Legislator Case Law & Legislation
1689/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeals on defamation claims, ruling they are private law disputes not administrative jurisdiction.

Case Number 1689/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed two separate appeals filed by professors against a university regarding defamation claims. The appellants argued the case involved an administrative dispute over the university's liability under public law statutes. The court rejected this, holding that the alleged defamatory acts were personal and unrelated to the professors' official duties, thus constituting a private law matter.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 and 105 of the Constitution; The court ruled that defamation claims arising from personal conduct unrelated to official duties constitute private law disputes, not administrative jurisdiction.

Keywords

AI generated
defamation private law administrative jurisdiction university liability professor duties Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Constitution
Article 105 of the Constitution
Article 106 of the Constitution
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1689/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α) Της αναιρεσείουσας: Π. Μ. του Ι., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Αντώνιο Καραμπατζό και Νικόλαο Βιτώρο. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. - Μ. Ν. του Γ., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα.

Β) Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Μάλλιο. Της αναιρεσιβλήτου: Σ. - Μ. Ν. του Γ., κατοίκου …. Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τζούμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16/2014 μη οριστική και 144/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2021 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με τις από 11-11-2021 και 1-12-2021 αιτήσεις τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο συζητήθηκαν: Α) η από 11.11.2021 αίτηση αναίρεσης της εκκαλούσας-δεύτερης εναγόμενης Π. Μ. και Β) η από 1.12.2021 αίτηση αναίρεσης της εκκαλούσας-πρώτης εναγόμενης Μ. Κ.. Με τις κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 133/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο, συνεδικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων (μία έφεση από εκάστη αναιρεσείουσα-εναγομένη και μία αντίθετη έφεση από την αναιρεσίβλητη-ενάγουσα) κατά της υπ' αριθ. 144/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων (με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 11.4.2011 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειουσών περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την προσβολή της προσωπικότητάς της, που επήλθε με την τελεσθείσα σε βάρος της αδικοπραξία και συγκεκριμένα συκοφαντική δυσφήμηση), αφού δέχθηκε αυτές (εφέσεις) κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την ως άνω αγωγή, επιδικάζοντας υπέρ της αναιρεσίβλητης μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης σε σχέση με αυτό που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως.

Η υπό στοιχ. Α' αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 19.11.2021, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού αυτή δημοσιεύθηκε την 8.9.2021 χωρίς να προκύπτει επίδοσή της στην αναιρεσείουσα, ενώ και η υπό στοιχ. Β' αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 3.12.2021, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα την 30.11.2021, όπως συνομολογείται από την ίδια (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), Επομένως, οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης είναι παραδεκτές (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει, συνεκδικαζόμενες, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, γιατί έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του.

Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (ΑΠ 813/2021, ΑΠ 149/2020). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και, αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.

Έτσι, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) το γεγονός να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές (ΑΠ 753/2020).

Ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποίθησης ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στο πλαίσιο της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις.

Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, όταν αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 ΠΚ (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 1469/2017).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α' - δ' ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις.

Η τελευταία αυτή διάταξη (367 ΠΚ) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, αιρομένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρος της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου.

Έτσι, η προβολή περίπτωσης του άρθρου 367 παρ. 1 του ΠΚ, αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος λόγω άρσης του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της προσβολής, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ.

και, συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη των κατά το νόμο υπευθύνων, άρα και η υποχρέωσή τους προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 367 παρ. 2 ΠΚ, δηλαδή όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης των άρθρων 363-362 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου, περιστατικά που προτείνονται, κατ' αντένσταση, από τον ενάγοντα κατά της ένστασης του εναγομένου από τις διατάξεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 762/2019).

Η προαναφερθείσα αντένσταση μπορεί να περιέχεται και στο δικόγραφο της αγωγής, καθ' υποφορά, χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της προβολής της ειδικότερο αίτημα απόρριψης της ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 753/2020, ΑΠ 192/2018). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.

Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται η προσβαλλόμενη απόφαση, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, να πλήττεται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1137/2019, ΑΠ 185/2019). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 1382/2019).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1382/2019).

Συνακόλουθα, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον ανωτέρω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 753/2020, ΑΠ 50/2020).

