Supreme Court dismisses appeal against bank judgment for insufficient payment interest proof and vague appeal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's judgment regarding a credit agreement dispute with Eurobank. The appellants argued that the lower court failed to examine their claim regarding the lack of three-month interest accrual and the vagueness of the appeal grounds. The court ruled that the evidence did not prove the required interest accrual and that the appeal arguments were substantively baseless and inadmissible due to lack of specificity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 630(g), 630(d) of the Code of Civil Procedure; The payment order need not contain full detailed reasoning but must clearly identify the claim's origin to function as an enforceable title, and vague appeal grounds lacking specific quantification are inadmissible and substantively baseless.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 168 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 168/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. συζύγου Φ. Γ., το γένος Μ. Σ., 2) Φ. Γ. του Π. και 3) Π. Γ. του Φ., κατοίκων απάντων νήσου .... Οι πρώτη και δεύτερος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ναούμ Τζίφρα, ενώ ο τρίτος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Μητσιμπούνα, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται η "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" ως καθολική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS AE".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2013 ανακοπή και τους από 21-6-2013 και 20-11-2013 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 568/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.
Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν.
Από την παράλειψη ενός από τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 630 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, πλην όμως αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αφού ο νόμος δεν ορίζει τούτο, αλλά θεμελιώνεται λόγος ανακοπής, με βάση τον οποίο θα κριθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα της διαταγής, υπό την προϋπόθεση ότι ο ανακόπτων επικαλείται δικονομική βλάβη (άρθρο 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ), δηλαδή ότι η παράβαση αυτή του προκάλεσε τέτοια βλάβη που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη ακυρότητας (ΑΠ 1202/2018).
Εξάλλου, η χωρίς ακριβή καθορισμό της απαιτήσεως επιταγή προς εκτέλεση, όπως αξιώνει η διάταξη του άρθρου 924 ΚΠολΔ, δημιουργεί ακυρότητα, η οποία κηρύσσεται από το δικαστήριο κατόπιν ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του από την αοριστία αυτή προκαλείται στον οφειλέτη δικονομική βλάβη μη επανορθώσιμη παρά μόνο με την κήρυξή της (ΑΠ 47/1990, ΕλλΔνη 1990 σελ. 812).
Οι ως άνω δικονομικές ακυρότητες ελέγχονται αναιρετικά μέσω του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της ανακοπής τους προέβαλαν ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, ωσαύτως δε και της επιταγής προς εκτέλεση που ακολούθησε με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής, επικαλούμενοι ότι δεν διαλαμβάνουν αναφορά του ισχύοντος, κατά την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης, συμβατικού επιτοκίου ως βάση υπολογισμού των επιδικαζόμενων και επιτασσόμενων τόκων υπερημερίας, στοιχείο αναγκαίο κατά τους ισχυρισμούς τους για το εκκαθαρισμένο της απαίτησης και την πληρότητα της επιταγής.
Ο ανωτέρω λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως μη νόμιμος από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο εφέσεως, πλην όμως και πάλι απορρίφθηκε και επικυρώθηκε με την αιτιολογία ότι "το επικαλούμενο από τους ανακόπτοντες (ως) ελλείπον στοιχείο δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να προκύπτει και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της έγγραφα..".
Οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο της αίτησης κατά το πρώτο μέρος του προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρες τη διαταγή πληρωμής και την επιταγή και γι' αυτό υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι "ως προς το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων (υπερημερίας) δεν αναφέρεται (ούτε στη διαταγή πληρωμής ούτε στην επιταγή) το ισχύον κατά την ημερομηνία υποβολής της από 21-1-2013 αίτησης της καθής ενήμερο συμβατικό επιτόκιο που αποτελεί τη βάση υπολογισμού του επιτοκίου των τόκων υπερημερίας και απαιτείται για το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης".
Ωστόσο, από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής προκύπτει ότι οι ανακόπτοντες δεν αναφέρουν προς θεμελίωση της προβαλλόμενης ακυρότητας τόσο της διαταγής, όσο και της επιταγής το στοιχείο της συνδρομής συγκεκριμένης (δικονομικής) βλάβης στο πρόσωπό τους, που δεν μπορεί άλλως να αποκατασταθεί παρά μόνο με την κήρυξη της εν λόγω ακυρότητας.
