Supreme Court dismisses appeal against maritime court verdict regarding death and insurance claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the widow and her children against the Second Instance Court's decision in a maritime case involving a death and insurance claims. The appellants argued that the lower court failed to prove the cause of death and admitted unproven facts, but the court held these were errors of fact and evidence evaluation reserved for the trial court. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(9), 559(10), 559(17), 559(20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for legal errors, not factual assessments, and dismisses appeals based on unproven facts or lack of certainty in witness statements if the lower court's reasoning is logical and based on the record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. χήρας Κ. Μ. το γένος Ν. Ρ., κατοίκου ..., 2. Ι. Κ. Μ., κατοίκου ... και 3. Σ. θυγ. Κ. Μ., κατοίκου ..., από τους οποίους η 1η παραστάθηκε με τον Ιωάννη Μιχαηλίδη και οι 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εις ... εδρεύουσας εταιρείας με την επωνυμία "MASTER ειδική Ναυτική επιχείρηση (MASTER SPECIAL MARITIME ENTERPRISE) που εκπροσωπείται νόμιμα, 2. εταιρεία με την επωνυμία "D... TANKERS LTD" που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Γ. Β., κατοίκου ... και 4. Π. Κ., κατοίκου ..., από τους οποίους οι μεν 1η και 2η, εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλο, ο δε 3ος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο και ο 4ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Σαρρή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3453/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-11-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 1-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες, υπ' αριθμ. 604Γ'/30-10-2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητού Χαλκίδας ..., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των εκθέσεων καταθέσεως της καθώς και κλήση για εμφάνιση στην αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον τρίτο αναιρεσίβλητο Γ. Β., με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως αυτής. Ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η συζήτηση όμως θα προχωρήσει παρά την απουσία του.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου ...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κ.Ν. 551/1915, που παρέμεινε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.ΝΑΚ και το άρθρο 66 του Κ.Ι.Ν.Δ. (Ν. 3816/1958), εφαρμόζεται δε και στα ατυχήματα των ναυτικών, ατύχημα από βίαιο συμβάν κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την παροχή εργασίας είναι και η νόσος του εργαζομένου, συνεπεία της οποίας επήλθε ο θάνατος αυτού, εφόσον προήλθε όχι από τη βαθμιαία εξασθένηση και φθορά του οργανισμού του, ακόμη και αν αυτή οφείλεται στους δυσμενείς μεν, συνηθισμένους όμως και σύμφυτους προς την παροχή της όρους της εργασίας, αλλά από έκτακτη και αιφνίδια επενέργεια κάποιου εξωτερικού αιτίου.
Τούτο συμβαίνει είτε όταν κατά την εκτέλεση της εργασίας διαμορφώθηκαν εκτάκτως δυσμενείς συνθήκες, που δεν είναι συμφυείς προς τους συνηθισμένους όρους παροχής της, είτε όταν η απασχόληση του εργαζομένου εξακολούθησε, έστω και υπό κανονικές συνθήκες, μετά την εκδήλωση της νόσου, με αποτέλεσμα την επιδείνωσή της, αφού στην τελευταία περίπτωση ο εργοδότης, που οφείλει να ρυθμίζει τα της εργασίας έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, (άρθρο 662 ΑΚ), δεν μπορεί να αξιώσει τη συνέχιση της απασχολήσεως του ασθενούντος εργαζομένου και αν δεν τον θέσει εκτός υπηρεσίας, παρότι γνωρίζει την εκδήλωση της νόσου, οι συνθήκες παροχής της εργασίας του καθίστανται εξαιρετικές και ασυνήθιστα δυσμενείς, προσλαμβάνοντας έτσι τον χαρακτήρα του βίαιου συμβάντος (Ολ.ΑΠ 937/1975).