Τέλος, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης ή με τον οποίο πλήττεται κάποιο από τα επάλληλα ερείσματα που στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά τα λοιπά ερείσματα αυτής, που επαρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της, δεν πλήττονται καθόλου ή δεν πλήττονται αποτελεσματικά, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 175/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα-εκκαλούσα Σ.-Μ. Ν. (αναιρεσίβλητη) διορίσθηκε με την πρυτανική πράξη αριθμ. ... (ΦΕΚ .../18-9-2002.Τ. Ν.Π.Δ.Δ.) σε κενή θέση ΔΕΠ με θητεία στη βαθμίδα του Λέκτορα με γνωστικό αντικείμενο "...".

Υπέβαλε αίτηση για εξέλιξη στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και η Γενική Συνέλευση στη συνεδρία της αριθμ. ... προκήρυξε τη θέση με γνωστικό αντικείμενο "..."... Η Γενική Συνέλευση στη συνεδρία της αριθμ. ... αποφάσισε να μην εκλέξει την ενάγουσα στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή. Η τελευταία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθ. 1 παρ. 2(δ) του Ν. 2517/97 υπέβαλε αίτηση για εξέλιξη στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή στις 5-5-2009 (αρ.

πρωτ. 2238). Η Γενική Συνέλευση στη συνεδρία της αριθμ. ... προκήρυξε τη θέση με γνωστικό αντικείμενο "..."... και υποψήφια για τη θέση αυτή ήταν μόνο η ενάγουσα. Έτσι στις 30.6.2010 συνεδρίασε η Γενική Συνέλευση του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης και το Εκλεκτορικό Σώμα του Πανεπιστημίου … με μοναδικό θέμα ημερήσιας διάταξης "Κρίση υποψήφιας για την πλήρωση μιας (1) θέσης Δ.Ε.Π.

στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο "... (εξέλιξη της κας Σ.-Μ. Ν., Λέκτορα του Τμήματος)". Ως μέλη του εκλεκτορικού σώματος είχαν, μεταξύ άλλων, ορισθεί και παρέστησαν και οι εναγόμενες-εκκαλούσες, η μεν πρώτη Μ. Κ. (αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης), ως Καθηγήτρια, η δε δεύτερη Π.

Μ. (αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης) ως Επίκουρη Καθηγήτρια του ανωτέρω Τμήματος. Το ως άνω συλλογικό όργανο, επί συνόλου 15 εκλεκτόρων, με θετικές ψήφους εννέα (9) και αρνητικές τρεις (3), καθώς και μία (1) λευκή, εξέλεξε την ενάγουσα σε θέση Δ.Ε.Π. με θητεία στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και με γνωστικό αντικείμενο την "..."...

Στην ψηφοφορία αυτή οι εναγόμενες ψήφισαν κατά της εκλογής της, ως είχαν νόμιμο δικαίωμα. Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Πρύτανη του Πανεπιστημίου …, η ενάγουσα τελικώς διορίστηκε (εξελίχθηκε) από 20-12-2010 χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών σε θέση ΔΕΠ με θητεία της βαθμίδας του Επίκουρου Καθηγητή στο προαναφερθέν γνωστικό αντικείμενο, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Γ' ….

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 491/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία κατόπιν αίτησης της ενάγουσας ακυρώθηκε η παράλειψη του προαναφερόμενου Πρύτανη να εκδώσει και να δημοσιεύσει στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως πράξη περί διορισμού της σε θέση Επίκουρης Καθηγήτριας ύστερα από την απόφαση εκλογής της.

Οι εναγόμενες μετά την εκλογή της ενάγουσας στην ανωτέρω θέση με τα από 5-11-2010 και από 16-11-2010 υπομνήματά τους, τα οποία απηύθυναν προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου … ζήτησαν την ακύρωση της εκλογής της ενάγουσας και την αναπομπή της υπόθεσης στο εκλεκτορικό σώμα, θεωρώντας ότι πρέπει να κριθεί ως μη έχουσα τα απαραίτητα προσόντα για την πλήρωση της θέσης της Επίκουρης Καθηγήτριας.

