1690/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1690/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 1485/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αυτή προσδιορίστηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για συζήτηση ενώπιον του Δ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για την δικάσιμο της 22.9.2017.
Full text
Απόφαση 1690 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Δ. του Γ., 2) Γ. Δ. του Ι., 3) Χ. Δ. του Ι., κατοίκων ..., 4) Δ. Δ. του Ι., που δεν παραστάθηκε, 5) Ι. Δ. του Χ., 6) Α. Δ. του Χ., 7) Ε. Δ. του Δ., 8) Ε. συζ. Χ. Δ., το γένος ... και 9) Ε. Σ. του Κ., συζ. Δ. Δ., κατοίκων ..., εκ των οποίων οι 1ος, 2ος, 3ος, 5ος, 6η, 7η και 9η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι: ο Δ. Δ. του Ι. (4ος) απεβίωσε στις 7-8-2016 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του α) Ε. Δ. του Δ. και β) Ε. Σ. του Κ. (7η και 9η των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα), που εκπροσωπούνται από τον ίδιο. Η 8η των αναιρεσειόντων Ε. συζ. Χ. Δ., το γένος ..., δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Δ., 2) Α. Φ. του Κ., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2011 αγωγή των 1ου, 2ου, 3ου, 5ου, 6ης, 7ης, 8ης και 9ης των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Δ. του Ι., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 20-10-2011 αγωγή των 1ου και 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6043/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1380/2014 μη οριστική και 1485/2015 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-8-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 12-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της από 20-8-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. .../2015 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 1485/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δικ.
και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 119/2014, 2202/2014, 1361/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 1485/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αυτή προσδιορίστηκε, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, για συζήτηση ενώπιον του Δ' Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για την δικάσιμο της 22.9.2017.
Κατά την δικάσιμο αυτή, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, παρέστησαν οι μεν πρώτος, δεύτερος, τρίτος, πέμπτος, έκτη, έβδομη και ένατη των αναιρεσειόντων, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ντοκατζή, οι δε αναιρεσίβλητοι, εκπροσωπούμενοι άπαντες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Κρίκο, δεν εμφανίστηκε όμως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, η όγδοη αναιρεσείουσα Ε.
συζ. Χ. Δ., το γένος .... Δεν αποδεικνύεται δε ότι η ως άνω απολειπόμενη αναιρεσείουσα έχει κλητευθεί από τους παρισταμένους επισπεύδοντες την συζήτηση λοιπούς ομοδίκους της αναιρεσείοντες ή από τους αντιδίκους της αναιρεσιβλήτους για να παραστεί κατά την συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην μείζονα σκέψη και δοθέντος ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων, που επισκοπούνται παραδεκτώς, δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως ως προς την μη κλητευθείσα ως άνω όγδοη αναιρεσείουσα, ενώ ως προς τους λοιπούς διαδίκους, το Δικαστήριο πρέπει να χωρήσει στην συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 του Κ.Πολ.Δικ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου, κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει την δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, λόγω θανάτου κάποιου διαδίκου, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση των προσώπων τα οποία, ως κληρονόμοι εκείνου, υπεισέρχονται στην δικονομική του θέση.
Εφόσον αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, η νόμιμη δυνατότητα του προσώπου να διεξάγει τη δίκη στη θέση του διαδίκου, στον οποίο αφορούσε το διακοπτικό γεγονός, δεν απαιτείται ιδιαίτερη συζήτηση περί της επαναλήψεως και η δίκη συνεχίζεται κανονικά. Στην προκειμένη περίπτωση από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) την με αριθμό πρωτ. .../4/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου, που έχει συντάξει η Ληξίαρχος της Δ.Ε.
