1690/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1787/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2803/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2011 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1690/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι προαγωγές του προσωπικού διενεργούνται δύο φορές το χρόνο, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Ιούλιο. Οι προαγωγές στους βαθμούς του Υποδιευθυντή Β' και άνω διενεργούνται από το διοικητικό συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, ενώ στους υπόλοιπους βαθμούς διενεργούνται από το Διοικητή, μετά από εισήγηση του οριζομένου με Πράξη Διοικήσεως Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Δημήτριο Μουστάκα, Νικόλαο Τρούσα και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Λιάπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού-Νικητιάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/7/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1787/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2803/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/11/2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 8/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μόνος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4, 6, 12 και 13 του με κανονιστική ισχύ Κανονισμού Εργασίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας που καταρτίσθηκε με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Σύμβαση Εργασίας και έχει ισχύ από 12-3-2001, οπότε και κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, προκύπτει ότι οι οργανικές θέσεις του κύριου προσωπικού της από το βαθμό του Τμηματάρχη Α' και άνω είναι ορισμένες σε αριθμό.
Οι προαγωγές του προσωπικού διενεργούνται δύο φορές το χρόνο, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Ιούλιο. Οι προαγωγές στους βαθμούς του Υποδιευθυντή Β' και άνω διενεργούνται από το διοικητικό συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, ενώ στους υπόλοιπους βαθμούς διενεργούνται από το Διοικητή, μετά από εισήγηση του οριζομένου με Πράξη Διοικήσεως Υπηρεσιακού Συμβουλίου.
Οι προαγωγές στους βαθμούς του Τμηματάρχη Α' και άνω γίνονται, εφόσον υπάρχουν κενές οργανικές θέσεις, κατ' απόλυτη εκλογή και εφόσον ο υπό προαγωγή υπάλληλος έχει συμπληρώσει στον κατεχόμενο βαθμό τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη πραγματική υπηρεσία. Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινομένων, όπως αυτά προκύπτουν από τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, αναφορικά με την ειδικότητα την επιμέλεια, τις γνώσεις, την ευσυνειδησία, την επάρκεια στην εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος, τις διοικητικές και τις οργανωτικές ικανότητες, την πρωτοβουλία και γενικά την υπηρεσιακή συμπεριφορά τους, αποτυπωμένη κυρίως στις εκθέσεις-δελτία ή φύλλα ποιότητας που υποβάλλονται κάθε έτος από τους προϊσταμένους τους, αποτελεί ουσιαστική κρίση του διοικητικού συμβουλίου η οποία δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Στις προαγωγικές κρίσεις που διενεργούνται κατ' εκλογή ή κατ' απόλυτη εκλογή, θεωρείται ως συνεκτιμώμενο τυπικό προσόν, μεταξύ άλλων η κτήση πτυχίου ΑΕΙ, η γνώση μιας γλώσσας, ενώ συνεκτιμώμενα ουσιαστικά προσόντα θεωρούνται και η υπηρεσία σε διευθυντικές ή νευραλγικές θέσεις, η μετεκπαίδευση στην ημεδαπή ή στην αλλοδαπή, η διδασκαλία στις υπηρεσιακές σχολές του εργοδότη, η σύνταξη μελετών στο αντικείμενο της εργασίας, ασχέτως αν επιβάλλονται από το κανονισμό Εργασίας ως υπηρεσιακά καθήκοντα.
Συνεκτιμώνται επίσης πιθανό συγγραφικό έργο αλλά και γνώση ξένων γλωσσών, πέραν της υποχρεωτικής από τον κανονισμό. Το στοιχείο της αρχαιότητας του υπαλλήλου, σε περίπτωση κρίσεως για προαγωγή κατ' εκλογή ή απόλυτη εκλογή, υποχωρεί έναντι των βαρυνόντων ουσιαστικών προσόντων του υπαλλήλου, που εκφράζουν η βαθμολογία και η ενάσκηση από αυτόν υπευθύνων καθηκόντων σε θέσεις αυξημένης ευθύνης και τότε μόνο λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, όταν ταυτίζονται τα ουσιαστικά προσόντα των κρινομένων.
Αν όμως το συμβούλιο παραλείψει κάποιον υπάλληλο που προφανώς υπερέχει ως προς τα προσόντα σε σύγκριση με τους ομοιόβαθμους συναδέλφους του, η προαγωγή των οποίων έγινε κατά παράλειψη εκείνου, τότε η κρίση αυτή του διοικητικού συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, η οποία συντρέχει όταν, καθ' υπέρβαση των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη, έγινε η παράλειψη της προαγωγής, μολονότι ο υπάλληλος που παραλείφθηκε υπερτερεί καταφανώς σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα.
Στην περίπτωση αυτή διαπράττεται αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ και ο παραλειπόμενος δικαιούται ν' ασκήσει αγωγή και να ζητήσει την αναγνώριση της, κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, παράλειψής του και την επιδίκαση, ως αποζημίωση, των διαφορών αποδοχών και ανάλογης χρηματικής ικανοποίησης από την παράνομη και υπαίτια παρά λειψή του.
Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προ κύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη τράπεζα στις 7-1-1975, μετά από επιτυχία της σε σχετικώς διενεργηθέντα διαγωνισμό μεταξύ των τέκνων υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας και εντάχθηκε στο λογιστικό κλάδο με το βαθμό του Δόκιμου.
Στη συνέχεια εξελίχθηκε διαδοχικά στην υπαλληλική ιεραρχία της εργοδότριας τράπεζας και αξιοποιώντας προώθηση δύο ετών λόγω πτυχίου Ανωτάτης Σχολής, κατέλαβε τον βαθμό του Υπολογιστή Β' από 7-1-1975, του Υπολογιστή Α' από 1-1-1977 και του Λογιστή Β' από 1-1-1981. Στη συνέχεια αξιοποιώντας και πάλι προώθηση ενός έτους λόγω κτήσης δεύτερου πτυχίου Ανωτάτης Σχολής προήχθη στο βαθμό του Λογιστή Α' από 1-1-1984 και την 1-1-1986 στο βαθμό του Υποτμηματάρχη.
Κατόπιν προήχθη στο βαθμό του Τμηματάρχη Β' την 1-1-1989 και από 1-1-1998 εξελίχθηκε στο βαθμό του Τμηματάρχη Α' τον οποίο φέρει μέχρι σήμερα. Είναι πτυχιούχος Αγγλικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών του τμήματος ιστορικού αρχαιολογικού, καθώς και κάτοχος Master στη Διοίκηση Ανθρωπίνων Πόρων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο όμως απέκτησε την 31-7-2005.
Γνωρίζει πολύ καλά την αγγλική γλώσσα για την ο ποία αξιολογείται με βαθμολογία 8 με ανώτατη κλίμακα βαθμολογίας 9 μονάδες, καθώς και την γαλλική γλώσσα για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 7 με ανώτατη κλίμακα βαθμολογίας επίσης 9 μονάδες. Έχει παρακολουθήσει ικανό αριθμό σεμιναρίων, σχετικά με τραπεζικά θέματα, που διοργάνωσε η εναγομένη(19 σεμινάρια μέχρι 1-7-2003).
Από της προσλήψεώς της τοποθετήθηκε στο Κατάστημα Μακρυγιάννη όπου υπηρέτησε ως υπάλληλος στην Υπηρεσία Καταθέσεων μέχρι και 9-3-1975 οπότε και μετατέθηκε στο γραφείο Διοίκησης όπου και υπηρέτησε ως δακτυλογράφος μέχρι 19-11-1975. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Προσωπικού-Υπηρεσία κίνησης προσωπικού, όπου και υπηρέτησε ως λογιστική υπάλληλος μέχρι 9-9-1981, οπότε και μετατέθηκε στη Διεύθυνση Διεθνών-Δραστηριοτήτων, όπου από 6-2-1986 αναλαμβάνει τη θέση της προϊσταμένης υπηρεσίας με την υπ' αριθμ. 34/6-2-1986 Πράξη του Διοικητή της εναγομένης(θέση 7ου κλιμακίου ευθύνης), θέση που διατήρησε μέχρι την 4-7-1997.
Έκτοτε αναλαμβάνει τη θέση της προϊσταμένης τμήματος της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης (θέση 5ου κλιμακίου ευθύνης)και υπηρέτη σε στη θέση αυτή μέχρι 19-11-2000, οπότε και τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Δικτύου Εξωτερικού Β' επίσης ως προϊστάμενη τμήματος διεύθυνσης, θέσης ευθύνης 5ου κλιμακίου, στην οποία υπηρέτησε μέχρι και την 1-7-2003.
Η πορεία της ενάγουσας κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας της στην εναγομένη το παραπάνω χρονικό διάστημα απεικονίζεται στα δελτία ποιότητας της. Συγκεκριμένα στα δελτία ποιότητας των ετών 1980 και 1981 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή υπάλληλος, των ετών 1982 μέχρι και 1994 ως άριστη υπάλληλος, πλην εκείνο του έτους 1986, όπου χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή υπάλληλος.
Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1992-2002 η συνολική βαθμολογία της ανερχόταν σε 140 για όλα τα έτη με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές της στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης ευθύνης Υποδιευθύντριας Διοικήσεως), περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτήν παρατηρήσεις και ειδικότερα ότι πρόκειται για δοκιμασμένο, έμπειρο, ικανό, μεθοδικό, καταξιωμένο και υπεύθυνο στέλεχος με ήθος και αξιοπρέπεια, συγκροτημένο χαρακτήρα και με διοικητικά προσόντα, ότι εξετέλεσε τα καθήκοντά της με επιτυχία έχοντας την εποπτεία δύο τμημάτων της Υποδιεύθυνσης, ότι χειρίστηκε τα τρέχοντα θέματα που απαιτούσαν διακριτικότητα, εμπειρία και ειδικές γνώσεις υπεύθυνα και αποτελεσματικά, παρήγαγε πρωτότυπο έργο και ότι γνωρίζει σε βάθος το αντικείμενο της Δ/νσης σε πρακτικό και θεωρητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αναλάβει καθήκοντα υποδιεύθυνσης.
Κατά τις προαγωγικές κρίσεις που έγιναν από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης για την πλήρωση κενών θέσεων στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1-1-2002, η τελευταία προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή από Τμηματάρχες Α' σε Υποδιευθυντές Β' μεταξύ άλλων τους 1) Σ. Σ., 2) Ζ. Ά. και 3) Σ. Γ., όλοι ομοιόβαθμοι της, ενώ η ενάγουσα δεν προήχθη στον επόμενο βαθμό.
Ομοίως το ίδιο Συμβούλιο κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2002 προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή μεταξύ άλλων τους ομοιόβαθμους συναδέλφους της 1) Ρ. Ν., 2) Δ. Σ., 3) Σ. Δ. και 4) Κ. Ε., στον επόμενο βαθμό του Υποδιευθυντή Β', παραλείφθηκε δε απ' αυτές πάλι η ίδια. Το αυτό συνέβη και κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2003, κατά τις οποίες το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ενώ προήγαγε στον ίδιο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' με τον ίδιο τρόπο, μεταξύ άλλων τους ομοιόβαθμους συναδέλφους της ενάγουσας: 1) Ζ.
Ν., 2) Κ. Ν., 3) Τ. Ν., 4) Π. Ε., 5) Μ. Σ., 6) Κ. Σ. και 7) Χ. Χ., παρέλειψε δε να προαγάγει την ί δια πράγμα που συνέβη και κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2003, οπότε και προήχθη σαν στην ίδια ως άνω θέση του Υποδιευθυντή Β' από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατ' απόλυτη εκλογή μεταξύ άλλων και οι συνάδελφοι της ενάγουσας Τμηματάρχες Α'1) Κ.
Γ., 2) Μ.-Κ. Α., 3) Δ. Α., 4) Π. Ε., 5) Π. Β. και 6) Ζ. Ε., χωρίς εκείνη και πάλι να προαχθεί. Η ενάγουσα επικαλουμένη ότι οι περί μη προαγωγής της διαδοχικές κρίσεις του ως άνω προαγωγικού οργάνου της εναγομένης πάσχουν ακυρότητας καθόσον αυτή υπερείχε καταφανώς έναντι όλων των ως άνω προαχθέντων, τους οποίους και πρότεινε προς σύγκριση, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την με το παραπάνω περιεχόμενο αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση.
Ειδικότερα με την εκκαλουμένη απόφαση κρίθηκε ότι η ενάγουσα έπρεπε να προαχθεί στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από 1-1-2002, γιατί πράγματι υπερτερούσε καταφανώς των προαχθέντων ήδη αντ' αυτής και προταθέντων προς σύγκριση πρώτου και δεύτερου κατά σειρά Σ. Σ. και Ζ. Ά. . Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η εναγομένη έφεση με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα όχι μόνο δεν υπερτερούσε και μάλιστα καταφανώς έναντι των προαχθέντων και προς σύγκριση προτεινομένων συναδέλφων της, αλλά και υστερούσε έναντι αυτών.
Το Εφετείο δε, σε σχέση με τον άνω ισχυρισμό της εναγομένης, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Οι ανωτέρω προαχθέν τες κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2002 είχαν τα εξής τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1)Ο Σ. Σ. υπηρετεί στην εναγομένη από 6-10-1975 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1997 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι απόφοιτος παλαιού εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας(διαβάθμιση 3/9)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεως του συνολικά 21 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 11-9-1989 μέχρι 9-9-1991 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα της εναγομένης στην Καλαμαριά (8ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στη συνέχεια από 18-4-1994 έως και 30-8-1996 με την ίδια ιδιότητα (υποδιευθυντής καταστήματος)στο ίδιο ως άνω κατάστημα. Κατά τη χρονική αυτή περίοδο(18-4 -1994 έως και 30-8-1996)που υπηρετούσε ως υποδιευθυντής στο εν λόγω κατάστημα αναπλήρωνε κατά διαστήματα τον διευθυντή αυτού. Την 6-9-1996 του ανατέθηκαν καθήκοντα διευθυντή καταστήματος στο κατάστημα Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), τα οποία άσκησε μέχρι την 22-10-1997, από 23-10-1997 δε ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή καταστήματος στο ως άνω κατάστημα Νεαπόλεως Θεσσαλονίκης (6ο κλιμάκιο ευθύνης)ενώ από το έτος 2001 ανέλαβε διευθυντής στο κατάστημα Νέων Ξυλά δικών Θεσσαλονίκης (5ο κλιμάκιο ευθύνης) καθήκοντα που εκτελούσε μέχρι και της προαγωγής του.
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος υπάλληλος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την κρίσι μη τριετία προ της προαγωγής του 1999-2001 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 132 (1999), 134 (2000) και 136 (2001) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των ετών 1999, 2000 και 2001, όπως ότι πρόκειται για εργατικό και δραστήριο στέλεχος, με πλούσιες εμπειρίες και πολύ καλές υπηρεσιακές γνώσεις όλου του μηχανισμού της τράπεζας, με φιλοδοξίες και αμείωτο ενδιαφέρον για την περαιτέρω εξέλιξη του, την αύξηση των εργασιών καθώς και την προβολή της τράπεζας, ότι διακρίνεται για την εντιμότητα, το ήθος και την ευθύτητα του χαρακτήρα του, ότι διαθέτει ευρεία αντίληψη και ανεπτυγμένη κρίση και σκέψη, επιβάλλεται σωστά στους υφισταμένους του και διατηρεί καλές σχέσεις με την πελατεία, ενώ ανταποκρίνεται με επιτυχία στα καθήκοντα που του έχουν ανατεθεί.
Με την 318/ 12-5-1993 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης επίπληξης με ευχή. 2) Ο Ζ. Ά. υπηρετεί στην εναγομένη από 18-7-1977 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος ΚΑΤΕΕ-Τμήματος επιχειρήσεων με καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 6/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 20 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 14-9-1995 μέχρι 25-1-1996 που αναπλήρωνε προσωρινά το Διευθυντή του καταστήματος Άνοιξης (9ο κλιμάκιο ευθύνης)και στη συνέχεια από 26-1-1996 μέχρι 19-5-1999 ως διευθυντής καταστήματος στο ίδιο ως άνω κατάστημα της εναγομένης (8ο και 7ο κλιμάκιο ευθύνης). Από 20-5-1999 έως και 11-5-2001 υπηρέτησε με την ίδια ιδιότητα (διευθυντής καταστήματος) στο κατάστημα Ζωγράφου (6ο κλιμάκιο ευθύνης).
Από 17-1-2000 έως 10-7-2000 του ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα καταστήματος στο κατάστημα Χολαργού (5ο κλιμάκιο ευθύνης), από 14-5-2001 δε ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή στο ως άνω κατάστημα Χολαργού (5ο κλιμάκιο ευθύνης), καθήκοντα που εκτελούσε μέχρι και της προαγωγής του. Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος υπάλληλος.
Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την κρίσιμη τριετία (1999-2001) η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 137 για όλα τα έτη με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται γι' αυτόν ευμενείς παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για αξιόλογο στέλεχος, με καλή υπηρεσιακή κατάρτιση και ικανές εμπειρίες, έξυπνος με σωστή κρίση, καλά πνευματικά προσόντα και πολύ καλή επαγγελματική συμπεριφορά, ότι καθοδηγεί με αποτελεσματικό τρόπο τους υφισταμένους του, ότι εμπνέει εμπιστοσύνη με την παρουσία του και διοικεί το προσωπικό της μονάδας με αποτελεσματικότητα, δείχνει ενδιαφέρον και δραστηριοποιείται για την ανάπτυξη των εργασιών της τράπεζας και ενδιαφέρεται για την εξυπηρέτηση της πελατείας και ό τι πρόκειται για εξελίξιμο γενικά στέλεχος, ενώ στην αξιολόγηση του έτους 1999 ο β' κριτής σημειώνει ότι παρέλαβε τη διεύθυνση του καταστήματος και όχι μόνο κατόρθωσε να σταθεροποιήσει τη φθίνουσα πορεία των εργασιών του, αλλά, σε μερικές απ' αυτές, όπως η επ/κή πίστη, κάλυψε και τον τεθέντα στόχο της περιόδου. 3) Ο Σ.
Γ. υπηρετεί στην εναγομένη από 10-3-1975 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 5/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεως του συνολικά 19 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας απόν 7-3-1996 έως 3-10-2000 που τοποθετήθηκε διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα της εναγομένης στη Παλλήνη (7ο και 8ο κλιμάκιο ευθύνης) χρονικό διάστημα κατά το οποίο και αναπλήρωνε κατά διαστήματα προσωρινά τον διευθυντή καταστήματος Κορωπίου, από 4-10-2000 δε ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή στο ως άνω κατάστημα Κορωπίου (5ο κλιμάκιο ευθύνης), καθήκοντα που εκτελούσε μέχρι και της προαγωγής του.
Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την κρίσιμη χρονική περίοδο 1999-2001 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 134 (1999), 134 (2000) και 136 (2001) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για αξιόλογο, σοβαρό και εξελίξιμο στέλεχος, με πολύ καλή υπηρεσιακή κατάρτιση και παρουσία, ότι είναι σοβαρός και συγκροτημένος χαρακτήρας, με κύρος, που εμπνέει εμπιστοσύνη και επιδεικνύει σταθερά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των εργασιών της τράπεζας, αποτελεσματικός και ιδιαίτερα εργατικός, με σύγχρονες αντιλήψεις τραπεζικής πρακτικής και γρήγορη προσαρμογή στις αλλαγές, νέες διαδικασίες και συστήματα, ότι δραστηριοποιήθηκε αποτελεσματικά για την προσέλκυση νέας πελατείας, για την εμπέδωση ομαδικού πνεύματος συνεργασίας στο προσωπικό της Μονάδας του, καθώς και για τη δημιουργία κλίματος πωλήσεων.
Με την υπ' αριθμ. 384/ 3-6-1999 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου του επιβλήθηκε η ποινή της έγγραφης επίπληξης με ευχή, γιατί ως Διευθυντής καταστήματος δεν έλαβε έγκαιρα τα επιβαλλόμενα μέτρα που θα διασφάλιζαν απαίτηση από χρηματοδότηση εταιρείας. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας μ' εκείνα των άνω προαχθέντων, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί μέχρι την 31-12-2001 προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα κατά 9 μήνες του πρώτου, 21/2 του δεύτερου, ενώ είναι ισοδύναμη με τον τρίτο.
Υπερτερεί όλων στη γενική μόρφωση και στη γνώση ξένων γλωσσών και κατά 6 μήνες στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη Α', ενώ είναι ισοδύναμη με τον δεύτερο στην ειδική ως άνω υπηρεσιακή αρχαιότητα. Υπολείπεται όμως στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη Α' κατά ένα έτος του πρώτου, καθώς και στην ουσιαστική άσκηση υπευθύνων καθηκόντων όλων των προτεινομένων προς σύγκριση, δεδομένου ότι οι ως άνω συγκρινόμενοι, ο μεν πρώτος από το έτος 1989 έως και το 1996 άσκησε καθήκοντα υποδιευθυντή καταστήματος με αντιστοιχία σε θέση ευθύνης 8ου κλιμακίου και έκτοτε, διευθυντή καταστήματος με αντιστοιχία σε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου, ο δεύτερος από το έτος 1995 και εφεξής άσκησε καθήκοντα καταστήματος με αντιστοιχία σε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου και ο τρίτος από το έτος 1996 και εφεξής άσκησε επίσης καθήκον τα διευθυντή καταστήματος με αντιστοιχία σε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου όπου η πείρα και η εμπειρία τους στο ευρύτερο φάσμα των τραπεζικών εργασιών και συναλλαγών προσήγγιζε τα επιθυμητά όρια και τις προσδοκίες της εναγομένης.
Αντίθετα η ενάγουσα ποτέ δεν άσκησε καθήκοντα ανώτερα του 5ου κλιμακίου ευθύνης, όπως επίσης ποτέ δεν τοποθετήθηκε σε θέση μη ελεγχόμενη. Ως προϊσταμένη υπηρεσίας και τμήματος στις μονάδες διεύθυνσης διεθνών δραστηριοτήτων και δικτύου Εξωτερικού στη Κεντρική Υπηρεσία ελεγχόταν από ιεραρχικά ανώτερους υπαλλήλους.
Η απασχόλησή της δε για μεγάλο χρονικό διάστημα(άνω των 20 ετών)με ένα και μοναδικό αντικείμενο καταδεικνύει έλλειψη εμπειρίας και γνώσης του συνόλου των τραπεζικών εργασιών. Από τα δελτία αξιολόγησης της προκύπτει ότι προτείνεται ως κατάλληλη για προϊσταμένη τμήματος διεύθυνσης άμεσα και μελλοντικά για τη θέση υποδιευθυντή διεύθυνσης.
Σημειώνεται ότι α)οι ρηθείσες πειθαρχικές ποινές της έγγραφης επίπληξης με ευχή, που επιβλήθηκαν σε βάρος του πρώτου και του τρίτου των άνω συγκρινομένων σε χρόνο αρκετά προγενέστερο των προαγωγικών κρίσεων της 1-1-2002 είναι ποινές άνευ συνεπειών στην υπηρεσιακή τους εξέλιξη, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη στις κατά τα άνω προαγωγικές κρίσεις και β)η υπεροχή της ενάγουσας σε βαθμούς αξιολόγησης τα κρίσιμα έτη έναντι των συγκρινομένων συναδέλφων της οφείλεται στο γεγονός ότι εκείνη υπήρξε κρινόμενη σε θέση προϊσταμένου, ήτοι επί κατωτέρω καθηκόντων και όχι επί των ανωτέρων καθηκόντων του διευθυντή που συνεπάγονται μεγαλύτερο δείκτη δυσκολίας και αυστηρότερα κριτήρια βαθμολογίας:
Ακολούθως το Εφετείο, με βάση αυτές τις παραδοχές του έκρινε ότι η ενάγουσα δεν υπερείχε καταφανώς των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων της και ως εκ τού του η παράλειψη προαγωγής της στις κρίσεις της 1-1-2002 στο βαθμό του Υποδιευθυντή Β' δεν ήταν καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, στη συνέχεια δε, αφού δέχθηκε ως βάσιμο τον πρώτο λόγο της έφεσης που άσκησε η εναγομένη κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή ως προς τους προαναφερθέντες συναδέλφους της ενάγουσας, εξαφάνισε αυτή (πρωτόδικη απόφαση) και κρατώντας την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή ως προς τη βάση της που αφορούσε τους ανωτέρω συναδέλφους της (ενάγουσας) και ερεύνησε τις μη εξετασθείσες αγωγικές βάσεις, ως προς τους λοιπούς προαχθέντες συναδέλφους αυτής, δεχόμενο ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2002 προέβη στην κατ' απόλυτη εκλογή , για την κάλυψη οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή Β', μεταξύ άλλων των ομοιοβάθμων της ενάγουσας και προτεινομένων προς σύγκριση 1) Ρ. Ν., 2) Δ. Σ., 3) Σ. Δ. και 4) Κ. Ε., ενώ παρέλειψε να προαγάγει και πάλι την ενάγουσα.
Κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα(1999, 2000 και 2001)η ενάγουσα είχε τα ανωτέρω αναφερόμενα προσόντα, ενώ οι ως άνω συγκρινόμενοι τα ακόλουθα:1)Ο Ρηγάκης Νικόλαος υπηρετεί στην εναγομένη από 13-7-81 που προσλήφθηκε από την πρώην ΕΚΤΕ, ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-1996 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι πτυχιούχος ΑΒΣΠ του τμήματος Διοίκησης Επιχειρήσεων με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/5)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 15 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 23-6-1997 έως 1-10-1998, ημερομηνία συγχώνευσης της ΕΚΤΕ με την εναγομένη ΕΤΕ, ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα της εναγομένης στην Π.
Τσαλδάρη στο Περιστέρι (10ο κλιμάκιο ευθύνης), και μετά τη συγχώνευση συνέχισε να εκτελεί τα ίδια καθήκοντα στο ίδιο κατάστημα μέχρι 19-8-2001 με 7ο κλιμάκιο ευθύνης και από 20-8-2001 μέχρι και της προαγωγής του με 5ο κλιμάκιο ευθύνης. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 1999-2001 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 137 (1999) 137 (2000) και 139 (2001)με ανώτατο βαθμό το 140.
Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1( άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος). Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για ιδιαίτερα συγκροτημένο, σοβαρό, συνεργάσιμο, ιδιαίτερα φιλόπονο και με μεγάλη ευκολία προσαρμογής στέλεχος, ότι είναι εύστροφος, ευέλικτος, με υψηλή αίσθηση θεμάτων κατεπείγουσας ανάγκης και μεγάλη ανεκτικότητα σε υψηλές πιέσεις, ότι καταβάλει φιλότιμες και αποτελεσματικές προσπάθειες για την εύρυθμη λειτουργία και την ανάπτυξη των εργασιών του καταστήματος, ότι βρίσκεται πάντα σε ετοιμότητα, είναι απόλυτα σίγουρος για τον εαυτό του, αυτοϋποκινείται και θέτει στόχους τους οποίους επιτυγχάνει, ότι έχει πολύ καλή υπηρεσιακή κατάρτιση στα θέματα κτηματικής πίστης και ανεπτυγμένα πνευματικά προσόντα και ότι η εξέλιξη των εργασιών της κτηματικής πίστης στο κατάστημα που διευθύνει από το έτος 1997 υπήρξε ιδιαίτερα εντυπωσιακή. 2) Ο Δ.
