168/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated168/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία του, τα ακόλουθα: "Η Δ. χήρα Χ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου, το οποίο έχει νόμιμα έκτοτε μεταγραφεί, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, στους Η.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 168 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 168/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Νοεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1)Ι. Γ. του Ε., κατοίκου Δ.Δ ..., 2)Μ. Χ. του Θ., κατοίκου ... και 3)Ζ. χήρας Β. Π. Π., το γένος Ε. και Σ. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γώγο.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ...,2)Ε.-Ν. Β. του Δ., κατοίκου ...,3)Ν. Β. του Δ., κατοίκου ...,4)Μ. Λ. του Λ., Δ. Κ., κατοίκου ... και 5)Ε. Λ. του Λ., συζύγου Κ. Μ. Μ. Μ., κατοίκου ..., των δύο τελευταίων αναιρεσιβλήτων ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος στις 1-3-1990 Λ. Λ. του Ι., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βούλγαρη, ο οποίος ανακάλεσε την από 12-10-2005 δήλωσή του εκ του άρθρ.242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, πλην της 5ης αναιρεσίβλητης (Ε. Λ.) που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-3-2002 αγωγή και την από 10-4-2002 τριτανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14455/2003 προδικαστική,4401/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 141/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-3-2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη ανέγνωσε την από 21-10-2005 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 141/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Α. Ν. Θ. προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση κατά τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενης δικάσιμο (της 2-11-2005) επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πέμπτη αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου, ούτε υπέβαλε έγγραφη δήλωση για παράστασή της στο ακροατήριο κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 εδαφ.γ' ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της πέμπτης αναιρεσίβλητης.
Από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα το δικαστήριο παραβιάζει ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και άρα δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Τέλος, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εκείνο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή, αντίστοιχα, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά τα κρίσιμα σημεία του, τα ακόλουθα: "Η Δ. χήρα Χ. Κ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Νικολάου Καραμάνου, το οποίο έχει νόμιμα έκτοτε μεταγραφεί, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα, στους Η.
Χ. Κ. και Γ. Μ. Χ. σε καθέναν κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, έναν αγρό, εμβαδού, (όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο), "τριών αυλακιών, ήτοι 3.000 τετραγωνικών πήχεων", που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... και συνορεύει ανατολικά με δρόμο, βόρεια με οικία ιδιοκτησίας Π. Μ. και Κ. Ν., νότια με οικία ιδιοκτησίας Α.
Κ. και Χ. Π. και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Κ. Την κυριότητα της ανωτέρω πωλήτριας στον πιο πάνω αγρό δεν την αμφισβητούν ειδικά οι εναγόμενοι και οι καθ'ων η τριτανακοπή, ήδη δε αναιρεσίβλητοι. Από το σύνολο δε των υπόλοιπων ισχυρισμών τους συνάγεται ομολογία του περιστατικού αυτού, η οποία κατισχύει της γενικής αρνήσεως που προέβαλαν (άρθρο 261 ΚΠολΔ).
Ο παραπάνω αγοραστής Η. Κ. με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αχιλλέως Μαυραγέλαστου, το οποίο έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί, πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το ιδανικό του μερίδιο (1/2) επί του πιο πάνω αγρού στον Ό. Π., ο οποίος εν συνεχεία πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το εν λόγω ποσοστό εξ αδιαιρέτου (1/2), που αγόρασε, στην Ε.
χήρα Γ. Χ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Μαλτέζου, το οποίο έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί. Στο συμβόλαιο αυτό ως εμβαδόν του πιο πάνω αγρού αναφέρεται εκείνο των τριών χιλιάδων τεκτονικών τετραγωνικών πήχεων περίπου. Η ως άνω Ε. χήρα Γ. Χ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το 1/2 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω αγρού στον Ι.
