Legislator Case Law & Legislation
1690/2011 AI generated

1690/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1690/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 413/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1222/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2009 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1690/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για τον μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Keywords

AI generated
recalculation of unemployment benefits offsetting of contributions unemployment benefits overpayment adjustment of remuneration extraordinary contribution assessment procedure pension overpayment setoff
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1690 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ε. Δ. του Α., κατοίκου ..., 4) Χ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., 5) Α. Ν. χήρας Δ. το γένος Κ. Φ., Ν. Ν. του Δ. και Ρ. Ν. του Δ., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Δ. Ν., κατοίκων ..., 6) Μ. Σ. του Π., κατοίκου ..., 7) Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Κ. Κ. του Ν., 9) Ι. Π. του Γ., κατοίκων ..., 10) Χ. Σ. του Κ., κατοίκου ..., 11) Κ. Λ. χήρας Κ. το γένος Β. Γ., Θ. Λ. του Κ., Ε. Λ. του Κ., ως νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Κ. Λ. του Θ., κατοίκων ..., 12) Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Α. Ζ. του Λ., κατοίκου ..., 14) Γ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 15) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 16) Ό. Α. του Ι., κατοίκου ..., 17) Γ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Επαμεινώνδα Κουφογιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." (ΟΤΕ), που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σωτηροπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/10/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 413/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1222/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22/7/2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 29/4/2010 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Σαράντη Δρινέα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου αναιρέσεως κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και την απόρριψη των λοιπών.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το σύνολο των διατάξεων του Ν.1876/1990 "Ελεύθερες Συλλογικές Διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, που ρυθμίζει Σ.Σ.Ε. ή Δ.Α., μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη συλλογική σύμβαση ή διαιτητική απόφαση (διαδοχή Σ.Σ.Ε.). Διαδοχή Σ.Σ.Ε. υπάρχει όταν νεότερη χρονικά Σ.Σ.Ε. αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος.

Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις και δεν εφαρμόζεται η διάταξη της παρ.2 του άρθρου 7 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για τον μισθωτό δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης που με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.

Για να καταστεί όμως όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερη για τους μισθωτούς διατάξεις, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα ισχύσει η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ.

Περαιτέρω με την από 10-5-1996 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος εργοδότη Ο.Τ.Ε. αφενός και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων σε αυτόν Ο.Μ.Ε. - Ο.Τ.Ε., μέλη της οποίας είναι οι αναιρεσίβλητοι, αφετέρου, ορίσθηκε στο άρθρο 44 αυτής ότι "Στα πλαίσια της πολιτικής ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού του Οργανισμού συμφωνείται να δοθούν κίνητρα εθελουσίας εξόδου στο προσωπικό ως ακολούθως:

α) Στο προσωπικό, που θεμελιώνει δικαίωμα απόλυσης σύμφωνα με τις διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ και των Ε.Σ.Σ.Ε. και απολύεται με αίτηση του, καταβάλλεται πρόσθετη αποζημίωση λόγω απολύσεως ίση με τις τακτικές αποδοχές 4, 6, 8 και 10 μηνιαίων τακτικών μισθών υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, εφόσον ο υπολειπόμενος χρόνος από την ημερομηνία υποχρεωτικής απόλυσης του λόγω 35ετίας ή ορίου ηλικίας κατά τα ισχύοντα είναι αντίστοιχα 1, 2, 3, 4 και άνω πλήρη έτη (12μηνα)".

Με την επακολουθήσασα από 23-5-1996 επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, η οποία συνήφθη μεταξύ των ιδίων παραπάνω εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης, προστέθηκαν στο τέλος της παραπάνω παραγράφου α' του άρθρου 44 της από 10-5-1996 Ε.Ε.Σ.Ε., τα εξής: "Διευκρινίζεται ότι στους ανωτέρω μισθούς δεν περιλαμβάνεται αναλογία επιδομάτων Χριστουγέννων-Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών, εξαιρέσιμων κ.λ.π.".