… Ε. Κ., 2) το με αριθμό πρωτ. .../2016 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου … και 3) τα με αριθμούς .../8.9.2017 και .../8.9.2017 πιστοποιητικά του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη δημοσιεύσεως διαθήκης και περί μη αποποιήσεως της κληρονομίας, αντίστοιχα, προκύπτει ότι στις 7.8.2016, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 10.11.2015, απεβίωσε στην Θεσσαλονίκη, ο αρχικώς τέταρτος αναιρεσίβλητος Δ.
Δ. του Ι., κάτοικος εν ζωή …, ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς του, ήτοι την θυγατέρα του Ε. Δ. του Δ. και την σύζυγό του Ε. Σ. του Κ., ήδη εβδόμη και ενάτη των αναιρεσειόντων, αντίστοιχα, οι οποίες και αποδέχθηκαν την κληρονομία του. Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος δήλωσαν στο ακροατήριο, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, διά του νομίμως παρισταμένου εκπροσωπούντος αυτές πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημητρίου Ντοκατζή, τον θάνατο του προαναφερομένου αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που βιαίως διακόπηκε, λόγω του θανάτου αυτού.
Ενόψει αυτών και αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσιβλήτους η ιδιότητα των ανωτέρω ως κληρονόμων του ως άνω θανόντος τετάρτου αναιρεσείοντος, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από τις προαναφερόμενες εξ αδιαθέτου κληρονόμους αυτού.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υποχρέου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011, ΑΠ 75/2005).
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1547/2010).
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου.
Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της αποφάσεως ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 1416/2012, ΑΠ 1208/2011).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα τα ακόλουθα: "Η Εγνατία οδός στη Χ/Θ ... είναι διπλής κατευθύνσεως, το ρεύμα δε αυτής προς Θεσσαλονίκη (από Καβάλα) έχει δύο λωρίδες (κύριες), εκάστης εχούσης πλάτος 3,8 μ., μία λωρίδα εκτάκτου ανάγκης (Λ.Ε.Α.), πλάτους 3,60 μ, και ασφάλτινο έρεισμα αριστερά 0,70 μ., είναι ευθεία και οριζόντια ύστερα από αριστερή καμπύλη με ανωφέρεια μικρής κλίσης, τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας διαχωρίζονται μεταξύ τους με τσιμεντένιο στηθαίο και το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος είναι αυτό των 130 χλμ/ω (αυτοκινητόδρομος).
Στις 21-5-2011 και περί ώρα 19.45 περίπου οι επικρατούσες συνθήκες της οδού ήταν οι ακόλουθες: το οδόστρωμα αυτής ξηρό, οι συνθήκες φωτισμού ημέρας, χωρίς περιορισμό ορατότητος και η κυκλοφορία των οχημάτων μέτρια. Την εν λόγω ημερομηνία και ώρα ο Ι. Δ...., εκινείτο επί της εν λόγω οδού με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη (από Καβάλα), κατέχων την αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του, οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής VW, τύπου GOLF, που ήταν ασφαλισμένο στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ"... Την ίδια χρονική στιγμή στην εν λόγω οδό ομορρόπως με το πιο πάνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και προπορευόμενος αυτού εκινείτο και ο διάδικος Β. Κ...., οδηγώντας το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής Fiat, τύπου SEICENTO ιδιοκτησίας της Α. Φ...., που ήταν ασφαλισμένο για τις τυχόν προκαλούμενες σε τρίτους ζημίες από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α"..., κατέχων την δεξιά λωρίδα του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας της οδού προς Θεσσαλονίκη.
Ο ως άνω οδηγός του πρώτου οχήματος I. Δ., κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον αυτή των 130 χλμ/ω, όταν έφθασε στο ως άνω σημείο της οδού, όπου υφίστανται, όπως προελέχθη, αριστερή καμπύλη με ανωφέρεια μικρής κλίσης, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, εξετράπη της ως άνω λωρίδας κυκλοφορίας του και στην προσπάθεια του να το επαναφέρει δι' αριστερού ελιγμού προσέκρουσε στο ως άνω προπορευόμενο και κινούμενο στη δεξιά λωρίδα όχημα και πιο συγκεκριμένα στην οπίσθια και πλάγια αριστερή πλευρά του με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του οχήματός του, το οποίο στη συνέχεια ανατρεπόμενο κατέληξε στο δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας της οδού προς Θεσσαλονίκη σε απόσταση 45 μ.
