168/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated168/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πρόκειται, επομένως, περί ενοχικής συμβάσεως, που οι παροχές τους εκπληρώνονται περιοδικώς. Η ενέργεια της συμβάσεως άρχισε αμέσως, πλην όμως, η διάρκειά της εξαρτήθηκε από το αν και πότε θα επιτευχθεί ο ανωτέρω κύκλος εργασιών..... Και η μεν επίτευξή του συντόμευε τη λήξη της, ενώ αντιθέτως, η μη επίτευξή του παρέτεινε τη διάρκειά της επέκεινα της 31-12-2002.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 168 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 168/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Δημήτριο Δαλιάνη, και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία NOVATECTA-ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλαβάνο Τσαπαλίρα Βασ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία PRAKTIKER HELLAS AE, που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Πολυζογόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1411/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281, 288, 386, 672, 766 και 767 ΑΚ συνάγεται γενική αρχή του δικαίου, κατά την οποία επιτρέπεται να καταγγελθεί μια διαρκής ενοχική σύμβαση ή μια σύμβαση διαδοχικών τμηματικών παροχών για σπουδαίο λόγο σε κάθε περίπτωση, ήτοι ανεξάρτητα αν πρόκειται για σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου.
Τέτοιος δε σπουδαίος λόγος συντρέχει και στην περίπτωση που η εκ μέρους του ενός εκ των συμβαλλομένων πλημμελής εκπλήρωση μέρους της παροχής που τον βαρύνει, δημιουργεί στον άλλον εύλογο φόβο ότι τούτο θα συνεχισθεί και για το υπόλοιπο μέρος της παροχής και θα προκληθεί έτσι σημαντική ζημία στα συμφέροντά του.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και τώρα αναιρεσείουσα εταιρία ζητούσε με την από 20-11-2001 αγωγή της να της επιδικασθεί συνολικώς χρηματικό ποσό 2.378.187 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας άκυρης καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης και τώρα αναιρεσίβλητης εταιρίας, της συμβάσεως προμηθείας που είχαν συνάψει μεταξύ τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε μερικώς την αγωγή (για ποσό 60.865 ευρώ) ασκήθηκαν δε αντίθετες εφέσεις. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση της ενάγουσας, δέχθηκε την έφεση της εναγομένης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή, δεχθέν κατά κρίση ανέλεγκτη τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι, εν συνεχεία προγενεστέρας από το έτος 1992 περίπου εμπορικής συνεργασίας τους, συνήψαν στις 15-10-1999 έγγραφη σύμβαση προμήθειας.....
Η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την εναγομένη, ως κύριος προμηθευτής, με δομικά υλικά, σε τιμές και όρους ευνοϊκότερους από ό,τι προμηθεύει την αγορά, καθ' όλη τη διάρκειά της, ήτοι από 1-10-1999 έως 31-12-2002.... Οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι η εναγομένη καθόλο το συμβατικό αυτό διάστημα πρέπει να επιτύχει τζίρο ύψους 550.000.000 δραχμών...με εμπόρευμα της ενάγουσας, ρύθμισαν δε περαιτέρω την τύχη της συμβάσεως, την οποία εξάρτησαν από το αν και πότε θα επιτευχθεί ο ανωτέρω τζίρος.
Έτσι, όρισαν ότι αν ο τζίρος επιτευχθεί νωρίτερα από τον ορισθέντα χρόνο διάρκειας της σύμβασης, η σύμβαση θα λύεται αυτοδικαίως, ενώ, αν δεν επιτευχθεί, η σύμβαση θα παρατείνεται, επίσης αυτοδικαίως, μέχρι να επιτευχθεί το ύψος του τζίρου αυτού..... Προβλέφθηκε δικαίωμα της εναγομένης να προσδιορίσει μονομερώς το χρόνο λήξεως της συμβάσεως και να ενημερώσει εγγράφως την ενάγουσα, αν η τελευταία δεν εκπλήρωνε ή εκπλήρωνε πλημμελώς την υποχρέωσή της, που απέρρεε από τον 2 παρ. 1 όρο της σύμβασης, δηλ.
προς προμήθεια της εναγομένης "σύμφωνα με τις παραγγελίες και σε τιμές και όρους ευνοϊκότερους απ' ότι προμηθεύει την αγορά". Σημειώνεται ότι δυνατότητα λήξεως της συμβάσεως με καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης προβλέπεται και στον όρο 5 της σύμβασης. Από τη σύμβαση αυτή αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι σχεδίασαν, για τη διάρκεια της συμβάσεως, την εκ μέρους της ενάγουσας παραγωγή δομικών υλικών και την προμήθεια, δηλαδή την πώλησή τους, προς την εναγομένη σε τιμές που εκ των προτέρων είχαν συμφωνήσει και οι οποίες σημειωτέον κατά διαστήματα αναπροσαρμόζονταν.