Τα ανωτέρω υπομνήματα απορρίφθηκαν σιωπηρά λόγω παρόδου της 60νθήμερης προθεσμίας προς ολοκλήρωση του ελέγχου νομιμότητας εκ μέρους του Πρύτανη. Κατά της απόφασης αυτής και της τεκμαιρόμενης απόρριψης από τον Πρύτανη των υπομνημάτων-ενστάσεων οι εναγόμενες προσέφυγαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, το οποίο ήδη με την υπ' αριθμ. 23/2016 απόφασή του..., αφού έκανε δεκτή την παρέμβαση της τελευταίας, απέρριψε την προσφυγή των εναγομένων ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Σημειωτέον ότι η ενάγουσα μονιμοποιήθηκε στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή με την Πρυτανική Πράξη με αριθμό ...ΦΕΚ 737/Γ/27.7.2015), ενώ ήδη έχει εξελιχθεί σε θέση ΔΕΠ στη βαθμίδα Αναπληρωτή Καθηγητή του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης της Σχολής Επιστημών Αγωγής του Πανεπιστημίου … με γνωστικό αντικείμενο "...".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες, κατά την ως άνω κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και του Εκλεκτορικού Σώματος του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου … με θέμα την κρίση-εξέλιξη της ενάγουσας ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα για την ενάγουσα που καταγράφηκαν στα με μαγνητική εγγραφή τηρηθέντα πρακτικά του εκλεκτορικού σώματος της συνεδρίας υπ' αριθμ.

… και ειδικότερα η πρώτη εναγομένη (αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Β' αίτησης), επί λέξει, μεταξύ άλλων, τα εξής: Σχολιάζοντας τη θέση του μέλους του εκλεκτορικού σώματος κ.Κ., ο οποίος αναφορικά με το ζήτημα που τέθηκε από το μέλος της Εισηγητικής Επιτροπής κ. Π. για το αν πρέπει να υπάρχει συνάφεια της διδακτορικής διατριβής της ενάγουσας με το γνωστικό αντικείμενο της προκηρυχθείσας θέσης, για την οποία αυτή έθεσε υποψηφιότητα, προς επίρρωση της άποψής του ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει αναφέρθηκε στον Κάρλ Μάρξ και στην πορεία του και συγκεκριμένα είπε ότι ο τελευταίος "έγινε ο δάσκαλος όλων αυτών που θέλουν να ανατρέψουν τον καπιταλισμό σήμερα αν και η διατριβή του δεν είχε καμία σχέση με το γνωστικό αντικείμενό του", είπε (η πρώτη εναγόμενη) "Αν θα ακολουθήσει τα βήματα του Μάρξ δεν το γνωρίζω"..."...Έχω στα χέρια μου έλεγα, κατόπιν αιτήσεώς μου, τα επικυρωμένα πρακτικά που έγινε, της μη εκλογής του 2006 (κατά την οποία δεν εξελέγη η ενάγουσα [αναιρεσίβλητη] για τη θέση του Επίκουρου Καθηγητή, κατά τα ανωτέρω)...

Το 2009 λοιπόν, η κα Ν., όπως είχε δικαίωμα από το νόμο, υπέβαλλε εκ νέου υποψηφιότητα καταθέτοντας ένα νέο φάκελο. Αυτό το μαύρο φάκελο. Προσέξτε. Είμαστε όλοι Πανεπιστημιακοί. Έχουμε υποστεί όλοι κρίσεις, έχουμε παραστεί και έχουμε συμμετάσχει σε εκλογές. Προσέξτε λίγο τα δεδομένα. Στον καινούργιο φάκελο, σε αυτόν εδώ, από τις 27 εργασίες του πρώτου φακέλου, δηλαδή αυτόν που είχε καταθέσει για να εκλεγεί ως Λέκτορας, υπάρχουν μόνο 3.

Η μία είναι μια μετάφραση. Δε μετράει. Είναι μετάφραση ενός γερμανόφωνου άρθρου. Η δεύτερη είναι σε συνεργασία με τον κ. Α. και το περίφημο τευχίδιο, μόνο τευχίδιο μπορώ να το ονομάσω γιατί το Ρουσσώ δεν κατανοώ γιατί η υποψήφια συνεχίζει να το αποκαλεί βιβλίο. Εννοείται ότι πέραν όλων των άλλων όλων εξαφανισθέντων, απουσιάζει και η διατριβή και δεν απουσιάζει το βιβλίο η διατριβή αλλά δεν καταγράφεται καν ανάμεσα στα έργα της.