Στην τελευταία περίπτωση, άρα, βασική προϋπόθεση για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου του εργαζομένου, είναι η παραβίαση της έναντι αυτού υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη και γι' αυτό ακριβώς δεν υπάρχει τέτοια παραβίαση και συνακόλουθα εργατικό ατύχημα με την παραπάνω έννοια, όταν ο εργοδότης δεν γνωρίζει, ούτε αγνοεί υπαίτια ότι ο εργαζόμενος είναι ασθενής και γενικότερα ότι η κατάσταση της υγείας του δεν επιτρέπει την εξακολούθηση της απασχολήσεώς του (ΑΠ 944/2001, 528/1997, 226/1987).
Βασική πηγή πληροφόρησης αποτελεί ο ίδιος ο πάσχων ναυτικός, αφού αυτός γνωστοποιεί την ένταση και το είδος των συμπτωμάτων της ασθενείας και με βάση αυτή την πληροφόρηση ο πλοίαρχος οφείλει να αξιολογήσει την περίπτωση και να ενεργήσει αναλόγως. Εξ άλλου, ο πλοίαρχος δύναται να έχει άμεση γνώση, όταν τα συμπτώματα αυτά είναι έκδηλα και εμφανή.
Με τον "Κανονισμό περί εργασίας επί ελληνικών φορτηγών πλοίων 800 κόρων και άνω", (που εκδόθηκε με εξουσιοδότηση του άρθρου 67 του κωδικοποιημένου με το από 11/3/52 ΒΔ και εγκρίθηκε με το ΒΔ 806/1970) και ειδικότερα με το άρθρο 10 αυτού ορίζεται: "1. Ο Πλοίαρχος λαμβάνων γνώσιν ασθενείας ή ατυχήματος τινός των επιβαινόντων μεριμνά ίνα παρασχεθώσιν αμελλητί εις τον πάσχοντα αι πρώται βοήθειαι. 2.
Παρέχει την κατά τον πρόχειρον ιατρικόν οδηγόν ενδεικνυομένην βοήθειαν και ζητεί, εν ανάγκη, δια του ασυρμάτου του πλοίου ιατρικήν συνδρομήν τηλεγραφών τα συμπτώματα της νόσου. 3. Εν περιπτώσει βαρείας ασθενείας η ατυχήματος οφείλει συν τη παροχή των πρώτων βοηθειών να επιζητήση την προσέγγισιν μεθ' ετέρου πλοίου διαθέτοντος ιατρόν ή την αποστολήν καταλλήλων μέσων μεταφοράς του πάσχοντος ή να καταπλεύση, εφ'όσον είναι δυνατόν, εις τον πλησιέστερον λιμένα και να συνεννοηθή μετά της Λιμενικής ή Προξενικής και της Υγειονομικής Αρχής δια την εισαγωγήν του πάσχοντος εις νοσοκομείον ή κλινικήν ...".
Με τη διάταξη αυτή, θεσμοθετούνται ειδικοί κανόνες ασφαλείας των απασχολουμένων στο πλοίο ναυτικών, η μη τήρηση των οποίων παρέχει σ' εκείνον που έγινε ανίκανος προς εργασία από ατύχημα που συνδέεται αιτιωδώς με τη μη τήρηση τους, ή σε περίπτωση θανάτου αυτού, στα κατά νόμο δικαιούμενα πρόσωπα, αξίωση πλήρους αποζημιώσεως. (βλ.
σχετ. ΟλΑΠ 965/1985). Η λήψη καθενός συγκεκριμένου, των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 10 ΒΔ 806/1970 μέτρων, εξαρτάται από την προηγουμένη διάγνωση της καταστάσεως του πάσχοντος. Η ορθή διάγνωση αυτής δεν είναι βεβαίως μεταξύ των υποχρεώσεων του πλοιάρχου, αφού κάτι τέτοιο αποτελεί έργο (και μάλιστα από τα δυσχερέστερα) των ειδικών ιατρών.
