Legislator Case Law & Legislation
1689/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute where employees lacked expectation of insurance coverage due to employer's conduct.

Case Number 1689/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three former employees against the Athens Court of First Instance's decision. The employees argued they could not claim insurance benefits because their former employer breached its obligations to the insurance company. The court ruled that the employees had an immediate right to claim directly from the insurer based on the group insurance contract, regardless of the employer's prior conduct. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on a violation of substantive law is inadmissible when the lower court has not rendered a substantive decision on the merits.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation labor dispute insurance coverage employer liability legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1689/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια και Μαρία Γιαννακοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 24η Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Β. Π. του Α., κατοίκου ..., 2.Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., και 3.Ι. Π. του Δ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Πορφύρη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ), που εδρεύει στον Δήμο Υμηττού Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και ήδη της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ) με ΑΦΜ: ..., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΜΥΝΤΙΚΑ. ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΕΒΟ-ΠΥΡΚΑΛ", κατόπιν διάσπασής της και σύστασης δύο νέων ανωνύμων εταιρειών, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 4237/2014, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. ....2014 συμβολαιογραφικής πράξης διάσπασης της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Σ. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μαρία Πολυχρονίου και Δημήτριο Ζερδελή, οι οποίοι κατάθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-1-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1210/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5126/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-8-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 31 Αυγούστου 2022 και με αριθμό κατάθεσης 6524/728/31-8-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5126/31-8-2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών- διαφορών, επί α) της από 19-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης 502246/23-5-2017 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και β) της από 1-5-2017 και με αριθμό κατάθεσης 502298/25-5-2017 έφεσης της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας.

Με την εκκαλουμένη, με τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, με αριθμό 1210/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί αντιμωλία των ανωτέρω διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είχε δεχθεί εν μέρει κατ'ουσία την από 1-1-2014 με αριθμό κατάθεσης 12716/323/2014 αγωγή, μόνο ως προς τους τρεις πρώτους, εκ των σαρανταέξι, εναγόντων, ήδη αναιρεσείοντες, (θεωρώντας αυτή ως μηδέποτε ασκηθείσα ως προς όλους τους λοιπούς), και είχε επιδικάσει, τον μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το ποσό των 49.590,70 ευρώ, στον πρώτο, των 52.885,14 ευρώ στη δεύτερη και το ποσό των 72.069,12 ευρώ στον τρίτο, νομιμοτόκως, ως αποζημίωση, λόγω ματαίωσης από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη εργοδότριά τους, του δικαιώματος προσδοκίας τους-μισθολογικής τους παροχής, επί ισόποσου της αποζημίωσης αυτής ασφαλίσματος που θα ελάμβαναν κατά το χρόνο συνταξιοδότησής τους, δυνάμει, της λυθείσης με υπαιτιότητα των οργάνων της, σύμβασης ασφάλισης-γνήσιας σύμβασης υπέρ τρίτου.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού συνεκδίκασε και δέχθηκε τυπικά τις ανωτέρω αντίθετες εφέσεις, απέρριψε κατ'ουσία την δεύτερη έφεση, και κατά παραδοχή της πρώτης έφεσης (της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης) εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δικάζοντας επί της αγωγής ως προς τους τρεις πρώτους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες απέρριψε αυτή ως μη νόμιμη.

Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε, στις 31-8-2022, πριν την πάροδο της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης, που έγινε στις 31-8-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1και 144 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, συνάγεται ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή, την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας (ΑΠ 55/2024, ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 830/2019).

Στην περίπτωση ομαδικής ασφάλισης του προσωπικού μιας επιχείρησης από τον εργοδότη, ο οποίος συνάπτοντας γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, αναλαμβάνει να καλύπτει αυτός, ολικά ή μερικά, το ασφάλιστρο, η ασφάλιση αυτή, που λειτουργεί κυρίως ως ασφάλιση ποσού (ΑΠ 830/2019, ΑΠ 1137/2017), αν αποτελέσει όρο της μεταξύ αυτού και των μισθωτών του εργασιακής σύμβασης, έχει χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα προσδοκίας που αποκτά ο εργαζόμενος ωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφαλίσεως για την είσπραξη ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ΑΠ 55/2024).