Γ., πρώτο ενάγοντα και τριτανακόπτοντα, ήδη δε αναιρεσείοντα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ματζησιαφαρίκα-Μάγκου, το οποίο έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι από τον ανωτέρω αγρό τμήμα αυτού και συγκεκριμένα το εμφαινόμενο υπό στοιχεία Γ-Ζ-Ε-Δ-Γ στο επισυναπτόμενο στην υπ' αριθμ....
πράξη της πιο πάνω συμβολαιογράφου σχεδιάγραμμα κατελήφθη από άγνωστους ιδιοκτήτες, οι οποίοι ανήγειραν επ' αυτού οικοδομήματα και έτσι το δικαίωμα του 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του αρχικού αγρού, ως επί λέξει αναφέρεται στο συμβόλαιο, "περιωρίσθη εις το υπόλοιπον τμήμα αυτού, ως τούτο απεικονίζεται εις το ως άνω σχεδιάγραμμα υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ξ-Α, εκτάσεως χιλίων πεντήκοντα πέντε (1055) τ.μ.
περίπου, συνορευόμενον γύρωθεν ανατολικώς κατά ένα μέρος με οδόν Αριστοτέλους και ιδιοκτησίαν αγνώστων, βορείως με ιδιοκτησίαν Π. Μ. και Κ. Μ., νοτίως με ιδιοκτησία Α. Κ. και Χ. Π. και δυτικώς με ιδιοκτησία Καραμπίνα και έτερων άγνωστων ιδιοκτητών". Στο συμβόλαιο αυτό αναφέρεται επιπλέον ότι το πωλούμενο ακίνητο (οικόπεδο) κατά τη νέα καταμέτρησή του, που έγινε πριν από την κατάρτιση της σύμβασης αγοραπωλησίας, βρέθηκε να έχει έκταση 1.003,25 τ.μ.
και εμφαίνεται ειδικότερα στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Β. Κ. υπό στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α, που υπογράφεται και από τους συμβαλλομένους.
Συνεπώς ο πρώτος ενάγων-τριτανακόπτων Ι. Γ. έγινε με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθινό κύριο) συγκύριος κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 1.003, 25 τ.μ. όπως αυτό εμφαίνεται ειδικότερα στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα. Το ότι η αγορασθείσα έκταση είναι εμβαδού 1.003,25 τ.μ. και όχι μεγαλύτερη, προκύπτει και από την επικαλούμενηκαι προσκομιζόμενη από 21-2-1989 περίληψη του ...
συμβολαίου, που υποβλήθηκε μαζί με το τελευταίο για μεταγραφή στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς, στην οποία και αναφέρεται ότι το συνολικό εμβαδόν του μεταβιβαζόμενου στον πρώτο ενάγοντα (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου) ακινήτου είναι 1003,25 τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο έτερος συγκύριος του προαναφερόμενου αγρού Γ.
Χ. πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το ιδανικό του μερίδιο (1/2) στην Ε. χήρα Σ. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παναγιώτου Σγουρού, το οποίο έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι η έκταση του αγρού "είναι τρία αυλάκια ήτοι 3.000 πήχεις περίπου που ισοδυναμούν με 1687,50 τ.μ" και ότι τμήμα του αγρού αυτού, εκτάσεως 850 τ.μ, περίπου έχει καταληφθεί από τον Α.
Ρ. ή και τη σύζυγό του, το οποίο (καταληφθέν τμήμα) ήδη είναι χωρισμένο με σύρματα. Η ως άνω Ε. χήρα Σ. Τ. μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, το πιο πάνω ποσοστό της εξ αδιαιρέτου (1/2), κατά ίσα μέρη, στα τέκνα της Μ. Χ., δεύτερο ενάγοντα-τριτανακόπτοντα, ήδη δε αναιρεσείοντα, και Ζ. σύζυγο Β. Π., τρίτη ενάγουσα-τριτανακόπτουσα ήδη δε αναιρεσείουσα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευαγγελίας Κομνηνού-Κουρού, το οποίο έχει έκτοτε νόμιμα μεταγραφεί. Στο εν λόγω συμβόλαιο αναφέρεται ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο (οικόπεδο) εμφαίνεται ειδικότερα στο συνημμένο (και υπό των συμβαλλομένων υπογεγραμμένου) τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.