Εκείνο όμως που επιβάλλεται να πράξει ο πλοίαρχος είναι να διακρίνει ως μέσος συνετός άνθρωπος, αν πρόκειται για συνήθη περίπτωση ή αν επιβάλλεται να ζητήσει, προς αντιμετώπιση αυτής, ιατρική συνδρομή προβαίνοντας στις καθοριζόμενες από την παρ. 1 και 2 ενέργειες, ή αν πρόκειται για βαρεία ασθένεια να προβεί και στις καθοριζόμενες από την παρ.3 του άρθρου αυτού ενέργειες.
Στην προκείμενη υπόθεση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει σύμβασης ναυτικής εργασίας, που έχει συναφθεί στις 19-1-2008 στον Πειραιά, ο Κ. Μ. ναυτολογήθηκε στο υπό ελληνική σημαία ... δεξαμενόπλοιο (Μ/Τ) πλοιοκτησίας της πρώτης και διαχείρισης της δεύτερης των εναγομένων (σημ: εδώ πρώτης και δεύτερης αναιρεσίβλητης) ... "D...
C...", για χρονικό διάστημα 6 μηνών, με την ειδικότητα του μαγείρου. Το εν λόγω πλοίο από τις 4 έως τις 5-3-2008 ναυλοχούσε στο λιμένα Πάχης Μεγάρων, ενώ στις 6-3-2008 απέπλευσε με προορισμό το λιμένα Novorossiysk Ρωσίας. Από τις 7-3-2008 έως τις 8-3-2008 βρισκόταν σε διάταξη συρμού, προκειμένου να εισέλθει στα στενά των Δαρδανελίων ...
Στις 9-3-2008 εισήλθε στα στενά ... και στις 12-3-2008 κατέπλευσε στο λιμένα Novorossiysk. Ο ανωτέρω ναυτικός, στις 7-3-2008, ανέφερε στον τέταρτο εναγόμενο-υποπλοίαρχο ... (σημ: εδώ τέταρτο αναιρεσίβλητο) ότι ήταν κρυωμένος και ένιωθε πόνο στο λαιμό και στα κόκαλα. Τα αυτά ανέφερε σε τηλεφωνικές του επικοινωνίες και στους συγγενείς του Ε.Ρ. (μάρτυρα των εναγόντων) και Ι.Τ. (ενόρκως βεβαιώσαντα υπέρ αυτών).
Κατόπιν αυτού, ευλόγως θεωρώντας, ότι επρόκειτο περί απλής ιώσεως ο τέταρτος εναγόμενος.. του χορήγησε, κατόπιν συνεννόησης με τον τρίτο εναγόμενο (σημ: εδώ τρίτο αναιρεσίβλητο) πλοίαρχο- αντιβιοτικά amoxil των 500 mg, αφού προηγουμένως τον ρώτησε και πληροφορήθηκε από αυτόν ότι δεν είχε κάποια αλλεργία, ούτε ότι έκανε λήψη άλλων φαρμάκων.
Στη συνέχεια ο ανωτέρω ναυτικός ανέφερε στους τρίτο και τέταρτο των εναγομένων ότι αισθανόταν καλύτερα. Στις 10-3-2008, ο εν λόγω ασθενής παραπονέθηκε εκ νέου ότι ένιωθε πόνο στη πλάτη, χωρίς ωστόσο να αναφέρει ότι αντιμετώπιζε κάποιο σοβαρό πρόβλημα υγείας, και για το λόγο αυτό, ο τέταρτος εναγόμενος του χορήγησε επιπλέον αλοιφή Vicks και ένα μπουκάλι οινόπνευμα για εντριβή.
Αν και κατά τις δύο προηγούμενες ημέρες ο εν λόγω Κ. Μ. ανέθετε την εκτέλεση των εργασιών του μαγειρέματος στον βοηθό του, δίνοντας του τις σχετικές οδηγίες, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι είχε επισήμως απαλλαχθεί των καθηκόντων του, στις 11-3-2008 καθώς και στις 12-3-2008.. εκτέλεσε πλήρως και κανονικά τα καθήκοντα του..
