Supreme Court allows appeal on set-off claim not raised in first instance due to valid defense in second instance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the inadmissibility of a set-off claim raised for the first time in the second instance. While the court dismissed the argument that the claim was untimely because a prior suit was rejected, it found the claim admissible since it was properly proposed by the appellee as a defense against the appeal. Consequently, the appeal was granted, and the case was remitted to a newly constituted court for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArt. 527 § 1 KPolD; Art. 559 § 8 KPolD: A set-off claim not raised in the first instance is admissible in the second instance if proposed by the appellee as a defense against the appeal, provided it does not alter the basis of the original claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χριστίνα Αθανασά.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελεονώρα Φραντζεσκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 24-5-1995 και 9-6-1995 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3825/1996 προδικαστική 1459/02 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6018/2004 μη οριστική και 3238/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-5-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 5-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή των πρώτου, δεύτερου και εβδόμου λόγων της κρινομένης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 21649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αυξήσεως του υποχρέου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση, του δικαιούχου (Ολ.
ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση, νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υποχρέου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας θεωρείται, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε ή ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση, ο χρόνος που η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη. Η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.
Εξ άλλου, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, εν όψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδίξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αυξήσεως της περιουσίας του εναγομένου συνιστά, ως προς την απόκρουση τού τεκμηρίου, ένσταση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δικάζοντας αντίθετες εφέσεις κατά των υπ' αριθ. 1459/2002 (οριστικής) και 3825/1996 (εν μέρει οριστικής) αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες είχε απορριφθεί ως παραγεγραμμένη η εκ του άρθρου 1400 ΑΚ από 9-6-1995 αγωγή του αναιρεσείοντος και είχε γίνει δεκτή εν μέρει η από 24-5-1995 αντίθετη, επίσης εκ του άρθρου 1400 ΑΚ, αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα:
Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 30-7-1967, ο οποίος λύθηκε συναινετικά με την υπ' αριθμ. 1578/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη, όπως συνομολογείται, από 23-6-1993. Κατά την τέλεση του γάμου τους δεν είχαν περιουσιακά στοιχεία, εγκαταστάθηκαν δε σε ισόγεια οικία ιδιοκτησίας της μητέρας του αναιρεσείοντος ..., που βρίσκεται στο ..., και της οποίας την ψιλή κυριότητα μεταβίβασε αυτή στον αναιρεσείοντα λόγω γονικής παροχής με το υπ' αριθμ....
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Περιστερίου Αικατερίνης Παπασπυροπούλου, μετά τη λύση του άνω γάμου. Στην οικία αυτή, η οποία αποτέλεσε συζυγική κατοικία των διαδίκων, διέμεναν καθόλο το διάστημα του έγγαμου βίου, συγκατοικούντες με τους γονείς του αναιρεσείοντος. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους, ο αναιρεσείων απέκτησε τα παρακάτω αναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία. 1) Ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 323 τ.μ.
που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ήδη Δήμου ...που περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Ευαγ. Κοσπιντάρη αντί τιμήματος συνολικού 25.000 δραχμών, από το ποσό δε αυτό καταβλήθηκαν κατά την κατάρτιση του συμβολαίου 15.000 δραχμές, ενώ το υπόλοιπο ποσό πιστώθηκε και καταβλήθηκε με δόσεις μιας των 5.000 δραχμών και πέντε των 1.000 δραχμών.
Επί του οικοπέδου αυτού κατασκευάσθηκε το έτος 1972 λυόμενη οικία επιφανείας 90 τ.μ. αποτελούμενη από καθιστικό, τρία υπνοδωμάτια, κουζίνα και λουτρό τοποθετημένη πάνω σε βάση από μπετόν κάτω από την οποία υπάρχει υπόγειο. Η αξία του οικοπέδου αυτού μαζί με τη λυόμενη οικία ανερχόταν κατά το χρόνο λύσεως του γάμου (23-6-1993), χωρίς να επέλθει διαφοροποίηση της αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, στο συνολικό ποσό των 12.680.000 δραχμών ή 37.241, 38 Ευρώ, ήτοι 3.000.000 δραχμών ή 8.804,11 Ευρώ της λυόμενης οικίας και 9.690.000 δραχμών ή 28.437,27 Ευρώ του οικοπέδου, και 2) Ένα αγροτεμάχιο συνεχόμενο με το προηγούμενο το οποίο περιήλθε σ' αυτόν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου δια του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου του ίδιου συμβολαιογράφου συνολικής επιφανείας 235 τ.μ., αντί συνολικού τιμήματος 25.000 δραχμών εκ των οποίων 5.000 καταβλήθηκαν κατά την αγορά και το υπόλοιπο πιστώθηκε και καταβλήθηκε τμηματικά σε δόσεις, του υπολοίπου ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου περιελθόντος στην αναιρεσίβλητη για την ίδια αιτία.