Σ. υπηρετεί στην εναγομένη από 9-10-1970 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα απόν 1-1 -1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιά, με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 4/9)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 21 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκον τα-καθήκοντα εποπτείας από 12-6-1997 μέχρι 4-7-1997, αναπληρώνοντας προσωρινά τον υποδιευθυντή του καταστήματος Χίου, από 5-7-1997 μέχρι 3-2-1998 του ανατέθηκαν καθήκοντα προσωρινού υποδιοικητή καταστήματος Χίου(8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 4-2-1998 μέχρι και 18-10-2001 υπηρέτησε ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Χίου(7ο κλιμάκιο ευθύνης)και από 19-10-2001 μέχρι και της προαγωγής του ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Χίου (5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και ώριμος υπάλληλος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1999-2001 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 138 (1999), 136 (2000) και 135 (2001) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται γι' αυτόν ευμενείς παρατηρήσεις των κριτών των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για έμπειρο, σοβαρό, αξιοπρεπή, ήρεμο και συγκροτημένο στέλεχος με καλά πνευματικά προσόντα και άριστα διαμορφωμένο χαρακτήρα, με ορθή κρίση, υψηλή σε μόνιμη βάση αποδοτικότητα, ότι διακρίνεται για τη δυναμικότητα και σε βάθος γνώση ολόκληρου του μηχανισμού της τράπεζας, ότι έχει άρτια υπηρεσιακή κατάρτιση, ότι είναι ιδιαίτερα εργατικός, πρόθυμος και αφοσιωμένος στη Τράπεζα με έφεση για εξέλιξη, συνεργαζόμενος άψογα με το διευθυντή καταστήματος(τον οποίο συνδράμει ενεργά)και τους υφισταμένους του και ότι χαίρει εκτιμήσεως από την πελατεία, την οποία χειρίζεται επιδέξια και εξυπηρετεί πρόθυμα. 3) Ο Σ.
Δ. υπηρετεί στην εναγομένη από 17-12-1979 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος της Οικονομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με καλή γνώση της Γερμανικής γλώσσας (διαβάθμιση 6/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου κρίσεώς του συνολικά 27 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 23-8-1993 μέχρι 29-7-1994 που αναπλήρωνε προσωρινά τον διευθυντή του καταστήματος Πτολεμαϊδος (9ο κλιμάκιο ευθύνης), από 8-8-1994 μέχρι και 28-11-1994 αναπληρώνοντας επίσης προσωρινά τον διευθυντή του καταστήματος Νεαπόλεως Κοζάνης (9ο κλιμάκιο ευθύνης), από 3-1-1995 μέχρι και 18-10-1995 αναπληρώνοντας επίσης προσωρινά κατά διαστήματα τον διευθυντή του καταστήματος Πτολεμαϊδος (9ο κλιμάκιο ευθύνης), από 30-10-1995 μέχρι 14-12-1998 ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Αμυνταίου (9ο κλιμάκιο ευθύνης), χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναπλήρωνε προσωρινά και επί 20μερο τον διευθυντή του καταστήματος Πτολεμαϊδος (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 15-12-1998 μέχρι 15-3-2001 που του ανατέθηκαν καθήκοντα προσωρινού διευθυντή καταστήματος Πτολεμαϊδος (6ο κλιμάκιο ευθύνης), από 16-3-2001 μέχρι 23-11-2001 ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Πτολεμαϊδος (6ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 26-11-2001 ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Κοζάνης (5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος υπάλληλος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 1999-2001 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 135 (1999), 139 (2000) και 140(2001) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του το έτος 2000 στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος)και τα έτη 1999 και 2001 κατατάσσεται στη θέση 2 (μελλοντικά για ανάληψη θέσεως ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών ιδία στα ΔΑΑ των ετών 1999 και 2001, όπως ότι πρόκειται για υπηρεσιακά συγκροτημένο στέλεχος που χαρακτηρίζεται για τη φιλοτιμία, εργατικότητα και αφοσίωση του στην τράπεζα, την πολύ καλή γνώση και εμπειρία των τραπεζικών εργασιών, ότι είναι ειλικρινής και αντικειμενικός, που διατηρεί άριστο συναδελφικό κλίμα στον εργασιακό χώρο, ότι διαθέτει ικανοποιητική κατάρτιση αλλά και έφεση για περαιτέρω βελτίωση, ότι διακρίνεται η ευθύτητα και η συνεχής προσπάθεια εδραίωσης καλής επικοινωνίας με τους πελάτες και το προσωπικό του καταστήματος και ότι αξιοποιεί έντεχνα τις ικανότητες των υφισταμένων του και 4) Ο Κ.
Ε. υπηρετεί στην εναγομένη από 12-3-1976 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-1999 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος Δημόσιας Διοίκησης της ΠΑΣΠΕ, με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 5/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 34 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 6-7-1992 μέχρι 17-7-1992 και από 24-8-1992 μέχρι 7-9-92 αναπληρώνοντας προσωρινά τον διευθυντή του υποκαταστήματος Λεωφ. Αλεξάνδρας (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 18-8-1993 μέχρι και 20-8-1993 αναπληρώνοντας επίσης προσωρινά τον υποδιευθυντή του καταστήματος Αγγελοπούλου (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 28-4-1994 μέχρι και 19-8-1994 αναπληρώνοντας επίσης προσωρινά κατά διαστήματα τον διευθυντή του υποκαταστήματος Αλεξάνδρας (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 13-6-1995 μέχρι 31-12-1997 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Μενιδίου (8ο κλιμάκιο ευθύνης) από 26-6-1995 μέχρι 18-8-1995 αναπληρώνοντας προσωρινά κατά διαστήματα τον διευθυντή του καταστήματος Μενιδίου (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 21-8-1995 μέχρι 25-8-1995 του ανατέθηκαν επίσης καθήκοντα προσωρινής αναπλήρωσης του διευθυντή υποκαταστήματος Νέων Λιοσίων (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 25-9-1995 μέχρι 2-1-1998 αναπληρώνοντας προσωρινά κατά μεγάλα διαστήματα τον διευθυντή του καταστήματος Μενιδίου (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 1-1-1998 μέχρι 10-5-1999 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Μενιδίου (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 7-1-1998 μέχρι 18-2-1998 αναπληρώνοντας προσωρινά κατά διαστήματα τον διευθυντή του καταστήματος Μενιδίου (7ο κλιμάκιο ευθύνης) από 10-5-1999 μέχρι 23-10-2001 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα (6ο κλιμάκιο ευθύνης), από 26-7-1999 μέχρι 30-7-1999 αναπληρώνοντας προσωρινά τον διευθυντή καταστήματος Εξαρχείων (6ο κλιμάκιο ευθύνης), από 13-11-2000 μέχρι 24-11-2000 αναπληρώνοντας προσωρινά τον διευθυντή καταστήματος Γαλατσίου (6ο κλιμάκιο ευθύνης), από 11-5-2001 μέχρι 11-5-2001 αναπληρώνοντας προσωρινά τον διευθυντή καταστήματος Νέας Φιλαδέλφειας (6ο κλιμάκιο ευθύνης), από 5-9-2001 μέχρι και 5-9-2001 αναπληρώνοντας τον διευθυντή καταστήματος Κηφισιάς (6ο κλιμάκιο ευθύνης), και από 24-10-2001 μέχρις της προαγωγής του ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Μενιδίου (5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και εξελίξιμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 1999-2001 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 132(1999) 136 (2000) και 138(2001) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για εξαιρετικό, ικανό, σοβαρό, δραστήριο, συγκροτημένο και με ευγένεια στέλεχος με εμπειρία και υπηρεσιακή συγκρότηση, ότι ενδιαφέρεται για την εξυπηρέτηση της πελατείας, την ανάπτυξη των εργασιών της μονάδας, την εύρυθμη λειτουργία του καταστήματος, ότι συνεργάζεται αρμονικά με τα υπόλοιπα μέλη της Διεύθυνσης και, επιβάλλεται σωστά στους υφισταμένους του, ότι διαθέτει ανεπτυγμένα πνευματικά προσόντα και τα θέματα που ανακύπτουν τα αντιμετωπίζει ψύχραιμα και αποτελεσματικά.
Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας με ε κείνα των άνω προαχθέντων, όπως προαχθέντων, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί μέχρι τις 30-6-2002 προκύπτει ότι η ενάγουσα υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα του πρώτου Ρ. Ν. κατά 5 έτη και 5 μήνες, του τρίτου Σ. Δ. κατά 4 έτη περίπου και του τέταρτου Κ.
Ε.υ κατά 14 μήνες, ενώ υπολείπεται του δεύτερου Δ. Σ. κατά 4 έτη και 3 μήνες. Υπερτερεί όλων στην γενική μόρφωση και στη γνώση ξένων γλωσσών και κατά 1 έτος και 7 μήνες στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη Α' του τετάρτου, ενώ είναι ισοδύναμη με τους δεύτερο και τρίτο των συγκρινομένων ως προς την ειδική ως άνω κατεχόμενη υπηρεσιακή αρχαιότητα.
Υπολείπεται όμως στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του τμηματάρχη Α'1 έτος και 6 μήνες του πρώτου, καθώς και στην ουσιαστική άσκηση υπεύθυνων καθηκόντων όλων των προτεινομένων προς σύγκριση, δεδομένου ότι οι ως άνω συγκρινόμενοι δοκιμάστηκαν σε πολλά διαφορετικά αντικείμενα και θέσεις, μεταξύ των οποίων σε διευθυντικές κυρίως θέσεις στον δίκτυο, ήτοι ως διευθυντές καταστημάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα, προ της προαγωγής τους με αντιστοιχία σε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου, όπου η πείρα και η εμπειρία τους στο ευρύτερο φάσμα των τραπεζικών εργασιών και συναλλαγών προσήγγιζε τα επιθυμητά όρια και τις προσδοκίες της εναγομένης, η δε απόδοση τους δεν παρουσίασε ποτέ αρνητικά στοιχεία.
