Legislator Case Law & Legislation
1690/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tax fraud conviction, rejecting mitigating circumstances due to lack of positive social contribution.

Case Number 1690/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a conviction for issuing fictitious tax documents. The appellant argued for mitigation under Article 84 of the Criminal Code, claiming a clean record and financial hardship, but the court found these insufficient. The court ruled that Article 84 requires positive social contribution, which was not proven, and rejected the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Art. 19(1) Law 2523/1997; Art. 84(2) Criminal Code: Mitigating circumstances under Article 84 require positive social contribution, not merely a clean record or financial hardship.

Keywords

AI generated
fictitious tax documents mitigating circumstances positive social contribution criminal appeal Article 84 Criminal Code tax fraud conviction Supreme Court dismissal

Cited Legislation

AI generated
Art. 19(1) Law 2523/1997
Art. 84(2) Criminal Code
Art. 583(1) Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1690 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1690/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλίαδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Α. Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Σ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Πετρίχου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3092/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29-10-2015 αίτησή της αναιρέσεως και στους από 14-10-2016 και 25-2-2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2015.

Αφού άκουσε

Την πληρεξούσια δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι σ’ αυτήν λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν την παρ. 1 του άρθρου 19 του Ν. 2523/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004 "Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.

Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολο της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ και β) με ποινή κάθειρξης μέχρι δέκα (10) ετών εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ ...".

Κατά δε την παρ. 4 του ίδιου, ως άνω, άρθρου, "Εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματος του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην κατά τόπο αρμόδια, σύμφωνα με την αναγραφόμενη στο στοιχείο διεύθυνση, δημόσια οικονομική υπηρεσία ...".

Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο, που φέρεται, ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρεία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται, ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της φοροδιαφυγής, απαιτείται: α) αντικειμενικά μεν, η έκδοση από το δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ως εικονικού θεωρουμένου από το νόμο, εκτός των άλλων, και του στοιχείου εκείνου που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της, β) υποκειμενικά δε απαιτείται δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, της πλαστότητας ή εικονικότητας των φορολογικών στοιχείων και την αποδοχή αυτών και περαιτέρω τη θέληση ή την αποδοχή του δράστη να προβεί στην έκδοση των πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή να αποδεχθεί εικονικά ολικά ή εν μέρει φορολογικά στοιχεία, χωρίς να απαιτείται σκοπός του τελευταίου για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης (ΑΠ 61/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 2 εδάφιο γ’ και 10 εδάφιο β’ του ίδιου ως άνω νόμου, στις περιπτώσεις του άρθρου 19 του νόμου αυτού η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας ΔΟΥ, η δε παραγραφή αρχίζει από το χρόνο διαπίστωσης του αδικήματος, ο οποίος προσδιορίζεται από την ημερομηνία θεώρησης του οικείου πορίσματος του φορολογικού ελέγχου από τον προϊστάμενο της αρχής που διενήργησε τον έλεγχο.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω και κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός, ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν, όμως, λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου ξεχωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Ολ.

ΑΠ 1/2005). Ως προς το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων δεν είναι αναγκαία ιδιαίτερη αιτιολογία, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και προκύπτει από τις γενόμενες δεκτές ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 34 του ΠΚ, η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη αν, όταν τη διέπραξε, λόγω νοσηρής διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών ή διατάραξης της συνείδησης, δεν είχε τη δυνατότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψη του για το άδικο αυτό, κατά δε το άρθρο 36 παρ. 1 του ΠΚ, αν εξαιτίας κάποιας από τις ψυχικές καταστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34, δεν έχει εκλείψει εντελώς, μειώθηκε όμως σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό που απαιτείται κατά το άρθρο αυτό, επιβάλλεται ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83).