Αλλά από το φάκελο του 2006, έχουν εξοβελιστεί όλες οι τότε νέες εργασίες. Ακόμη λείπει και αυτό εδώ το βιβλίο. Πρόκειται για τα θεωρητικά ζητήματα στην ..., εκδόσεις Gutenberg, που η ίδια η κυρία Ν. το διανέμει, επί σειρά ετών, με την έγκριση βέβαια του τμήματος και με τα χρήματα του ελληνικού λαού, το διανέμει αυτό το βιβλίο και από μια περιήγηση πρόχειρη που έκανα στο διαδίκτυο προτείνεται ως διδακτικό σύγγραμμα, δηλαδή το διαβάζουν και άλλοι φοιτητές για διανομή στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου μας, στο Παιδαγωγικό Νηπιαγωγών Δυτικής Μακεδονίας και στο Τμήμα Βρεφονηπιοκομίας του ΤΕΙ Ηπείρου.

Είναι λίγο δύσκολο να ερμηνεύσει κάποιος πώς και γιατί η κυρία Ν., οικειοθελώς αποστερεί την υποψηφιότητά της από ένα βιβλίο 324 σελίδων για το οποίο, ας σημειωθεί, δεν είχε γίνει κανένα σχόλιο, αρνητικό ή θετικό, στην προηγούμενη εκλογή. Δεν είχε γίνει κανένα σχόλιο γι' αυτό. Δε φτάσαμε σε αυτό το βιβλίο.

Το αποσύρει και να σημειώσω και κάτι ακόμη που είναι αξιοπερίεργο. Ενώ το έχει αποποιηθεί, ας το πούμε έτσι το έχει αποποιηθεί όταν βγάζεις ένα τέτοιο βιβλίο από το ντοσιέ σου, από το φάκελό σου, η ίδια στο υπόμνημα της, στη σελίδα 15, επικαλείται αναφορές, έχει οκτώ αναφορές στο έργο της, δύο εκ των οποίων, η τέταρτη και η όγδοη είναι σε αυτό το βιβλίο.

Άρα το βιβλίο είναι δικό της. Αν κύριε Πρόεδρε, θεωρείτε σκόπιμο, αν το σώμα θεωρεί σκόπιμο ότι η κυρία Ν. θα έπρεπε να έρθει εδώ και να μας εξηγήσει, πρώτα - πρώτα να μας πει αν το βιβλίο είναι δικό της. Και για ποιό λόγο δεν υπάρχει μέσα στο φάκελο της. Αν το κρίνετε σκόπιμο, αν το σώμα το κρίνει σκόπιμο, εγώ θα άκουγα με ενδιαφέρον για ποιό λόγο όλα αυτά εξαφανίστηκαν.

Έχουμε μια παρθενογένεση εδώ. Εξαφανίστηκαν όλα όσα είχαμε στα χέρια μας το 2006. Για τα 8 ξέρουμε γιατί εξαφανίστηκαν... Από τα οκτώ έφυγαν και τα δώδεκα. Θα δείτε γιατί έφυγαν. Τα έχω εδώ. Και θα τα δείτε με κάθε λεπτομέρεια. Πάσχουν από τα ίδια ακριβώς συμπτώματα που έπασχαν και εκείνα αλλά δεν είναι μόνο αυτά.

Δεν είναι μόνο αυτά. Μιλάω για το ακαδημαϊκό ήθος, μιλάω για την ακαδημαϊκή δεοντολογία και νομίζω μιλάω για ένα πάρα πολύ σοβαρό ζήτημα. Αν το πρώτο μέρος του βιβλίου της κυρίας Ν. συνδέεται με το δεύτερο, είναι ένα θέμα επιστημονικό και καλώς ακούσαμε περί αυτού. Αλλά το ακαδημαϊκό ήθος είναι κάτι για το οποίο δεν ακούστηκε τίποτα.

Εδώ έρχεται μια νέα εκλέκτορας, η οποία προφανώς δε γνωρίζει καν ότι έχει υπάρξει και άλλη εκλογή... Επικαλείται λοιπόν αναφορές σε αυτό το βιβλίο και θα ήθελα προτού να αναφερθώ σε αυτό το βιβλίο θα σταθώ σε δύο μικρότερες εργασίες της κυρίας Ν., που επίσης για ανεξήγητους λόγους έχουν εξαφανιστεί από το σημερινό φάκελο και για τις οποίες σημειωτέον δεν είχε ακουστεί τίποτα, είτε αρνητικό είτε θετικό, στην προηγούμενη εκλογή...

