Supreme Court dismisses bank's appeal against disciplinary dismissal and salary deductions for a bank manager.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal regarding the disciplinary dismissal and financial penalties imposed on a bank manager. The court found the manager's long-standing record of diligence and high performance justified the removal of his supervisory duties and the retention of salary deductions for his unauthorized public criticism. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the bank was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 72(4) and 73(2) of the Organization Act; The disciplinary council acts as the employer and its decisions are subject to judicial review regarding legality, procedure, and proportionality. A dismissal and financial penalty are lawful if the employee's conduct warrants such severe measures given their long service and high performance record.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1690 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1690/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσίβλητου:....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θαλή Μέλφο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/11/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8488/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2005 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/4/05 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 11/4/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 72 παρ. 4 και 73 παρ. 2 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας ..... δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Τεύχος Β 389/2-4-1973) και έχει ισχύ νόμου, προκύπτει ότι ως Υπηρεσιακό και Πειθαρχικό Συμβούλιο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό για τους ανώτατους υπαλλήλους της ..... με βαθμό Υποδιευθυντή και Διευθυντή, λειτουργεί το Διοικητικό Συμβούλιο της .....
που συντίθεται και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού του Οργανισμού της. Εξάλλου, η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση και τον κανονισμό που τη συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, ως προς το αίτημα της αγωγής για ακύρωση των αποφάσεων του Πρωτοβάθμιου και Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας με αριθμούς 1/20-1-1999 και 2/7-5-1999 αντίστοιχα, με τις οποίες επιβλήθηκαν πειθαρχικές ποινές στον αναιρεσίβλητο, δέχθηκε τα εξής με την προσβαλλόμενη απόφαση:
Με την 8619/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναγνωρίσθηκε τελεσίδικα ότι ο αναιρεσίβλητος κατέχει το βαθμό του Υποδιευθυντή, η τελεσιδικία δε της απόφασης αυτής δημιούργησε δεδικασμένο, το οποίο ίσχυσε από της εκδόσεώς της (27-9-1996) έως της 28-6-1999, που εκδόθηκε η ..... απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω εφετειακή απόφαση.
Κατά το χρόνο επομένως, που κινήθηκε η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, ήτοι από 28-4-1998, που κλήθηκε σε απολογία μέχρι τις 7-5-1999, που εκδόθηκε η απόφαση του Δευτεροβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου, αυτός (αναιρεσίβλητος) είχε το βαθμό του Υποδιευθυντή, οπότε αρμόδιο να εκδικάσει τις πειθαρχικές υποθέσεις κατ' αυτού ήταν το Διοικητικό Συμβούλιο της .....
και όχι τα πειθαρχικά Συμβούλια (πρωτοβάθμιο και Δευτεροβάθμιο). Κατά συνέπεια οι πειθαρχικές αποφάσεις των Συμβουλίων αυτών και οι πειθαρχικές ποινές, που επιβλήθηκαν με αυτές στον αναιρεσίβλητο, είναι άκυρες. Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα των πιο πάνω αποφάσεων.
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προβάλλεται ότι, το Εφετείο, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμός 16 και 579 παρ.1 εδ. β΄ Κ.Πολ.Δ., δέχτηκε ότι, υπάρχει δεδικασμένο από την 8617/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, παρά το ότι η απόφαση αυτή αναιρέθηκε από την ..... απόφαση του Αρείου Πάγου. Ο λόγος αυτός, με τον οποίο δεν προβάλλεται παραβίαση των ως άνω διατάξεων του Οργανισμού της αναιρεσειούσης .....
είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου εξ ανατραπείσης τελεσιδίκου αποφάσεως, κατά παραβίαση της άνω διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., αλλά ότι με βάση την υπαρκτή κατά το χρόνο κινήσεως σε βάρος του αναιρεσιβλήτου πειθαρχικής διαδικασίας και καθόλη τη διάρκεια αυτής, ως άνω τελεσίδικη απόφαση, αυτός έφερε το βαθμό του υποδιευθυντού και εντεύθεν υπήγετο στην αρμοδιότητα ετέρου πειθαρχικού συμβουλίου, εκείνου στο οποίο παραπέμφθηκε και από το οποίο κρίθηκε, βαθμό τον οποίο στερήθηκε κατά την διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 12 του ν. 1082/1980, από της ανατροπής της προαγωγής του σε αυτόν (βαθμόν) δια της μεταγενεστέρας ακυρώσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως.