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, υπό τον όρο διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών περιλαμβάνονται όλες οι μορφές παραφροσύνης ή φρενοπάθειας υπό την ευρεία έννοια, ενώ υπό τον όρο διατάραξη της συνείδησης περιλαμβάνονται όλες οι ψυχικές διαταράξεις οι οποίες δεν πηγάζουν από παθολογική κατάσταση του εγκεφάλου, αλλά εμφανίζονται σε ψυχικά υγιή άτομα και είναι πάντοτε παροδικές.

Αν εξαιτίας μιας από τις ψυχικές αυτές καταστάσεις ο δράστης δεν είχε την ικανότητα ή είχε σημαντικά μειωθεί η ικανότητα του να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του, δηλαδή να διακρίνει το δίκαιο από το άδικο αυτό και να ενεργήσει λογικά, τότε στη μεν πρώτη περίπτωση η πράξη δεν καταλογίζεται στο δράστη, στη δε δεύτερη επιβάλλεται μειωμένη ποινή.

Εξάλλου, η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και ο από το άρθρο 36 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στη μείωση της ποινής του κατηγορουμένου αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3092/2015 απόφασή του, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για την πράξη της φοροδιαφυγής, με την αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2000 έως 5-2-2003 με τον γενόμενο έλεγχο και τη σύναψη της από 13-5-2009 εκθέσεως ελέγχου, επέβαλε δε σ’ αυτήν ποινή φυλακίσεως τριών (3) ετών και απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτής περί μειωμένου καταλογισμού καθώς και της χορηγήσεως των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2α και β’ ΠΚ.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες ερεύνης των αναιρετικών λόγων, το δικαστήριο δέχθηκε στο αιτιολογικό του, κατά την αναιρετικών ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στην υπάλληλο της Ε’ Δ.Ο.Υ.

Αθηνών Θ. Μ. ανετέθη από την υπηρεσία της ο έλεγχος Κ.Β.Σ. της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.". Η ανωτέρω διενήργησε τον έλεγχο και συνέταξε την από 13-5-2009 έκθεση ελέγχου Κ.Β.Σ., η οποία θεωρήθηκε την 15-5-2009 στην Αθήνα, που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ’ αρθρο 2 περιπ.819 του Ν.2954/2001.

Από την έκθεση αυτή διαπιστώθηκε ότι η ανωτέρω εταιρία έδρα έχει την οδό ... στην Αθήνα, αντικείμενο της υπηρεσίες καθαρισμού και νόμιμοι εκπρόσωποι και διαχειριστές της είναι ο Μ. Σ., σύζυγος της κατηγορούμενης και η κατηγορούμενη. Αποδείχθηκε ότι η τελευταία κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2000 έως 5-2-2003 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος διέπραξε το αδίκημα της φοροδιαφυγής, και ειδικότερα αποδέχθηκε εικονικά φορολογικά στοιχεία, δηλαδή φορολογικά στοιχεία που εκδόθηκαν για συναλλαγές ανύπαρκτες στο σύνολό τους.

Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι η επιχείρηση Γ. Γ. με έδρα τη συμβολή των οδών ..., με αντικείμενο εργασιών το χονδρικό εμπόριο απορρυπαντικών, ειδών καθαρισμού, χαρτικών, εξέδωσε 26 τιμολόγια συνολικής αξίας 330403,35 ευρώ τα οποία ήταν εικονικά ως προς το σύνολο των περιγραφομένων σε αυτά συναλλαγών, η δε κατηγορούμενη ως νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της επιχείρησης "...

Ε.Π.Ε." τα έλαβε και τα καταχώρησε στα βιβλία της επιχείρησής της, παρ’ ότι εγνώριζε ότι εκδόθηκαν για ανύπαρκτες συναλλαγές στο σύνολό τους και τα αποεδέχθη με σκοπό την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, απερριπτέου ως αβασίμου του ισχυρισμού περί ελλείψεως δόλου". Εν συνεχεία αναφέρονται ένα έκαστο των είκοσι έξι (26) τιμολογίων με τον αύξοντα αριθμό, την ημερομηνία εκδόσεως, την καθαρή αξία, την αξία ΦΠΑ, το σύνολο και την σελίδα καταχώρησης στο γενικό ημερολόγιο.