Λ. με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Λ και έχει εμβαδόν 1.055 τ.μ και όρια ανατολικά την οδό Αριστοτέλους, βόρεια ακίνητο ιδιοκτησίας Π. Μ. και Κ. Ν., νότια ακίνητο ιδιοκτησίας Α. Κ. και Χ. Π. και δυτικά ακίνητο ιδιοκτησίας Καραμπίνα και ήδη ετέρων αγνώστων ιδιοκτητών. Το ότι η μεταβιβασθείσα έκταση είναι 1.055 τ.μ προκύπτει και από τη σχετική περίληψη του ανωτέρω ...
συμβολαίου που υποβλήθηκε μαζί με το τελευταίο για μεταγραφή στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Καλαμαριάς, στην οποία και αναφέρεται ότι το συνολικό εμβαδόν του μεταβιβαζόμενου στον πρώτο ενάγοντα (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου) ακινήτου είναι 1055 τ.μ. (βλ. σχετικά την πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Ετσι και οι δεύτερος και τρίτη των εναγόντων-τριτανακοπτόντων έγιναν συγκύριοι, με παράγωγο τρόπο, κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του πιο πάνω ακινήτου (οικοπέδου), εμβαδού 1055 τ.μ, το οποίο κατά τη νέα καταμέτρησή του, κατά το έτος 1989, ευρέθη να έχει εμβαδόν 1003, 25 τμ.
Το ότι αυτό ήταν τελικά το εμβαδόν του ακινήτου (οικοπέδου), του οποίου οι ενάγοντες-τριτανακόπτοντες κατέστησαν συγκύριοι κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, προκύπτει και από την από 7-5-1990 (με αριθ. έκθ. κατάθ. 135899/ΤΟ/2093/1990) αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία έστρεφαν κατά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ισχυριζόταν ότι το ως άνω ακίνητο ανήκε στην κυριότητά του, καθόσον αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, που απαλλοτριώθηκε δυνάμει του από 2-3-1928 ΠΔ υπέρ της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης για την ίδρυση του ισραηλιτικού συνοικισμού "Καμπέλ", η οποία εξαγοράστηκε στη συνέχεια από αυτό, κατ' εφαρμογή του Ν.5585/1932, όπως το άρθρο 3 αυτού ερμηνεύτηκε αυθεντικά από τον ΑΝ της 16-5-1935.
Στην εν λόγω αγωγή, η οποία έγινε δεκτή με τη 45/1993 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, οι ενάγοντες αναφέρουν ότι το ανωτέρω ακίνητο τους έχει συνολικό εμβαδόν κατά μεν τους πιο πάνω αναφερόμενους τίτλους κτήσης 1055 τ.μ., κατά δε την πρόσφατη καταμέτρηση 1.003,25 τ.μ. Ας σημειωθεί ότι στην ως άνω αγωγή και στην απόφαση που εκδόθηκε επ' αυτής δεν γίνεται καμιά αναφορά ότι το (επίδικο τότε) ακίνητο των εναγόντων αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου τους.
Το επίδικο ακίνητο (οικόπεδο) έχει εμβαδόν 206,82 τ.μ., βρίσκεται στο υπ' αριθμ.27 (και ήδη 2109) οικοδομικό τετράγωνο του Συνοικισμού Ν.Βότση του Δήμου Καλαμαριάς και συνορεύει βόρεια με την οδό Αλικαρνασσού, επί της οποίας έχει πρόσοψη 7,51 τ.μ., νότια με ανωτέρω οικόπεδο, ιδιοκτησίας των εναγόντων-τριτανακοπτόντων, σε πλευρά 9,53 τ.μ., ανατολικά με οικόπεδο ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου- καθ'ου η τριτανακοπή Δ.