Το βράδυ της 12ης-3-2008 ο ανωτέρω μάγειρας καθόταν μαζί με τον τέταρτο εναγόμενο, τον ανθυποπλοίαρχο Η. X. και τον αντλιωρό Ζ. Τ., στο καπνιστήριο, χωρίς να εμφανίζει συμπτώματα ότι έπασχε από κάποια ασθένεια. Εν συνεχεία πήγε στην καμπίνα του για ύπνο. Την επόμενη ημέρα, στις 13-3-2008, επειδή δεν προσήλθε στην εργασία του, αναζητήθηκε από τα υπόλοιπα μέλη του πληρώματος και τελικά βρέθηκε στις ώρα 06:00 τοπική ώρα, στην καμπίνα του νεκρός, φορώντας τα ρούχα και τα υποδήματα της προηγούμενης ημέρας και χωρίς να υπάρχουν στοιχεία τραυματισμού του.
Εν συνεχεία μεταφέρθηκε η σωρός του θανόντος στο Νοσοκομείο του Novorossiysk, όπου κατόπιν νεκροψίας-νεκροτομής διαπιστώθηκε, ως αιτία του θανάτου "οξύ έμφραγμα του εμπρόσθιου τοιχώματος μυοκαρδίου"... Ακολούθως, μετεφέρθηκε η σωρός του στην Ελλάδα, όπου διενεργήθηκε νέα νεκροψία-νεκροτομή από την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Πειραιώς καθώς και ιστολογική εξέταση από το Α' Εργαστήριο Παθολογικής Ανατομικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, σύμφωνα με τις οποίες ο θάνατος του επήλθε από "έμφραγμα πρόσθιου τοιχώματος αριστεράς κοιλίας του μυοκαρδίου", ενώ διαπιστώθηκε ότι έπασχε από "στεφανιαία νόσο, έχοντας βαρύτατες αρτηριοσκληρωτικές αλλοιώσεις στεφανιαίων αρτηριών τύπου VI, που προκαλούσαν επί του προσθίου κατιόντος κλάδου απόφραξη του αυλού"...
Ο εν λόγω ναυτικός είχε καταστήσει γνωστό στους ιεραρχικά προϊσταμένους του ότι είχε κρυολογήσει. Ως εκ τούτου, ο τρίτος εναγόμενος-πλοίαρχος ... δεν επικοινώνησε με τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, προκειμένου να ζητήσει ιατρική συνδρομή, πολύ δε μάλλον δε μερίμνησε για τη μεταγωγή του εν λόγω ασθενούς σε Νοσοκομείο (η οποία σημειωτέον ότι κατά το χρόνο εκδήλωσης των συμπτωμάτων, ως εκ της τότε θέσης του πλοίου, εγγύς ελληνικών και τουρκικών λιμένων, ήταν ευχερής), διότι ευλόγως θεώρησε, με βάση τα λεγόμενα του ιδίου του πάσχοντος και τα εμφανή συμπτώματα, ότι επρόκειτο για ένα απλό κρυολόγημα-ίωση.
Άλλωστε, και την προηγουμένη ημέρα πριν από το θάνατο του ο εν λόγω μάγειρος εκτέλεσε τα καθήκοντα του, χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε διαμαρτυρία σχετικά με την κατάσταση της υγείας του. Εξάλλου ο θανών ούτε στο παρελθόν είχε παραπονεθεί σε κάποιο μέλος του πληρώματος -αλλά ούτε και στους συγγενείς του- ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, σχετικά με την καρδιά του.