Επίσης αναφέρεται διεξοδικά στην απόφαση και για την εικονική έκδοση εκ μέρους του Γ. Γ., που δεν είχε δυνατότητα να πωλήσει τα αναφερόμενα στα τιμολόγια προϊόντα. "Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε, εκτός της κατηγορουμένης, ο Μ. Σ. σύζυγος αυτής είναι διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας. Αυτός καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθμόν 2062/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για το ίδιο ακριβώς αδίκημα με την κατηγορούμενη, έχει δε ήδη προσδιορισθεί για εκδίκαση η έφεσή του κατά της απόφασης αυτής.

Όμως κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν απαιτείται αναβολή της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως του Μ.Σ. ή η συνένωση των εφέσεων αυτών λόγω συναφείας για σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης επί της ενοχής ή μη της κατηγορουμένης, ούτε υφίσταται κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις επί των προαναφερθεισών εφέσεων.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης. Εξάλλου η κατηγορούμενη νοσηλεύθηκε στη ψυχιατρική κλινική του Γ.Ν.Ν.Θ.Α. "..." από την 14-6-2000 έως και την 23-6-2000 και εξήλθε με τη διάγνωση ψυχωσικόμορφες εκδηλώσεις σε αποδρομή, όπως τούτο προκύπτει από το πιστοποιητικό του άνω νοσοκομείου.

Έκτοτε ουδέποτε νοσηλεύθηκε η κατηγορουμένη σε νοσοκομείο για οποιαδήποτε ψυχική νόσο. Ειδικότερα τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα πιστοποιητικά του ψυχολόγου Ε. Τ. και του ψυχιάτρου Κ. Ζ. δεν αποδεικνύουν ότι συνέτρεχε το ελαφρυντικό του άρθρου 36 ΠΚ κατά το χρονικό διάστημα από 19-4-2000 έως 5-2-2003 στη κατηγορούμενη, επειδή ο πρώτος την παρακολουθούσε από τον Σεπτέμβριο του έτους 2003 μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2012 και ο δεύτερος την παρακολουθούσε από 16-9-2004 και έκτοτε.

Επίσης ο τεχνικός σύμβουλος ψυχίατρος Γ. Σ. δεν παρακολούθησε την κατηγορουμένη κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα. Τέλος ο ψυχίατρος - ψυχαναλυτής Θ. Χ. αναφέρει στην αναγνωσθείσα ιατρική βεβαίωσή του ότι η κατηγορουμένη παρουσίασε επεισόδια κατάθλιψης τον Αύγουστο του έτους 2000 και τον Σεπτέμβριο του έτους 2002 και μανιακό επεισόδιο τον Φεβρουάριο του έτους 2002 χωρίς όμως να αναφέρεται ως προς το τελευταίο νοσηλεία της σε νοσοκομείο έστω και μία ημέρα και κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν αποδεικνύεται ελαττωμένη ικανότητα προς καταλογισμό της κατηγορούμενης κατά την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται.

Εξάλλου και από το αναγνωσθέν συνταγολόγιο της κατηγορουμένης δεν αποδεικνύεται η άνω ελαττωμένη ικανότητα, αφού αυτό εξεδόθη την 1-10-2004 και σ’ αυτό αναγράφονται φάρμακα από 27-7-2005 έως 30-9-2010 δηλαδή σε πολύ μεταγενέστερες ημερομηνίες. Επί πλέον όπως προκύπτει από το προσκομισθέν και αναγνωσθέν διατακτικό της υπ’ αριθ.2657/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ( η ίδια η απόφαση δεν προσκομίσθηκε) η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ’ εξακολούθηση και για παράβαση του άρθρου 690/45 κατ’ εξακολούθηση με το ελαφρυντικό του άρθρου 36 ΠΚ, όμως δεν προκύπτει δεδικασμένο αφού δεν αποδεικνύεται το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η απόφαση αυτή.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα της κατηγορουμένης να αναγνωρισθεί σ’ αυτήν η ελαφρυντική περίπτωση του άρθρου 36 του Π.Κ.".