Εξάλλου, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται ότι, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό ότι, η 8619/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι, ο αναιρεσίβλητος κατείχε κατά τον κρίσιμο χρόνο το βαθμό του Υποδιευθυντή, είχε αναιρεθεί, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί, ανεξάρτητα του ότι το Εφετείο δεν παρέβλεψε ότι είχε αναιρεθεί η παραπάνω Εφετειακή απόφαση, από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου δεν προκύπτει ότι, αυτή είχε προτείνει τέτοιο ισχυρισμό.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 113 και 114 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας με πράξη του Διοικητή μετά από σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, αν υπάρχει κατά του υπαλλήλου της Τράπεζας εκκρεμής ποινική ή πειθαρχική δίκη, αυτός δύναται να τεθεί σε αργία, η οποία δεν δύναται να υπερβεί το έτος, εφόσον δε υπάρχει βάσιμη υπόνοια ότι ο υπάλληλος κατέστη ένοχος πράξεως εκ της οποίας επήλθε βλάβη των συμφερόντων .....
επιτρέπεται παράταση της αργίας μέχρι της εκδόσεως τελεσιδίκου ποινικής ή πειθαρχικής αποφάσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 93 και 94 του ως άνω Οργανισμού, η ..... έχει πάντοτε το δικαίωμα να μεταθέτει τους υπαλλήλους της, υπό τον όρο ότι υπάρχει κενή και ομοιόβαθμη οργανική θέση του κλάδου στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 94 παρ.2 εδ.
β΄. Οι μεταθέσεις ενεργούνται, των μεν υποδιευθυντών με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου με πρόταση του διοικητή, των δε λοιπών υπαλλήλων με απόφαση του διοικητή μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου. Ο διοικητής, μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου, μπορεί να αναθέτει στον υπάλληλο και καθήκοντα κατώτερης θέσεως από αυτήν που ο ίδιος κατέχει ή της θέσεως την οποία μπορούσε να καταλάβει υπάλληλος του βαθμού του, για την πλήρωση υπηρεσιακών αναγκών.
Η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών του διοικητικού συμβουλίου και του διοικητή υπόκεινται στον περιορισμό που τίθεται από το άρθρο 281 ΑΚ, για τη μη υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, η οποία (υπέρβαση) καθιστά άκυρη, κατά τα άρθρα 174 και180 ΑΚ, τη σχετική απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις 255/20-7-1998, 113/15-3-1999 και 803/19-5-1999 αποφάσεις της Διοίκησης της αναιρεσείουσας, με τις οποίες τέθηκε σε αργία ο αναιρεσίβλητος και μετατέθηκε σε άλλο κατάστημα σε θέση απλού υπαλλήλου, δέχθηκε τα εξής: Κατά το χρονικό διάστημα από 2-6-1997 έως 10-7-1997 έγινε επιθεώρηση στο κατάστημα της .....
από τους επιθεωρητές της ..... Οι ως άνω επιθεωρητές θεώρησαν υπεύθυνο τον αναιρεσίβλητο για τις παρακάτω πράξεις και παραλείψεις και ζήτησαν να διωχθεί πειθαρχικά με βάση τα άρθρα 82 παρ. 1α, 95,114 παρ. 1, 2, 4γ και 4η του Κανονισμού, γιατί, όπως αναφέρουν στην από 16-12-1997 έκθεσή τους 1) αύξησε κατακόρυφα αρκετές δαπάνες των εξόδων διαχείρισης στο κατάστημα και επέβαλε αδικαιολόγητες αγορές υλικών, 2) χρησιμοποίησε στο μεγαλύτερο ποσοστό τις εγκριθείσες πιστώσεις για οδοιπορικά έξοδά του, 3) ενέκρινε πληρωμές τιμολογίου με αδικαιολόγητα μεγάλες ποσότητες υλικών, 4) ενέκρινε πληρωμές τιμολογίων χωρίς στοιχεία που να δικαιολογούν τις δαπάνες, 5) έδινε εντολές να χρεώνονται άλλες αντί άλλων υπομερίδες στα έξοδα διαχείρισης, λόγω έλλειψης πίστωσης, 6) εισέπραξε ποσά για κάλαντα Χριστουγέννων 1995, ενώ το κατάστημα ήταν κλειστό, 7) ανέθετε σε εργολάβους διάφορες σημαντικού ύψους εργασίες, χωρίς να τηρούνται οι οδηγίες της ΕΔ 239/91, 8) προέβαινε σε κατατμήσεις εργασιών για να αποφύγει τη διαδικασία του πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού και ανέθετε τις εργασίες αυτές σε συγκεκριμένους εργολάβους που επέλεγε ο ίδιος, 9) ενέκρινε το άνοιγμα τρεχούμενου λογαριασμού ενώ βρισκόταν σε κανονική άδεια και χορήγησε μπλοκ επιταγών σε σύζυγο εργολάβου, παρόλο που ο τελευταίος ήταν καταχωρημένος στη "μαύρη λίστα" και 10) δεν παρακολουθούσε και δεν ήλεγχε την έγκαιρη εξόφληση των τιμολογίων διαφόρων προμηθευτών με αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφόρων σχολίων σε βάρος της Τράπεζας, πέραν δε των ανωτέρω προέβη κακόβουλα στην απαλλαγή του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου από τα καθήκοντά του ελεγκτή, για να μη βγουν στην επιφάνεια και άλλες αντικανονικές ενέργειές του.