Θα σας δείξω ένα παράδειγμα που δεν ισχύει αυτό επειδή δημοσιεύθηκε έχει περάσει και μια κρίση ας πούμε. Βρίσκεται δημοσιευμένη στον τόμο πρακτικών που φέρει μάλιστα τη σφραγίδα του τμήματος μας. Το γνωρίζετε όλοι πολύ καλά. Είναι το συνέδριο "Σχολική γνώση και διδασκαλία στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση"- Β' τόμος.

Επιμέλεια: Καψάλης, δεν είναι εδώ. Ο κ. Κ. είναι εδώ. Ήταν ένα πανελλήνιο συνέδριο το 2002. Εδώ. Η συμβολή της κυρίας Ν. στον τόμο βρίσκεται στις σελίδες 332-350 και ο τίτλος του άρθρου είναι "Mind map για τη μάθηση και την παιδαγωγική με βάση τη χρήση της"...Η συμβολή της κυρίας Ν., για να σας διευκολύνω, ότι είναι υπογραμμισμένο είναι ξεσηκωμένο, σε αυτό το άρθρο θα μείνω στη ξενόγλωσση περίληψη της εργασίας που εν προκειμένω δίνεται στα γερμανικά.

Η περίληψη δίνεται στα γερμανικά. Δε χρειάζεται να ξέρεις γερμανικά για να δεις ότι ακόμα και η περίληψη είναι κάποιου άλλου. Δε χρειάζεται νa γνωρίζεις γερμανικά για να διαπιστώσετε ότι η εκτενής περίληψη, στο μεγαλύτερο της μέρος, προέρχεται, έχω τον ιστότοπο και το υπόλοιπο άρθρο είναι από άλλους ιστότοπους...

Και θα έρθω και στο βιβλίο τώρα. Το βιβλίο που διανέμεται. "Ο κοινωνικός και σχολικός αποκλεισμός. Κατανόηση δομικών ανισοτήτων. Διδακτικές και μεθοδολογικές προτάσεις". Εδώ ακόμα και το μότο, το ρητό, το απόφθεγμα είναι ενός καθηγητή, τον έψαξα στο internet. Ο καθηγητής αυτός

είναι στη Μαγαδασκάρη, στο Πανεπιστήμιο του Ανασίνα. Ως και το ρητό αυτό που προτάσσεται στο άρθρο είναι μετάφραση. Χρησιμοποιεί τον κ. Μπιούλερ εδώ η κυρία Ν., στις σελίδες 1-3, τον εγκαταλείπει στα μέσα της σελίδας 3, υπέρ της κυρίας Birgit Brok. Υπάρχουν και άλλα. Δε θέλω να μοιράσω άλλα. Τελειώνοντας θέλω να αναφερθώ στο βιβλίο.

Αυτό εδώ το βιβλίο. "Θεωρητικά ζητήματα στη ...". Θα περιοριστώ σε ένα μόνο κομμάτι, ωστόσο υπάρχουν και άλλα προβληματικά. Συγκεκριμένα δείτε σας παρακαλώ πως χρησιμοποιεί η κα Ν. στις σελίδες 126-132 του βιβλίου το άρθρο... Το έχει πάρει από έναν ιστότοπο. Είναι παλιοί γνώριμοι αυτοί. Είναι ο κύριος Μ. Γ. και ο κύριος Ο.

Γ.. Είναι γνώριμοι από παλιά γιατί τους είχαμε και παλαιότερα συναντήσει και στην άλλη εκλογή γιατί πουθενά, μα πουθενά, δεν υπάρχουν εισαγωγικά. Γι' αυτό σας είπα στην αρχή περί των εισαγωγικών. Δεν υπάρχουν εισαγωγικά πουθενά. Λέξη προς λέξη μεταφέρονται στην ελληνική γλώσσα οι ιδέες, οι διατυπώσεις, η δομή του γερμανικού άρθρου.