Με αυτά που δέχθηκε το ως άνω δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα άνω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτές καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους προέβη στην υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 19 παρ.1 εδ.α’ περ.2, 3, 4, 20, 21 παρ.2, 4 , 10 εδ.β’ Ν.2523/1997, όπως το τελευταίο προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ.2 Ν.2954/2001 σε συνδυασμό με το άρθρο 10 παρ.4 Ν.3904/2010, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, οι αντίθετες αιτιάσεις είναι αβάσιμες: Ι)αφού αναφέρονται τα στοιχεία του δόλου αυτής που συνομολογεί ότι ήτο συνδιαχειρίστρια της ΕΠΕ ως προς την αποδοχή των εικονικών τιμολογίων, στοιχείο όμως που σε κάθε περίπτωση δεν απαιτείτο να έχει ιδιαίτερη αιτιολογία αφού αυτός ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τούτου και προκύπτει από τις γενόμενες δεκτές ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του. 2)περιλαμβάνει δε επίσης ειδική και αιτιολογημένη σκέψη για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού περί μειωμένου καταλογισμού της κατά τον χρόνο τελέσεως της ως άνω πράξεως λαμβάνοντας υπόψη του όλα τα ιατρικά πιστοποιητικά των θεραπόντων ιατρών καθώς και του ψυχιάτρου Γ.Σ., κάνοντας ειδική αναφορά και περί των θέσεων αυτού.

Η περαιτέρω αιτίαση, ότι γίνεται "στείρα αναφορά" στα ιατρικά πιστοποιητικά και ότι έπρεπε να κρίνει το Δικαστήριο ανίατη την πάθηση της, με την επίφαση της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού και είναι απορριπτέα καθόσον δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να αιτιολογήσει γιατί αξιολόγησε κατ’ αυτό τον τρόπο τα αποδεικτικά μέσα.

Σύμφωνα δε με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.

Εξ άλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για λόγους ανώτερης βίας ή περί αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία (ΑΠ 569/2015).

Επίσης κατά το άρθρο 128 ΚΠΔ τα συναφή εγκλήματα ανακρίνονται και εκδικάζονται από το ίδιο δικαστήριο αν η συνεκδίκαση δεν προκαλεί βλάβη. Το Δικαστήριο που δικάζει το βαρύτερο έγκλημα είναι στην περίπτωση αυτή αρμόδιο και για τα άλλα συναφή όταν τα συναφή εγκλήματα δικάστηκαν χωριστά στον πρώτο βαθμό και ασκήθηκαν εφέσεις, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για όλα με μία μόνο απόφαση.

Κατά το άρθρο 129 ΚΠΔ συναφή θεωρούνται μόνο τα εγκλήματα: α)όσα γίνονται από το ίδιο πρόσωπο είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους ή από πολλούς όχι συναίτιους στον ίδιο τόπο και χρόνο, β)όσα γίνονται από πολλούς εναντίον αλλήλων, είτε συγχρόνως είτε σε διαφορετικούς τόπους και χρόνους και γ)όσα γίνονται με σκοπό να διευκολύνουν ή να κάνουν πιο εύστοχη την εκτέλεση ή να αποκρύψουν ένα από αυτά.

Επί του υποβληθέντος εκ μέρους της αναιρεσείουσης ισχυρισμού περί αναβολής της δίκης μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως του συνδιαχειριστή Μ. Σ., άλλως της συνένωσις και συνεκδίκασης των υποθέσεων λόγω συνάφειας και αποφυγής εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, το δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε την κάτωθι αιτιολογία: "Περαιτέρω όπως προαναφέρθηκε, εκτός της κατηγορουμένης, ο Μ.