Περαιτέρω, στις 8-4-1998 επιδόθηκε στο κατάστημα ..... η 1743/804-1998 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου περιουσίας, ιδιοκτησίας της εταιρείας "ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΠΑΓΓΑΙΟΥ Α.Ε." για τη διενέργεια πλειστηριασμού με επίσπευση τρίτου, σε ακίνητο της άνω εταιρείας, που είχε εκτιμηθεί από τη ..... σε 346650000 δραχμές. Ο πλειστηριασμός ορίσθηκε για τις 20-5-1998 και η έκθεση παραλήφθηκε από τον αναιρεσίβλητο και διαβιβάσθηκε από αυτόν στο δικαστικό τμήμα του καταστήματος, στο οποίο υπηρετούσε ο υπάλληλος ......, ο οποίος διαπίστωσε ότι η οφειλέτρια εταιρεία δεν έχει οφειλές στο κατάστημα της .....
ούτε αναγραφόταν στην περίληψη το κατάστημα προς το οποίο είχε τις οφειλές της και ότι το κατάστημα της ..... ήταν αναρμόδιο και έθεσε την περίληψη στο αρχείο, χωρίς προηγουμένως να συνεννοηθεί με το νομικό σύμβουλο της Τράπεζας, που είναι και ο υπεύθυνος του δικαστικού τμήματος. Έτσι, η Τράπεζα δεν έλαβε μέρος στον πλειστηριασμό, ο οποίος διενεργήθηκε στις 20-5-19998 και το ακίνητο κατακυρώθηκε στην τιμή των 76000000 δραχμών, ποσό που εισέπραξε η αναιρεσείουσα, η οποία ανήγγειλε εμπροθέσμως την απαίτησή της.
Η καθής η εκτέλεση όφειλε στην αναιρεσείουσα 937689436 δραχμές και είχαν εγγραφεί υποθήκες για 3795541000 δραχμές στο άνω ακίνητο. Μετά από ανακοπή της αναιρεσείουσας ακυρώθηκε ο παραπάνω πλειστηριασμός επειδή το πρόγραμμα δεν είχε επιδοθεί στο Διοικητή της αναιρεσείουσας, διενεργήθηκε εκ νέου πλειστηριασμός και κατακυρώθηκε το ακίνητο στον μοναδικό πλειοδότη Ι.Κούρτη στην τιμή των 440210 ευρώ.
Για το θέμα της συμμετοχής της αναιρεσείουσας στον πρώτο πλειστηριασμό διενεργήθηκε έρευνα από τον επιθεωρητή ..... ο οποίος με την από 3-7-1998 έκθεσή του θεωρεί αποκλειστικά υπαίτιο για τη μη συμμετοχή της αναιρεσείουσας στον πλειστηριασμό αυτό τον αναιρεσίβλητο και εισηγείται την άμεση αφαίρεση των υπευθύνων καθηκόντων του και τη μετακίνησή του σε άλλη υπηρεσιακή μονάδα, την πειθαρχική του δίωξη για παράβαση του άρθρου 114 παρ.1, 2, 4ζ, η΄ .....