Κ. σε πλευρά 24,18 τ.μ. και δυτικά με ιδιοκτησία αγνώστων σε πλευρά 28,63 τ.μ. Το επίδικο ακίνητο, το οποίο εμφαίνεται ειδικότερα στο συνημμένο στην πιο πάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης από 5-8-2003 τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Λ-Ξ-ε-ε-η-Λ, δεν περιλαμβάνεται στα προαναφερόμενα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια, τα οποία οι ενάγοντες-τριτανακόπτοντες επικαλούνται ως τίτλους κυριότητας και συγκεκριμένα δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν με τα εν λόγω, νομίμως μεταγεγραμμένα, συμβόλαια και το οποίο εμφαίνεται στο ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία Α-γ-β-α-α-δ-Ξ-ε-Α.
Το ότι το ανωτέρω επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην πιο πάνω έκταση των 1055 τ.μ (ή 1003,25 τ.μ) το συνυμολογούν εμμέσως με την υπό κρίση έφεση και με τις προτάσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και οι ενάγοντες-τριτανακόπτοντες, οι οποίοι όμως ισχυρίζονται ότι αυτό αποτελεί τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης των 1.687,50 τ.μ, που περιλαμβάνεται στα όρια των αναφερομένων τίτλων αυτών και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους και σύμφωνα με τον καθιερούμενο από το Β.Ρ δίκαιο και ισχύοντα και υπό τον ΑΚ ερμηνευτικό κανόνα επικρατέστερος είναι ο καθ' όρια προσδιορισμός του ακινήτου.
Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ο με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος, του ΑΚ, Β.Ρ Δικαίου (ν.45 Πανδ. 22-1.45 Βασ.1911), καθιερούμενος ερμηνευτικός κανόνας, κατά τον οποίο επί πωλήσεως ακινήτου κατά μέτρα και όρια επικρατέστερος είναι ο καθ' όρια προσδιορισμός, εάν δεν συνάγεται, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν στον κατά μέτρα προσδιορισμό, δεν ισχύει υπό τον ΑΚ, μη διαλαμβανόμενος σ' αυτόν.
Άλλωστε και αν ήθελε γίνει δεκτό, ότι ο ανωτέρω ερμηνευτικός κανόνας έχει ισχύ και υπό τον ΑΚ, όπως οι ενάγοντες-τριτανακόπτοντες διατείνονται, ο σχετικός ισχυρισμός τους είναι απορριπτέος ως κατ' ουσία αβάσιμος, διότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν εν προκειμένω στον κατά μέτρα προσδιορισμό της έχουσας μεταβιβασθείσας εκτάσεως.
Τούτο προκύπτει με σαφήνεια, χωρίς να απαιτείται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, από τους πιο πάνω τίτλους (... και ... συμβόλαια) στους οποίους αναφέρεται ρητά ότι η μεταβίβαση αφορούσε συγκεκριμένη έκταση 1.055 τετραγωνικών μέτρων (και κατά νέα καταμέτρηση 1.003,25τ.μ), όπως αυτή ειδικότερα εμφαίνεται στα συνημμένα στους τίτλους αυτούς σχεδιαγράμματα.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω δεν προκύπτει ότι η κατά τα όρια περιγραφή του ακινήτου στους παραπάνω τίτλους των εναγόντων (... και ... συμβόλαια) περιλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από εκείνη που προσδιορίζεται σε μέτρα. Όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από το υπ' αριθμ. 15373/ 1950 συμβόλαιο, αλλά και από το τελευταίο συμβόλαιο (...) από το 1950 τουλάχιστον έγιναν καταλήψεις από διάφορους τρίτους τμημάτων του αρχικού αγρού και τούτο είχε ως συνέπεια την μείωση της εκτάσεώς του.