Αντίθετα, όλοι τον θεωρούσαν υγιή και για το λόγο αυτό, ο ίδιος ασκούσε το επάγγελμα του ναυτικού, το οποίο, ως εκ των συνθηκών, είναι επίπονο, βαρύ και ανθυγιεινό. Επιπλέον, δεν προέκυψε ότι οι συνθήκες εργασίας του συγκεκριμένου ναυτικού, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήταν ακραίες και ιδιαίτερα επιβαρυντικές.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι ούτε και ο ίδιος ο θανών γνώριζε την ως άνω πάθηση του, την οποία οι ενάγοντες- σύζυγος και συγγενείς του, αντίστοιχα, πληροφορήθηκαν, κατόπιν διενέργειας της νεκροτομής που του έγινε, δεδομένου και του ότι ναι μεν αυτός είχε υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις πριν από την ναυτολόγηση του, τυπικές όμως, και όχι ειδικές για την πάθηση του.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, κρίνεται ότι ο θάνατος του εν λόγω ναυτικού, δεν οφείλεται σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός ξένο προς τον οργανισμό του, αλλά σε προϋπάρχουσα πάθηση του, η οποία εκδηλώθηκε, κάτω από συνθήκες σύμφυτες και προσιδιάζουσες στη φύση των καθηκόντων του, που ανέλαβε με τη ναυτολόγηση του να εκτελέσει, ενώ οι εναγόμενοι αγνοούσαν την ανωτέρω νόσο του θανόντος και την επιδείνωση της και δεν παραβίασαν τις προβλεπόμενες εκ των οικείων διατάξεων υποχρεώσεις τους, και, επομένως, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ότι είναι απότοκος εργατικού ατυχήματος, με την ανωτέρω αναφερόμενη έννοια, και, συνεπώς, οι ενάγοντες δε δικαιούνται αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης εκ της αιτίας αυτής, ως αιτούνται με την αγωγή τους, καθ' αμφότερες τις βάσεις αυτής ...
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ... και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η έφεση στο σύνολο της ...". Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 53 επ. 66 ΚΙΝΔ, 1 επ.
ΚΝ 551/1915, 10 ΒΔ 806/1970, 297- 299, 648 επ. 662, 914 επ. 922, 932 ΑΚ που εφάρμοσε, τις οποίες και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και ειδικότερα:
Α) Ως προς το ότι ο θάνατος του ανωτέρω ναυτικού: α) δεν οφείλεται σε βίαιο συμβάν, ξένο προς τον οργανισμό του, που επήλθε κατά τη διάρκεια ή με αφορμή την εργασία του, αλλά οφείλεται αποκλειστικά σε προϋπάρχοντα παθολογικά αίτια του θανόντος, β) ότι οι συνθήκες εργασίας του παθόντος ναυτικού, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα δεν ήταν ούτε διαμορφώθηκαν κατά την εκτέλεση της σε ιδιαίτερα επιβαρυντικές ούτε ακραίες, γ) κυρίως, ότι τόσο η εργοδότρια όσο και οι λοιποί εναγόμενοι, με πηγή πληροφόρησης τον ίδιο τον παθόντα ναυτικό, γνώριζαν μόνον "ότι ήταν κρυωμένος με πόνο στο λαιμό και τα κόκαλα", ενδιάμεση καλυτερεύση και εκ νέου παράπονο για πόνο στην πλάτη, χωρίς οποιοδήποτε παράπονο για "σοβαρό πρόβλημα υγείας" και αγνοούσαν πλήρως την ασθένεια αυτού, από την οποία επήλθε ο θάνατος του, την οποία ούτε ο ίδιος, ούτε το περιβάλλον του γνώριζαν, ούτε τα εκτεθέντα από τον ίδιο συμπτώματα την καθιστούσαν εμφανή στον Πλοίαρχο και Υποπλοίαρχο, ώστε με βάση την πληροφόρηση αυτή να αξιολογήσουν διαφορετικά την κατάσταση της υγείας του, ενεργούντες ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και εντεύθεν μη συμμορφούμενοι να παραβιάσουν την τήρηση ισχυόντων νόμων διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους εργασίας των εργαζομένων στα πλοία, Β) Ως προς την έλλειψη συνδρομής στη συγκεκριμένη περίπτωση της προσαπαιτούμενης αναγκαίας βασικής προϋπόθεσης για την μετατροπή των κανονικών συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση νόσου του εργαζομένου, δηλαδή της γνώσης ή υπαίτιας άγνοιας εκ μέρους των εναγομένων της άνω ασθένειας του παθόντος ναυτικού και ειδικότερα ότι η κατάσταση της δεν επέτρεπε σ' αυτόν την εξακολούθηση της απασχολήσεώς του (για την οποία ουδόλως παραπονέθηκε), ώστε να θεμελιωθεί παραβίαση της έναντι του παθόντος ναυτικού υποχρεώσεως πρόνοιας του εργοδότη και συνακόλουθα εργατικό ατύχημα με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια.