περίπου από το σημείο συγκρούσεως, ενώ το ως άνω δεύτερο όχημα προσέκρουσε, εκ της ωθήσεως που δέχτηκε και με το δεξιό τμήμα του στο υπάρχον στη δεξιά πλευρά κιγκλίδωμα της οδού και κατέληξε διανύον ευθύγραμμη πορεία σε απόσταση περίπου 95 μ. από το ως άνω σημείο συγκρούσεως, με αποτέλεσμα την πρόκληση εκτεταμένων υλικών ζημιών σε αμφότερα τα οχήματα, τον τραυματισμό αμφοτέρων των οδηγών αυτών και τον θανάσιμο τραυματισμό της συνεπιβαίνουσας στο πίσω κάθισμα του πρώτου αυτοκινήτου Ε.
Δ., συζύγου του οδηγού αυτού (άνω πρώτου οχήματος). Με βάση τις ως άνω παραδοχές το ένδικο ατύχημα, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ως άνω διαδίκου Ι. Δ., οδηγού του πιο πάνω πρώτου οχήματος..., ο οποίος δεν προέβλεψε το ατύχημα, αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια και την προσοχή, που, κατ' αντικειμενική κρίση απαιτείται, την οποία κάθε μέσος συνετός οδηγός θα κατέβαλε, αν βρισκόταν σε παρόμοια με αυτόν κατάσταση με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα, και την οποία επιμέλεια, αν επεδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει.
Ειδικότερα, η αμέλειά του συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1 και 19 παρ. 1, 2 του Κ.Ο.Κ., και κινούμενος με ταχύτητα τουλάχιστον 130 χλμ/ω, συναγόμενη από το γεγονός της εκτροπής και της εν συνεχεία ανατροπής αυτού και από την απόσταση στην οποία τελικώς ακινητοποιήθηκε ανεστραμμένο, αλλά και το μέγεθος των υλικών ζημιών, δεν ελάμβανε υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες της οδού στο σημείο αυτό (αριστερή καμπύλη με ανωφέρεια μικρής κλίσης) ώστε να μειώνει αυτή ανάλογα.
Αμέλεια του ως άνω διαδίκου Β. Κ., οδηγού του ως άνω δεύτερου οχήματος, που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (ένδικο ατύχημα), από κανένα στοιχείο της δικογραφίας με ασφάλεια δεν αποδείχθηκε. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός εκινείτο κανονικά στη δεξιά λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας του (προς Θεσσαλονίκη), με ταχύτητα όχι μεγαλύτερη των 90 χλμ/ω και εδέχθη την ως άνω πρόσκρουση επί του αυτοκινήτου που οδηγούσε, όλως αιφνιδίως, χωρίς να μπορεί να προβεί σε καμμία ενέργεια αποφυγής αυτού.
Στην πιο πάνω κρίση το Δικαστήριο οδηγείται από την προσήκουσα αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού και κυρίως από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή σχεδιάγραμμα της αρμοδίας προς τούτο αστυνομικής αρχής που επελήφθη του ατυχήματος μετά πάροδο 15 λεπτών από την ώρα που επισυνέβη αυτό... Επίσης, ενισχυτικό της εν λόγω κρίσεως του Δικαστηρίου είναι και το γεγονός ότι ο αρμόδιος εισαγγελέας Πλημμελειοδικών που επελήφθη της σχετικής ποινικής δικογραφίας, άσκησε ποινική δίωξη για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ήτοι για τον ως άνω θανάσιμο τραυματισμό της επιβαίνουσας στο ανωτέρω πρώτο όχημα μόνο κατά του οδηγού του τελευταίου, ήτοι του I.