Σύμφωνα όμως με την προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, οι ως άνω δικονομικές ακυρότητες απαγγέλλονται μόνον με επίκληση (και απόδειξη) συγκεκριμένης δικονομικής βλάβης, μη επανορθώσιμης παρά μόνο με την κήρυξή της. Επομένως οι λόγοι αυτοί της ανακοπής ήταν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας και επομένως το Εφετείο που τους απέρριψε με διαφορετική αιτιολογία δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα αφού το διατακτικό της αποφάσεώς του είναι ορθό (άρθρο 578 ΚΠολΔ).
Κατ' ακολουθία ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με τον ίδιο ως άνω λόγο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού η πλημμέλεια αυτή προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της ουσίας της διαφοράς και δεν ιδρύεται όταν ο λόγος της ανακοπής απορρίπτεται ως απαράδεκτος ή νομικά αβάσιμος (ΑΠ 1419/2019).
Κατά το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση του άρθρου 178 ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι, ιδίως, η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να λάβει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή.
Από τις διατάξεις αυτές, των άρθρων 178 και 179 ΑΚ και ειδικότερα τη δεύτερη, προκύπτει ότι, για το χαρακτηρισμό της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς και συνεπώς άκυρης, ως αντικείμενης στα χρηστά ήθη, απαιτείται, αφενός μεν η συνομολόγηση ή λήψη περιουσιακών ωφελημάτων, που τελούν, κατά το χρόνο της συνομολόγησής τους, κατά τις περιστάσεις σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή, αφετέρου δε η επίτευξη των ωφελημάτων αυτών να γίνεται με εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας του άλλου από τους συμβληθέντες.
Έτσι, για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αισχροκερδής απαιτείται να συντρέχουν, αθροιστικά, τρία στοιχεία, ήτοι : α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός των συμβαλλομένων και γ) εκμετάλλευση της γνωστής σ' αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου τούτου, από τον αντισυμβαλλόμενο.
Αν λείπει ένα από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί ακυρότητας της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, δηλαδή, το θύμα, λόγω της απερισκεψίας ή της έλλειψης επαρκούς σκέψης, η οποία μπορεί να οφείλεται και σε διανοητική μειονεξία, δεν αποδίδει στις πράξεις του τη σημασία και την αξία που αυτές είχαν, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική.
Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Ειδικότερα, προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποκύπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό και θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί δε νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή, χωρίς να είναι απαραίτητη, για να συντρέξει το στοιχείο της εκμετάλλευσης, κάποια ενέργεια του εκμεταλλευτή, η οποία να εκδηλώνεται με ηθικώς επιλήψιμα περιστατικά που αποσκοπούν στην επίτευξη της αισχροκέρδειας.
Αν συντρέξουν οι παραπάνω προϋποθέσεις του άρθρου 179 ΑΚ, σε κάθε ανταλλακτική σύμβαση δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 180 ΑΚ. Αν, όμως λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας, ως αισχροκερδούς, κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου, χωρίς, όμως να αποκλείεται και στην περίπτωση αυτή, ακυρότητα της δικαιοπραξίας , λόγω της αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, αν συντρέχουν στοιχεία προσδίδοντα σ' αυτήν ανήθικο χαρακτήρα (ΑΠ 379/2017).
Εξάλλου, σύμφωνα εξ άλλου με το άρθρο 181 ΑΚ, δικαιοπραξία της οποίας ένα μέρος είναι άκυρο, παραμένει ισχυρή κατά το υπόλοιπο και μόνον κατ' εξαίρεση μπορεί να συνάγεται ή να αποδεικνύεται ότι κατά τη βούληση των μερών η ακυρότητα καταλαμβάνει όλη τη δικαιοπραξία, δηλαδή καθιερώνεται ερμηνευτικός κανόνας υπέρ της μερικής ακυρότητας.
Η μερική ακυρότητα δεν αναφέρεται στο ουσιώδες περιεχόμενο της δικαιοπραξίας , οπότε θα προκαλούσε ολική ακυρότητα, αλλά σε επί μέρους όρο, ρήτρα, παροχή της δικαιοπραξίας ή και σε μέρος αυτών. Η μερική ακυρότητα δεν σχετίζεται με την αιτία της ακυρότητας, αλλά αφορά την ενέργειά της με συνέπεια να μπορεί να επέλθει ολική ακυρότητα σε περιπτώσεις που ο λόγος της ακυρότητας αφορά ουσιώδες μέρος της δικαιοπραξίας.