Εξάλλου, το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2003 προέβη στην κατ' απόλυτη εκλογή επίσης, από του χρόνου τούτου, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσεων Υποδιευθυντή Β', μεταξύ άλλων των ομοιόβαθμων της ενάγουσας και προτεινομένων προς σύγκριση 1) Ζ. Ν., 2) Κ. Ν., 3) Τ. Ν., 4) Κ.
Σ., 5) Χ. Χ., 6) Π. Ε. και 7) Μ. Σ., ενώ παρέλειψε να προαγάγει και πάλι την ενάγουσα. Κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα(2000 έως 2002)η ενάγουσα, είχε τα αναφερόμενα προσόντα ενώ οι ως άνω συγκρινόμενοι τα ακόλουθα: 1)Ο Ζ. Ν. υπηρετεί στην εναγομένη από 14-7-1977 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1996 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι πτυχιούχος των Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας(διαβάθμιση 4/9)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 25 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 22-5-1992 μέχρι 10-12-2005 που του ανατέθηκαν προσωρινά καθήκοντα υποδιευθυντή καταστήματος στο κατάστημα (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 11-12-1995 μέχρι 30-6-1997 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Πλατ.
Κυψέλης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 21-5-1997 έως 20-6-1997 αναπληρώνοντας προσωρινά κατά διαστήματα τον διευθυντή του καταστήματος Παραδείσου Αμαρουσίου (7ο κλιμάκιο ευθύνης) από 1-1-1997 μέχρι και 7-7-1999 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Αγίων Αναργύρων (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 30-11-1998 μέχρι 7-7-1999 αναπληρώνοντας προσωρινά κατά διαστήματα τον διευθυντή του καταστήματος Μεγάρου ΤΣΑΥ (7ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 8-7-1999 μέχρι και της προαγωγής του, ως Διευθυντής καταστήματος στο ως άνω κατάστημα του Μεγάρου ΤΣΑΥ (6o κλιμάκιο ευθύνης μέχρι 31-12-2000 και από 1-1-2001 5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και ώριμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 135 (2000), 137(2001) και 138 (2000) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για πολύ αξιόλογο, καταρτισμένο, έμπειρο, συγκροτημένο υπηρεσιακά και αφοσιωμένο στη τράπεζα στέλεχος, ότι είναι οξυδερκής, κοινωνικός, ευγενής και απόλυτα αποδεκτός τόσο από την πελατεία όσο και από το προσωπικό, ότι ενδιαφέρεται για την εύρυθμη λειτουργία και ανάπτυξη των εργασιών της μονάδας του καθώς και την υπηρεσιακή του επιμόρφωση και ανέλιξη, ότι κατέβαλε έντονες και συνεχείς προσπάθειες για την ανάπτυξη της κτηματικής πίστης, με απόλυτα ικανοποιητικά αποτελέσματα, ότι φροντίζει για την προ βολή και προάσπιση των συμφερόντων της τράπεζας και οσάκις ανακύπτουν υπηρεσιακά προβλήματα κατά κανόνα δίνει αποτελεσματικές λύσεις. 2) Ο Κουφός Νικόλαος υπηρετεί στην εναγομένη από 6-10-1975 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1996 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 13 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 26-3-1993 μέχρι και 20-10-2000 ως εντεταλμένος στην ειδική μονάδα καθυστερήσεων Αθηνών (6ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 23-10-2000 μέχρι της προαγωγής του ως υποδιευθυντής στην ίδια ως άνω μονάδα, αναπληρώνοντας μάλιστα κατά διαστήματα τον διευθυντή της μονάδας (4ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 138 (2000), 137 (2001) και 137 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψε ως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για ικανότατο στέλεχος με άριστο και ακέραιο χαρακτήρα, άριστη ικανότητα επικοινωνίας με τους υφισταμένους του, με ευελιξία στη λήψη αποφάσεων, με εξαιρετική συνέπεια, με την οποία αντιμετωπίζει την εργασία αλλά και την εν γένει ζωή του, ηπίων τόνων, πλουσίων γνώσεων και εμπειριών, ότι είναι ιδιαίτερα καλλιεργημένος, αλλά και με αστείρευτες ανησυχίες και ενδιαφέροντα, ότι είναι αποδεκτός από όλο το εργασιακό περιβάλλον-εντός και εκτός καταστήματος-καθώς και από την πελατεία, ότι είναι στέλεχος με πλήρη επίγνωση των καθηκόντων και ευθυνών του, που άσκησε με υπευθυνότητα και επιτυχία τα καθήκοντα του ως εντεταλμένου, εμπλουτίζοντας παράλληλα τις εμπειρίες του -στο σύνθετο αντικείμενο των καθυστερήσεων, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις παρεμβάσεις του και τις λυσιτελείς ενέργειες του στην επιτυχή για την τράπεζα επίλυση και των δύσκολων ακόμη προβλημάτων που ανέκυψαν επί των υποθέσεων εποπτείας του. 3) Ο ...
υπηρετεί στην εναγομένη από 12-5-1975 που προσλήφθηκε ως δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της ΑΣΟΕΕ, με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/9)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 12 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 12-10-1992 μέχρι 31-12-1998 ως προϊστάμενος Τμήματος στη Διεύθυνση Επιθεώρησης (5ο κλιμάκιο ευθύνης)και από 1-1-1999 μέχρι και της προαγωγής του ως υποδιευθυντής στην ίδια ως άνω Δ/νση Επιθεώρησης (3ο κλιμάκιο ευθύνης). Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και ώριμος.
Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 137 (2000), 140 (2001) και 140 (2002), με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για παλαιό και έμπειρο στέλεχος της Επιθεώρησης, με πολύ καλά ατομικά, εργασιακά και διοικητικά χαρακτηριστικά, ότι διαθέτει σφαιρική άποψη όλων των εργασιών της τράπεζας, με επιτυχές έργο και ότι ανταποκρίθηκε με επιτυχία στα καθήκοντα του, ως επικεφαλής κατά κύριο λόγο κλιμακίων τακτικών επιθεωρήσεων ή ειδικής έρευνας. 4) Ο Κ.
Σ. υπηρετεί στην εναγομένη από 13-6-1977 που και προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από1-7-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας(διαβάθμιση 3/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 16 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 390-6-1989 μέχρι 15-3-1992 ως Διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Πάρου (7ο κλιμάκιο ευθύνης), οπότε και αναπλήρωσε προσωρινά για κάποιο διάστημα τον Διευθυντή καταστήματος Σύρου (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 290-3-1992 μέχρι 22-9-1995 ως Διευθυντής καταστήματος Βούλας (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 25 -9-1995 μέχρι 17-7-1996 ως προϊστάμενος υπηρεσίας στη Περιφερειακή Διοίκηση Γ (7o κλιμάκιο ευθύνης) διάστημα κατά το ο ποίο αναπλήρωνε κατά περιόδους τον προϊστάμενο Γραφείου της Περιφερειακής Δ/νσης Πειραιώς, από 18-7-1996 μέχρι 16-12-1998 ως προϊστάμενος Γραφείου της Περιφερειακής Δ/σης Πειραιώς (5ά κλιμάκιο ευθύνης), από 17-12-1998 μέχρι 5-12-2001 ως προϊστάμενος Τμήματος στη Περιφερειακή Διοίκηση Γ (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 6-12-2001 μέχρι και της προαγωγής του ως υποδιευθυντής στη Διεύθυνση Δικτύου Γ' (3ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος και ώριμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 135 (2000), 136 (2001) και 132 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για έμπειρο και καταρτισμένο στέλεχος και άτομο αποδεκτό στο περιβάλλον της Υπηρεσίας και γενικότερα της Μονάδας, με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το αίσθημα της ευθύνης, ότι αντιμετώπισε με επιτυχία τα υπηρεσιακά προ βλήματα, δίνοντας αποτελεσματικές λύσεις, ότι συνεργάζεται αρμονικά και καθοδηγεί με επιτυχία τους υφισταμένους του, ότι κατέβαλε άοκνες προσπάθειες για να ανταποκριθεί επιτυχώς στο διευρυμένο και ιδιαίτερα απαιτητικό αντικείμενο των καθηκόντων του Υποδιευθυντή στην Υποδ/νση Διοικητικού, κινούμενος συχνά εντός ασφυκτικών προθεσμιών και ότι συνεργάστηκε με άνεση με όλους τους υφισταμένους του, κερδίζοντας εύκολα αποδοχή και εκτίμηση. 5) Ο Χ.