Δ. και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του αρμοδίου τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 15000/2013 απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, κήρυξε ένοχο τον ως άνω διάδικο και τότε κατηγορούμενο, χωρίς να του επιβάλλει ποινή, κατ' εφαρμογή του άρθρου 302 παρ. 2 Π.Κ. (το θύμα ετύγχανε σύζυγος και άρα οικεία αυτού, κατ' άρθρο 13 παρ.
Β του Π.Κ.)... Ισχυρίζονται βέβαια οι ενάγοντες της ως άνω πρώτης αγωγής, αμφισβητούντες το σχεδιάγραμμα της αστυνομικής αρχής, ότι ο πρώτος από αυτούς εκινείτο επί της ως άνω Εγνατίας οδού με κατεύθυνση από Καβάλα προς Θεσσαλονίκη, κατέχων τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του εν λόγω ρεύματος αυτής, ενώ το υπ' αριθμ.
κυκλ. ... Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο, (οδηγούμενο) από τον Β. Κ., εκινείτο επί της αυτής οδού ομορρόπως με το οδηγούμενο από τον πρώτο από αυτούς ανωτέρω όχημα, προπορευόμενο αυτού και με μικρότερη ταχύτητα, κατέχων την Λ.Ε.Α. αυτής (οδού), πλην όμως ο οδηγός του επιχείρησε αριστερό ελιγμό για να εξέλθει αυτής και να κινηθεί επί της δεξιάς λωρίδας της οδού, χωρίς να προβεί σε κανένα έλεγχο της οδού από απόψεως κινήσεως οχημάτων και έτσι αιφνίδια απέφραξε την πορεία του οχήματος που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς σ' αυτή τη λωρίδα (δεξιά) και ο οποίος, καίτοι επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς αριστερά δεν απέφυγε τη σύγκρουση.
Ο ισχυρισμός τους αυτός πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Τούτο δε διότι, αν πράγματι ήταν αληθινός, τότε δεν δικαιολογείται η ως άνω αναφερόμενη τελική θέση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, αλλά και η μη πρόσκρουση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο πρώτος από αυτούς στο τσιμεντένιο στηθαίο, που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της οδού (δεν σημειώνεται τέτοιο γεγονός στην άνω έκθεση αυτοψίας), που λογικά έπρεπε να συμβεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και δεν εξηγείται λογικά, αν πράγματι έτσι επισυνέβη το ένδικο ατύχημα και με δεδομένο αυτό που ισχυρίζονται, ότι δηλαδή ο πρώτος από αυτούς οδηγός του οχήματος προέβη σε αποφευκτικό αριστερό ελιγμό, η μη αποφυγή της συγκρούσεως, διά εισόδου του τελευταίου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της οδού, πλάτους 3,8 μ.
και με επίσης δεδομένο το γεγονός της μέτριας κυκλοφορίας επ' αυτής των οχημάτων και πάντως του γεγονότος της μη αποδείξεως κατά την εν λόγω χρονική στιγμή κινήσεως άλλου οχήματος επ' αυτής (δεν υφίσταται ούτε καν "εν σπέρματι" τέτοιος ισχυρισμός)....". Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τα ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ζητήματα και ειδικότερα αναφορικά με την υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και του επελθόντος επιζήμιου αποτελέσματος, οι οποίες δεν καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των εφαρμοσθεισών από αυτό διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, το Εφετείο, δεχόμενο κυριαρχικώς ως αποδειχθέν ότι ο πρώτος αναιρεσείων απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, με συνέπεια να εκτραπεί από την αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας, στην οποία μέχρι τότε εκινείτο και ότι στην προσπάθειά του να το επαναφέρει στην λωρίδα κυκλοφορίας του πραγματοποιώντας αριστερό ελιγμό προσέκρουσε με την εμπρόσθια δεξιά γωνία του στην οπίσθια και πλάγια αριστερή πλευρά του προπορευομένου και κινουμένου στην δεξιά λωρίδα με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε αυτοκινήτου, παραβίασε ευθέως τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία εφόσον δύο οχήματα κινούνται παράλληλα σε δύο διαφορετικές λωρίδες κυκλοφορίας, το ένα στην αριστερή και το άλλο στην δεξιά και το κινούμενο στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας προπορεύεται του άλλου, δεν είναι δυνατόν να συγκρουστούν εάν ο οδηγός του ευρισκομένου στα αριστερά οχήματος απολέσει τον έλεγχο και πραγματοποιήσει αριστερό ελιγμό επαναφοράς, διότι τότε με τον αριστερό ελιγμό το όχημα θα κινηθεί, με βάση τους κανόνες της φυσικής προς τα αριστερά, με συνέπεια να είναι αδύνατο να επιπέσει στο όχημα που βρίσκεται στα δεξιά του.