Αντικείμενο της μερικής ακυρότητας μπορεί να αποτελέσει μόνο η δικαιοπραξία που μπορεί να κατατμηθεί σε περισσότερα μέρη, χωρίς να μεταβάλλεται το είδος της, έτσι ώστε το έγκυρο μέρος να ισχύει ως αυτοτελής δικαιοπραξία μετά την αφαίρεση του άκυρου μέρους. Η ακυρότητα του μέρους συμπαρασύρει όλη τη δικαιοπραξία, εάν συνάγεται ότι τα μέρη δεν θα την επιχειρούσαν χωρίς το άκυρο μέρος.
Για το σκοπό αυτό αναζητείται ερμηνευτικά όχι η πραγματική αλλά η υποθετική ή εικαζόμενη θέληση που θα είχαν οι δικαιοπρακτούντες κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας , αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους με βάση και τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δηλαδή το δικαστήριο συμπληρώνει με νομικό πλάσμα τη θέληση των μερών.
Η εξακρίβωση της θέλησης των μερών θα γίνει με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με κριτήρια αντικειμενικά , όπως η φύση της δικαιοπραξίας και ο επιδιωκόμενος σκοπός και υποκειμενικά, όπως τα ελατήρια, οι συνήθειες και τα συμφέροντα των δικαιοπρακτούντων. Η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προϋποθέτει ότι τα μέρη αγνοούσαν την ακυρότητα του μέρους , διαφορετικά δεν θα είχαν περιλάβει το άκυρο μέρος, διότι αν το περιέλαβαν εν γνώσει της ακυρότητας δεν εφαρμόζεται η διάταξη.
Όποιος συνεπώς επικαλείται ολική ακυρότητα της δικαιοπραξίας πρέπει να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι τα μέρη δεν θα κατάρτιζαν την όλη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο μέρος. Προς τούτο πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει τα περιστατικά από τα οποία θα συναγάγει το δικαστήριο ότι οι δικαιοπρακτούντες -συμβαλλόμενοι είχαν αποδώσει τέτοια σημασία στο άκυρο μέρος (σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν με μνεία μεταξύ άλλων και της επιδιωκόμενης οικονομικής αξίας), ώστε αν κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του , δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία.
Εν προκειμένω, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο της ανακοπής τους που αναφέρεται στο κύρος της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, όπως συμπληρώνεται τον πρώτο πρόσθετο λόγο, ισχυρίσθηκαν ότι η διαταγή πληρωμής είναι άκυρη λόγω μη απόδειξης της απαίτησης και του ποσού της από τα προσκομισθέντα για την έκδοσή της έγγραφα, που δεν ήσαν πρόσφορα να στηρίξουν την αίτηση της καθής τράπεζας, καθόσον το έγγραφο της ένδικης μεταξύ τους συμβάσεως πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό περιέχει άκυρους και καταχρηστικούς (προδιατυπωμένους) όρους ΓΟΣ που οδηγούν σε παράνομη επαύξηση της οφειλής τους διότι:
υπολόγισε τους καταβλητέους τόκους με βάση ημερολογιακό έτος 360 ημερών και όχι των 365 ημερών, επιβάρυνε παρανόμως την οφειλή τους με την εισφορά του ν. 128/1975 την οποία και τόκιζε, περιέλαβε όρους ότι τα αποσπάσματα που εκδίδει η τράπεζα από τα βιβλία της αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο που παρέχει πλήρη απόδειξη για την απαίτησή της που προκύπτει από το κλείσιμο της πιστώσεως , ότι ο πιστούχος αν δεν έχει διατυπώσει αντιρρήσεις εντός μηνός από το περιοδικό ή οριστικό κλείσιμο θεωρείται ότι έχει αναγνωρίσει την ακρίβειά του, ότι η τράπεζα δικαιούται να συνενώνει τυχόν περισσότερους λογαριασμούς σε έναν ενιαίο αθροίζοντας ή συμψηφίζοντας τα καταλοιπά τους, ότι οι άνω όροι διατυπώθηκαν μονομερώς, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ότι θεσπίζεται πλασματική βούληση περί αναγνώρισης της οφειλής συναγόμενη όχι από έγγραφο, αλλά από τη σιωπή τους ως οφειλετών που δεν σημαίνει αποδοχή του χρέους, δημιουργώντας σημαντική ανισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ότι τα αποσπάσματα των λογαριασμών περιέχουν χρεωπιστώσεις που είναι ακατανόητες και δεν είναι ακριβές το κατάλοιπο της οφειλής , ενώ οι επιστολές -δηλώσεις αναγνώρισης των μερικοτέρων καταλοίπων δεν αποτελούν αναγνώριση χρέους, κατά παραβίαση των άρθρ. 2 παρ. 6 και 7 περ.
