Legislator Case Law & Legislation
168/2008 AI generated

168/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 168/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

168/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αρμόδιος υπάλληλος της πρώτης εναγομένης Τράπεζας πρoμήθευσε στoυς ανωτέρω έντυπη σχετική αίτηση - καρτέλλα ανοίγματος λογαριασμού, την οποία υπέγραψαν και οι δύο πιο πάνω ενδιαφερόμενοι στη θέση "υπόδειγμα υπογραφής", καθώς και ο υπάλληλος της Τράπεζας στη θέση "θεώρηση υπογραφής", στην εμπρόσθια όψη του ως άνω εντύπου, όπου αναγράφονται τα λοιπά στοιχεία (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, αρ.

Keywords

AI generated
escrow deposit contract credit facility agreement credit insurance letter of credit negotiable instrument act of accession of Greece
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 168 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 168/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Μαρτσέκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ της ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Ψ1. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Τσαμαδού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και ο δεύτερος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 466/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1263/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος, ανέγνωσε την από 30-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

'Οπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ....... και .......... εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ......., στον δεύτερο αναιρσίβλητο Ψ1, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα αντίγραφα της κρινόμενης αίτησης και των οικείων εκθέσεων κατάθεσής της, καθώς και της κλήσης για εμφάνιση αυτού κατά την ανωτέρω δικάσιμο (11-12-2006). Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε στο παρόν δικαστήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, ο απολειπόμενος ως άνω διάδικος, πρέπει η συζήτηση να χωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην από 12-7-2003 αγωγή τους, οι ήδη αναιρεσείοντ3ες ιστορούσαν : ότι είναι εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος την 13-11-2000 αδελφού του Ψ, και δη κατά ποσοστό 1/4 έκαστος' ότι στην κληρονομιαία περιουσία του θανόντος αδελφού τους περιλαμβανόταν και ένα χρηματικό ποσό 128.072 δολλαρίων ΗΠΑ, που είχε κατατεθεί στην πρώτη αναιρεσίβλητη (Τράπεζα) και το οποίο αυτή, μετά τον θάνατο του καταθέτη, κατέβαλε παρανόμως στον δεύτερο αναιρεσίβλητο (Ψ1) "ως δήθεν συνδικαιούχο" κοινού λογαριασμού με τον θανόντα. Ζητούσαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι να καταβάλουν στον καθένα μέρος του ανωτέρω ποσού, ανάλογα προς την κληρονομική τους μερίδα. Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικώς αβάσιμη με την 466/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο έκρινε ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος είχε νομίμως αναλάβει το ένδικο χρηματικό ποσό, επειδή αυτός και ο θανών Ψ είχαν κοινό λογαριασμό στην αναιρεσίβλητη τράπεζα. Ομοίως έκρινε και το Εφετείο Αθηνών με την 1263/2006 απόφασή του, κατά της οποίας παραπονούνται ήδη, με την κρινόμενη αίτησή τους, οι ηττηθέντες διάδικοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα : "Στις 10-10-2000, ο Ψ και ο ανεψιός του Ψ1, δεύτερος των εναγομένων, εμφανίστηκαν στο κατάστημα της πρώτης εναγομένης Τράπεζας στο Καλαμάκι Αττικής, προσκομίζοντας τη με αριθμό .......... επιταγή της Τράπεζας ASPIS ΒΑΝΚ, εκδόσεως την ......., σε διαταγή του Ψ, ποσού 126.942,34 δολλαρίων Η.Π.Α., και ζήτησαν να ανοίξουν κοινό προθεσμιακό λογαριασμό καταθέσεων σε δολλάρια Η.Π.Α., καταθέτοντας την πιο πάνω επιταγή..

Ο αρμόδιος υπάλληλος της πρώτης εναγομένης Τράπεζας πρoμήθευσε στoυς ανωτέρω έντυπη σχετική αίτηση - καρτέλλα ανοίγματος λογαριασμού, την οποία υπέγραψαν και οι δύο πιο πάνω ενδιαφερόμενοι στη θέση "υπόδειγμα υπογραφής", καθώς και ο υπάλληλος της Τράπεζας στη θέση "θεώρηση υπογραφής", στην εμπρόσθια όψη του ως άνω εντύπου, όπου αναγράφονται τα λοιπά στοιχεία (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, αρ.

ταυτότητας κ.ά.) των παραπάνω ενδιαφερομένων, ο αριθμός του λογαριασμού (........) και η ημερ. ανοίγματος (.........). Στην οπίσθια όψη του ίδιου πιο πάνω εντύπου, όπου αναγράφονται οι γενικοί και ειδικοί όροι της εν λόγω κατάθεσης υπογράφουν μια φορά ο δεύτερος εναγόμενος και δύο φορές ο Ψ. Σύμφωνα με τους όρους που περιλαμβάνονται στην οπίσθια όψη του παραπάνω εντύπου, ορίζονται τα εξής: "Η κατάθεση θα διέπεται από τις διατάξεις του νόμου 5338/32 "περί καταθέσεως εις κοινό λογαριασμό".

Δηλαδή οποιοσδήποτε από τους παραπάνω δικαιούχους της κατάθεσης θα μπορεί να κάνει χρήση του λογαριασμού, ολόκληρου ή μέρους, χωρίς να χρειάζεται η σύμπραξη των άλλων. Επίσης, ο καθένας από τους δικαιούχους καταθέτες θα έχει δικαίωμα μερικής ή ολικής χρήσης του λογαριασμού χωρίς σύμπραξη, συγκατάθεση, συναίνεση των άλλων δικαιούχων, ακόμη και στην περίπτωση πρόωρης ανάληψης από προθεσμιακή κατάθεση ή υπό προειδοποίηση, εφόσον βέβαια η πρόωρη ανάληψη γίνει αποδεκτή από την Τράπεζα.....

Σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους η κατάθεση αυτή καθώς και ολόκληρος ο λογαριασμός θα περιέρχεται

στους υπόλοιπους δικαιούχους που ζούν μέχρι τον τελευταίο". Έτσι, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, ενόψει και των σχετικών με την κατάρτιση της

συμβάσεως άρθρων 192 επ. ΑΚ, καταρτίστηκε εγκύρως σύμβαση καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό με συνδικαιούχους τους Ψ και Ψ1 (δεύτερο εναγόμενο), αφού το ανωτέρω έντυπo, του οποίου η εμπρόσθια και οπίσθια όψη αποτελούν ενιαίο και αυτοτελές κείμενο, φέρει τις υπογραφές και των δύο συνδικαιούχων, οι οποίες έχουν θεωρηθεί από αρμόδιο υπάλληλο της πρώτης εναγομένης Τράπεζας, του ίδιου δε εγγράφου γίνεται επίκληση από αμφότερα τα διάδικα μέρη.".

Με τις παραδοχές αυτές το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, στο εριζόμενο και ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της ένδικης σύμβασης μεταξύ των μετασχόντων σ' αυτή προσώπων, και επομένως οι αντίθετοι (πρώτος, δεύτερος και τρίτος) από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Ειδικότερα : (α) Στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση -ενόψει των εκτεθεισών παραδοχών της προσβαλλομένης- ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο θεώρησε αποδεδειγμένη την σύναψη της επίμαχης σύμβασης κοινού τραπεζικού λογαριασμού "αρκεσθέν μόνο σε υπογραφές των δήθεν συνδικαιούχων τεθείσες επί εντύπου ατελούς αίτησης άνευ ημερομηνίας". (β) Σαφώς το Εφετείο περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο οι δικαιούχοι του λογαριασμού (αυτοπροσώπως) και η Τράπεζα (δια του αρμοδίου υπαλλήλου της) εξέφρασαν προφορικώς και αποτύπωσαν εγγράφως την βούλησή τους να συνάψουν την ένδικη σύμβαση ο δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι υφίσταται ασάφεια σχετικά με τις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως του Ψ1 και της Τράπεζας είναι αβάσιμος. (γ) Ανελέγκτως δέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο ότι και οι δύο δικαιούχοι του κοινού λογαριασμού προσήλθαν στην Τράπεζα και συνήψαν μαζί της την σχετική σύμβαση.

Επομένως, είναι αλυσιτελής ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι εσφαλμένα το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε στην μείζονα πρόταση, ότι είναι νομικώς επιτρεπτή η κατάρτιση σύμβασης κοινού τραπεζικού λογαριασμού και από έναν μόνο καταθέτη (με περισσότερους δικαιούχους).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, η παραμόρφωση εγγράφου, ως λόγος αναιρέσεως, πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να έχει προσκομισθεί για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού' το δικαστήριο δε πρέπει να μόρφωσε την γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε (ΑΠ 437/2005, Ελλ.Δικ. 2005 σελ. 1065).

Στην προκειμένη περίπτωση, αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσής τους ότι το Εφετείο "παραμόρφωσε", υπό την εκτεθείσα έννοια το περιεχόμενο εγγράφων, και δη της "έντυπης αίτησης και της έντυπης καρτέλας". Ειδικότερα το Εφετείο -όπως προκύπτει από την απόφασή του- εκτιμώντας το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, στο οποίο περιλαμβανόταν και η έντυπη αίτηση και η καρτέλα (που αποτελούσαν τις δύο όψεις του ίδιου εγγράφου), δέχθηκε ότι στην Τράπεζα προσήλθαν (μαζί) και οι δύο δικαιούχοι και "ζήτησαν να ανοίξουν κοινό προθεσμιακό λογαριασμό".

Επομένως δεν είναι ακριβές ότι το Εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό εκτιμώντας μόνο (και μάλιστα παραμορφώνοντας) το έντυπο της αιτήσεως, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Το αυτό δε ισχύει και για τον περαιτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ίδιων εγγράφων, δεχθέν ότι δι' αυτών αποδεικνύεται η σύναψη της συμβάσεως μεταξύ των μερών, ενώ "δεν διατυπώνεται σε κανένα σημείο των εγγράφων η βούλησή τους για σύναψη συμβάσεως".

Κατ' ακολουθίαν, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Τέλος, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι, προεχόντως γι' αυτό, απορριπτέος ο τελευταίος λόγος της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια "καθώς έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που δεν προτάθηκε, δηλαδή ότι αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας υπέγραψε στα παραπάνω έντυπα, καίτοι πουθενά δεν αναφέρεται ούτε η ιδιότητα, ούτε το όνομα του υπαλλήλου αυτού, για να ελεγχθεί αν πράγματι αυτός είναι ο αρμόδιος υπάλληλος της τράπεζας". Τούτο δε διότι η αρμοδιότητα του υπαλλήλου, που ενήργησε για λογαριασμό της Τράπεζας στην ένδικη συναλλαγή, δεν αναφέρεται μεν με ρητό και πανηγυρικό τρόπο στις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων, από την επισκόπηση όμως αυτών καθίσταται σαφές ότι ο σχετικός ισχυρισμός εμπεριέχεται σ' αυτές και υπονοείται ως αυτονόητος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1263/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