Επομένως, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, το επίδικο ακίνητο δεν εμπεριέχεται στα παραπάνω συμβόλαια (... και ...) και ανεξάρτητα από το αν αυτό εμπεριέχεται ή όχι στους προαναφερόμενους τίτλους (συμβόλαια) των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, οι τελευταίοι (ενάγοντες) δεν απέκτησαν την κυριότητα αυτού με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο και γι' αυτό η ένδικη αγωγή κατά την βάση της που στηρίζεται σ' αυτόν τον τρόπο κτήσης κυριότητας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Επίσης, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και κατά τη βάση της που θεμελιώνεται στην κτήση της κυριότητας των εναγόντων στο επίδικο ακίνητο με τακτική χρησικτησία, διότι ελλείπει ένα από τα βασικά στοιχεία αυτής, δηλαδή ο νόμιμος τίτλος, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στα πιο πάνω συμβόλαια.
Τέλος απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη είναι η αγωγή και ως προς τον επικαλούμενο τρόπο κτήσεως κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, δεδομένου ότι, και αν θεωρηθεί αληθινός ισχυρισμός των εναγόντων περί κατοχής τούτου εκ μέρους αυτών με διάνοια κυρίου από τότε που το απέκτησαν με τους πιο πάνω τίτλους (1986 και 1989) και μέχρι την επικαλούμενη με την αγωγή κατάληψή του από τους εναγομένους (2001), δεν παρήλθε ο απαιτούμενος χρόνος έκτακτης χρησικτησίας (εικοσαετία).
Δεν αποδείχθηκε δε ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοί τους μεταβίβασαν σ' αυτούς (ενάγοντες) εκτός από το δικαίωμα κυριότητας και νομής επί του παραπάνω ακινήτου των 1055 τ.μ, (και κατά νέα καταμέτρηση των 1003,25 τ.μ), που εμφαινόταν ειδικότερα στα συνημμένα στους πιο πάνω τίτλους τους (υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια) σχεδιαγράμματα, και τη νομή (με παράδοση με την βούλησή τους) του επίδικου ακινήτου, εμβαδού 206,82 τ.μ, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για συνυπολογισμό στην νομή των δικαιοπαρόχων τους της δικής τους νομής για την συμπλήρωση του αξιούμενου από το νόμο χρόνου νομής.
Στα ανωτέρω συμβόλαια δεν γίνεται κανένας λόγος για μεταβίβαση νομής ακινήτου πέραν της αναφερομένης εκτάσεως των 1.055 τ.μ (και κατά νέα καταμέτρηση των 1003,25 τ.μ), ούτε και προέκυψε (άτυπη) μεταβίβαση της νομής του επιδίκου ακινήτου (των 206,82 τ.μ) από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Άλλωστε δεν αποδείχθηκε και ότι οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων ασκούσαν στο επίδικο ακίνητο κατά το χρόνο που καταρτίστηκαν τα εν λόγω συμβόλαια εμφανείς πράξεις νομής δηλωτικές εξουσιάσεώς του.
Αντίθετα μάλιστα αποδείχθηκε ότι αυτό (επίδικο ακίνητο) χωριζόταν από τη δική τους ιδιοκτησία τουλάχιστον από το 1950 με συρμάτινη περίφραξη και είχε καταληφθεί (σε μεγαλύτερη έκταση) από τρίτους πολύ χρόνο πριν από την κατάρτιση των παραπάνω υπ' αριθμ. ... και ... συμβολαίων (βλ.σχ. τα υπ' αριθμ. ... και ... συμβόλαια).
Μετά ταύτα, εφόσον η αγωγή είναι απορριπτέα ως κατ' ουσία αβάσιμη (ως προς όλους τους επικαλούμενους τρόπους κτήσεως της κυριότητας) είναι περιττή η έρευνα της ένστασης ίδιας κυριότητας που πρότειναν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Περαιτέρω, εφόσον οι τριτανακόπτοντες δεν είναι ειδικοί διάδοχοι των φερόμενων ως άμεσων δικαιοπαρόχων τους Ε.