ια' του ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, ότι με βάση τους ανωτέρω άκυρους όρους η καθής τράπεζα εκτόκιζε και ανατόκιζε αυθαίρετα χωρίς να προκύπτει το επιτόκιο υπολογισμού, ούτε οι χρεώσεις των τόκων και το κεφάλαιο με αποτέλεσμα να υπάρχει δυσαναλογία παροχής-αντιπαροχής, έτσι ώστε να πληρούνται οι όροι του άρθρου 179 ΑΚ και η απαίτηση να μην είναι εκκαθαρισμένη, αφού στα επί μέρους ποσά που αναφέρουν ενσωματώνεται παράνομα και η εισφορά του ν. 128/1975 και εφαρμόζονται επιτόκια μεγαλύτερα των εκάστοτε ισχυόντων νομίμων εξωτραπεζικών, είναι δε η ένδικη σύμβαση στο σύνολό της άκυρη, διότι η μεν καθής (που γνώριζε την ακυρότητα των άνω όρων από την έκδοσή της) δεν θα την κατάρτιζε χωρίς τους προδιαληφθέντες (άκυρους) όρους και οι ίδιοι οι ανακόπτοντες (δεν θα την κατάρτιζαν) αν γνώριζαν την ακυρότητά τους.
Ωστόσο, οι ως άνω λόγοι της ανακοπής είναι απορριπτέοι: Α) Ο μεν πρώτος που αναφέρεται στην ολική ακυρότητα της ένδικης σύμβασης κατά τη διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ με την επίκληση συνδρομής "δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής λόγω των προπαρατεθέντων όρων , τους οποίους η τράπεζα επέβαλε με την εν λόγω σύμβαση εν γνώσει της ακυρότητάς τους εκμεταλλευόμενη την ανάγκη τους για την κάλυψη των δαπανών για την ανέγερση του ξενοδοχείου τους- οικογενειακής επιχείρησης και την απειρία τους σε σχέση με το περιεχόμενο και την έννοια των προδιατυπωμένων όρων με συνέπεια να υποστούν υπέρμετρη σε σχέση με την παροχή περιουσιακή βλάβη" , ως αόριστος, δεδομένου ότι τα ως άνω στοιχεία (που αποτελούν εν πολλοίς απλή παράθεση της διάταξης) δεν επαρκούν για τη θεμελίωσή της, προεχόντως διότι δεν προσδιορίζουν την αξία της παροχής και της αντιπαροχής, ώστε να διαπιστωθεί η μεταξύ τους δυσαναλογία και τα ωφελήματα που πέτυχε η τράπεζα με εκμετάλλευση της απειρίας τους την οποίαν ωσαύτως δεν προσδιορίζουν επαρκώς.
Β) Ο δε δεύτερος ως μη νόμιμος διότι, υπό τα ως άνω εκτεθέντα, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 181 ΑΚ ώστε να κριθεί άκυρη στο σύνολό της η επίδικη σύμβαση με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής. Ειδικότερα, οι ανακόπτοντες δεν επικαλούνται άγνοια αμφοτέρων των μερών, (αντίθετα ισχυρίζονται γνώση της τράπεζας για τις προβαλλόμενες μερικές ακυρότητες), ούτε επικαλούνται ότι ως συμβαλλόμενοι είχαν αποδώσει τέτοια σημασία στο άκυρο μέρος ώστε αν κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας γνώριζαν την ακυρότητά του δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τους παραπάνω λόγους της ανακοπής αλλά με άλλη αιτιολογία. Εφόσον λοιπόν η απόφαση έχει ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό, πρέπει, μετά την αντικατάσταση της εσφαλμένης αιτιολογίας της με την ορθή, να απορριφθεί, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με τον οποίον πλήττεται για πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προσάπτει πλημμέλεια εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν εξέταση το ως άνω λόγο ανακοπής είναι πρόδηλα αβάσιμος διότι ο λόγος αυτός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε. Περαιτέρω, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι "τα αναφερόμενα ποσά τόκων που περιλαμβάνονται στην προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής είναι παράνομα , καθισταμένης αυτής ανεκκαθάριστης και ακυρωτέας, διότι έχουν υπολογιστεί με το συμβατικό επιτόκιο που υπερβαίνει τα εξωτραπεζικά και το οποίο σύμφωνα με σχετικό όρο της μεταξύ τους συμβάσεως καθορίζεται μονομερώς και χωρίς σαφή και διαφανή κριτήρια, με αποτέλεσμα να είναι ο σχετικός συμβατικός όρος καταχρηστικός και άκυρος ως αντιβαίνων στο άρθρο 281 ΑΚ και στη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 7 περ.