Πρόκειται, επομένως, περί ενοχικής συμβάσεως, που οι παροχές τους εκπληρώνονται περιοδικώς. Η ενέργεια της συμβάσεως άρχισε αμέσως, πλην όμως, η διάρκειά της εξαρτήθηκε από το αν και πότε θα επιτευχθεί ο ανωτέρω κύκλος εργασιών..... Και η μεν επίτευξή του συντόμευε τη λήξη της, ενώ αντιθέτως, η μη επίτευξή του παρέτεινε τη διάρκειά της επέκεινα της 31-12-2002.
Το περιστατικό επομένως αυτό καθιστά τη σύμβαση αόριστης διάρκειας, η οποία ως διαρκής ενοχική σχέση λήγει με καταγγελία, κατά γενική αρχή του δικαίου.... Η σύμβαση λειτούργησε μέχρι την άνοιξη του 2001, ως φαίνεται, όχι ικανοποιητικά. Στις 24-4-2001, σε σύσκεψη στελεχών των διαδίκων, η εναγομένη ανακοίνωσε στην ενάγουσα την πρόθεσή της να καταγγείλει τη σύμβαση, λόγω μη κανονικής εξελίξεώς της, αναφορικά, πλην άλλων, με την ποιότητα και την τιμή των προϊόντων της.....
Η εναγομένη..... με την από 16-5-2001 επιστολή της, που περιήλθε αυθημερόν στην ενάγουσα, επικαλούμενη τον όρο 4 παρ. 2 της συμβάσεως, που της παρείχε το δικαίωμα "να προσδιορίσει μονομερώς εκ νέου το χρόνο λήξεως της συμβάσεως", κατήγγειλε την μεταξύ τους εμπορική συνεργασία και όρισε ότι η σύμβαση λήγει στις 15-6-2001, ήτοι μετά ένα μήνα από τη λήψη της καταγγελίας.
Με την καταγγελία επικαλέσθηκε ως λόγους: 1) μη ανταγωνιστικές τιμές των προϊόντων της ενάγουσας, (2) προβλήματα ποιότητας που προέκυψαν κατά καιρούς σε αρμόστοκους". Στη συνέχεια το Εφετείο αναφέρεται στις επιμέρους περιπτώσεις ελαττωματικού προϊόντος (αρμόστοκου), με το οποίο η αναιρεσείουσα είχε προμηθεύσει την αντίδικό της και το οποίο η τελευταία είχε μεταπωλήσει σε πελάτες της, και καταλήγει: "Τέλος, η τιμή στην οποία η ενάγουσα πωλούσε εμπορεύματα στην εναγομένη δεν ήταν μικρότερη έναντι εκείνης στην οποία πωλούσε σε τρίτους.
Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι μια φορά τουλάχιστον η ενάγουσα πώλησε στην εταιρία....κόλλα πλακιδίων σε χαμηλότερη τιμήν εν σχέσει με την τιμή στην οποία πωλούσε στην εναγομένη..... Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι η εναγομένη κατήγγειλε την αορίστου χρόνου σύμβαση, που είχε συνάψει με την ενάγουσα για σπουδαίο λόγο, ήτοι για την εκ μέρους της τελευταίας παράβαση του αριθ. 2 παρ. 1 όρου και όρισε μονομερώς τη λήξη της, τάσσοντας μάλιστα προθεσμία ενός μηνός για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, χωρίς να έχει σχετική υποχρέωση.
Η συνέχιση της συνεργασίας δεν μπορεί κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αξιωθεί, διότι η εναγομένη κινδύνευε υπέρμετρα, ενόψει της θερινής περιόδου, να μην είναι σε θέση να ανταποκριθεί ποιοτικά και τιμολογιακά στην κατά την περίοδο αυτή παρατηρούμενη αυξημένη ζήτησε σε δομικά υλικά και την εντεύθεν άφευκτη σημαντική ζημία της.
Επομένως, συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της συμβάσεως και ως εκ τούτου η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα αποζημιώσεως." ΄Ετσι που έκρινε το ουσιαστικό δικαστήριο δεχθέν ότι τα ρηθέντα πραγματικά περιστατικά, συνιστούν "σοβαρό λόγο" καταγγελίας της συμβάσεως, δεν παραβίασε την ανωτέρω γενική αρχή του δικαίου (ουδέ τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις από τις οποίες αυτή συνάγεται) διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες.