Θα μπορούσα να συνεχίσω και επί του βιβλίου αλλά νομίζω ότι έχετε διαμορφώσει την εικόνα. Δυστυχώς, δε θα μπορέσω να υποστηρίξω την υποψηφιότητα της κυρίας Ν. για ένα και μόνο λόγο. Κατά την επιστημονική μου κρίση, στο δημοσιευμένο έργο της επιδεικνύει μια άγνοια, θα το πω έτσι, μια άγνοια των ακαδημαϊκών κανόνων και προφανώς και η ίδια αγνοεί τί ακριβώς σημαίνει πνευματική ιδιοκτησία.

Προφανώς, το μήνυμα που το τμήμα, δηλαδή όλοι εμείς, της δώσαμε στην τελευταία εκλογή της, ή μάλλον μη εκλογή της, δεν ήταν αρκετά ηχηρό γιατί πώς αλλιώς μπορώ να εκλάβω το γεγονός ότι στο εαρινό εξάμηνο, που μόλις πέρασε, έχει διανείμει και έχει εξετάσει ακόμη έως εχθές στην πόρτα της ήταν τα κεφάλαια του βιβλίου που ήταν η εξεταστέα ύλη, αυτό εδώ το βιβλίο όταν η ίδια γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει την ασθένεια από την οποία πάσχει το βιβλίο της.

Η κυρία Ν. ή κοροϊδεύει τον εαυτό της ή κοροϊδεύει όλους εμάς... Σε όλα τα πράγματα υπάρχει και ένα όριο ή μάλλον θα έπρεπε να υπάρχει. Κάτω από κάθε πάτο υπάρχει και ένας χαμηλότερος. Όπως διαπιστώνουμε καθημερινά και μέσα και έξω από το Πανεπιστήμιο... Εγώ είμαι φιλόλογος αλλά παρακολουθώ τα τεκταινόμενα, οπότε αυτό θα πρέπει να της επισημανθεί γιατί εγώ έχω παρακολουθήσει το έργο της και βλέπω ότι ο υποτροπιασμός, όπως το ανέφερε η κα Μ., είναι ένα γνώρισμα και θα ήθελα να πω και κάτι άλλο πάνω σε αυτά που ακούστηκαν.

Έχει δικαίωμα ο υποψήφιος να υποβάλλει έναν καινούργιο φάκελο κάθε φορά. Αυτό εδώ το βιβλίο για το οποίο σας μίλησα και σας έδωσα, είναι το mind mapping που έχει το άρθρο. Αυτό υπάρχει σε όλες τις δημόσιες ελληνικές βιβλιοθήκες. Δεν μπορεί να εξαφανιστεί το βιβλίο. Υπάρχει, κυκλοφορεί, το όνομα της υποψήφιας είναι φαρδύ πλατύ.

Στις άλλες εργασίες που σας έδωσα, το όνομά της, ο τίτλος της και το Πανεπιστήμιο μας περί του οποίου είμαστε όλοι περήφανοι φιγουράρει, άρα δε μπορούμε να πούμε, εγώ τουλάχιστον επιτρέψτε μου να έχω αυτή την άποψη, δεν είναι μιας χρήσεως το ζήτημα της ακαδημαϊκής δεοντολογίας... Της δώσαμε μια δεύτερη ευκαιρία.

Κάποιος τη συμβούλεψε να τα αποσύρει όλα, συλλήβδην. Έφυγαν όλα. Έφυγε και το βιβλίο που μοιράζει, στο οποίο αναφέρεται και το εξετάζει. Έφυγαν τα πάντα. Αποψιλώθηκε ολόκληρος ο φάκελος και ήρθε ένα καινούργιο έργο. Είμαστε όλοι πανεπιστημιακοί. Ξέρουμε πώς βγαίνουν τα βιβλία. Δύσκολα βγαίνουν τα βιβλία, εκτός αν είναι βιβλία αυτού του τύπου.