Χ. και Ε. Τ., αναφορικά με το επίδικο ακίνητο (των 206,82 τ.μ), και δεν απέκτησαν (και οι ίδιοι) την κυριότητα αυτού ούτε με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) η συνεκδικαζόμενη με την αγωγή τριτανακοπή τους, (την οποία, όπως από όλο το περιεχόμενό της σαφώς προκύπτει οι τριτανακόπτοντες την ασκούν με την ιδιότητά τους ως ειδικών και μόνο διαδόχων των ανωτέρω άμεσων δικαιοπαρόχων τους), είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με σαφήνεια κατ' επαρκώς δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσειόντων ως προς την περιγραφή του επίδικου ακινήτου και ως προς τον προσδιορισμό του εν λόγω ακινήτου κατά τετραγωνικά μέτρα και όχι κατά όρια, ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Επομένως, οι περί των αντιθέτων πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, δεύτερος και τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τα οποία οδήγησαν στην από εκείνο ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Ο τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δέχθηκε, ότι: "Ανεξάρτητα από τα παραπάνω δεν προκύπτει ότι η κατά όρια περιγραφή του ακινήτου στους παραπάνω τίτλους των εναγόντων περιλαμβάνει έκταση μεγαλύτερη από εκείνη που προσδιορίζεται σε μέτρα...", πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, αφού η πληττόμενη ως άνω αιτιολογία εκφέρεται επαλλήλως με την προεκτειθέμενη ως ανωτέρω αιτιολογία, η οποία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τέλος, οι πέμπτος, έβδομος κατά το πρώτο μέρος του και όγδοος, αντίστοιχα, λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από τη νόμιμη βάση της, αφού διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με τη θέση, την έκταση και τα όρια και, γενικά, την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου, τη μη προσμέτρηση στο χρόνο συννομής των αναιρεσειόντων και του χρόνου συννομής με τα ίδια προσόντα των άμεσων δικαιοπαρόχων τους, τη μη άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο ακίνητο από τους τελευταίους και την απόρριψη της συνεκδικαζόμενης με την ένδικη διεκδικητική αγωγή τριτανακοπής ως απαράδεκτης ως στηριζομένης μόνο στον παράγωγο τρόπο κτήσης της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων στο επίδικο ακίνητο, μη εκφέροντας κρίση για τη βάση της τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, στην έκτακτη χρησικτησία, είναι οι απ' αυτούς πέμπτος και έβδομος, κατά το εξεταζόμενος μέρος του, απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί οι εν λόγω αιτιάσεις ανάγονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, το από τις οποίες πόρισμα όμως εκτίθεται σαφώς (άρθρα 559 αρ.19 και 561 παρ.1 ΚΠολΔ, Ολ.ΑΠ 861/1984) ο όγδοος δε γιατί στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο απέρριψε την τριτανακοπή μόνο ως προς τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο βάση της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 περιπτ.α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Στην προκείμενη περίπτωση, με τους συναφείς τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του και έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από την παραπάνω διάταξη, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και περαιτέρω ότι οι τελευταίοι, όπως και οι άμεσοι δικαιοπάροχοι τους από το έτος 1950 και εφεξής δεν ασκούσαν στο εν λόγω ακίνητο εμφανείς πράξεις νομής δηλωτικές της εξουσίασής έως τους σ' αυτό, χωρίς απόδειξη, απορρίπτοντας, ακολούθως, την ένδικη διεκδικητική αγωγή τόσο κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο, όσο και κατά τη βάση της τη στηριζόμενη στον πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή, στην έκτακτη χρησικτησία.
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, γιατί, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τους ως άνω πραγματικούς ισχυρισμούς όχι χωρίς απόδειξη αλλά από την απόδειξη που διεξήγαγε και από τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα και πραγματογνωμοσύνη), που προσκομίστηκαν με επίκληση κατά την αντίστοιχη διεξαγωγή.
Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος, ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 του ίδιου κώδικα, τα αποδεικτικά μέσα, αποδίδει σε ορισμένα από αυτά, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα.
Δεν υπάρχει, επίσης, παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποιά αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Επομένως ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, τμήμα δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' ορθή εκτίμησή του, προσάπτεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο με εκείνη προσέδωσε πλήρη (αυξημένη) αποδεικτική δύναμη στην περίληψη μεταγραφής του ...
συμβολαίου γονικής παροχής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο οικείο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με το να μνημονεύσει δε ρητά την πιο πάνω περίληψη, δεν προσέδωσε σ' αυτή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο με το να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και την από 5-8-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία στηρίχθηκε και σε άλλα, εκτός των κρίσιμων συμβολαίων, έγγραφα, προκειμένου οι πραγματογνώμονες να ερμηνεύσουν τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων στα πιο πάνω συμβόλαια αναιρεσειόντων, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ενόψει του ότι από όσα σχετικώς προεκτέθησαν συνάγεται ότι η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δια της μη εφαρμογής τους, στην οποία μη εφαρμογή προέβη το Εφετείο, δεν εξαρτάται από την εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας εκτίμηση ή μη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, περιέχουσας ή μη την εκ μέρους του πραγματογνώμονα ερμηνεία δήλωσης βούλησης σε δικαιοπραξία, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Από τη διάταξη του άρθρου 261 ΚΠολΔ, κατά την οποία κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια, γενικά ή ειδικά, για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του, εφόσον δε η αλήθεια κάποιου ισχυρισμού δεν αμφισβητήθηκε ειδικά, στο δικαστή απόκειται να κρίνει σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει, ότι προϋπόθεση για να συναχθεί από το δικαστήριο της ουσίας, από τη γενική άρνηση του διαδίκου της ιστορικής βάσης της κατ' αυτού αγωγής ή της ένστασης και του συνόλου των ισχυρισμών των διαδίκων, ομολογία αυτού περί πραγματικού ισχυρισμού που αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη ειδική αμφισβήτηση του ισχυρισμού, η οποία είναι και προϋπόθεση της άσκησης της παραπάνω διακριτικής ευχέρειας από το δικαστήριο της ουσίας. Η ύπαρξη της ειδικής αυτής αμφισβήτησης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ελέγχει αν υπήρξε ή όχι άμεση ή έμμεση αμφισβήτηση πραγματικού ισχυρισμού που αποτελεί πράγμα. Το ζήτημα όμως αν από τη μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού συνάγεται σιωπηρή ομολογία του διαδίκου διαφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αφορά την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Συνεπώς ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, μόνο αν το δικαστήριο της ουσίας κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, που ελέγχονται από τον Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του την έλλειψη άμεσης ή έμμεσης αμφισβήτησης τέτοιου ισχυρισμού, δηλαδή αυτοτελούς πραγματικού ισχυρισμού του διαδίκου, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος. Επομένως ο τρίτος κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δέχθηκε τη μη έχουσα προταθεί από διάδικο ύπαρξη συναγόμενης ομολογίας των αναιρεσειόντων από την εκτίμηση της δικογράφου της έφεσης, καθώς και των έγγραφων προτάσεων των ίδιων στο Εφετείο, περί του ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους συμβολαιογραφικούς τίτλους ιδιοκτησίας τους, είναι, ενόψει του ότι σ' αυτόν το λόγο δεν αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες ενώπιον του Εφετείου αμφισβήτησαν τον ως άνω φερόμενο ως ομολογούμενο ισχυρισμό, απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Εξάλλου, ως έγγραφα με την έννοια των αναφερόμενων στα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικών μέσων δεν θεωρούνται τα διαδικαστικά, όπως είναι λ.χ. τα δικόγραφα της αγωγής, τα εφετήρια, οι προτάσεις των διαδίκων κ.