Κατ' ακολουθία, τα αντίθετα υπoστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο σκέλος του, ως και, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του και τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθώς επίσης τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το πέμπτο σκέλος του, τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα.
Κατά το άρθρο 671 παρ. 1 δ' Κ.Πολ.Δ., στη διαδικασία των εργατικών διαφορών οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών, ως αποδεικτικού μέσου, την έλλειψη της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 948/2011,1875/2005).
Στην περίπτωση πλειόνων αντιδίκων ως εις ολόκληρον υποχρέων προς αποζημίωση, καίτοι μεταξύ των υπάρχει απλή και όχι αναγκαστική ομοδικία, πρέπει να καλούνται άπαντες προ της ως άνω προθεσμίας, αλλιώς δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και έναντι εκείνου που τυχόν κλητεύθηκε. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τις υπ' αριθμ. .../25-11-2009 και .../26-11-2009 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκου Πειραιώς, διότι δεν είχαν κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και οι τέσσερεις εναγόμενοι, παρά μόνο οι δύο πρώτες εξ αυτών, είναι αβάσιμος στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τις εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις και με την επί πλέον παραδοχή ότι τα εκτιθέμενα σ' αυτές δεν αφορούσαν αποκλειστικά τους κληθέντες, αλλά το σύνολο των εναγομένων.
Αβάσιμος είναι επίσης ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, επεδίκασε πλέον των αιτηθέντων, ως εκ του ότι οι αντίδικοι των αναιρεσειόντων δεν πρότειναν το απαράδεκτο των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων.
Τούτο δε διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το απαράδεκτο αυτό, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αυτεπαγγέλτως. Ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 9 και 11 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι "... παρά το ότι αποδείχθηκε πλήρως, κατά τη διαδικασία της πρωτόδικης και εφετειακής δίκης και δη από προσαχθέντα με επίκληση έγγραφα ..από τις καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων ότι ο θανών ναι μεν τύποις ναυτολογήθηκε ως Μάγειρος στο πλοίο των αντιδίκων, πλην η υπηρεσία που προσέφερε ήτο και του μαγείρου και του θαλαμηπόλου, αφού στο πλοίο δεν υπηρέτει θαλαμηπόλος και την υπηρεσία αυτήν του ελλείποντος θαλαμηπόλου εξετέλει μόνον ο θανών ..." και ότι "το γεγονός αυτό παρεγνωρίσθη τελείως από την πρωτόδικη και εφετειακή απόφαση αφήσασες αδίκαστο τον ισχυρισμό ...
