168/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3476/2002 μη οριστική και 2700/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3419/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/10/2009 αίτησή του και τους από 23/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Legislator headnote
AI generated168/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τον αναιρεσίβλητο νομίμως επιδοθέντες, από 23-12-14 πρόσθετους λόγους (Ολ ΑΠ 33/1996), ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 3419/2009 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 168 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 168/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Κ., ως οριστικού συνδίκου της πτωχεύσεως της ευρισκομένης σε κατάσταση πτωχεύσεως ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Λ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ" και τον διακριτικό τίτλο "FRAISE" που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/1999 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3476/2002 μη οριστική και 2700/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3419/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16/10/2009 αίτησή του και τους από 23/12/2014 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 19/1/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων (κυρίων και προσθέτων) της αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους, παραδεκτώς, με ιδιαίτερο δικόγραφο και εντός της οριζομένης στη διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ προθεσμίας ασκηθέντες και προς τον αναιρεσίβλητο νομίμως επιδοθέντες, από 23-12-14 πρόσθετους λόγους (Ολ ΑΠ 33/1996), ζητείται, υπό την επίκληση των διαλαμβανομένων στα παραπάνω δικόγραφα αιτιάσεων, η αναίρεση της 3419/2009 τελεσιδίκου αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Όπως προκύπτει από την μετ' επικλήσεως από τον αναιρεσείοντα προσκομιζομένη, υπ' αριθμ. 7803Δ'/20-10-14 έκθεση επιδόσεως της αρμοδίας δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Αθηνών Μ. Δ. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της παραπάνω, από 16-10-2009 και με αριθμ. καταθ. 1100/2009, αιτήσεως αναιρέσεως με την υπ' αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε από τον επισπεύδοντα την τελευταία, αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο. Εφόσον όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσε την από τη διάταξη του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, (άρθρ. 573 § 1 ΚΠολΔ) δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρ. 576 § 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες αφού το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό, της πόρισμα και να μην, καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1090/14, ΑΠ 1254/10, ΑΠ 495/13).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών ανάγονται είτε στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικώτερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους, εφόσον βεβαίως το απ'αυτές πόρισμα εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 1300/2008), είτε στα συναρτώμενα μ'αυτήν (εκτίμηση αποδείξεων) επιχειρήματα του δικαστηρίου (ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 502/2007).
Κατ'ακολουθίαν αυτών, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, συνιστάμενης στην απόρριψη, "με εντελώς ανεπαρκή και κόντρα στη λογική αιτιολογία", εκφρασθείσα με τη διατύπωση ότι: "Εξάλλου οι δηλώσεις του εκπροσώπου της πτωχευσάσης, που έγιναν κατά το τελευταίο έτος της ζωής του, με το από το 2006 υπόμνημά του στον Εισηγητή της πτώχευσης καθώς και με άλλα έγγραφα ότι εξαπατήθηκε από τον ανακόπτοντα δεν μπορούν να αξιολογηθούν ως αληθείς, εφόσον είναι αντίθετες σε προγενέστερες από το έτος 1998 δηλώσεις του ίδιου προς τον Εισηγητή της πτώχευσης", (απόρριψη) του απ'αυτόν (αναιρεσείοντα) προβληθέντος ισχυρισμού ακυρότητας της αιτουμένης από τον αναιρεσίβλητο να εξελεγχθεί, κατά τις διατάξεις του άρθρου 596 ΕπΕμπΝ, απαιτήσεως αυτού κατά της πτωχευσάσης εταιρείας, απορρέουσας από την σε βάρος του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας φερομένη ως διαπραχθείσα από τον ανακόπτοντα - αναιρεσίβλητο απάτη, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, η παραπάνω "ελλιπής και κόντρα στη λογική" παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, θεμελιουμένη σε ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και την επιχειρηματολογία του δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση, ως αναληθών, των δηλώσεων του νομίμου εκπροσώπου της πτωχευσάσης λόγω της αντιθέσεώς τους με παλαιότερο ισχυρισμό αυτού, δεν συνιστά ζήτημα δυνάμενο να ελεγχθεί, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, με τον προβαλλόμενο ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο.
