Legislator Case Law & Legislation
168/2017 AI generated

168/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 168/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

168/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της 29-9-1930 "περί Οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων"). Οι μη αποδεχόμενοι, (μετά την διαδικασία) την σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, υποχρεούντο να εγείρουν, εντός προθεσμίας ενός έτους από την κοινοποίηση σε αυτούς της αποφάσεως αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή διεκδικήσεως των ως άνω δικαιωμάτων τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 168 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 168/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Παρασκευή Καλαϊτζή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Tου αναιρεσίβλητου: Κ. Π. του Ι. που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ο οποίος όπως προκύπτει από τις κατατεθείσες την 25η/10/2016 προτάσεις του πληρεξούσιου δικηγόρου Μιχαήλ Ράσα, απεβίωσε στις 27-12-2006 και κληρονομήθηκε από τον Ι. Π. του Κ., κάτοικο ..., συγκληρονόμο του αποβιώσαντος, ο οποίος συνεχίζει τη δίκη και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Ράσα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4804/1998 του ιδίου Δικαστηρίου,1155/2001 Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-6-2002 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή ανέγνωσε την από 13-1-2016 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το άρθρ. 1 παρ. 5 του Β.Δ. της 24/31-10-1940, με το οποίο τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις περί ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων, καθορίζεται η διαδικασία μετά από την κοινοποίηση σχετικής προσκλήσεως προς τους κατόχους των κτημάτων αυτών για προσαγωγή στοιχείων αποδεικτικών των προβαλλομένων δικαιωμάτων, καθώς και την κοινοποίηση σε αυτούς και τον Δήμαρχο ή Πρόεδρο Κοινότητας της περιφέρειας του κτήματος του πρωτοκόλλου καταλήψεως και της ταυτόχρονης τοιχοκολλήσεως αυτού στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα, προκειμένου, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τις κοινοποιήσεις και τοιχοκολλήσεις αυτές, να υποβληθούν από τους κατόχους ενστάσεις κατά των πρωτοκόλλων, επί των οποίων αποφασίζει η Υπηρεσία Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων και τα οποία καθίσταται οριστικά με την απόρριψη των ενστάσεων ή την πάροδο της για την υποβολή αυτών μηνιαίας προθεσμίας.

Περαιτέρω, το δικαίωμα κυριότητος, το οποίο προβάλλεται από οποιονδήποτε (κάτοχο ή όχι) επί ανταλλαξίμου κτήματος, καταληφθέντος υπό της ΥΔΑΜΚ, κατ’ άρθρ. 3 παρ. 1,2 του ιδίου ΒΔ, πρέπει, εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την άνω οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου καταλήψεως, να γνωστοποιηθεί με αίτηση αναγνωρίσεως του δικαιώματος του αιτούντος, η οποία υποβάλλεται μέσω της Γενικής Δ/νσεως Δημοσίου Λογιστικού στο αρμόδιο γνωμοδοτικό συμβούλιο (άρθρ. 6 Β.Δ.

της 29-9-1930 "περί Οργανώσεως της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμων Μουσουλμανικών Κτημάτων"). Οι μη αποδεχόμενοι, (μετά την διαδικασία) την σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, υποχρεούντο να εγείρουν, εντός προθεσμίας ενός έτους από την κοινοποίηση σε αυτούς της αποφάσεως αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή διεκδικήσεως των ως άνω δικαιωμάτων τους.

Δικαιώματα, μη κατά τα ως άνω προβληθέντα εμπροθέσμως, αποσβέννυνται. Οι προϋποθέσεις ενάρξεως της εν θέματι (αποσβεστικής) προθεσμίας δεν διαφοροποιήθηκαν με το άρθρ.: 4 ΝΔ 1042/1946, ούτε και με το άρθρ. 14 παρ. 1 Ν.2283/1952, αλλά ούτε και με το άρθρ. 15 παρ. 4 του Ν.Δ. 547/1970 και με το άρθρ. 10 παρ. 3 του Ν.357/76, δυνάμει των οποίων επετράπη η έγερση της ανωτέρω αγωγής εντός έξι (6) μηνών, ενός (1) έτους, επί έξι (6) μήνες και για έξι (6) μήνες ακόμη, από της ενάρξεως της ισχύος τους, αντιστοίχως του χρονοδιαγράμματος παραταθέντος.

Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια υπ’ αρ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ιδρυομένου του λόγου αυτού αναιρέσεως σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνος του ουσιαστικού δικαίου), δοθέντος ότι απέρριψε τον πρωτοδίκως υποβληθέντα και δευτεροβαθμίως επαναπροβληθέντα ισχυρισμό του ότι το (βραχύβιο, κατά τα ως άνω) αγωγικό δικαίωμα του (ενάγοντος-ήδη) αναιρεσιβλήτου είναι αποσβεσμένο ισχυρίζεται ειδικότερα, ότι:

Με το .../1985 πρωτόκολλο του Γραφείου Διαχειρίσεως Ανταλλαξίμου Περιουσίας Θεσσαλονίκης καταλήφθηκε έκταση 12.540 μ2 στη θέση "..., η οποία ανήκε στον ανταλλαγέντα μουσουλμάνο Ι. Χ., στην οποία ενέπιπτε το επίδικο ακίνητο ότι το παραπάνω πρωτόκολλο κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα στις 25-9-1985 και τοιχοκολλήθηκε στο κατάστημα του Δήμου ...

στις 19-9-1985 και παρέμεινε τοιχοκολλημένο επί ένα μήνα ότι ο ενάγων υπέβαλε την .../7-10-1985 ένστασή του κατά του εν λόγω πρωτοκόλλου καταλήψεως, επί της οποίας εκδόθηκε η ΕΔΚ .../12-2-1986 απορριπτική απόφαση του Οικονομικού Εφόρου Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης. Αυτή επιδόθηκε στον ενάγοντα 7-4-1986 και ότι ο τελευταίος υπέβαλε την από 22-4-1986 αίτηση αναγνωρίσεως της κυριότητάς του ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, χωρίς την υπ’ αυτού έκδοση επί του θέματος αποφάσεως και επομένως το αγωγικό δικαίωμα (έστω και αν δεν είχεν εκδοθεί απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών) του ενάγοντος έχει αποσβεσθεί.

Το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο με την παραδοχή, ότι επί της άνω ενστάσεως του νυν αναιρεσιβλήτου εφόσον το νυν αναιρεσείον δεν ισχυρίσθηκε ότι εκδόθηκε η σχετική γνωμοδότηση του Συμβουλίου ή η απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και αφού δεν έλαβε χώρα η επίδοσή της στον προβαλόντα την ένσταση, δεν άρχισε να τρέχει η ανωτέρω βραχύχρονη διαδρομή ασκήσεως της αγωγής.

Η κρίση αυτή του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου εστιάζεται και επικεντρώνεται στην ορθή τήρηση των προρρηθεισών διατάξεων τυχόν δε περί του αντιθέτου παραδοχή, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον, αβασίμως, όμως, θα βρισκόταν στον αντίποδα της κοινής λογικής, ήτοι, ότι συμπληρώθηκε το προειπωθέν χρονοδιάγραμμα, πριν καν αρχίσει.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατ’ άρθρ.559 αρ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως σε περίπτωση που "το δικαστήριο παρά τον νόμο ... δεν κήρυξε ... απαράδεκτο". Το απαράδεκτο πρέπει να προκύπτει από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον ψέγει το Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του υπέπεσε στην προειπωθείσα πλημμέλεια, καθόσον, παρά το ότι δέχθηκε ότι επί της ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου αιτήσεως του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) δεν εκδόθηκε ακόμη γνωμοδότηση και απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δεν απέρριψε, ως ώφειλε, την αγωγή ως απαραδέκτως ασκηθείσα. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, συμφώνως προς την προηγηθείσα νομική σκέψη, του επικαλουμένου και φερομένου υπό του αναιρεσείοντος απαραδέκτου μη προκύπτοντος από τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

ΙΙΙ. Συμφώνως προς το άρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, "αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως το αναιρεσείον καταλογίζει στο Εφετείο την ανωτέρω πλημμέλεια, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι δεν αποσαφηνίζεται στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλομένης η (ανάστροφη) ιδιοκτησιακή κατάσταση επί του επιδίκου και δη η ενδεχομένη περίπτωση υπάρξεως κληρονομικής διαδοχής κατά την τουρκοκρατία μεταξύ των αμέσων και απωτέρων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, ώστε να είναι διαπιστώσιμο το αν οι άμεσοι αυτοί δικαιοπάροχοι είχαν επί δεκαετία καλλιεργήσει αυτοτελώς οι ίδιοι (ως νέοι εγκαταστάται που προβλεπόταν απ’ το οθωμανικό δίκαιο) το επίδικο ακίνητο.