Έχει και ένα άλλο βιβλίο η υποψήφια. Τυχαίως στον ... στη ..., καθώς κοίταζα τις νέες κυκλοφορίες έπεσε το μάτι μου και το αγόρασα σας πληροφορώ. Δεν το ανέφερα εδώ μέσα. Δε μας το έχει, είναι του 2008. Δεν μας το έδωσε, πάσχει και αυτό, σας ενημερώνω. Δεν το ανέφερα, αλλά είναι μιας χρήσεως η αντιακαδημαϊκή συμπεριφορά;

Είναι επιχείρημα ότι δεν το είχα και δεν το είδα; Εγώ έδωσα τουλάχιστον σε μία από τις νέες εκλέκτορες κάποιο υλικό από το παλιό, γιατί το παλιό κυκλοφορούσε, ήταν στα πρακτικά, ήταν παντού. Δεν την τσαλακώσαμε την κα Ν.. Είπαμε δώστε της μια ευκαιρία και έρχεται τώρα με ένα έργο το οποίο πάσχει από τα ίδια συμπτώματα και θα κλείσω εγώ τα μάτια μου όταν από το πρωί, από τις 6.30 που ανοίγω την τηλεόραση ακούω αυτά που ακούτε και εσείς;

Δηλαδή εμείς τί κάνουμε εδώ ως πανεπιστημιακοί; Τί κάνουμε; Κάνουμε αυτό που γίνεται έξω στην κοινωνία κατά κόρον; Δηλαδή μας διάβασε για τα .... Όπως για τη ΣΤ' δημοτικού. Τί υποκρισία είναι αυτή πλέον; Τιμωρήθηκε. Τιμωρήθηκε, συνεχίζει, πρέπει σώνει και καλά να είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου; Πρέπει να είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου, είτε είναι δικά της, είτε δεν είναι δικά της.

Η κα Ν. μας φιγουράρει ως κριτής άλλων. Αύριο θα μονιμοποιηθεί με το ίδιο σκεπτικό, με το ίδιο παρόμοιο έργο ενδεχομένως και θα έχει το δικαίωμα να επιβλέπει διδακτορικές εργασίες, τώρα ήδη επιβλέπει πτυχιακές εργασίες, διπλωματικές εργασίες, διδάσκει εδώ και εκεί. Μας στέλνει από την Παιδαγωγική εταιρεία.

Αυτή είναι η Παιδαγωγική Εταιρεία; Αυτό είναι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο; Αυτή είναι η χώρα μας εν τέλει; Μήπως πρέπει να πούμε αυτή είναι η Ελλάδα;" Περαιτέρω, όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη (αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αίτησης) κατά τη διάρκεια της ανωτέρω συνεδρίασης ισχυρίσθηκε για την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) τα εξής: "Η τοποθέτησή μου για την υποψηφιότητα της κυρίας Ν.

θα επικεντρωθεί σε τρία σημεία. Πρώτον στη συνάφεια του έργου της υποψήφιας με το αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης. Δεύτερον στην ποιότητα του έργου της και τρίτον στο ακαδημαϊκό ήθος της υποψήφιας. Ξεκινάω με το πρώτο, δηλαδή τη συνάφεια του έργου της. Η υποψήφια υπέβαλε 17 εργασίες προς κρίση. Από αυτές, μια είναι διδακτικό εγχειρίδιο για μαθητές του δημοτικού σχολείου ενώ μια άλλη είναι μετάφραση κειμένου άλλου συγγραφέα από τα γερμανικά στα ελληνικά.

Οι εργασίες αυτές δε μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να ληφθούν υπόψη ως επιστημονικό έργο και απλώς συνεκτιμώνται στο συνολικό έργο της υποψήφιας. Όσον αφορά τις υπόλοιπες 15 εργασίες, αυτό που καταρχάς εντυπωσιάζει είναι η ποικιλία της θεματολογίας τους. Από τα προγράμματα τηλεόρασης για παιδιά μέχρι τη ...

και στην Ευρώπη, από τη σχολική διαρροή μέχρι τη διαχείριση προβλημάτων συμπεριφοράς στη σχολική τάξη. Αυτή η διάχυση ενδιαφερόντων υποδηλώνει κατά την άποψή μου, έλλειψη σαφούς και οριοθετημένου ερευνητικού προσανατολισμού εκ μέρους της υποψήφιας, αν και θα περίμενε κάποιος, μετά από 7 χρόνια που βρίσκεται η κυρία Ν.