Η συνολική αξία του οικοπέδου αυτού κατά το χρόνο λύσης του γάμου, που δεν διαφοροποιήθηκε μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, ανέρχεται σε 7.050.000 δραχμές ή 20.689,66 Ευρώ και κατά το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου σε 3.525.000 δραχμές ή 10.344,83 ευρώ. Από τα άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε η δενδροφύτευση του άνω οικοπέδου από την αναιρεσίβλητη με 20 δένδρα.
Εκ των διαδίκων, ο αναιρεσείων εργαζόταν από την αρχή του γάμου ως εργάτης στην εταιρεία ...μέχρι το έτος 1992, έκτοτε δε στην εταιρεία ...ως προϊστάμενος τμήματος. Η αναιρεσίβλητη δεν απασχολήθηκε με κάποια εργασία, αλλά ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη φροντίδα του οίκου τους, την ανατροφή των δύο τέκνων τους, που ήδη είναι ενήλικα, και την φροντίδα και περιποίηση του αναιρεσείοντος συζύγου της, άλλα και των γονέων του, που καθόλη τη διάρκεια του γάμου συγκατοικούσαν μαζί με τους διαδίκους.
Ειδικότερα, κατά τα τελευταία έτη του γάμου, που οι γονείς του αναιρεσείοντος ήταν ηλικιωμένοι, η αναιρεσίβλητη φρόντιζε και περιποιείτο αυτούς. Εξάλλου, ο αναιρεσείων, ο οποίος είχε τεχνικές γνώσεις και γνώσεις περί τα οικοδομικά, προσέφερε και προσωπική εργασία στην, χωρίς οικοδομική άδεια εκτελεσθείσα πρόχειρη κατασκευή της λυόμενης οικίας, βοηθούμενος και από τον πατέρα του που είχε επίσης τεχνικές γνώσεις.
Ως εκ τούτου, αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν συνέβαλε στην απόκτηση από τον αναιρεσείοντα της άνω λυόμενης, προχείρου κατασκευής, οικίας που εγκατέστησε αυτός επί του προαναφερθέντος (πρώτου) οικοπέδου, αλλά ότι αποκτήθηκε αυτή αποκλειστικά με δικές του δαπάνες και κυρίως με την προσωπική εργασία του ίδιου και του πατέρα του.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι στην απόκτηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων συνέβαλε και η αναιρεσίβλητη κατά το τεκμαιρόμενο ποσοστό του 1/3, με την κατά τα άνω απασχόλησή της με τη φροντίδα του οίκου τους, αλλά και την εξυπηρέτηση και περιποίηση των ηλικιωμένων γονέων του αναιρεσείοντος, που συγκατοικούσαν με αυτούς.
Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι, αφού η αξία των άνω περιουσιακών στοιχείων, πλην της λυόμενης οικίας, ανέρχεται κατά τον άνω κρίσιμο χρόνο σε 13.215.00 (9.690.000 + 3.525.000) δραχμές ή 38.782.10 Ευρώ, η συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της εν λόγω περιουσίας του αναιρεσείοντος ανέρχεται σε 4.405.000 ή 12.927,37 (38.782,10 Χ 1/3) ευρώ.
Επίσης έκρινε το Εφετείο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως παραγεγραμμένη και την προταθείσα από τον αναιρεσείοντα ένσταση συμψηφισμού με τις προτάσεις της δεύτερης μετ' απόδειξη συζήτησης ως απαράδεκτη, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 442 ΑΚ, δεν έσφαλε και γι' αυτό απέρριψε τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος.