και την παραπομπή του στην επιτροπή Αστικής Ευθύνης της ..... ή στα αστικά δικαστήρια, αν χρειαστεί, για ζημία της ..... 270,65 εκατ. δραχμών. Ακολούθως, κινήθηκε νέα πειθαρχική δίωξη εναντίον του για την όπως αναφέρεται από βαριά αμέλεια αυτού μη συμμετοχή της ..... στον παραπάνω πλειστηριασμό. Με αφορμή τις παραπάνω πειθαρχικές διώξεις, στις 20-7-1998 η αναιρεσείουσα έθεσε τον αναιρεσίβλητο με τη 255/20-7-1998 απόφαση της Διοίκησης σε εξάμηνη αργία, η οποία παρατάθηκε για άλλους έξι μήνες με νέα πράξη της Διοίκησης και με τη 113/15-3-1999 απόφαση της Διοίκησης αφαίρεσε τα καθήκοντα του Διευθυντή του καταστήματος από τον αναιρεσίβλητο και στη συνέχεια με τη 209/180-5-1999 απόφαση της Διοίκησης τον μετέθεσε στο κατάστημα .....
όπου τοποθετήθηκε ως απλός υπάλληλος. Από τα αποδεικτικά μέσα δεν προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως ..... του καταστήματος της ..... ενήργησε δολίως με σκοπό να βλάψει την Τράπεζα. Όλες οι ενέργειές του απέβλεπαν στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας με τη δημιουργία ευχάριστου περιβάλλοντος για όλους τους εργαζόμενους στο κατάστημα, καθώς και στην άνοδο του κύρους της .....
έναντι των τρίτων. Οι αναφερόμενες στην πειθαρχική δίωξη αγορές και δαπάνες και αντικανονικές ενέργειες έγιναν εν γνώσει των υπολοίπων στελεχών του καταστήματος, δηλαδή του Υποδιευθυντή και του Προϊσταμένου του Λογιστηρίου. Ο τελευταίος, λόγω και της ιδιότητός του έδινε εντολή για πληρωμές των προμηθειών και των εργολάβων μετά από επισταμένο έλεγχο των αγορών και των εργασιών που εκτελούνταν.
Άλλωστε από τα θετικά αποτελέσματα που παρουσίασε το συγκεκριμένο κατάστημα (αύξηση προμηθειών, σημαντική αύξηση καταθέσεων και αύξηση ποσοστού ρευστοποίησης), συνάγεται ότι και η αύξηση των δαπανών συνετέλεσε στην επέλευση των ως άνω αποτελεσμάτων. Εξάλλου, όσον αφορά τη δεύτερη πειθαρχική δίωξη σε βάρος του αναιρεσιβλήτου για τη μη συμμετοχή της Τράπεζας στον πρώτο πλειστηριασμό ακινήτου, ιδιοκτησίας της οφειλέτριας εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΠΑΓΓΑΙΟΥ Α.Ε." η Τράπεζα ουδεμία υπέστη ζημία από το γεγονός αυτό, αφού ο ως άνω πλειστηριασμός ήταν άκυρος λόγω μη νόμιμης επίδοσης του προγράμματος και πράγματι ακυρώθηκε τελεσίδικα.
Ενόψει τούτων η απόφαση της Διοίκησης της αναιρεσείουσας να θέσει τον αναιρεσίβλητο σε αργία και μάλιστα για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς και οι αποφάσεις με τις οποίες του αφαιρέθηκαν τα καθήκοντα του Διευθυντή του καταστήματος ..... και μετατέθηκε στο κατάστημα ..... σε θέση απλού υπαλλήλου στο γραφείο του ελεγκτή του εν λόγω καταστήματος, είναι δυσανάλογα επαχθείς σε σχέση με τη βαρύτητα των παραπτωμάτων που του αποδίδονται, δεδομένου ότι το επαχθές μέτρο θέσεως υπαλλήλου σε αργία πρέπει να επιβάλλεται με φειδώ και περίσκεψη, λόγω των εξαιρετικά δυσμενών συνεπειών που έχει γι' αυτόν (υπάλληλο),ενώ δεν υπήρχε συγκεκριμένη υπηρεσιακή ανάγκη που να επέβαλε στον αναιρεσίβλητο, να υπηρετεί σε θέση απλού υπαλλήλου, καθόσον αυτός στη μακροχρόνια υπηρεσία του στην .....
