προσκομίσθηκαν είτε προσκομίσθηκαν χωρίς νόμιμη επίκληση ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μόνο αν το αντίστοιχο απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον ήδη αναιρεσείοντα, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Μάλιστα για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο όχι μόνο να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, αλλά και να εκτίθεται ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσείοντα ή να αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο ενδεχομένως δεν μπορούσε να προταθεί (ΑΠ 511/2016, ΑΠ 165/2016, 967/2012, 1058/2011, 839/2010).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 11 β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος όλα τα έγγραφα που προσκόμισε το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο και είχε επικαλεσθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις του, χωρίς ωστόσο να τα επικαλεσθεί νόμιμα και με τις προτάσεις του στο Εφετείο, αφού σ' αυτές δεν γίνεται σαφής και εξειδικευμένη αναφορά στα αντίστοιχα έγγραφα, αλλά απλή παραπομπή στο σύνολο των εγγράφων αυτών, που αναφέρονται στις πρωτόδικες προτάσεις του, αναφέρει δε ρητά την από 21-5-2013 γνωστοποίηση του Γενικού Διευθυντή της ΕΡΤ3 Κ.
Μ. προς τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει άμεση επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Με το περιεχόμενο αυτό ο παραπάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αόριστος και απορριπτέος σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αφού στο αναιρετήριο ούτε τα έγγραφα αυτά εξειδικεύονται, τα οποία ανεπίτρεπτα φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, πλην της από 21-5-2013 γνωστοποίησης του Γενικού Διευθυντή της ΕΡΤ3 Κ.
Μ., ούτε εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι το σχετικό απαράδεκτο (επί του συνόλου των εγγράφων) προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο, με δεδομένο ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, ώστε να δικαιολογείται η επίκληση του απαραδέκτου αυτού απευθείας στον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα δεν πρόκειται για απαράδεκτο που αφορά τη δημόσια τάξη ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά αντίθετα για παράβαση την οποία ο αναιρεσείων μπορούσε να προτείνει με την προσθήκη των προτάσεών του στο Εφετείο, έχοντας σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να λάβει γνώση των αντίστοιχων προτάσεων του αντιδίκου του (Ελληνικού Δημοσίου) και συνεπώς να αντιληφθεί την έλλειψη νόμιμης, κατά τα προεκτεθέντα, επίκλησης απ' αυτό των εγγράφων που προσκόμισε.
Σημειωτέον ότι, την από 21-5-2013 γνωστοποίηση του Γενικού Διευθυντή της ΕΡΤ3 Κ. Μ., το Ελληνικό Δημόσιο την επικαλέστηκε ενώπιον του Εφετείου και με την από 25-8-2016 έφεσή του (βλ.σελ.43 αυτής).
Ο έκτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα το άρθρο 6 § 1 ν. 2112/1920, το ΠΔ 178/2002 και την Οδηγία 2001/23 επειδή δέχθηκε ότι "είναι ουσιαστικά αβάσιμος και ο λόγος με τον οποίο ο εκκαλών-ενάγων πλήττει την εκκαλουμένη επειδή απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή του κατά το μέρος που στρεφόταν σε βάρος της δεύτερης ΝΕΡΙΤ ΑΕ που ιδρύθηκε με το ν. 4173/2013 και με το ν. 4324/2015 μετονομάστηκε σε ΕΡΤ ΑΕ" δεν ερευνάται αφού στρέφεται κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, έναντι της οποίας η αναίρεση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 144 § 1, 518 § 1 και 532 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η προθεσμία της έφεσης, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, είναι τριάντα (30) ημέρες, αρχίζει δε από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και λήγει στις επτά το βράδυ της τελευταίας (δηλαδή της τριακοστής) ημέρας και αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.
Στην προθεσμία αυτή δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου, σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ.2 του ιδίου Κώδικα. Εξάλλου, στο άρθρο 11 του Κ.Δ/τος της 26.6/10.7.1944 "περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" ορίζεται ότι "Εις πάσας τας δίκας του Δημοσίου ουδεμία απολύτως τρέχει κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών προθεσμία εις βάρος του Δημοσίου [...] πάσα δε τοιαύτη προθεσμία, αρξαμένη προ των διακοπών, ως και η εξέτασις των μαρτύρων, αναστέλλονται κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών...", οι δε δικαστικές διακοπές, σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 11 του Ν. 1756/1988 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών" (Α' 35) [που ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο], αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν την 15η Σεπτεμβρίου εκάστου έτους.
Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται ευνοϊκή μεταχείριση υπέρ του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών διαδίκων, όσον αφορά στη διάρκεια της αναστολής των εις βάρος τους προθεσμιών κατά την διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Ειδικότερα, για μεν το Δημόσιο ορίζεται ότι δεν τρέχει καμία προθεσμία εις βάρος του καθόλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου), ενώ για τους ιδιώτες διαδίκους η εν λόγω αναστολή προθεσμιών χωρεί μόνον κατά τη διάρκεια του Αυγούστου (από 1-31).
Οι ανωτέρω ρυθμίσεις, κατά το μέρος που με αυτές διαφοροποιείται εις βάρος του ιδιώτη διαδίκου η προθεσμία ασκήσεως ενδίκου μέσου μεταξύ του Δημοσίου και των ιδιωτών διαδίκων, είναι ανίσχυρες, ως αντικείμενες στην αρχή της δικονομικής ισότητας των διαδίκων, όπως αυτή συνάγεται από το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η οποία έχει κυρωθεί με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 § 1 του Συντ.), για την αποκατάσταση της οποίας η αναστολή των προθεσμιών καθ' όλη την διάρκεια των δικαστικών διακοπών ισχύει και για τα ασκούμενα από τους ιδιώτες διαδίκους ένδικα μέσα (ΟλομΑΠ 12/2002, ΟλομΣτΕ 1780/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι, αν και προέβαλε με τις προτάσεις του, ισχυρισμό περί εκπρόθεσμης άσκησης της έφεσης του Ελληνικού Δημοσίου, το Εφετείο δεν απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου ως εκπρόθεσμη.
Όπως ομολογείται στο λόγο αναίρεσης, η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης στο Ελληνικό Δημόσιο έγινε στις 16-6-2016 και το τελευταίο άσκησε την ένδικη έφεσή του στις 6-9-2016. Επομένως, εμπρόθεσμα τούτο άσκησε την έφεση, αφού η αρξαμένη από 16-6-2016 30θήμερη προθεσμία αυτής ανεστάλη κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών ήτοι από 1 Ιουλίου 2016 έως 15 Σεπτεμβρίου 2016, οπότε κατά το χρόνο άσκησης της έφεσης δεν είχε συμπληρωθεί.
Η αναστολή δε αυτή που ισχύει υπέρ του Δημοσίου επεκτείνεται και υπέρ των ιδιωτών διαδίκων οι οποίοι, όταν αντιδικούν προς το Δημόσιο (όπως ο αναιρεσείων) δικαιούνται επίσης κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών όμοια αναστολή της προθεσμίας. Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο που έκρινε ως παραδεκτή την υπ' αρ. 1967/6-9-2016 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, απορρίπτοντας σιγή τον άνω περί εκπροθέσμου ισχυρισμό του εφεσιβλήτου -αναιρεσείοντος ορθά έκρινε και ο περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού αντί του εσφαλμένου (ΟλομΑΠ 30/1998, 37/1996, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 931/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, αν και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθό μέρος προσβάλλεται με τον πρώτο αναιρετικό λόγο κρίνεται εσφαλμένο, εν τούτοις η προκύπτουσα πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της, η οποία απορρίπτει την αγωγή δεχόμενη ότι εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι υφίστατο ενεργής σύμβαση ή έστω σχέση εργασίας κατά το χρόνο κατάργησης της ΕΡΤ ΑΕ, δεν υφίστατο αντίστοιχο δικαίωμα του αναιρεσείοντος από την κατάργηση (δυνάμει της ΚΥΑ Οικ.02/11.6.2013) αυτής.
Εξάλλου, σύμφωνα με όσα κατά το Εφετείο αποδείχθηκαν, ελλείπει το έννομο συμφέρον από τον αναιρεσείοντα προς αποτροπή δυσμενούς γι' αυτόν δεδικασμένου, ώστε να αναιρεθεί η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη ως άνω αιτιολογία της, καθότι και με βάση την ορθή αιτιολογία, ο τελευταίος δεν μπορεί να ασκήσει νέα αγωγή, αφού δεσμεύεται από το άνω ουσιαστικό δεδικασμένο της εφετειακής απόφασης (ότι δεν υφίστατο αντίστοιχο δικαίωμα του αναιρεσείοντος από την κατάργηση δυνάμει της ΚΥΑ Οικ.02/11.6.2013 της ΕΡΤ εφ' όσον κατά το χρόνο της ως άνω κατάργησης δεν συνδεόταν με αυτήν με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας).
Επομένως, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, ο πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των παρόντων αναιρεσιβλήτων που παρέστησαν με διαφορετικό νομικό παραστάτη και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), μειωμένη κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 έναντι του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-3-2019 και με αριθ. κατάθεσης 787/92/7-3-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2887/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του πρώτου αναιρεσίβλητου (Ελληνικού Δημοσίου), την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του τρίτου αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