Ακολούθως, απέρριψε στο σύνολό της την έφεση της αναιρεσίβλητης και, αφού εξαφάνισε, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσείοντος, την 1459/2002 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, επεδίκασε στην τελευταία (αναιρεσίβλητη), το παραπάνω ποσό των 12.927,37 ευρώ.
Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση από νόμιμη βάση και ειδικότερα περιέλαβε σ' αυτή ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του προσδιορισμού της συμβολής της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος με την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο και τους ηλικιωμένους γονείς του αναιρεσείοντος, έτσι ώστε να μη μπορεί να ελεγχθεί εάν συνέτρεχαν ή όχι οι όροι εφαρμογής του άρθρου 1400 ΑΚ, ενόψει και του ισχυρισμού (ενστάσεως) του αναιρεσείοντος, ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή της αναιρεσίβλητης στην αύξηση της περιουσίας του.
Συγκεκριμένα, στην προσβαλλόμενη απόφαση περιέχονται ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα, εάν η παροχή των προσωπικών υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στο συζυγικό οίκο υπερέβαινε το μέτρο που επιβάλλεται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς της στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, μόνο κατά το μέρος αυτό οι εν λόγω υπηρεσίες αποτελούν συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου.
Επίσης, δεν γίνεται χρηματική αποτίμηση των υπηρεσιών αυτών, κατά το μέρος που υπερέβαιναν το κατά νόμο επιβαλλόμενο μέτρο, καθώς και των υπηρεσιών, που κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, προσέφερε η αναιρεσίβλητη στους γονείς του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ.
καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Κατά το άρθρο 442 ΑΚ ο συμψηφισμός κατά επίδικης απαίτησης, αν η ανταπαίτηση αποδεικνύεται αμέσως, προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και κατά την εκτέλεση. Κατά δε το άρθρο 269 παρ.2 ΚΠολΔικ. μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία...
β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 527 εδ. 1 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν, πλην άλλων, προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής.
Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, ο εναγόμενος-εφεσίβλητος μπορεί τη μη προταθείσα ή απαραδέκτως προταθείσα στην πρωτοβάθμια δίκη ένσταση συμψηφισμού να την προτείνει στην κατ' έφεση δίκη και χωρίς τον περιορισμό της παραχρήμα απόδειξης, εφ' όσον αποσκοπεί στην υπεράσπιση κατά της έφεσης και τη στήριξη του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου, υπαγόμενο στη ρύθμιση του αριθμού 8 (όχι και 9) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος, με την οποία πρότεινε σε συμψηφισμό αντίστοιχη αξίωσή του κατά της αναιρεσίβλητης, για συμμετοχή του στα αποκτηθέντα απ' αυτή κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσιακά στοιχεία και συγκεκριμένα στο μερίδιο της (1/2 εξ αδιαιρέτου) επί ενός αγροτεμαχίου, αξίας κατά τη λύση του γάμου 1.762.500 δραχμών.
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του ότι η ένσταση αυτή δεν προβλήθηκε εγκαίρως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από δικαιολογημένη αιτία, και δη εκ του λόγου ότι για την ίδια απαίτηση είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την προαναφερθείσα από 9-6-1995 αντίθετη αγωγή του, η οποία απερρίφθη ως παραγεγραμμένη με την παρεμπίπτουσα 3825/1996 απόφαση του ίδιου (πρωτοβαθμίου) Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος διότι ο ως άνω λόγος βραδείας προβολής της κρίσιμης ένστασης δεν συνιστά δικαιολογημένη αιτία κατά την έννοια του άρθρου 269 § 2 ΚΠολΔικ.
και συνεπώς η μη λήψη υπόψη του σχετικού ισχυρισμού δεν αφορά σε πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ίδιος (έβδομος) λόγος, κατά το μέρος με το οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την επίμαχη ένσταση που πρότεινε ο αναιρεσείων στην κατ' έφεση δίκη ως εφεσίβλητος, είναι βάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου επί της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, προβλήθηκε με αυτές (προτάσεις) η εν λόγω ένσταση συμψηφισμού της αγωγικής του (για αποκτήματα) αξίωσης με την αγωγική αξίωση της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, πρέπει, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (αρθρ. 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3238/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