168/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 168 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 168/2012
Legislator headnote
AI generated168/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 168 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 168/2012
Full text
Απόφαση 168 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 168/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθ' ου η κλήση: Π. Ζ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου-καλούσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ακτίνα Ανώνυμος Εταιρεία Πρακτορειακών και Τουριστικών Μεταφορικών Επιχειρήσεων" και το διακριτικό τίτλο "Ακτίνα" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Βαλεντή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1995/2004, 5515/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-3-2009 αίτησή του, η οποία επαναφέρεται για συζήτηση, μετά τη ματαίωση αυτής, με την από 22-11-2010 κλήση της αναιρεσιβλήτου.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 16-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου δήλωσε ότι διορθώνεται η κλήση ως προς την επωνυμία αυτής (αναιρεσιβλήτου) από το εκ παραδρομής αναγραφέν εσφαλμένο "Ακτίνα Ανώνυμος Εταιρεία Πρακτορειακών και Μεταφορικών Επιχειρήσεων" στο ορθό "Ακτίνα Ανώνυμος Εταιρεία Πρακτορειακών και Τουριστικών Μεταφορικών Επιχειρήσεων", ζήτησε δε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις 5365Ε/10-6-2009 και 3259Β/3-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών του Πρωτοδικείου Αθηνών ... και του Πρωτοδικείου Πειραιώς ... αντίστοιχα, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η επισπεύδουσα τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσίβλητη, καθώς και τις από 3-9-2009 και 22-3-2011 βεβαιώσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Βω (Tribunal Cantonal de Vaud) Ελβετίας, οι οποίες διαβιβάσθηκαν στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου με τα 3810/21-9-2009 και 1401/1-4-2011 έγγραφα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου αντίστοιχα, προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα: α) της υπό κρίση από 12-3-2009 αιτήσεως για αναίρεση της 206/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο (8-11-2010), κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής και β) της από 22-11-2010 κλήσεως για συζήτηση αυτής (μετά τη ματαίωση της συζητήσεως κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο) με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση της αναιρέσεως κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (26-9-2011), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον αναιρεσείοντα, ο οποίος διαμένει σε γνωστή διεύθυνση στην Ελβετία (...), στη συνέχεια δε διαβιβάσθηκαν με ταχυδρομική αποστολή στον τελευταίο, ο οποίος τα παρέλαβε οικειοθελώς, στις 31-8-2009 και στις 21-3-2011 αντίστοιχα. Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε ο αναιρεσείων ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. Επομένως πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 873 Α.Κ. προκύπτει ότι η αναφερόμενη σ' αυτήν αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννάται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις (Α.Π. 3/2011). Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Α.Π. 201/2010). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999). Το κατά νόμο δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 41/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Με έγγραφη σύμβαση που καταρτίσθηκε στον Πειραιά στις 8-9-1995 μεταξύ αφενός της ενάγουσας εταιρείας και αφετέρου του εναγομένου και της μη διαδίκου αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "ADRIATIC TANKERS SHIPPING CO S.A.", οι τελευταίοι αναγνώρισαν ότι οφείλουν σ' αυτήν (ενάγουσα), εις ολόκληρον ο καθένας τους, το ποσό των 153.000.000 δραχμών, το οποίο αφορούσε "ληξιπρόθεσμη, απαιτητή και εκκαθαρισμένη απαίτηση της δανείστριας (ενάγουσας) κατά των οφειλετών, προερχόμενη από το αντίτιμο πωληθέντων αεροπορικών εισιτηρίων για τις ανάγκες των επιχειρήσεων των οφειλετών", χωρίς περαιτέρω επεξήγηση και διευκρίνιση για την αιτία αυτού του χρέους. Από το ως άνω ποσό συμφωνήθηκε το ποσό των 82.300.000 δραχμών, που ήδη αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αγωγής, να καταβληθεί σε έξι (6) ισόποσες μηνιαίες δόσεις των 13.716.666 δραχμών από 2-10-1995 και εφεξής μέχρι την 1-3-1996. Προς ευχερέστερη μάλιστα είσπραξη των ποσών των δόσεων η ως άνω μη διάδικος εταιρεία αποδέχθηκε αντίστοιχες συναλλαγματικές εκδόσεως της ενάγουσας, τις οποίες τριτεγγυήθηκε ο εναγόμενος, πληρωτέες εις διαταγήν αυτής (ενάγουσας). Το υπόλοιπο ποσό των 70.700.000 δραχμών (που αποτέλεσε αντικείμενο άλλης δίκης) συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δύο δόσεις, δηλαδή την 1-4-1996 ποσό 35.700.000 δραχμών και την 1-5-1996 ποσό 35.000.000 δραχμών. Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος προς εξασφάλιση της συνολικής απαίτησης της εταιρείας (ενάγουσας) θα συναινούσε στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης μέχρι του ποσού των 200.000.000 δραχμών επί ακινήτων του κειμένων στη νήσο Κεφαλληνία, όπως και έγινε, εκδοθείσης της υπ' αριθμ.2834/1995 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Τέλος συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση μη πληρωμής έστω και μιας δόσης από τις ορισθείσες ως άνω, η οφειλή θα καθίστατο ληξιπρόθεσμη και απαιτητή στο σύνολό της και θα ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Συνομολογείται ότι ο εναγόμενος δεν κατέβαλε κάποιο ποσό έναντι της επίδικης οφειλής των 82.299.996 δραχμών αλλά ούτε και έναντι του άλλου μερικότερου ποσού των 70.700.000 δραχμών της συνολικής οφειλής, όπως το τελευταίο αυτό ουσιαστικό ζήτημα κρίθηκε τελεσίδικα με την υπ' αριθμ. 7/ 2006 απόφαση του δικαστηρίου αυτού και ως προς αυτό έχει παραχθεί δεδικασμένο, ... είναι δε απαράδεκτη κάθε αμφισβήτηση ή επίκληση αντίθετων ισχυρισμών ... και γι' αυτό ύστερα από αίτηση της ενάγουσας εκδόθηκε κατ' αυτού και της μη διαδίκου αλλοδαπής εταιρείας η υπ' αριθμ. 502/ 1996 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με βάση τις αφορώσες το επίδικο ποσό έξι (6) συναλλαγματικές, με την οποία οι ως άνω καθ' ων η αίτηση διατάχθηκαν να της καταβάλουν συνολικά 82.299.996 δραχμές νομιμότοκα από τη λήξη κάθε συναλλαγματικής, χωρίς να προκύπτει όμως κάποια καταβολή προς εξόφληση της σχετικής οφειλής. Από το προαναφερθέν περιεχόμενο του ιδιωτικού τούτου εγγράφου του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους, σαφώς προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη σ' αυτό ως άνω δήλωση της βουλήσεως των συμβληθέντων, που ερμηνεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., αφορά τη σύναψη μεταξύ αυτών της προαναφερόμενης αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, η οποία ιδρύει αφ' εαυτής ενοχική υποχρέωση και περιέχει τους όρους εναγώγιμης αξιώσεως, επί πλέον δε περιέχει, κατά τη βούληση των συμβληθέντων διαδίκων, αυτοτελή βάση από αναιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία της πώλησης εισιτηρίων, γεγονός το οποίο θέλησαν οι συμβληθέντες, οι οποίοι δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή απλού αποδεικτικού μέσου περί της υπάρξεως του χρέους αλλά στη σύσταση νέας αυτοτελούς ενοχής, όπως συνάγεται σαφώς από τα εξής στοιχεία: 1) Την εντελώς αόριστη και γενικόλογη αναφορά της αιτίας της οφειλής, δηλαδή της πώλησης αεροπορικών εισιτηρίων από την ενάγουσα χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση ή διευκρίνιση (αριθμός και τιμή πωληθέντων εισιτηρίων, χρόνος κ.