Επομένως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου από τους αριθμ. [1] και [19] του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Κατόπιν τούτου καθίσταται απορριπτέος ως προβαλλόμενος αλυσιτελώς ο εκ του αριθμ. [20] του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο "παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, και δη της μεταξύ των διαδίκων έγγραφης συμφωνίας, θεωρώντας την συνδέουσα αυτές σύμβαση προμηθείας ως αορίστου χρόνου, ενώ εξ αυτής προκύπτει ότι επρόκειτο για τοιαύτη ορισμένου χρόνου και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, όταν συντρέχει σπουδαίος λόγος, η σύμβαση είναι δυνατόν να λυθεί με καταγγελία και στις δυο περιπτώσεις.
Κατά το άρθρο 559 αρ. [8] ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ. [10] ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη.
Ως πράγματα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ενώ δεν αποτελούν πράγματα και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν δεν ληφθούν υπόψη, τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν συνιστούν "πράγματα" υπό την εκτεθείσα έννοια, αλλά επιχειρήματα περί την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού υπό του ουσιαστικού δικαστηρίου οι κατωτέρω λόγοι αναιρέσεως (κατά τη δέουσα εκτίμηση των συναφών ισχυρισμών): (α) Ότι ήταν ολιγάριθμες οι περιπτώσεις του ελαττωματικού προϊόντος (αρμόστοκου), που κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, είχε διαθέσει η αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη εταιρία και, πάντως, ανεπαρκείς για να κριθεί με βάση αυτές ότι υπήρχε γενικός κίνδυνος πλημμελούς εκπληρώσεως εκ μέρους της πρώτης, της παροχής της στο μέλλον. (β) Ότι η παραδοχή του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία, σε μια τουλάχιστον περίπτωση αποδεδειγμένα η αναιρεσείουσα είχε πωλήσει εμπόρευμα σε άλλη επιχείρηση με τιμή κατώτερη εκείνης στην οποία πωλούσε τα ίδιο προϊόν στην αναιρεσίβλητη (κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων), βρίσκεται σε αντίφαση προς άλλη παραδοχή του ίδιου δικαστηρίου, κατά την οποία οι τιμές των εμπορευμάτων είχε συμφωνηθεί να καθορίζονται (και όντως καθορίζονταν) από κοινού υπό των διαδίκων εταιριών.
(γ) Ότι το Εφετείο "παρέκαμψε τα γραπτά ευνοϊκά σχόλια" της αναιρεσίβλητης, που αναφέρονταν στην ποιότητα των προϊόντων της αναιρεσείουσας εταιρίας. (δ) Ότι το Εφετείο, δεν ερμήνευσε ορθώς την ένδικη σύμβαση και δεν έκρινε άκυρη την καταγγελία αυτής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, αφού αυτή δεν επέδωσε στην αναιρεσείουσα - όπως έπρεπε βάσει του όρου 5 της συμβάσεως - έγγραφη σχετική προειδοποίηση προ ευλόγου χρόνου. Ενόψει αυτών και με βάση τα προεκτεθέντα, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης, οι οποίοι προβάλλονται ως ερειδόμενοι στις ως άνω διατάξεις, πρέπει να απορριφθούν ο μεν από τον αριθμ. 8 του άρθρ 559 ΚΠολΔ ως απαράδεκτος, ο δε από τον αριθμό 10 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως αβάσιμος αφού το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφασή του όχι χωρίς απόδειξη αλλά μετ΄ εκτίμηση των εκτιθέμενων σ΄ αυτή αποδεικτικών μέσων (καταθέσεις μαρτύρων και έγγραφα).
Τέλος, απορριπτέοι, ως προβαλλόμενοι αλυσιτελώς, είναι οι λόγοι αναιρέσεως που αναφέρονται στην εκ μέρους του ουσιαστικού δικαστηρίου απόρριψη συγκεκριμένων επιμέρους αγωγικών αιτημάτων (για αποζημίωση λόγω ματαιώσεως της μετεγκαταστάσεως της αναιρεσείουσας και μη υλοποίησης βέβαιων νέων επιχειρηματικών συνεργασιών, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης). Τούτο δε, διότι οι εμπεριεχόμενοι στους λόγους αυτούς ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας έχουν ως βάση την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η εκ μέρους του αντιδίκου της καταγγελία της επίμαχης σύμβασης υπήρξε (παράνομη και) άκυρη.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-9-2004 αίτηση της εταιρίας "NOVATECTA - ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΔΟΜΙΚΗ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΑΒΕΕ" για αναίρεση της 1411/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