Στην περίπτωση ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου (ΑΚ 410, 411), μπορεί ο τρίτος, κατά τους όρους της σύμβασης εργασίας, να στραφεί κατά του δέκτη της υποσχέσεως (εργοδότη), όταν με συμπεριφορά του ο τελευταίος ματαιώνει την καταβολή της παροχής από τον υποσχεθέντα, δηλαδή τον ασφαλιστή‚ και να αξιώσει αποζημίωση. Τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη έναντι της ασφαλιστικής εταιρίας και λήξης εντεύθεν της ασφαλιστικής σύμβασης, ή εκείνη κατά την οποία το εφάπαξ χρηματικό ποσό, που θα εισέπραττε ο τρίτος (εργαζόμενος) από τον ασφαλιστή, ματαιώνεται εξαιτίας συμπεριφοράς του εργοδότη, με συνέπεια να καθίσταται αδύνατη η καταβολή της πρόσθετης αυτής παροχής προς τον μισθωτό από υπαιτιότητα του οφειλέτη-εργοδότη, οπότε ο τρίτος (μισθωτός) δικαιούται να αξιώσει την καταβολή αντίστοιχης αποζημίωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 382, 335 ΑΚ. Στην αντίθετη περίπτωση, ο δικαιούχος τρίτος όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση αποκτά άμεσο και αυτοτελές δικαίωμα να αξιώσει την υποσχεθείσα παροχή απευθείας από τον υποσχεθέντα (ασφαλιστή), στρεφόμενος κατ' αυτού με αγωγή κατ' άρθρο 411 ΑΚ (ΑΠ 55/2024, ΑΠ 1265/2021, ΑΠ 74/2016, ΑΠ 13/2015).

Περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, εάν η αγωγή, ένσταση κλπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 8/2018).

Τέλος, κατά τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.

Επομένως, δεν ιδρύεται αν η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΑΠ 589/2022, ΑΠ 1542/2021, ΑΠ 219/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατά το κύριο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι: το Εφετείο, κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω της ματαίωσης, με υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, καθολικής διαδόχου της αρχικής εργοδότριάς τους "ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ" του δικαιώματος προσδοκίας τους, με χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, εκ της ιστορούμενης γνήσιας ομαδικής σύμβασης ασφάλισης του προσωπικού της, για την καταβολή εφάπαξ χρηματικού ποσού κατά την συνταξιοδότησή τους, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 361 ΑΚ, 3 παρ.2 του ν.2112/1920, 5 παρ.1 του ν.3198/1955 και 1 της υπ'αριθμ.

ΔΣΕ, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, 382, 335, 336 και 338 του ΑΚ. Εάν δε το Εφετείο, ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά τις διατάξεις αυτές, θα έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή τους και μετά ταύτα θα απέρριπτε κατ'ουσία την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε επιδικάσει ως αποζημίωση, το μεν καταψηφιστικά, το δε καταψηφιστικά, στον πρώτο και τρίτο εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 49.590,70 ευρώ και 72.069,12 ευρώ, αντίστοιχα, και περαιτέρω, κατά παραδοχή της έφεσης της δεύτερης τούτων, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης κατά το μέρος που είχε απορρίψει κατ'ουσία την ένδικη αξίωση αποζημίωσή της (ποσού 18.843 ευρώ), θα τη δεχόταν και κατά το μέρος τούτο ως ουσιαστικά βάσιμη.

Από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 1-1-2014 (αριθμ.εκθ.καταθ.12716/323/2014) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι τρεις πρώτοι, από τους συνολικά σαράντα έξι, ενάγοντες, [ήδη αναιρεσείοντες] ισχυρίστηκαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που κατήρτισαν, στις 7-4-1981, 1-11-1977 και 27-8-1981, αντίστοιχα, με την ανώνυμη εταιρία "ΠΥΡΚΑΛ ΑΕ", της οποίας καθολική διάδοχος, από τις 20-1-2004, είναι η εναγομένη ανώνυμη εταιρία [ήδη αναιρεσίβλητη], παρείχαν τις υπηρεσίες τους με τις ειδικότητες που προσλήφθηκαν, μέχρι την συνταξιοδότησή τους, στις 20-12-2012 ο πρώτος, στις 13-12-2010 η δεύτερη και στις 28-2-2013 ο τρίτος, σε ηλικία 54, 54 και 59 ετών, αντίστοιχα.

