Legislator Case Law & Legislation
1690/2008 AI generated

1690/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1690/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1690/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή από τα άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως της αναιρέσεως και των κατ` ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1690 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1690/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρίας με την επωνυμία "SHEFFIELD PETROLEUM (U.K) LIMITED" που εδρεύει στο Λονδίνο Ηνωμένου Βασιλείου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Ψ2, 3. Ψ3, 4. Ψ4, 5. Ψ5 και 6. Ψ6. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Σταμούλη, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μοσχονά, οι 3ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μάζη και οι 5η και 6ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αντιγόνη Μαυρομμάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-1996 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκε με την από 24-9-1996 πρόσθετη παρέμβαση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 269/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2000 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων επί της οποίας εκδόθηκε η 917/2002 απόφασή του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο εξέδωσε την 663/2005 απόφαση, την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 6-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τα άρθρα 68 και 556 παρ.2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της ασκήσεως της αναιρέσεως και των κατ` ιδίαν αυτής λόγων. Θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και με την άσκηση της αναιρέσεως επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας.

Από την ίδια δε ως άνω διάταξη του άρθρου 556 παρ.2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 578 ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι και ο διάδικος που νίκησε μπορεί να ασκήσει αναίρεση αν έχει έννομο συμφέρον, όπως προς ανατροπή δυσμενούς γι` αυτόν δεδικασμένου, προκύπτοντος από την απόφαση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 663/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία αυτό, δικάζοντας ως δικαστήριο της παραπομπής στο οποίο αναπέμφθηκε προς νέα κρίση η υπόθεση μετά την αναίρεση της υπ' αριθμ. 590/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών με την υπ' αριθμ. 917/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε κατ' ουσίαν τον πρώτο λόγο της εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ από 30-7-1996 ανακοπής του αναιρεσείοντος και απήγγειλε την ακυρότητα του επισπευθέντος από την πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία σε βάρος τριών ακινήτων του αναιρεσείοντος πλειστηριασμού, συγχρόνως όμως εξέτασε και απέρριψε κατ' ουσίαν τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ίδιας ως άνω ανακοπής αυτού, που αφορούσαν την εγκυρότητα της υπ' αριθμ. .....

εκθέσεως κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας ..... και της υπ' αριθμ. ..... επαναληπτικής περιλήψεως της προαναφερθείσης κατασχετήριας έκθεσης του ίδιου δικαστικού επιμελητή. Κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως άσκησαν τις με αριθμ. εκθ. Καταθέσεως 3/10-1-2006, 209/18-12-2006 και 198/28-11-2006 αιτήσεις αναιρέσεως οι λοιποί, πλην της πρώτης, αναιρεσίβλητοι, υπερθεματιστές των εκπλειστηριασθέντων ακινήτων, επικαλούμενοι, πλην άλλων, πλημμέλειες αυτής αναφορικά με την παραδοχή του προαναφερθέντος πρώτου λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος, που αφορούσε την εγκυρότητα του πλειστηριασμού.

Επ' αυτών εκδόθηκαν ήδη οι υπ' αριθμ. 1683, 1684, 1685, 1686, 1687 και 1688 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου, με τις οποίες παραπέμφθηκαν στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι αναφερόμενοι στο σκεπτικό αυτών λόγοι, που πλήττουν την παραδοχή του πρώτου λόγου της ανακοπής του αναιρεσείοντος. Ο αναιρεσείων προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός του για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορούν τους απορριφθέντες δεύτερο και τρίτο λόγους της ανακοπής του, δεδομένου ότι σε περίπτωση παραδοχής των ασκηθεισών από τους αναιρεσιβλήτους υπερθεματιστές αναιρέσεων, που πλήττουν όπως εκτέθηκε την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τον πρώτο λόγο της ανακοπής, θα παραχθεί γι' αυτόν δυσμενές δεδικασμένο αναφορικά με την απόρριψη των δευτέρου και τρίτου λόγων της ανακοπής του.

Με βάση επομένως τα προεκτεθέντα και ενόψει του ότι πράγματι το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την άσκηση της ένδικης αναίρεσης, εξαρτάται από την ευδοκίμηση των προαναφερθεισών αναιρέσεων που ασκήθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους υπερθεματιστές, διότι στην περίπτωση αυτή θα παραχθεί δυσμενές γι' αυτόν δεδικασμένο ως προς τους δεύτερο και τρίτο λόγους της ανακοπής του χωρίς την άσκηση της παρούσης αναιρέσεως, το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι πρέπει να αναβληθεί αναγκαίως η έκδοση αποφάσεως επ'αυτής, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί των παραπεμφθέντων με τις προαναφερθείσες αποφάσεις στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναβάλλει την έκδοση αποφάσεως επί της 20 Ιουλίου 2007 αιτήσεως του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 663/2005 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί των παραπεμφθέντων με τις υπ' αριθμ.1683, 1684, 1685, 1686, 1687 και 1688 /2008 αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου στην τακτική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου λόγων αναιρέσως των αναιρεσιβλήτων Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