Χ. υπηρετεί στην εναγομένη από 8-6-1977 που προσλήφθηκε ως δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1999 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 4/9)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 30 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκον τα-καθήκοντα εποπτείας από 19-12-1997 μέχρι 20-8-2001 ως διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Πλατείας Ομόνοιας Πατρών (7ο κλιμάκιο ευθύνης μέχρι 31-12-2000 και 6ο κλιμάκιο ευθύνης από 1-1-2000), αναπληρώνοντας προσωρινά για κάποιο διάστημα και τον διευθυντή του καταστήματος της λεωφόρου Γούναρη των Πατρών, και από 21-8-2001 μέχρις της προαγωγής του ως Διευθυντής καταστήματος στο κατάστημα της λεωφόρου Γούναρη των Πατρών (5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και ώριμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 128 (2000), 133 (2001) και 135 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης υποδιευθυντή διεύθυνσης), πλην του έτους 2001 που κατατάσσεται στη θέση 2 (μελλοντικά για ανάληψη ανώτερης ευθύνης θέσης διευθυντή καταστήματος).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των ετών 2000, 2001 και 2002, όπως ότι πρόκειται για ευγενικό, ιδιαίτερα ικανό, εργατικό, μεθοδικό, δραστήριο, έντιμο, αξιοπρεπές και απόλυτα αφοσιωμένο στη τράπεζα στέλεχος, με ευθύ χαρακτήρα, αρκετά ανεπτυγμένα διοικητικά προσόντα, ότι δείχνει απεριόριστο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των εργασιών και τη διασφάλιση των συμφερόντων της τράπεζας, ότι χειρίζεται με επιδεξιότητα την πελατεία, ότι είναι ιδιαίτερα αποδεκτός από το εργασιακό και το κοινωνικό περιβάλλον, ότι συνεργάζεται αρμονικά με το προσωπικό το οποίο προσπαθεί να αξιοποιεί κατάλληλα, και ότι με τη μεθοδικότητα και έντονη προσπάθεια που επέδειξε κατόρθωσε να υπερκαλύψει τους τεθέντες στο χους στο σύνολον των εργασιών του καταστήματος. 6) Ο Π.
Ε. υπηρετεί στην εναγομένη από 17-10 -1977 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στον κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 9 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 5-8-1987 μέχρι 11-10-1992 που του είχαν ανατεθεί καθήκοντα αντιστοιχίας προϊσταμένου Υπηρεσίας στη Διεύθυνση Επιθεώρησης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 12-10-1992 έως 31-12-1998 που του είχαν ανατεθεί στην ίδια Διεύθυνση καθήκοντα αντιστοιχίας προϊσταμένου τμήματος(5ο κλιμάκιο ευθύνης)και από 1-1-1999 μέχρις της προαγωγής του, που του ανατέθηκαν καθήκοντα αντιστοιχίας υποδιευθυντή Δ/Σ στην ίδια ως άνω Διεύθυνση Επιθεώρησης (3ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστος και εξελίξιμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 140 για όλα τα κρίσιμα έτη με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (-άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης υποδιευθυντή Δ/νσης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι'αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για ιδιαίτερα αξιόλογο και ολοκληρωμένο στέλεχος της Δ/νσης με σταθερού και υψηλού επιπέδου απόδοση, συγκροτημένου και ήπιου χαρακτήρα, με μεγάλη εμπειρία και υψηλού επιπέδου κατάρτιση, πολύ ανεπτυγμένα πνευματικά προσόντα, ξεχωριστή διοικητική ικανότητα, ότι διακρίνεται για το ήθος και την ακεραιότητα του, ότι έχει πολύ καλές διοικητικές ικανότητες, πλήρη και θεωρητικά θεμελιωμένη γνώση του μηχανισμού της τράπεζας και δυνατότητες να φέρει σε πέρας κάθε αποστολή που του ανατίθεται και ότι προσέφερε ποιοτική και πλήρη από ελεγκτικής πλευράς εργασία, εργαζόμενος εντατικά, μεθοδικά και αποδοτικά. 7) Ο Μ.
Σ. υπηρετεί στην εναγομένη από 16-12-1980 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 12-7-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι πτυχιούχος Ανωτέρας Σχολής Τεχνολόγων Μηχανικών-ΚΑΤΕΕ με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 25 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 1-7-1986 μέχρι 30-6-1994 που του είχαν ανατεθεί καθήκοντα αντιστοιχίας προϊσταμένου υπηρεσίας στη διεύθυνση οργάνωσης και μηχανοργάνωσης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 1-7-1994 μέχρι 30-6-2001 που του είχαν ανατεθεί στη διεύθυνση πληροφορικής καθήκοντα αντιστοιχίας προϊσταμένου τμήματος (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 1-7-2001 μέχρι της προ αγωγής του, που του ανατέθηκαν καθήκοντα αντιστοιχίας υποδιευθυντή Δ/Σ στην ίδια ως άνω διεύθυνση πληροφορικής (3ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και εξελίξιμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 138 (2000), 140 (2001) και 140 (2002) με ανώτατο βαθμό ευθύνης το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη θέσης ευθύνης υποδιευθυντή Δ/νσης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι'αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών όπως ότι πρόκειται για στέλεχος με ισχυρή προσωπικότητα, υψηλό αίσθημα ευθύνης, βαθιά καταρτισμένο, έμπειρο και ικανότατο, με μεγάλη απόδοση του έργου του, φιλόπονος, μεθοδικός, υπεύθυνος, συνεργάσιμος τόσο με τους υφισταμένους του όσο και με τους προϊσταμένους του, αποφασιστικός και δυναμικός χαρακτήρας ότι δείχνει πρωτοβουλίες και γενικά ότι διαθέτει υψηλή συναίσθηση καθήκοντος και συνδυάζει υψηλή απόδοση και ποιότητα, ότι στο νέο αντικείμενο της εργασίας του επέδειξε ζηλευτή προσαρμοστικότητα, θέληση για μάθηση, ταχύτητα και πλήρη ανταπόκριση και αποτελεσματικότητα, ότι τον διακρίνει η μεθοδικότητα και η προσπάθεια για βελτίωση των στόχων της τράπεζας, ότι αποτελεί εγγύηση η παρουσία του και ότι προάγει τους στόχους της Διεύθυνσης, δίνοντας όλες τις δυνάμεις του και γνώσεις αδιαφορών τας για το χρόνο και τις οποίες συνθήκες επικρατούν.
Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγου σας με εκείνα των προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της τριετίας 2000-2002 αρχαιότητα του πρώτου Ζ. Ν., κατά 2 1/2 χρόνια, του δεύτερου Κ. Ν. κατά δέκα μήνες, του τρίτου Τ. Ν. κατά 5 μήνες, του τέταρτου Κ.
Σ. κατά 2 1/2 χρόνια, του πέμπτου Χ. Χ. κατά 2 χρόνια και 10 μήνες και του έβδομου Μ. Σ. κατά 6 χρόνια. Στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του Τμηματάρχη Α' υπερτερεί των τέταρτου, έκτου και έβδομου κατά έξι μήνες και του πέμπτου κατά 1 έτος, είναι ισοδύναμη με τον τρίτο, ενώ υπολείπεται του πρώτου και δεύτερου κατά 2 έτη.
Υπερτερεί έναντι όλων στη γενική μόρφωση και στη γνώση ξένης γλώσσας. Υπολείπεται όμως η ενάγουσα έναντι όλων των ως άνω προαχθέντων στα ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα στην αξιολόγηση του κυρίου προσόντος της υπηρεσιακής κατάρτισης και στην ουσιαστική άσκηση των υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι οι προαναφερθέντες είτε άσκησαν αυτούσια καθήκοντα διευθυντή σε σημαντικής στάθμης στην ιεραρχία της εναγομένης καταστήματα, όπου η διευθυντική πείρα και εμπειρία τους στο ευρύτερο φάσμα των τραπεζικών εργασιών και συναλλαγών προσήγγιζε τα επιθυμητά όρια και τις προσδοκίες της εναγομένης, είτε άσκησαν καθήκοντα ανώτερης θέσης ευθύνης (3ου κλιμακίου) σε διευθύνσεις της εναγομένης νευραλγικής σημασίας που προϋποθέτει πολύ καλή γνώση του τραπεζικού συστήματος.
Τέλος το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-2003 προέβη στην κατ' απόλυτη εκλογή επίσης, από του χρόνου τούτου, για την κάλυψη κενών οργανικών θέσε ων Υποδιευθυντή Β', μεταξύ άλλων των ομοιοβάθμων της ενάγουσας και προτεινομένων προς σύγκριση 1)Κ. Γ., 2)Μ.-Κ. Α., 3) Δ. Α., 4) Π.
Ε., 5) Π. Β. και 6) Ζ. Ε., ενώ παρέλειψε να προαγάγει και πάλι την ενάγουσα. Κατά το κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρονικό διάστημα (2000 έως 2002) η ενάγουσα είχε τα ανωτέρω αναφερόμενα προσόντα ενώ οι ως άνω συγκρινόμενοι τα ακόλουθα: 1)Ο Κ. Γ. υπηρετεί στην εναγομένη από 11-2-1974 ως Δόκιμος στον κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1998 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της γαλλικής γλώσσας (διαβάθμιση 4/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 9 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 3-1-1989 μέχρι 17-2-1997 που του είχαν ανατεθεί καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας στη Περιφερειακή Διοίκηση Δ' (7ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 18-2-1997 μέχρις της προαγωγής του, που του ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος στην ίδια ως άνω Διεύθυνση (5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και εξελίξιμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 139 (2000), 140 (2001) και 140 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται απόν τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης υποδιευθυντή Δ/σης) για το έτος 2000 και στη θέση 2 (μελλοντικά για ανάληψη θέσης αναπληρωτή Διευθυντή) για τα έτη 2001 και 2002.
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών όπως ότι πρόκειται για στέλεχος με αρίστη γνώση των εξειδικευμένων αντικειμένων που εποπτεύει, ότι η διοικητική ικανότητα, ευστροφία και κοινωνικότητα που τον διακρίνει και οι άριστες σχέσεις που διατηρεί με τους χώρους των ΜΜΕ και η εκτίμηση που απολαμβάνει στον πνευματικό κόσμο της Β.