Ότι κατά τη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας τους η αρχική εργοδότριά τους είχε συνάψει με την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών Η Εθνική", την με αριθμό 2326/7/22-6-1983 ασφαλιστική σύμβαση, γνήσια υπέρ τρίτων, η οποία αφορούσε την ομαδική ασφάλιση όλου του προσωπικού της, έναντι ασφαλίστρων, και, όπως αυτή τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, προέβλεπε την καταβολή ενός εφάπαξ χρηματικού ποσού (ασφάλισμα) σε κάθε εργαζόμενο κατά την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της αποχώρησής του από την εργασία του λόγω συνταξιοδότησής του, με την προϋπόθεση να μην υπερβαίνει τότε το 70ο έτος της ηλικίας του.

Ότι με την από 31-12-2004 ΕΣΣΕ, που επιβεβαιώθηκε με τη νεότερη, από 17-11-2008, και δημοσιευθείσα νομίμως με αριθμ.πρωτ.15/8-12-2008, ΕΣΣΕ, η ισχύς της ανωτέρω γνήσιας ομαδικής ασφάλισης (πρόγραμμα ομαδικής ασφάλισης εργαζομένων) επεκτάθηκε σε όλο το ενεργό και σε πλήρη υπηρεσία προσωπικό της εναγομένης, και έχει χαρακτήρα μισθολογική της παροχή, ως όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, συνισταμένη στο δικαίωμα προσδοκίας κάθε εργαζομένου της εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της για την είσπραξη της ασφαλιστικής παροχής.

Ότι η εναγομένη, η οποία δεσμεύεται από την άνω σύμβαση ασφάλισης, από τα τέλη του έτους 2006 δεν τηρούσε στο ακέραιο τις εξ αυτής υποχρεώσεις της, μεταγενέστερα δε, λόγω της άρνησής της να καταβάλει οφειλόμενα από την ίδια ασφάλιστρα η αντισυμβαλλομένη της ασφαλιστική εταιρία κατήγγειλε τη σύμβαση αυτή στις 2-5-2013, η οποία λύθηκε, κατά τα συμφωνηθέντα, μετά την παρέλευση τριάντα ημερών από τότε, στις 2-6-2013.

Ότι έτσι η εναγομένη υπαίτια ματαίωσε το δικαίωμα προσδοκίας τους από την ασφαλιστική σύμβαση, το οποίο θα ολοκληρωνόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με την έλευση του χρόνου συνταξιοδότησής τους όταν θα εισέπρατταν το ασφάλισμα, εφάπαξ χρηματικό ποσό, προκαλώντας τους έτσι αντίστοιχη, με αυτό, ζημία, και συγκεκριμένα ποσού 49.590,70 ευρώ στον πρώτο, 71.728,14 ευρώ στη δεύτερη και 72.069,12 ευρώ στον τρίτο.

Κατόπιν τούτων οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσείοντες], μετά από μερικό παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής τους, ζήτησαν, αντίστοιχα, την επιδίκαση εις βάρος της εναγομένης [ήδη αναιρεσίβλητης] του ανωτέρω ποσού ως αποζημίωση, καταψηφιστικά κατά το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνωριστικά κατά το υπόλοιπο ποσό, ύψους 29.590,70 ευρώ, 51.528,14 ευρώ και 52.069,12 ευρώ, νομιμοτόκως.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την με αριθμό 1210/2015 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή στο σύνολό της ως προς τους πρώτο και τρίτο των εναγόντων (ήδη πρώτο και τρίτο των αναιρεσειόντων) επιδικάζοντας σε αυτούς και σε βάρος της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), ως αποζημίωση το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των 49.590,70 ευρώ και 72.069,12 ευρώ, αντίστοιχα, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την δεύτερη ενάγουσα (ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα) επιδικάζοντάς της ως αποζημίωση, το μεν καταψηφιστικά, το δε αναγνωριστικά, το συνολικό ποσό των 42.885,14 ευρώ, νομιμοτόκως.