Ακόμη: α) δεν δικαιολογείται πως, εφόσον κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως το οδηγούμενο από τον πρώτο αναιρεσείοντα όχημα πραγματοποίησε αριστερό αποφευκτικό ελιγμό, δεν προσέκρουσε στο τσιμεντένιο στηθαίο, όπως θα ήταν λογικό ως επακόλουθο, λόγω της αμέσου γειτνιάσεώς του με αυτό (τσιμεντένιο στηθαίο), αλλά στο ευρισκόμενο στα δεξιά του όχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και β) δεν αναφέρεται η απόσταση που χώριζε τα δύο οχήματα όταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, ούτε η πλευρά (δεξιά ή αριστερά σε σχέση με την πορεία του) προς την οποία εξετράπη αρχικώς το όχημά του, ώστε να διαπιστωθεί εάν ήταν ορθός ο επακολουθήσας ελιγμός επαναφοράς προς τα αριστερά.
Τέλος, το Εφετείο αν και δέχεται ότι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας είναι αυτό των 130 χ/ω (αυτοκινητόδρομος) και ότι ο πρώτος αναιρεσείων εκινείτο με ταχύτητα τουλάχιστον 130 χ/ω, στην συνέχεια δέχεται ότι αυτός δεν έλαβε υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες της οδού (αριστερή καμπύλη με ανωφέρεια μικρής κλίσης), ώστε να μειώσει αυτήν αναλόγως, κρίνοντας έτσι μη σύννομη την ταχύτητα του οχήματός του, χωρίς όμως να διευκρινίζει γιατί θα έπρεπε ο πρώτος αναιρεσείων να είχε μειώσει την ταχύτητά του ενόψει της προηγούμενης αριστερής καμπύλης με την μικρή ανωφερική κλίση, καθώς η ύπαρξη αριστερής καμπύλης δεν συνεπάγεται αναγκαία την μείωση της, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, σύννομης ταχύτητάς του, αφού δεν υπάρχει παραδοχή περί υπάρξεως ρυθμιστικής πινακίδας είτε Κ-1α (επικίνδυνη αριστερή στροφή) ή Κ-4 (απότομη ανωφέρεια), η τυχόν ύπαρξη των οποίων θα του εφιστούσε την προσοχή για τους κινδύνους που υπάρχουν στην οδό κατά την φορά της κινήσεώς του, ώστε να λάβει εγκαίρως τα κατάλληλα μέτρα και σε περίπτωση ανάγκης να μειώσει την ταχύτητα του οχήματός του για να τους αποφύγει, όπως ορίζει η παρ. 2 του άρθρου 4 του Κ.Ο.Κ.
Κατά συνέπειαν, ο μοναδικός λόγος της αναιρέσεως, ο οποίος θεμελιώνεται επί των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες, ενόψει της νίκης τους (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 20.8.2015 (αρ. κατ. .../2015) αιτήσεως αναιρέσεως της 1485/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς την 8η αναιρεσείουσα Ε. συζ. Χ. Δ., το γένος ....
Αναιρεί την 1485/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