είχε διακριθεί για την εργατικότητα, την εντιμότητα, το ήθος, την επιστημονική του κατάρτιση, την πολύ καλή επίδοση και απόδοση και είχε ασκήσει επί σειρά ετών υπεύθυνα καθήκοντα. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η αναιρεσείουσα με το να λάβει τις ως άνω αποφάσεις σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, άσκησε τα δικαιώματά της κατά τρόπο που υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, οι ενέργειες δε αυτές των αρμοδίων οργάνων της είναι παράνομες, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, οφειλόμενες κυρίως στη, μη επιτρεπόμενη πάντως, λόγω της θέσεώς του, τακτική που ακολούθησε ο αναιρεσίβλητος από το έτος 1997 να εμφανίζεται σε τοπικούς τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς και να αντιπολιτεύεται ανοικτά την κυβέρνηση, προπαγανδίζοντας τις θέσεις του κόμματός του, με αποτέλεσμα να έρθει σε αντιπαράθεση με συναδέλφους του στο κατάστημα που υπηρετούσε και σε άλλα καταστήματα της περιοχής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου αναγνωρίσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η ακυρότητα και των παραπάνω αποφάσεων της Διοίκησης της αναιρεσείουσας. Επεδίκασε δε στον αναιρεσίβλητο ως αποζημίωση τα σε αυτή (προσβαλλομένη) ποσά των μισθών που παρακρατήθηκαν κατά τη διάρκεια της αργίας του, καθώς και τις διαφορές αποδοχών λόγω αφαίρεσης των υπευθύνων καθηκόντων και μετάθεσης.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, πλήττεται η προσβαλλομένη για την με την κρίση αυτή παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.2 εδ. β΄,113 και 114 του Οργανισμού της αναιρεσειούσης και 281 ΑΚ. Ο λόγος αυτός, που πλήττει την προσβαλλομένη για την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο των ποσών των μισθών που παρακρατήθηκαν ως εκ της θέσεώς του σε αργία, λόγω της κινήσεως της σε βάρος του πειθαρχικής διαδικασίας και της πειθαρχικής τιμωρίας του, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού αρκεί για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης η κρίση της περί ακυρότητας της ως άνω διαδικασίας (πειθαρχικής), στην οποία στηρίχθηκε η περί θέσεως σε αργία απόφαση της αναιρεσειούσης, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττει την προσβαλλομένη και κατά την ετέραν κρίση της περί επιδικάσεως στον αναιρεσίβλητο της διαφοράς αποδοχών λόγω της αφαίρεσης υπευθύνων καθηκόντων και μεταθέσεως ως και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και υπό την αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, δια της κρίσεως της ότι η ενάσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσειούσης υπήρξε καταχρηστική, ως δυσαναλόγως επαχθής με το παράπτωμα του αναιρεσιβλήτου, της μη επιτρεπόμενης δηλαδή πρακτικής του να εμφανίζεται σε τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς και να αντιπολιτεύεται ανοικτά την κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να έλθει σε αντιπαράθεση με συναδέλφους του, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Τούτο διότι πράγματι, ενόψει και των λοιπών ανέλεγκτων αναιρετικώς παραδοχών της προσβαλλομένης περί του ότι ο αναιρεσίβλητος κατά την μακροχρόνια υπηρεσία του ..... είχε διακριθεί για την εργατικότητα, εντιμότητα, ήθος, επιστημονική κατάρτιση, την πολύ καλή επίδοση και απόδοσή του και είχε ασκήσει επί σειρά ετών υπεύθυνα καθήκοντα ως και του ότι δεν υφίστατο υπηρεσιακή ανάγκη για την ανάθεση σε αυτόν καθηκόντων απλού υπαλλήλου με αφαίρεση των υπευθύνων καθηκόντων του ως διευθυντού καταστήματος και η ανάθεση τοιούτων απλού υπαλλήλου, είναι δυσανάλογη σε σχέση με την ως άνω ανεπίτρεπτη υπηρεσιακή συμπεριφορά του και εντεύθεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από την άνω διάταξη όρια.
Μετά από αυτά η αίτηση για αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 118/6-4-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 220/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ????????αριθμ.αποφ. 1690/2006 - σελ.2