Με την τελευταία αυτή διάταξη τροποποιήθηκε η παράγραφος α' του άρθρου 44 της προγενέστερης από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε. και ορίσθηκε ότι η πρόσθετη αποζημίωση που καταβάλλεται στους αποχωρούντες μισθωτούς του Ο.Τ.Ε., λόγω εθελουσίας εξόδου θα προσδιορίζεται με βάση τους βασικούς μισθούς αυτών και δεν θα συνυπολογίζεται προς καθορισμό του ύψους αυτής η αναλογία των επιδομάτων Χριστουγέννων-Πάσχα, κανονικής αδείας, υπερωριών εξαιρέσιμων κ.λ.π.

Η νέα αυτή διάταξη είναι ισχυρά και υπερισχύει της προηγούμενης διάταξης του άρθρου 44 παρ. α' της από 10-5-1996 Ε.Σ.Σ.Ε., εφόσον η τελευταία δεν είχε καταστεί κατά τον ως άνω τρόπο όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας (ΑΠ 806/2005, 520/2003). Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλοι του εναγόμενου και ήδη αναιρεσιβλήτου Οργανισμού κατά το αναφερόμενο για καθένα από αυτούς χρονικό διάστημα και αποχώρησαν με αίτηση τους από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του προβλεπόμενου από τον ΓΚΠ/ΟΤΕ ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.

Κατά την αποχώρησης τους ο εργοδότης ΟΤΕ κατέβαλε σε αυτούς την πρόσθετη αποζημίωση που εδικαιούντο σύμφωνα με το αρθρ. 44 εδ. α' της από 10-5-1996 ΕΣΣΕ, που είχε συναφθεί μεταξύ αυτού και της συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων ΟΜΕ-ΟΤΕ, για τον καθορισμό δε του ύψους της αποζημιώσεως δεν συνυπολόγισε στις τακτικές αποδοχές κάθε μισθωτού την αναλογία επιδομάτων εορτών, αδείας, υπερωριών, εξαιρέσιμων εορτών κλπ., εφαρμόζοντας την επακολουθήσασα από 23-5-1996 ΕΣΣΕ, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ των ιδίων ως άνω εργοδότη και συνδικαλιστικής οργάνωσης και η οποία, ως τροποποιητική της προγενέστερης από 10-5-1996 ΕΣΣΕ (που πρόβλεπε ότι η πρόσθετη αποζημίωση υπολογιζόταν με βάση τις τακτικές αποδοχές) ήταν έγκυρη και ισχυρή και υπερίσχυε της τελευταίας, δεδομένου ότι αυτή (προγενέστερη) δεν είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας των αναιρεσειόντων.

Με τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη. Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τον Ν.1876/1990 και τις διατάξεις της από 23-5-1996 ΕΣΣΕ και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αρ.1 του Κ.Πολ.Δ. (εσφαλμένα αναγράφεται το αρθρ. 559 αρ.1 του ίδιου Κώδικα), με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, το οποίο καθορίζει τους λόγους αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, προκύπτει ότι στους λόγους αναίρεσης δεν περιέχονται λόγοι αντίστοιχοι προς τους αριθμούς 8, 9, 14 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι ανωτέρω πλημμέλειες, επομένως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως κατά αποφάσεως πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά από αποφάσεως ειρηνοδικείου (Ολ.ΑΠ 45/1987).

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, αντίστοιχες πλημμέλειες και ειδικότερα, α) με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αληθώς από τους αρ. 14 και 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του τη δήλωση της εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) εταιρείας ότι ο εκ των αρχικών εναγόντων-εφεσιβλήτων Κ.