Οι περαιτέρω, δια του δευτέρου προσθέτου λόγου, προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις της εκ πλαγίου παραβιάσεως των παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων αναφορικά με την θεμελιωθείσα στην κατ'άρθρο 873 ΑΚ σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους κυρία βάση της κατ'αυτού, ένδικης, από το άρθρο 596 ΕμπΝ, ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος, επικαλούμενος αδυναμία επαληθεύσεως εντός της νομίμου προθεσμίας της κατά του αναιρεσείοντος υφισταμένης απαιτήσεώς του, απορρέουσας κυρίως μεν από την από 14-7-93 καταρτισθείσα σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, επικουρικώς δε από διαδοχικές συμβάσεις δανείου, ζήτησε την αναγνώρισή του ως πιστωτή της πτωχεύσεως, κρίνονται απορριπτέες ως αλυσιτελώς προβαλλόμενες ενόψει της απορρίψεως της ένδικης ως άνω ανακοπής ως ουσιαστικά αβάσιμης κατά την κυρία βάση της, κατ'αποδοχή της από τον αναιρεσείοντα προβληθείσας ενστάσεως ακυρότητας της θεμελιώνουσας τη βάση αυτή συμβάσεως αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους ως καταρτισθείσας εντός της υπόπτου περιόδου (βλ. 3476/2002 μη οριστική απόφαση ΠΠρΑ), η οποία (απόρριψη) στερεί τον αναιρεσείοντα του εννόμου συμφέροντος προτάσεως των προβαλλομένων ως άνω αιτιάσεων, οι οποίες, κατ'εκτίμηση των προς θεμελίωσή τους εκτιθεμένων στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων, αφορούν την κυρία βάση της ανακοπής, που απορρίφθηκε ως αβάσιμη ουσιαστικά, και όχι την επικουρική, επί των δανειακών συμβάσεων θεμελιουμένη βάση αυτής, η οποία έγινε μερικά δεκτή, για το ποσό των 32.000.000 δρχ. (93190 ευρώ) ύστερα από την απόρριψη, ως αβάσιμης ουσιαστικά, της από τον αναιρεσείοντα προταθείσας ενστάσεως από το άρθρο 537 ΕμπΝ με την υποστηρίζουσα την παραδοχή αυτή σαφή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία ότι "η ένδικη απαίτηση προέρχεται από δάνειο το οποίο καταρτίστηκε το έτος 1991, σε ανύποπτο ως προς την πτώχευση (8-4-93) της οφειλέτριας εταιρείας χρόνο και δεν συντρέχει λόγος ακυρότητας αυτής κατά τα άρθρα 537, 538 ΕμπΝ όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο καθ'ου (αναιρεσείων)." Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχή, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει. σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000 ΑΠ 760/2004, ΑΠ 139/2001, 539/2003).
Κατ'ακολουθίαν αυτών ο πρώτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, κατ'ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την κατ'αυτού ασκηθείσα και επί των διατάξεων των άρθρων 596 ΕμπΝ. και 806 ΑΚ θεμελιωθείσα ανακοπή του αναιρεσιβλήτου, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και ιδίως του δικογράφου της, από τον αναιρεσείοντα ασκηθείσας κατά της ομοίως αποφηναμένης πρωτοδίκου (2700/2008 ΠΠρΑ) αποφάσεως, εφέσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων είχε προτείνει, με σχετικό λόγο στο Εφετείο τον περί αοριστίας της ένδικης ανακοπής ισχυρισμό, οπότε και μόνο θα ήταν παραδεκτή, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου ενόψει (και) του ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 § 2 ΚΠολδ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι'αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσεις ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του (ΑΠ 907/2006, ΑΠ 419/2004). Ούτε δε ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπομένων αμέσως από το νόμο επωνύμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 81/2007 ΑΠ 479/10).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων καθόσον "αξιολόγησε αυθαίρετα ως αναληθείς τις δηλώσεις (καταθέσεις) του νομίμου εκπροσώπου της πτωχεύσασας με την αιτιολογία ότι είναι αντίθετες στις κατά το έτος 1998 προγενέστερες δηλώσεις του ιδίου, στις οποίες και προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του και τους λόγους της γενομένης αξιολόγησης.
Από το άρθρο 450 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ' όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή έχει υποβληθεί κατά τρόπο ορισμένο, διαλαμβάνουσα επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, προσδιορισμό σαφή του εγγράφου και του περιεχομένου του και έκθεση των περιστατικών από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 1701/07, 1045/04, ΑΠ 1402/2008 ΑΠ 1249/2009).
Κατ' ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η, από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση άφησε αδίκαστο το από τον ίδιο προς απόκρουση της κατ' αυτού ως άνω ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, υποβληθέν με το εφετήριο δικόγραφο και με τη διατύπωση "να προσκομισθούν, κατ'άρθρα 585, 587 ΕμπΝ και 450, 451 ΑΚ, τα επίσημα βιβλία και λοιπά έγγραφα τόσο του αντιδίκου ή της εκπροσωπουμένης απ'αυτόν εταιρείας με την επωνυμία STAMCO ΕΠΕ όσο και της πτωχευσάσης από τα οποία να προκύπτει η δόση και λήψη αντίστοιχα του επιδίκου δανείου των 98.000.000 δρχ. μηνιαίως και αποκαλυφθεί επιτέλους τι μεθόδευσαν οι δύο φίλοι (ανακόπτων και αποβιώσας Λ. Κ.)", αίτημα επίδειξης εγγράφων κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, το ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας υποβληθέν ως άνω αίτημα έπασχε αοριστία, απορρέουσα από τη μη επίκληση των απαιτουμένων για τη θεμελίωση αυτού προϋποθέσεων και ειδικότερα αφενός του σαφούς προσδιορισμού των αιτουμένων να επιδειχθούν εγγράφων, για τον οποίο δεν επαρκεί η αόριστη αναφορά "σε επίδειξη των επίσημων βιβλίων και λοιπών εγγράφων", και αφετέρου της κατοχής αυτών από τον ανακόπτοντα με αποτέλεσμα να μην ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η προβαλλομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο αιτίαση.
Κατ'ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλης [αναιρετικής] αιτιάσεως προς έρευνα, πρέπει ν'απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης μετά των προσθέτων λόγων και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-09 και με αριθμ. καταθ. 1100/09 αίτηση και τους από 23-12-14 και με αριθμ. καταθ. 163/2014 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της 3419/2009 τελεσιδίκου απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Φεβρουαρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