Γι’ αυτό, κατά το αναιρεσείον, είναι ασαφής η παραδοχή της προσβαλλομένης, ότι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, ως και οι δικαιοπάροχοι αυτών "... κατείχαν το επίδικο, μαζί με μεγαλύτερη έκταση, από την εποχή της τουρκοκρατίας και το καλλιεργούσαν συνεχώς επί μία τουλάχιστον δεκαετία μέχρι τις 20-5-1917, οπότε το δικαίωμα εξουσιάσεως, το οποίο απέκτησαν σύμφωνα με το άρθρο 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί Γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274, μετετράπη σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας, αρχικώς επί των 4/5 εξ αδιαιρέτου βάσει του Δ/τος 2468/1917, στην συνέχεια δε και επί του υπολοίπου 1/5 βάσει των διατάξεων των άρθρων 101-104 του Δ/τος της 11/12- 11-1929 ...".

Εν τούτοις, τα όσα σχετικώς επικαλείται το αναιρεσείον, δεν έχουν λυσιτέλεια εδώ. Η πεμπτουσία της δικανικής (μέσω των επιτρεπτώς επισκοπουμένων αιτιολογιών) κρίσεως του Εφετείου θεμελιώνεται στο ότι ο ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου (οικοπέδου μ2 300, ταυτοποιουμένου δι’ οριοθετήσεώς του, επί της οδού ..., στον τότε Δήμο ...) με έκτακτη χρησικτησία;

και συγκεκριμένα από το έτος 1960, οπότε ατύπως το είχε αγοράσει απ’ τον Ε. Χ. Α. και μέχρι την άσκηση της κριθείσας, αγωγής, δηλαδή υπέρ την εικοσαετία, αυτός με διάνοια κυρίου κατέχει και νέμεται, (συνεχώς και αδιαλείπτως) το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιέφραξε και εντός του οποίου ανήγειρε προς διαμονή του ιδίου και της οικογένειάς του κατοικία, συνδεδεμένη με τα δίκτυα κοινής ωφελείας.

Κατά συνέπεια, τα όσα αναφερόμενα ανάγονται στα επί τουρκοκρατίας ισχύσαντα και συμβάντα, δεν επηρεάζουν ουσιωδώς την δικαστική έκβαση της υποθέσεως και ως εκ τούτου δεν είναι λυσιτελή, ήτοι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αλυσιτελής, κατά τα άνω εκτιθέμενα.

IV. Με τους τέταρτο και πέμπτο (τελευταίο) λόγους αναιρέσεως το αναιρεσίον προσάπτει στο Εφετείο την κατ’ άρθρ. 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, (του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως ιδρυομένου, αν το δικαστήριο " ... δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν"), αφού δεν έλαβε υπόψιν αφενός την υπ’ αυτού (αναιρεσείοντος) επικαλεσθείσα και προσκομισθείσα (σε αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας) από 12-12-1978 αίτηση του αναιρεσιβλήτου προς το Γραφείο ΔΑΠ Θεσ/κης, στην οποία αναφέρει (κατά το αναιρεσείον) ότι κατέχει από το 1976 το υπ’ αρ. 12 αστικό ανταλλάξιμο κτήμα ...

και εξ αυτού κατετείνετο η ουσιαστική απόρριψη της αγωγής, για την αναγνώριση της κυριότητος του ενάγοντος επί του επιδίκου, το οποίο με την εν λόγω αίτηση ζητούσε (όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον) να εξαγοράσει αντί αναλόγου τιμήματος αφετέρου το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν το ότι ο ενάγων συνομολόγησε (εξωδίκως τότε), ότι κατέλαβεν αυθαιρέτως το επίδικο την δεκαετία του 1970 ως ιδιοκτησία της Υπηρεσίας Διαχειρίσεως Ανταλλάξιμης Περιουσίας, του οποίου (επιδίκου) η κυριότητα ανήκε σε αυτό (αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο).

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αβάσιμοι, δοθέντος ότι το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνεκτίμησε και συναξιολόγησε τα υπό των διαδίκων επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα, έκθεση πραγματογνωμοσύνης), στα οποία θεμελίωσε και επί τη βάσει αυτών σχημάτισε την άνω εκπεφρασμένη δικανική κρίση του.

Η διαφοροποίηση και αποστασιοποίηση αυτής της κρίσεως απ’ τα όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον, δεν σημαίνει μη συνεκτίμηση και μη συναξιολόγηση του ανωτέρω εγγράφου ομού μετά των υπολοίπων αποδεικτικών μέσων.

V. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχήν του αιτήματός του, στο ηττώμενο αναιρεσείον (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, 22 ν. 3693/1957 ως ισχύει), συμφώνως προς το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-6-2002 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 1155/2001 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300€).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