Σ., σύζυγος αυτής είναι διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρίας. Αυτός καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθ.2062/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών για το ίδιο ακριβώς αδίκημα με την κατηγορούμενη, έχει δε ήδη προσδιορισθεί για εκδίκαση η έφεσή του κατά της απόφασης αυτής. Όμως κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν απαιτείται αναβολή της εκδίκασης της παρούσης υπόθεσης μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της εφέσεως του Μ.Σ.

ή η συνένωση των εφέσεων αυτών λόγω συναφείας για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης επί της ενοχής ή μη της κατηγορουμένης, ούτε υφίσταται κίνδυνος να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις επί των προαναφερθεισών εφέσεων. Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί το σχετικό αίτημα της κατηγορουμένης".

Το Δικαστήριο με το να δεχθεί κατά τ’ ανωτέρω ότι δεν υφίσταται λόγος για αναβολή της δίκης έως εκδόσεως αποφάσεως επί της εφέσεως του συνδιαχειριστή ή της συνένωσης και συνεκδίκασης λόγω συνάφειας των υποθέσεων, δεχόμενο ότι δεν υφίσταται κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων επί των δύο εφέσεων των συνδιαχειριστών της ως άνω εταιρίας, διέλαβε την προσήκουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις και κατ’ ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου είναι απορριπτέος.

Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του, ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 του Π.Κ., αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα, ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του.

Στην προκειμένη περίπτωση με το δικόγραφο προσθέτων λόγων αιτιάται η αναιρεσείουσα την απόφαση για την απόρριψη των ζητηθέντων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ειδικότερα η αναιρεσείουσα ζήτησε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α’ και β’ του ΠΚ.

Το Δικαστήριο απέρριψε τους δύο αυτούς ισχυρισμούς με την αιτιολογία "ότι για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου έντιμου βίου δεν αρκεί το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία επίμεμπτης δραστηριότητας μέχρι τη τέλεση της πράξης, ούτε η μέχρι τότε συνήθως ανθρώπινη συμπεριφορά με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος για βιοπορισμό, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για τη κοινωνία δράση και προσφορά.

Στην προκείμενη περίπτωση ουδεμία θετική και επωφελή για την κοινωνία δράση και προσφορά επικαλέσθη και αποδείχθηκε ότι είχε η κατηγορουμένη, πρέπει λοιπόν να απορριφθεί ως αβάσιμο το αίτημα για αναγνώριση του ελαφρυντικού του αρθρ.84 παρ.2α ΠΚ. Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη ωθήθηκε στην προαναφερθείσα πράξη από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης αυτής, αφού επικαλούμενες από αυτήν κατασχέσεις, δέσμευση από το Ελληνικό Δημόσιο, εκκαθαριστικά ετών 2012, 2013, 2014 είναι πολύ μεταγενέστερες, ούτε ότι τέλεσε τη πράξη αυτή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε θέση εξάρτησης.

Πρέπει, λοιπόν, να απορριφθεί ως αβάσιμο και το αίτημα το βασιζόμενο στο άρθρο 84 παρ.2 ιβ ΠΚ". Ο ισχυρισμός όπως προτάθηκε και αναφέρεται στην σελίδα 12 της προσβαλλόμενης απόφασης δια.....της αναφοράς των άρθρων του ποινικού κώδικα και δη "Τέλος εξαιτούμαι να μην αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του αρθρ.84 παρ.2α ΠΚ και του αρθρ.84 παρ.2β ΠΚ" χωρίς ουδεμία άλλη αναφορά εκτός από την οικονομική της δραστηριότητα ήτο αόριστος.

Όμως το Δικαστήριο με την ανωτέρω απολογία που απόρριψε αυτούς περιείχε κατά νόμιμη αιτιολογία, χωρίς ασφάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά και συνεπώς ο λόγος αυτός του προσθέτου δικογράφου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και προς τα δύο σκέλη του.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση (δήλωση) αναίρεσης, ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό πρωτοκόλλου 1899/30-10-2015 δήλωση αναίρεσης, ως και οι από 14-10-2016 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης της Α. Σ. του Α. και Ε., για αναίρεση της 3092/2015 απόφασης του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