Κατά της ανωτέρω απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, η από 19-5-2017 (αριθ.καταθ.502246/23-5-2017) της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας και η από 1-5-2017 (αριθ.καταθ.502298/25-5-2017) της δεύτερης ενάγουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κατά το ενδιαφέρον τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο μέρος, αφού συνεκδίκασε και δέχτηκε τυπικά τις εφέσεις, και διατύπωσε τις κρίσιμες διατάξεις των άρθρων 648, 649,653 ΑΚ, 3 παρ.2 του ν.2112/1920, 5 παρ.1 του ν.3198/1955 και 1 της υπ'αριθμ.

ΔΣΕ, που κυρώθηκε με το ν.3248/1955, 382, 335 και 411 ΑΚ, έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, με την εξής αιτιολογία: "Η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού κατά το χρόνο αποχώρησης των εναγόντων λόγω συνταξιοδότησης και συνεπώς επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης η ασφαλιστική σύμβαση ήταν ενεργή καθόσον έληγε σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.

Συνεπώς, έχουν απευθείας δικαίωμα να ζητήσουν τα αιτούμενα ποσά από την ασφαλιστική εταιρεία ανεξάρτητα από την επικαλούμενη μη καταβολή ασφαλίστρων, γεγονός που αφορά την σχέση μεταξύ της εναγομένης και της ασφαλιστικής εταιρείας. Οι ενάγοντες θα μπορούσαν να στραφούν κατά της εναγομένης και να ζητήσουν ως αποζημίωση τα αιτούμενα ποσά αν η ασφαλιστική σύμβαση είχε λήξει πριν την αποχώρησή τους, οπότε θα είχε ματαιωθεί το δικαίωμα προσδοκίας τους ...".

Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση και δεύτερης ενάγουσας, ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας, και αφού έκρινε βάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, κατά ουσιαστική παραδοχή της έφεσής της, εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής, την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με την οποία η αγωγή κατά της αναιρεσίβλητης είναι μη νόμιμη, διότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ισχυρή, γνήσια υπέρ τρίτου, σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, κατά το χρόνο επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης με την αποχώρηση τους από την εργασία τους λόγω συνταξιοδότησής τους, με συνέπεια να έχουν, με βάση αυτή, ευθεία αξίωση κατά της ασφαλιστικής εταιρίας (Εθνική ΑΕΕΓΑ) για καταβολή του ασφαλίσματος και όχι κατά της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς τους από τη μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας την ένδικη αξίωση καταβολής, ισόποσης του ασφαλίσματος, αποζημίωσης, με επίκληση ματαίωσης με υπαιτιότητά της του δικαιώματος προσδοκίας τους επ'αυτού, ως μισθολογικής της παροχής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 410, 411, 648, 649, 653, 380, 335 ΑΚ ΑΚ, 3 § 2 Ν. 2112/1920, 5 § 1 Ν. 3198/1955 και 1 της υπ' αριθμ. 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, υπάγοντας τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά σ' αυτές και δεν έσφαλε.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η καταρτισθείσα μεταξύ της άνω ασφαλιστικής εταιρίας και της αρχικής εργοδότριας των αναιρεσειόντων, ως γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου, ομαδική ασφάλιση όλου του προσωπικού της, έναντι καταβαλλομένων από την ίδια ασφαλίστρων, από την οποία δεσμεύεται και η υπεισελθούσα μεταγενέστερα στη θέση της ως καθολική της διάδοχος αναιρεσείουσα, είχε χαρακτήρα μισθολογικής παροχής, ως όρος των ατομικών συμβάσεων εργασίας, συνιστάμενη στο δικαίωμα προσδοκίας όλου του προσωπικού της αναιρεσίβλητης, όπως και οι ίδιοι, εωσότου πληρωθούν οι προϋποθέσεις της σύμβασης ασφάλισης για την καταβολή του προβλεπόμενου εφάπαξ χρηματικού ποσού (ασφαλίσματος).