Ελλάδας, συντελούν στην προβολή της τράπεζας με τον καλύτερο τρόπο και τον καθιστούν ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην επικοινωνιακή πολιτική του ιδρύματος και πολύτιμο συνεργάτη στην εν γένει λειτουργία του ΜΙΕΤ. 2) Η Μ.- Κ. Α. υπηρετεί στην εναγομένη από 22 -9-1975 που προσλήφθηκε ως δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-1-1999 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 6/9)και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεως του συνολικά 10 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 6-12-1993 μέχρι 3-7-1997 που της είχαν ανατεθεί καθήκον τα προϊσταμένου υπηρεσίας στη διεύθυνση προσωπικού (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 4-7-1997 μέχρι 1-9-2002, που της ανατέθηκαν καθήκοντα προϊσταμένου τμήματος στην ίδια ως άνω Διεύθυνση95ον κλιμάκιο ευθύνης)και από 2-9-2002 μέχρις της προαγωγής της ως υποδιευθύντρια στη διεύθυνση προσωπικού (3ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως άριστη και ώριμη. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για την χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 139 για όλα τα κρίσιμα έτη με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έ τη στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης υποδιευθυντή Δ/σης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι'αυτή παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών όπως ότι πρόκειται για πολύ αξιόλογο στέλεχος της Διεύθυνσης, άριστα καταρτισμένο στα αντικείμενα του, αλλά και με σφαιρική άποψη για τα αντικείμενα της Διεύθυνσης λόγω της πολύχρονης εμπειρίας της , ότι διαθέτει υψηλό αίσθημα ευθύνης, αντικειμενική και ορθή κρίση, ότι αναλαμβάνει πρωτοβουλίες και ανταπεξέρχεται με άνεση στα υπηρεσιακά προβλήματα, ότι η απόδοση της είναι σταθερά υψηλού επιπέδου, δεν επηρεάζεται απλό εξωτερικούς παράγοντες και ότι εργάστηκε αποδοτικότητα και με ιδιαίτερο ζήλο στα καθήκοντα της, με σημαντική προσφορά στο σχεδιασμό του νέου μηχανογραφικού συστήματος προσωπικού. 3)Η Δ.
Α. υπηρετεί στην εναγομένη από 9-3-1976 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-1999 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 5/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 19ο σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 23-6-1994 μέχρι 14-5-1996 που της είχαν ανατεθεί καθήκοντα προϊσταμένου υπηρεσίας στη Περιφερειακή Διοίκηση Ε' (7o κλιμάκιο ευθύνης), από 15-5-1996 μέχρι 15-8-2002 που της ανατέθηκαν προϊσταμένου τμήματος στην ίδια ως άνω Διεύθυνση(5ο κλιμάκιο ευθύνης), από 16-8-2002 μέχρι 3-11-2002 που υπηρέτησε επίσης ως προϊσταμένη τμήματος στη Διεύθυνση Δικτύου Ε' (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 4-11-2002 μέχρις της προαγωγής της ως υποδιευθύντρια στην ίδια ως άνω Διεύθυνση Δικτύου Ε' (3ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλή και εξελίξιμη. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία της ανερχόταν σε 138 (2000), 139 (2001) και 139 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές της για τα παραπάνω έτη στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης υποδιευθυντή Δ/σης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτήν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών όπως ότι πρόκειται για αξιόλογο στέλεχος που ανταποκρίθηκε με απόλυτη επιτυχία στα καθήκοντα της, με εξαιρετικά συγκροτημένη προσωπικότητα, υψηλών πνευματικών προσόντων σωστή επαγγελματική συμπεριφορά και υψηλό αίσθημα ευθύνης, ότι χαίρει μεγάλης εκτίμησης και αναγνώρισης στο υπηρεσιακό και κοινωνικό της περιβάλλον και είναι από τα άτομα που επιζητεί κάθε μεγάλη επιχείρηση να εντάξει στο στελεχιακό δυναμικό της, ότι επιδεικνύει μεγάλη δεξιότητα στο χειρισμό των διαφόρων προβλημάτων και υποθέσεων, ότι αναλαμβάνει πρωτοβουλίες με θετικά πάντα αποτελέσματα, ότι έχει άριστη συν εργασία με τους προϊσταμένους και τους υφισταμένους της.
ότι διακρίνεται για την εργατικότητά της, τη θετική κρίση της, τη κατάρτισή της, τη διακαή επιθυμία της να κατέχει πλήρως τα θέματα με τα οποία ασχολείται και ξεχωρίζει για την εντιμότητά, την ευθύτητα, την ωριμότητα και την αφοσίωση της στη τράπεζα και το υψηλό αίσθημα ευθύνης. 4) Ο Π. Ε. υπηρετεί στην εναγομένη από 3-9-1973 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-2000 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'.
Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 5/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του 44 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 29-10-1997 μέχρι 17-11-1998 ως εντεταλμένος στο κατάστημα Βόνιτσας (8ο κλιμάκιο ευθύνης), οπότε και αναπλήρωνε κατά διαστήματα τον Διευθυντή του καταστήματος Φιλιππιάδας, από 18-11-1998 μέχρι 10-11-1999 που του είχαν ανατεθεί προσωρινά καθήκοντα υποδιευθυντή καταστήματος στο κατάστημα Φιλιππιάδας (7ο κλιμάκιο ευθύνης), αναπληρώνοντας σε μια περίπτωση το διευθυντή του καταστήματος Αγρινίου, από 11-11-1999 μέχρι 31-5-2000 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Φιλιππιάδας (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 1-6-2000 μέχρι 23-10-2001 μετατέθηκε με αντιστοιχία προϊσταμένου τμήματος στη Δ/νση Πίστης (5ο κλιμάκιο) και από 24-10-2001 μέχρι και της προαγωγής του ως διευθυντής καταστήματος Κέρκυρας (4ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και εξελίξιμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 134 (2000), 134(2001) και 139(2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα- για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών ιδία στα ΔΑΑ των ετών 2000, 2001 και 2002, όπως ότι πρόκειται για ικανότατο και εξελίξιμο στέλεχος με ευρύτητα γνώσεων αλλά και εμπειριών στις τραπεζικές εργασίες, ότι είναι φιλόπονος, δραστήριος, άρτια καταρτισμένος με έντονο το ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη των εργασιών της τράπεζας και τη δική του εξέλιξη, ότι είναι άτομο με ανησυχίες, συνεργάσιμος, με ήθος και εντιμότητα, απόλυτα αποδεκτός στο υπηρεσιακό και κοινωνικό περιβάλλον, ότι η πολυετής προϋπηρεσία του σε διάφορες θέσεις στο δίκτυο, αλλά και η εργασία του επί διετία στο ΚΧ χαρακτηρίζονται από μεθοδικότητα, οργάνωση και εν διαφέρον για την ανάπτυξη των εργασιών, ότι επιτυχείς κρίνονται οι ενέργειες και οι πρωτοβουλίες που ανέλαβε για την επίτευξη των στόχων της Μονάδας και με θετικά αποτελέσματα και ότι ακολούθησε συνετή πιστοδοτική πολιτική. 5) Ο Π.
Β. υπηρετεί στην εναγομένη από 11-7-1977 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-2000 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι απόφοιτος παλαιού τύπου εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του 38 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 21-6-1994 μέχρι 17-5-1999 ως προϊστάμενος υπηρεσίας στη Δ/ση Πίστης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), από 18-5-1999 μέχρι 9-3-2000 ως προϊστάμενος τμήματος στην τ. ΠΕ. ΔΙ. (5ο κλιμάκιο ευθύνης), από 10-3-2000 μέχρι 12-1-2003 ως διευθυντής καταστήματος Αγρινίου (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 13-1-2003 μέχρι και της προαγωγής του ως διευθυντής καταστήματος Ιωαννίνων (4ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και εξελίξιμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 136 (2000), 132 (2001) και 134 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1 (άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς παρατηρήσεις γι' αυτόν, των κριτών στα ΔΑΑ, των άνω ετών, όπως ότι πρόκειται για έντιμο, εργατικό, δραστήριο ικανότατο και εξελίξιμο στέλεχος, πολύ καλά καταρτισμένο, με έντονο το ενδιαφέρον του για την ανάπτυξη των εργασιών της τράπεζας και τη δική του εξέλιξη, ό τι είναι πειθαρχικός, συνεργάσιμος, μεθοδικός, ακέραιος χαρακτήρας, με ικανότητα επικοινωνίας, πολύ καλές δημόσιες σχέσεις και αποδεκτός στο υπηρεσιακό και κοινωνικό περιβάλλον, με σωστή κρίση και ανεπτυγμένα πνευματικά προσόντα, ότι εργάστηκε μεθοδικά, με θετικά γενικώς αποτελέσματα, ότι οι ενέργειες και πρωτοβουλίες που ανέλαβε για την υποκίνηση του προσωπικού, την αναβάθμιση των παρεχομένων προς την πελατεία υπηρεσιών και την προσέλκυση πελατείας, κρίνονται απόλυτα επιτυχείς, και ότι κατόρθωσε να καλύψει τους περισσότερους των στόχων της Στεγαστικής Πίστης και 6) Ο Ζ.