λ.π.). 2) Τη συμμετοχή του εναγομένου στη σύμβαση και την ανάληψη εκ μέρους του υποχρέωσης καταβολής του συνολικά οφειλομένου ποσού, μέρος του οποίου είναι το επίδικο ποσό, ύψους 82.299.996 δραχμών, καθώς και την παροχή εμπράγματης ασφάλειας επί ακινήτων κυριότητάς του, αν και ο ίδιος δεν υπείχε ατομικά ευθύνη καταβολής του ποσού του χρέους, αφού αυτό αφορούσε, όπως συνομολογείται, τίμημα εισιτηρίων πωληθέντων προς την εταιρεία "ADRIATIC TANKERS SHIPPING CO S.A.", της οποίας ο εναγόμενος ήταν απλώς ο νόμιμος εκπρόσωπος και δεν ευθυνόταν ο ίδιος ατομικά. Με την επίμαχη σύμβαση μάλιστα ο εναγόμενος ρητά δηλώνει ότι αναγνωρίζει ιδία οφειλή και όχι ότι αναδέχεται και δη σωρευτικά αλλότριο χρέος ή εγγυάται την αποπληρωμή του. Άλλωστε αν ο ίδιος είχε σκοπό, όπως ισχυρίζεται, να παρέχει απλώς επιπρόσθετη ασφάλεια στην ενάγουσα για την εξασφάλιση της ικανοποίησης της απαίτησής της εναντίον της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας, δεν ήταν απαραίτητο να συμβληθεί μαζί της υπογράφοντας την επίμαχη σύμβαση αλλά αρκούσε να παραχωρήσει υπέρ αυτής προσημείωση υποθήκης επί των ακινήτων του ως τρίτος κύριος και να τριτεγγυηθεί επί των συναλλαγματικών, όπως άλλωστε και έκανε. 3) Το γεγονός ότι παρά ταύτα στη σύμβαση αναφέρεται αορίστως ότι το ποσό αυτό οφείλεται από την πώληση εισιτηρίων "για τις ανάγκες των επιχειρήσεων των οφειλετών", δηλαδή του εναγομένου και της ως άνω αλλοδαπής εταιρείας. 4) Τη λεπτομερή ρύθμιση του τρόπου καταβολής των οφειλόμενων ποσών με δόσεις και τη ρητή μνεία, με τον έβδομο όρο της σύμβασης, ότι μ' αυτήν τροποποιείται κάθε προγενέστερη ρητή ή σιωπηρή συμφωνία τους. Και 5) Το ιδιαίτερα σημαντικό γεγονός ότι, αν και στη σύμβαση αναφέρεται ότι η αναγνωρισθείσα μ' αυτήν οφειλή είναι ήδη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, παρά ταύτα μ' αυτήν καθορίζεται ειδικά ο τρόπος, ο χρόνος και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες καθίσταται ληξιπρόθεσμη και απαιτητή η αναγνωρισθείσα ως άνω οφειλή". Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της αναιρεσιβλήτου και είχε αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 241.526,03 ευρώ (ισοτίμου των 82.300.000 δραχμών) νομιμοτόκως από τις 3-10-1995. Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χαρακτηρισμού της καταρτισθείσης μεταξύ των διαδίκων από 8-9-1995 συμβάσεως ως αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους. Ενόψει όλων των ανωτέρω οι λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως - με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 873 Α.Κ. και ότι στερείται νομίμου βάσεως διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα - είναι απορριπτέοι, προεχόντως μεν ως απαράδεκτοι διότι βάλλουν κατά των επιχειρημάτων του δικαστηρίου που αναφέρονται πιο πάνω με τα στοιχεία 1 έως 5 (δηλαδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ανεπάρκεια των αιτιολογιών ως προς το τι αποδείχθηκε αλλά ως προς το γιατί αυτό αποδείχθηκε) και έτσι εμμέσως πλήττουν την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμοι.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2009 αίτηση του Π. Ζ. για αναίρεση της 206/2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