Στην ιστορούμενη ανώμαλη εξέλιξη της εν λόγω ασφαλιστικής σύμβασης, γνήσιας υπέρ τρίτου, της, λόγω της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης στην καταβολή οφειλομένων ασφαλίστρων, λύσης της με καταγγελία της ασφαλιστικής εταιρίας "Η Εθνική ΑΕΕΓΑ", για να αποκτήσουν συνεπεία αυτής οι αναιρεσείοντες (τρίτοι) κατά της αναιρεσίβλητης (δέκτη της υπόσχεσης) αξίωση, ισόποσης του ανωτέρω ασφαλίσματος, αποζημίωσης, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, θα πρέπει, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη που προηγήθηκε, η ανωτέρω συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς τους να ματαιώνει το δικαίωμα προσδοκίας τους για καταβολή στους ίδιους του ασφαλίσματος αυτού από αυτόν που το υποσχέθηκε, δηλαδή από την άνω ασφαλιστική εταιρία.

Η περίπτωση όμως αυτή δεν συντρέχει εν προκειμένω, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε με την συνταξιοδότηση των αναιρεσειόντων στις 20-12-2012, 13-12-2010 και 20-2-2013, αντίστοιχα, όταν η λυθείσα μεταγενέστερα, στις 2-6-2013, ασφαλιστική σύμβαση ήταν ενεργή και λειτουργούσε, και λόγω πλήρωσης των όρων της, οι αναιρεσείοντες είχαν, κατά τη διάταξη του άρθρου 411 ΑΚ, ευθεία αξίωση κατά της άνω ασφαλιστικής εταιρίας για καταβολή του συμφωνημένου εφάπαξ χρηματικού ποσού (ασφάλισμα), με δήλη ημέρα καταβολής του την πρώτη ημέρα του επόμενου, της συνταξιοδότησής τους, μήνα.

Συνακόλουθα, κατά τον μεταγενέστερο κρίσιμο χρόνο της λύσης της σύμβασης ασφάλισης στις 2-6-2013 με την από 2-5-2013 καταγγελία της εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας, λόγω της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων ασφαλίστρων από την υπόχρεη προς τούτο εργοδότριά τους, οι αναιρεσείοντες δεν είχαν δικαίωμα προσδοκίας επί του ασφαλίσματος που ματαιώθηκε από τη συμπεριφορά αυτή της αναιρεσίβλητης εργοδότριάς τους, και συνεπώς η τελευταία δεν έχει έναντι τους, με βάση τις μεταξύ τους συμβάσεις εργασίας, την επικαλούμενη με την αγωγή τους δευτερογενή υποχρέωση για καταβολή αποζημιωτικώς του οφειλομένου από την ασφαλιστική εταιρία ασφαλίσματος.

Οι αναιρεσείοντες είχαν ήδη από την 1-1-2013, 1-1-2011 και 1-3-2013, αντίστοιχα ο καθένας, πλήρες δικαίωμα, ενεργό, άμεσο και αυτοτελές, να αξιώσουν απευθείας από την ασφαλιστική εταιρία, την καταβολή αυτής της ασφαλιστικής παροχής, με βάση την γνήσια ομαδική σύμβαση ασφάλισης, που είχε συναφθεί (και) υπέρ τους ως τρίτων από την αρχική εργοδότριά τους, λόγω επέλευσης της ασφαλιστικής περίπτωσης και πλήρωσης των όρων της.

Ουδεμία δε επιρροή ασκεί στα ανωτέρω ο αγωγικός ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, τον οποίο επικαλούνται και στα πλαίσια του κρινόμενου λόγου αναίρεσης, ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη εργοδότριά τους, προγενέστερα της συνταξιοδότησής τους (επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης) και της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης που ακολούθησε (στις 2-6-2013), και δη από τα τέλη του έτους 2006, δεν τηρούσε στο ακέραιο τις συμβατικές της υποχρεώσεις της έναντι της αντισυμβαλλομένης της ασφαλιστικής εταιρίας, καθόσον το επικαλούμενο αυτό πραγματικό περιστατικό με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή δεν συνδέεται με έννομες συνέπειες.

Επομένως το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνεπώς ο υπό κρίση λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, χωρίς αιτιολογία, παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω διατάξεις, είναι απαράδεκτος. Και τούτο διότι ο λόγος αυτός αναίρεσης, ο οποίος προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή μη νόμιμη και δεν προχώρησε στην ουσιαστική της έρευνα. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά ουσιαστική παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (αρθ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-8-2022 και με αριθ. καταθ. 6524/728/31-8-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 5126/31-8-2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών-εργατικών-διαφορών).

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Οκτωβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