ια του ν.2251/1994 και επιπρόσθετα διότι το συνολικό ποσό των τόκων περιέχει τόκους με τους οποίους χρεώθηκαν από την καθής, που έχουν υπολογισθεί με βάση το έτος των 360 ημερών... όπως επίσης ενσωματώνουν και την εισφορά του ν.128/1975, η οποία παρανόμως έχει μετακυλιστεί σ' αυτούς". Το Εφετείο , κρίνοντας ότι ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο και αντικαθιστώντας εν μέρει την αιτιολογία του, απέρριψε τον λόγο αυτό ως αόριστο με την αιτιολογία ότι "..οι ανακόπτοντες δεν προσδιορίζουν το ποσό των κατ' αυτούς αληθώς οφειλομένων τόκων, αφού ναι μεν η συμφωνία περί υπολογισμού του τόκου με βάση το έτος των 360 ημερών προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας που επιτάσσει το άρθρο 2 παρ.6 του ν.2251/1994, ωστόσο οι ήδη εκκαλούντες αμφισβητούν γενικά όλα τα σε βάρος τους κονδύλια τόκων (και γενικά το εις βάρος τους χρεωστικό κατάλοιπο από την επίδικη σύμβαση), τα οποία καταχώρησε η καθής στους τηρηθέντες λογαριασμούς, χωρίς να προσβάλουν συγκεκριμένα επί μέρους κονδύλια τόκων και χωρίς να επικαλούνται ποιο είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό.
Εξ άλλου, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα του αντιστοίχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της.
Εξ άλλου με την ΠΔΤΕ 2286/1994, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν.1266/1982, ορίστηκε ότι το επιτόκιο, η διάρκεια και οι λοιποί όροι της χρηματοδότησης καθορίζονται από τη δανείστρια τράπεζα με την επιφύλαξη των διατάξεων περί ελαχίστων ορίων επιτοκίων χορηγήσεων που εκάστοτε ισχύουν και μπορούν επομένως να είναι υπέρτερα των εξωτραπεζικών επιτοκίων...".
Οι αναιρεσείουσες με τον τρίτο αναιρετικό λόγο μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι παρέλειψε και δεν εξέτασε τον ως άνω πρόσθετο λόγο τους και δεν αποφάνθηκε επ' αυτού. Ο λόγος αυτός είναι πρόδηλα αβάσιμος διότι όπως σημειώνεται ανωτέρω ο λόγος αυτός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε.
Η εμπεριεχόμενη στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 630 και 916 ΚΠολΔ παρά το "ανεκκαθάριστο" της επίδικης αξίωσης λόγω της μη αναφοράς του ποσού των τόκων, λόγος που συνιστά επανάληψη κατά ένα μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι επιδιώκεται θεμελίωσή του στην πλημμέλεια του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για όσους λόγους εκτέθηκαν ανωτέρω είναι αβάσιμος, ενώ εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι επιδιώκεται προβολή σφάλματος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ενόψει του ότι οι διατάξεις των οποίων την παραβίαση επικαλούνται (630, 916 ΚΠολΔ) συνιστούν δικονομικού δικαίου κανόνες.
Αναφορικά με την επίκληση της ίδιας ως άνω πλημμέλειας με αιτίαση την παραβίαση του ουσιαστικού κανόνα δικαίου εκ του άρθρου 281 ΑΚ και 2 παρ. 7 ια του ν.2251/1994 ο λόγος είναι αλυσιτελής, εφόσον ο αντίστοιχος λόγος ανακοπής απορρίφθηκε ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, ως εκ τούτου μπορεί να ιδρυθεί μόνον η εκ του αριθ. 14 πλημμέλεια που ήδη ερευνήθηκε ως ανωτέρω εκτέθηκε.
Με την αιτίαση τέλος ότι με το να μην εξετάσει το Εφετείο τον ως άνω πρώτο πρόσθετο (από 20-11-2013 ) λόγο παραβίασε την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 του πρώτου προσθέτου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το άρθρο 6 αυτής εάν ήθελε εκτιμηθεί ότι προσάπτεται στην προσβαλλομένη πλημμέλεια εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού με την εξέταση και την απόρριψη του επίμαχου ισχυρισμού που αποτελούσε το περιεχόμενο του πρώτου πρόσθετου λόγου της ανακοπής τους πληρώθηκαν οι προϋποθέσεις της πρόσβασης στη δικαιοσύνη και της διεξαγωγής δίκαιης δίκης.