Λ. του Θ. απεβίωσε μετά την άσκηση της εφέσεως και δεν κήρυξε καταργημένη τη δίκη ως προς αυτόν, τον οποίο ακολούθως, μετά την παραδοχή της εφέσεως και την απόρριψη της αγωγής, υποχρέωσε, όπως και τους λοιπούς εφεσίβλητους, σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (δηλαδή στην επιστροφή του ποσού των 9.325,04 ευρώ που είχε λάβει σε εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως), β) με τον τρίτο, κατά το ένα μέρος και πέμπτο λόγους αναιρέσεως ότι το Δικαστήριο της ουσίας επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, αφού υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλλουν τα ποσά που είχαν λάβει από την αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της πρωτόδικης αποφάσεως, εντόκως από της επιδόσεως της εφέσεως, παρότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν τόκους από την ημέρα της καταβολής άλλως από τη συζήτηση της εφέσεως άλλως από της επιδόσεως της εκδοθησόμενης αποφάσεως και γ) με τους τρίτο, κατά το έτερο μέρος και τέταρτο λόγους αναιρέσεως από τους αρ. 20 και 8 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Δικαστήριο της ουσίας το μεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικών εγγράφων και δη των σχετικών αποδείξεων που είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί η αναιρεσίβλητη, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι είχε καταβάλει στους αναιρεσείοντες τα επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά, με το να δεχθεί εσφαλμένα ότι οι εν λόγω αποδείξεις έφεραν τις υπογραφές των αναιρεσειόντων, το δε ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το αίτημα της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δεν προαποδεικνυόταν από τις ως άνω αποδείξεις, αφού δεν έφεραν τις υπογραφές των.

Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού δεν μπορούν να προταθούν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο δεχθεί την έφεση οριστικά κατ' ουσίαν και απορρίψει ολικά ή εν μέρει την αγωγή, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέσθηκε διατάσσει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, επαναφορά των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως της εξαφανισθείσας αποφάσεως κατάσταση.

Η διάταξη αυτή αποτελεί κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, αφού συνιστά ειδική περίπτωση αδικαιολογήτου πλουτισμού, τον οποίο πρέπει να αποδώσει ο ενάγων-εφεσίβλητος στον εναγόμενο-εκκαλούντα, μετά την εξαφάνιση της εκτελεσθείσας πρωτοβάθμιας αποφάσεως. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ προκύπτει ότι ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής καθίσταται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας, αν οχλήθη από το δανειστή και από την επίδοση της (εξώδικης ή δικαστικής) οχλήσεως ή εν πάση περιπτώσει αφότου έλαβε γνώση ότι οφείλει να επιστρέψει την παροχή στον δανειστή.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς τη διάταξη του άρθρου 914 εδ.α' Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι ο επισπεύδων εκτέλεση με βάση δικαστική απόφαση που κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, με νόμιμη αιτία εισπράττει το επιδικασθέν προσωρινώς ποσό και η υποχρέωση του να το αποδώσει, λόγω εξαφανίσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως με την οποία διετάχθη η επαναφορά των πραγμάτων στην πρότερα τους κατάσταση (Ολ.ΑΠ 5/2001).

Συνεπώς, από την άνω επίδοση, δηλαδή από την όχληση του, αρχίζει και η υποχρέωση του ενάγοντος-εφεσιβλήτου για καταβολή τόκων.

Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της αναιρεσίβλητης ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, διέταξε την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγουμένη κατάσταση και υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να επιστρέψουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό που τους είχε καταβάλει δυνάμει της εξαφανισθείσας πρωτοβάθμιας προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της εφέσεως. Έτσι όμως παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικές διατάξεις και επομένως κατά το μέρος αυτό, ο σχετικός δεύτερος, από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι μόνο καθόσον αφορά την υποχρέωση των αναιρεσειόντων να επιστρέψουν στην αναιρεσίβλητη το ποσό που τους είχε καταβάλει, δυνάμει της εξαφανισθείσας πρωτοβάθμιας προσωρινώς εκτελεστής αποφάσεως με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της εφέσεως και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 1222/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