ά. Επομένως, ο τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με αυτή το περιεχόμενο της έφεσης των αναιρεσειόντων, καθώς και των έγγραφων προτάσεων που οι ίδιοι κατέθεσαν στο Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επίσης, ο έβδομος λόγος, κατά το τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε με εκείνη το περιεχόμενο των 15.373/1950 και ... πωλητήριων, αντίστοιχα, συμβολαίων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για την απόρριψη της αγωγής και της με αυτή συνεκδικαζόμενης τριτανακοπής, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, στις καταθέσεις των μαρτύρων, στις ένορκες βεβαιώσεις τρίτων, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να στηρίξει στα πιο πάνω συμβόλαια αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμά του.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περιπτ.β' ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 346 και 453 παρ.1 του ίδιου κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται και εκείνες που έχουν μεν προσκομιστεί, αλλά δεν έγινε νόμιμη επίκλησή τους με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Εξάλλου, για την πιο πάνω επίκληση δεν είναι απαραίτητη η χρησιμοποίηση πανηγυρικών όρων, αλλά αρκεί να προκύπτει σαφώς η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου από μέρους του δικαστηρίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, τμήμα πρώτο, και ένατο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περιπτ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη παρά το νόμο τις περιλήψεις των ...
και ..., αντίστοιχα, συμβολαίων γονικής παροχής και πώλησης, που υποβλήθηκαν με τα τελευταία για μεταγραφή στο Υποθηκοφυλάκειο Καλαμαριάς, χωρίς να γίνει νόμιμη επίκλησή τους από τους διαδίκους. Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, αφού, όπως προκύπτει από τις από 1-10-2004 προτάσεις των εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο, ενόψει της συζήτησης της έφεσης των αντιδίκων τους, το περιεχόμενο των οποίων παραδεκτά επισκοπείται (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), οι τελευταίοι επικαλέστηκαν ρητά τόσο την περίληψη του ...
πωλητήριου συμβολαίου, όσο και την από 5-8-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων Ε. Τ. και Ε. Ι., στην οποία, όπως ρητά διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μνημονεύεται η περίληψη του ... συμβολαίου γονικής παροχής.
Η περιλαμβανόμενη, εξάλλου, στον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτίαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρεται στο λόγο σε τι συνίσταται η συγκεκριμένη παραβίαση είναι απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περιπτ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Εφετείο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και "από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς" σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που ρητά μνημονεύονται στη απόφαση αυτή τα έγγραφα, που, με επίκληση, προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες στο πιο πάνω Δικαστήριο, δηλαδή, το με αριθμό Πρωτ. 678/.29-11-2002 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Περιφέρειας προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου-Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης, το από 6-3-1970 έγγραφο του Κέντρου Κοιν.Πολιτικής προς την Ελένη Χριστινάκη, τη με αριθμό Πρωτ. 24.441/10-6-1975 αίτηση της Ε.
Χ. και της Ε. Τ. προς τη Δ/νση Κοιν.Υπηρεσιών, τη με αριθμό Πρωτ. ΚΥΓ 4α/31-1-1974 απάντηση της Δ/νσης Κοιν.Υπηρεσιών προς το Β. Π., τη με αριθμό Πρωτ.7581/1969 αίτηση της Ε. Χ. προς το Κέντρο Κοιν. Πρόνοιας και το με αριθμό Πρωτ. ΔΥ 1540/9-1990 έγγραφο του Τεχνικού Τμήματος της Δ/νσης Κοινωνικών Υπηρεσιών προς το Τμήμα Στέγασης, αντίστοιχα, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
Επομένως, ο από τον αριθμό 11 περίπτ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ένατος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερόμενα έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες νόμιμα του προσκόμισαν με επίκληση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1 Μαρτίου 2005 αίτηση αναίρεσης κατά της 141/2005 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα ευρώ (1170).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 24-1-2006.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