Legislator Case Law & Legislation
1690/2010 AI generated

Supreme Court allows appeal on procedural grounds for failure to explicitly mention sworn affidavits in judgment.

Case Number 1690/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the failure to explicitly mention sworn affidavits in the lower court's judgment. The appellant argued that these documents, submitted to prove an employment contract, were not considered by the Court of First Instance despite being presented with full content. The Court ruled that while the lower court considered all documents, it failed to specifically reference the sworn affidavits in its reasoning, rendering the appeal admissible under Article 559 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 339 and 342 of the Code of Civil Procedure; Sworn affidavits are special means of proof requiring explicit mention in the judgment to be considered valid grounds for appeal.

Keywords

AI generated
sworn affidavits Code of Civil Procedure explicit mention appeal admissibility evidence consideration employment contract procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 226 §4 of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 568 §4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 §2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 §11 of the Code of Civil Procedure
Article 580 §3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 339 and 342 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1690 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Συζήτηση αναιρέσεως ερήμην αναιρεσιβλήτων. Αναβολή εκ του πινακίου, επέχει θέση κλητεύσεως. Λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 άρ 11 παρ γ΄του ΚΠολΔ (ε υπόψη ένορκης βεβαιώσεως).Στοιχεία για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός.

Αριθμός 1690/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πίκουλα, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ", η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. 2) Του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑΤΙΚΟΣ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ", Καμινίων, το οποίο εδρεύει στα Καμίνια Πειραιώς και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκε η 1288/2005 και 677/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και η 195/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από16-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 29-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρ. 226 §4 εδ. 3 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρ. 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευσή τους.

Εξάλλου, κατά το άρθρ. 568 §4 του Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και εκδίδεται με επιμέλειά του στους διαδίκους εντός της οριζόμενης από την ίδια διάταξη προθεσμίας. Κατά το άρθρ. 576 §2 του ίδιου Κώδικα, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, αν δε η κλήση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, ενώ κατά την παρ. 3, αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλητεύσεως συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής της στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση είτε είχε παραστεί νομίμως κατ' αυτή και επομένως, με την παράστασή του αυτή και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του για την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η ένδικη από 16-6-2009 αίτηση αναιρέσεως κατά της 195/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς ορίσθηκε αρχικά να συζητηθεί την 11-5-2010, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν ούτε υπέβαλαν την από το άρθρ. 242 §2 του Κ.Πολ.Δ.

δήλωση μη παραστάσεώς τους στο ακροατήριο. Εφόσον όμως η αναβολή εκ του πινακίου επέχει θέση κλητεύσεως και όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες 7226Γ/13-10-2009 και 7225Γ/13-10-2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., οι αναιρεσίβλητοι είχαν κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως με επίδοση αντιγράφου της ασκήσεως αναιρέσεως να παραστούν κατά τη δικάσιμο κατά την οποία ανεβλήθη η συζήτηση, δεν απαιτείται νέα κλήτευση για την προκείμενη μετ' αναβολή δικάσιμο.

Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία της.

Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίση του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 ΚΠολΔ, αλλά ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, γι' αυτό και πρέπει να γίνεται ρητή μνεία αυτών στην απόφαση, η δε αναφορά σε αυτή ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και όλα τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, δεν αποδεικνύει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και αυτές.

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένορκη βεβαίωση που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε, πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του και η νόμιμη λήψη αυτού (αριθμός, όνομα εξετασθέντος μάρτυρα, νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή παράσταση αυτού κατά την εξέταση του μάρτυρα), να προσδιορίζεται το περιεχόμενό της και το παραδεκτό της προσκόμισής της στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό αυτό μέσο προσκομίσθηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς ληφθείσες (μετά από νόμιμη κλήτευση των αντιδίκων σύμφωνα με τις 5297γ και 5298γ/17-10-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) 4276 και 4280/31-10-2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ...

και ..., τις οποίες ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου, παραθέτοντας ολόκληρο το περιεχόμενο αυτών στις προτάσεις του, προς απόδειξη των θεμελιωτικών της αγωγής ισχυρισμών και αξιώσεών του ότι είχε συνάψει με τους αναιρεσιβλήτους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αβασιμότητας των ένδικων αξιώσεων του αναιρεσείοντος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνει, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν με τις προτάσεις των, ουδεμία δε μνεία γίνεται των ως άνω ένορκων βεβαιώσεων, που είχε επικαλεσθεί όπως προκύπτει από τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και προσκομίσει ο αναιρεσείων προς απόδειξή των ισχυρισμών του.

Επομένως, ο κρινόμενος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 §3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατ' άρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 195/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