Για το ορισμένο λόγου ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 999/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 333/2019, ΑΠ 1349/2013).
Δηλαδή, αν η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας. Ενόψει όλων αυτών, επί διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε κατόπιν αίτησης Τράπεζας με βάση σύμβαση πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, συναφθείσα μεταξύ αυτής και του καθού η διαταγή (δανειολήπτη), ο οποίος με ανακοπή του άρθρου 632 ΚΠολΔ προβάλλει ότι η δανειακή σύμβαση πάσχει ως προς ένα ή περισσότερους Γενικούς Όρους Συναλλαγών (ΓΟΣ) από ακυρότητα λόγω καταχρηστικότητας, η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του λόγου της, ο οποίος στηρίζεται στην προαναφερόμενη ένσταση, επιφέρει μόνο τη μερική ακύρωσή της και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ή των ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 105/2019, ΑΠ 753/1995).
Εν ππροκειμένω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο ανακοπής οι ανακόπτοντες ισχυρίσθηκαν ότι κατά παράβαση του συμβατικού όρου (2.2.α) της σύμβασης πίστωσης η τράπεζα προέβη σε παράνομο εκτοκισμό του εκάστοτε καταλοίπου ανά τρίμηνο. Το Εφετείο απέρριψε τον ανωτέρω λόγο με την αιτιολογία ότι: "... ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού οι ανακόπτοντες δεν αναφέρουν επακριβώς το επί πλέον ποσό με το οποίο επιβαρύνθηκαν παράνομα και ποιο είναι τελικά το ποσό που οφείλουν, ώστε να κριθεί η βασιμότητα του εν λόγω ισχυρισμού τους και σε καταφατική περίπτωση να αφαιρεθεί αυτό από το συνολικό ποσό της απαίτησης που αναγράφεται στην προαναφερόμενη διαταγή πληρωμής.
Σε κάθε δε περίπτωση και εάν ήθελε υποτεθεί ότι προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο, κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν βάσιμος, καθόσον από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα (ενν. τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι), δεν αποδείχθηκε τρίμηνος εκτοκισμός του εκάστοτε καταλοίπου των λογαριασμών που εξυπηρετούσαν την επίδικη σύμβαση πίστωσης με (ανοικτό) αλληλόχρεο λογαριασμό.
Η αοριστία (δε) όσων λόγων απορρίφθηκαν δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή δικόγραφα ή με διενέργεια πραγματογνωμοσύνης... σε κάθε δε περίπτωση δεν τίθεται θέμα διενέργειάς της...". Οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι δεν εξέτασε τον άνω ισχυρισμό τους.
Ο λόγος αυτός είναι πρόδηλα αβάσιμος διότι όπως σημειώνεται ανωτέρω ο λόγος αυτός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως αόριστος και με επάλληλη αιτιολογία ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Κατά το μέρος του άνω λόγου που πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτιολογία ότι "απορρίπτοντας ως αόριστο τον ως άνω λόγο ανακοπής παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο", ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος, αφού πράγματι ο επίμαχος (πρόσθετος) λόγος της ανακοπής, όπως κατά τα ανωτέρω προβλήθηκε, δηλαδή χωρίς εξειδίκευση και επίκληση του επί πλέον ποσού με το οποίο επιβαρύνθηκαν παράνομα και χωρίς προσδιορισμό του τελικώς οφειλόμενου ποσού, είναι αόριστος και συνεπώς ορθά απορρίφθηκε ως τέτοιος από το Εφετείο με την κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττεται με αυτόν η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος ο παραπάνω πρόσθετος λόγος, για ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 171, 281 ΑΚ και των ν. 2251/1994, ν. 128/1975 (χωρίς μνεία συγκεκριμένης παραβιασθείσας διάταξης αυτών), καθώς και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο αυτής, είναι (πέραν της αοριστίας του απαράδεκτος ως αλυσιτελής, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα δεν τελεσφόρησε η προσβολή της κύριας αιτιολογίας της προσβαλλομένης, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της (ΑΠ 196/2020).
Μετά ταύτα, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-7-2019 αίτηση των: 1) Κ. Γ., 2) Φ. Γ. και 3) Π. Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 103/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Και,
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 8 Φεβρουαρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