που αποτελεί ουσιώδες γεγονός ως προς το εάν οι συνθήκες εργασίας του θανόντος ήταν όλως ασυνήθεις και εξαιρετικές ... και συνακόλουθα ο θάνατος του επήλθε εξ αυτού του λόγου, είτε της παροχής των υπηρεσιών του καίτοι ασθενούς υπό συνθήκες όμοιες προ της ασθενείας του, είτε παρεχόμενες επί 17 ώρες ημερησίως ..." είναι κατά το πρώτο σκέλος του απορριπτέος, καθόσον υπό την επίφαση των αναιρετικών αυτών λόγων, πλήττεται απαραδέκτως, η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Κατά το δεύτερο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εξετίμησε, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές του ότι ουδόλως "προέκυψε ότι οι συνθήκες εργασίες του συγκεκριμένου ναυτικού, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ήταν ακραίες και ιδιαίτερα επιβαρυντικές", παρεκτός του ότι, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), επισκόπηση της αγωγής και των διαδικαστικών εγγράφων, δεν προκύπτει παραδεκτή προβολή τέτοιου αγωγικού ισχυρισμού, καθόσον αφορά τη μετατροπή των συνθηκών εργασίας σε ασυνήθιστες και εξαιρετικά δυσμενείς, μετά την εκδήλωση της νόσου, με επίκληση συγκεκριμμένων, κατά τόπο και χρόνο περιστατικών.
Εξ άλλου, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004, 970/2002, 1351/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, είναι αβάσιμος επίσης ο ίδιος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το τελευταίο σκέλος του, σύμφωνα με το οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα (προσύμβαση ναυτολόγησης, καταθέσεις όλων των εξετασθέντων μαρτύρων, διπλάσιο μισθό από τη ΣΣ, κατάσταση μελών του πληρώματος) που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά ... τις υπ' αριθμ. ... και .../2-12-2009 ένορκες βεβαιώσεις ...
και όλα τα νομοτύπως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα", (πλην των καθοριζομένων σ' αυτήν ως απαραδέκτων, τα οποία δεν αφορούν τα ανωτέρω), σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δέχθηκε ότι "οι γενόμενες προ της ναυτολογήσεως του θανόντος ιατρικές εξετάσεις ήταν "τυπικές" και όχι ουσιαστικές, ενώ από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων ... αποδείχθηκε ότι ήταν ουσιαστικές" καθώς και ότι "ο Πλοίαρχος απέδωσε εις απλό κρυολόγημα "ίωση" το θάνατο ... μη αποδειχθέντος εξ ουδενός στοιχείου ότι έπασχε από ίωση ...". Οι ανωτέρω αιτιάσεις συνιστούν επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και δεν ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο, ούτε και εκείνον εκ του άρθρου 559 αρ. 9 Κ.Πολ.Δ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο και τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμα. Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.ΠολΔ., λόγος αναιρέσεως ότι το δικαστήριο, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 821/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως απ' αυτήν προκύπτει, αφού έλαβε υπόψη όλα τα μνημονευόμενα σ' αυτή και αναφερθέντα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, σχημάτισε την αποδεικτική της κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν δέχθηκε, χωρίς απόδειξη τα ανωτέρω και ο αντίθετος, από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., ίδιος λόγος, κατά το τέταρτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.
Εξ άλλου, με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, η προσβαλλόμενη δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αρ. 17 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμα, ενώ ο ίδιος λόγος, κατά το τελευταίο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι "δεν καθίσταται αδιστάκως βέβαιο ότι εξετιμήθη άπαν το περιεχόμενο των 4 ως άνω ενόρκων" βεβαιώσεων είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Ο τελευταίος (έβδομος) λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η εκ του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια, αλυσιτελώς προβάλλεται, (όπως και κάθε αποδιδόμενη στην ίδια απόφαση πλημμέλεια) εφόσον, στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία η υπόθεση εξετάσθηκε και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και το Εφετείο, εισήλθε στην ουσία και ερεύνησε την υπόθεση, προσβαλλόμενη είναι μόνον η απόφαση αυτού.
Και τούτο διότι, με την απόρριψη της έφεσης, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε και ενσωματώθηκε στην εφετειακή.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (που κατέθεσαν προτάσεις).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 29-11-2011 αίτηση των Α. χήρας Κ. Μ., Ι. Κ. Μ. και Σ. Κ. Μ. για αναίρεση της 283/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικού Τμήματος).
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων πρώτης, δεύτερης και τετάρτου αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Αυγούστου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