Ε. υπηρετεί στην εναγομένη από 10-3-1976 που προσλήφθηκε ως Δόκιμος στο κλάδο Λογιστικής και έχει ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα από 1-7-2000 στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Είναι απόφοιτος παλαιού εξαταξίου γυμνασίου με μέτρια γνώση της αγγλικής γλώσσας (διαβάθμιση 3/9) και παρακολούθησε μέχρι και του χρόνου της κρίσεώς του συνολικά 39 σεμινάρια που διοργάνωσε η εναγομένη.
Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα-καθήκοντα εποπτείας από 1-12-1994 μέχρι 9-4-1996 ως προϊστάμενος Υπηρεσίας Χορηγήσεων στο κατάστημα Καρδίτσας (9ο κλιμάκιο ευθύνης), από 10-4-1996 έως 18-2-1997 προσωρινά και από 19-2-1997 μέχρι 31-7-1998 οριστικά ως εντεταλμένος καταστήματος στο άνω κατάστημα Καρδίτσας (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 4-8-1998 έως 17-10-2000 ως διευθυντής καταστήματος στον κατάστημα Σοφάδων, αναπληρώνοντας κατά διαστήματα το διευθυντή του καταστήματος Καρδίτσας (8ο κλιμάκιο ευθύνης), από 18-10-2000 έως 19-10-2001 ως υποδιευθυντής καταστήματος στο κατάστημα Καρδίτσας(7ο κλιμάκιο ευθύνης), αναπληρώνοντας κατά περιόδους το διευθυντή του εν λόγω καταστήματος, από 22-10-2001 μέχρι 26-6-2002 ανέλαβε προσωρινά καθήκοντα διευθυντού καταστήματος στο κατάστημα Καρδίτσας (5ο κλιμάκιο ευθύνης) και από 27-12-2002 μέχρι και της προαγωγής του ως διευθυντής καταστήματος στο ίδιο ως άνω κατάστημα Καρδίτσας (5ο κλιμάκιο ευθύνης).
Στο δελτίο ποιότητας του 1994 χαρακτηρίζεται ως πολύ καλός και ώριμος. Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 2000-2002 η συνολική βαθμολογία του ανερχόταν σε 132 (2000), 139 (2001) και 140 (2002) με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του για τα παραπάνω έτη στη θέση 1(άμεσα για ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης).
Στις γενικές παρατηρήσεις περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις των κριτών στα ΔΑΑ των άνω ετών όπως ότι πρόκειται για παλαιό και έμπειρο και στέλεχος εύστροφο, με άριστη υπηρεσιακή κατάρτιση, κοινωνικό, τίμιο, εργατικό, φιλότιμο, με εξαίρετο χαρακτήρα και ήθος, ότι επιβάλλεται στους υφισταμένους του με τον ενδεδειγμένο τρόπο και είναι θετικά αποδεκτό στο εν γένει υπηρεσιακό του περιβάλλον, ότι επιδεικνύει ιδιαίτερα ζωηρό ενδιαφέρον για την προσέλκυση/εξυπηρέτηση της πελατείας, από την οποία χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης, ότι απολαμβάνει της εμπιστοσύνης και της αφοσίωσης των συναδέλφων του, για τους οποίους δείχνει αρκετά ενδιαφέρον και ότι διακρίνεται για την άρτια υπηρεσιακή του κατάρτιση, τα αξιόλογα πνευματικά του προσόντα και την επιθυμία του για συνεχή βελτίωση των γνώσεών του και της υπηρεσιακής του εξέλιξης.
Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων της ενάγουσας με εκείνα των προαχθέντων και προτεινομένων προς σύγκριση συναδέλφων της του κρίσιμου χρονικού διαστήματος της τριετίας 2000-2002 προκύπτουν τα εξής: Η Ενάγουσα υπερτερεί στη γενική αρχαιότητα της δεύτερης Μ.-Κ. Α. κατά 9 περίπου μήνες, της τρίτης Δ.
Α. κατά 14 μήνες, του πέμπτου Π. Β. κατά 18 μήνες και του έκτου Ζ. Ε. κατά 14 μήνες, ενώ υπολείπεται του πρώτου Κ. Γ. κατά 11 μήνες και του τέταρτου Π. Ε. κατά 14 μήνες. Στην ειδική υπηρεσιακή αρχαιότητα στον κατεχόμενο βαθμό του Τμηματάρχη Α' υπερτερεί των τέταρτου, πέμπτου και έκτου κατά 2 χρόνια και 7 μήνες και της δεύτερης και τρίτης κατά ένα έτος, ενώ είναι ισοδύναμη με τον πρώτο.
Υπερτερεί έναντι όλων στη γενική μόρφωση και στη γνώση ξένης γλώσσας. Υπολείπεται όμως η ενάγουσα έναντι όλων των ως άνω προαχθέντων στα ουσιαστικά προσόντα και συγκεκριμένα στην αξιολόγηση του κυρίου προσόντος της υπηρεσιακής κατάρτισης και στην ουσιαστική άσκηση των υπεύθυνων καθηκόντων, δεδομένου ότι οι προαναφερθέντες είτε άσκησαν αυτούσια καθήκοντα διευθυντή σε σημαντικής στάθμης στην ιεραρχία της εναγομένης καταστήματα, όπου η διευθυντική πείρα και εμπειρία τους στο ευρύτερο φάσμα των τραπεζικών εργασιών και συναλλαγών προσήγγιζε τα επιθυμητά όρια και τις προσδοκίες της εναγομένης, είτε άσκησαν καθήκοντα ανώτερης θέσης ευθύνης(3ου κλιμακίου)σε Διευθύνσεις της εναγομένης της εναγομένης νευραλγικής σημασίας που προϋποθέτει πολύ καλή γνώση του τραπεζικού συστήματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η ενάγουσα δεν υπερείχε καταδήλως ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι των προς σύγκριση υπ' αυτής προταθέντων και αντ' αυτής προαχθέντων ομοιόβαθμων συναδέλφων της κατά τις προαγωγικές κρίσεις της από 1-7-2002, 1-1-2003 και 1-7-2003. Η υπεροχή αυτής έναντι κάποιων ως προς την αρχαιότητα διορισμού στη τράπεζα και στην ειδική αρχαιότητα και έναντι όλων ως προς τους τίτλους σπουδών κατά τις διακρίσεις που ήδη εκτέθηκαν, δεν είναι ουσιώδη κριτήρια για την προαγωγή υπαλλήλου στους ανώτατους βαθμούς αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η κατοχή τέτοιου πτυχίου(ανώτατης σχολής)δεν ήταν καν προϋπόθεση διορισμού στη τράπεζα.
Εξάλλου οι γνώσεις ξένων γλωσσών συνεκτιμώνται ως ένα επί πλέον ειδικό προσόν και επηρεάζουν τη συναγωγή του ποιοτικού χαρακτηρισμού, χωρίς όμως να αποτελούν καθοριστικό προσόν ανώτερης ποιότητας υπαλλήλου. Η υπεροχή δε της ενάγουσας σε βαθμούς αξιολόγησης τα κρίσιμα έτη έναντι κάποιων συναδέλφων των συγκρινόμενων ομοιόβαθμων συναδέλφων της, οφείλεται στο γεγονός ότι εκείνη υπήρξε κρινόμενη σε θέση προϊσταμένου, ήτοι επί κατωτέρων καθηκόντων και όχι επί των ανωτέρω καθηκόντων του διευθυντή, υποδιευθυντή, όπως οι συγκρινόμενοι, καθήκοντα που συνεπάγονται μεγαλύτερο δείκτη δυσκολίας και αυστηρότερα κριτήρια βαθμολογίας.
Αντιθέτως όχι μόνο δεν υπερτερεί κανενός αλλά υπολείπεται έναντι όλων των προς σύγκριση συναδέλφων της, ως προς τη κατοχή θέσεων ευθύνης, οι οποίοι έχοντας υπηρετήσει επί σειρά ετών σε θέσεις ευθύνης στο δίκτυο καταστημάτων της εναγομένης και σε νευραλγικές διευθύνσεις αυτής μέχρι και του 3ου κλιμακίου ευθύνης, που είναι ουσιώδη κριτήρια για τις προαγωγές στους ανώτατους βαθμούς κατά τον Οργανισμό της εναγομένης, γιατί έχει σχέση με τη γνώση και εμπειρία του υπαλλήλου σε όλες τις καθαρά τραπεζικές εργασίες και την ως εκ τούτου καταλληλότητα αυτού για την άσκηση των καθηκόντων ανώτερης θέσης, διέθεταν διευθυντική πείρα, πράγμα που δεν συνέβαινε για την ενάγουσα.
Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε ότι η παράλειψη της προαγωγής της ενάγουσας κατά τις προαγωγικές κρίσεις των προαναφερθέντων ετών δεν ήταν καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και στη συνέχεια απέρριψε την ένδικη αγωγή και ως προς τις άλλες βάσεις της που αφορούσαν τους λοιπούς συναδέλφους της, που προήχθησαν αντ' αυτής, μη ασχοληθέν με την υπό της εναγομένης προβληθείσα διακωλυτική ένσταση που καταλύει την ενεργητική νομιμοποίηση της ενάγουσας, ότι έπρεπε να προαχθεί ο αντιπροτεινόμενος τρίτος υπάλληλος, ως άνευ αντικειμένου.
Έτσι που έκρινε δεν παρεβίασε τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου, σύμφωνα με τα άρθρα 2 παρ. 6, 7παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990, και αυτής του άρθρου 281 ΑΚ. Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος αναίρεσης απόν τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-7-2011 αίτηση για αναίρεση της υπ'αρ. 2803/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