στο τμήμα να έχει οριοθετήσει τον επιστημονικό της και ερευνητικό της ορίζοντα. Εκτός όμως από την πολυπραγμοσύνη, αυτό που χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος του έργου της είναι η έλλειψη συνάφειας με το αντικείμενο της υπό πλήρωση θέσης. Η κυρία Γ., αναφέρει στη σελίδα 17 του εισαγωγικού σημειώματος της και μας είπε εδώ εκτενώς ότι όλες οι εργασίες της υποψήφιας εμπίπτουν απολύτως στο αντικείμενο της θέσης για την οποία κρίνεται.

Εγώ συνάδελφοι θα επιχειρηματολογήσω για το ακριβώς αντίθετο... Εκτός όμως από το ζήτημα της συνάφειας, ένα άλλο θέμα που αφορά τη συγκεκριμένη εργασία είναι το θέμα της πρωτοτυπίας... Εκτός από τις δύο παραπάνω, οι εργασίες "Η ποιότητα της εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών ως ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης" και "Το Πανεπιστήμιο στην Ευρώπη της γνώσης" πραγματεύονται θέματα που αφορούν τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκπαίδευση και από απόψεως περιεχομένου εντάσσονται στα γνωστικά αντικείμενα της συγκριτικής παιδαγωγικής και της εκπαιδευτικής πολιτικής και καμία απολύτως συνάφεια δεν έχουν με την ....

Οι εργασίες αυτές μάλιστα πάσχουν και από την άποψη της πρωτοτυπίας. Τα δύο κείμενα, αποτελούν, στο μεγαλύτερο μέρος τους, συνθέσεις αποσπασμάτων που αντλούνται είτε verbatim ή παραφρασμένα από εκθέσεις ή την επίσημη εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οποία ούτε καν αναλύονται ή σχολιάζονται μέσα στην εργασία....

Τώρα περνάμε στο δεύτερο ζήτημα για το οποίο θέλω να μιλήσω που είναι η ποιότητα του έργου της υποψήφιας και συγκεκριμένα θα σταθώ σε τρεις από τις εργασίες της. Η πρώτη έχει τον τίτλο "Family and school abandoment". Η εργασία όπως μας είπε ο κύριος Λ. είναι γραμμένη στην αγγλική γλώσσα. Διαβάζω μερικές αράδες από την εργασία.

Όσοι έχετε μαζί σας το κείμενο παρακαλώ δείτε στη σελίδα 1. Ακούστε, όσοι ξέρετε αγγλικά βέβαια... Όπως γίνεται προφανές από την ανάγνωση των παραπάνω αποσπασμάτων αλλά και ολόκληρου του κειμένου, σε όσους προσπάθησαν να το διαβάσουν, το επίπεδο των αγγλικών είναι απαράδεκτα χαμηλό με αποτέλεσμα το κείμενο να είναι τελείως ακατάληπτο.

Ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους η συγκεκριμένη εργασία έγινε δεκτή για δημοσίευση, κατά τη γνώμη μου, πρόκειται για ένα τόσο χαμηλής ποιότητας κείμενο που προφανώς και δυστυχώς, εκθέτει το τμήμα μας και το Πανεπιστήμιο …, το οποίο μάλιστα αναφέρεται πρώτο κάτω από το όνομα της υποψήφιας. Μια δεύτερη εργασία που είναι ενδεικτική της ποιότητας του έργου της κυρίας Ν.

έχει ως τίτλο "...". Αφήνοντας το θέμα της γλωσσικής επάρκειας του κειμένου κατά μέρος, αν και ομολογουμένως εδώ το επίπεδο των αγγλικών είναι κάπως βελτιωμένο σε σχέση με της προηγούμενης εργασίας, πράγμα παράδοξο βέβαια γιατί η εργασία γράφτηκε δύο χρόνια νωρίτερα, θα ήθελα να σταθώ σε κάτι άλλο... Ποιά ακριβώς είναι η συμβολή αυτής της "επιστημονικής" εργασίας, βάζω σε εισαγωγικά τον όρο επιστημονική αν κάποιος ενδιαφέρονταν για τα παιδικά προγράμματα που μεταδίδουν οι τηλεοπτικοί σταθμοί στην Ελλάδα, δε χρειαζόταν να μελετήσει το δυσνόητο, εξαιτίας των αγγλικών βέβαια, κείμενο της υποψήφιας, αλλά απλά να ανοίξει και να φυλλομετρήσει το εβδομαδιαίο πρόγραμμα της τηλεόρασης.

Καταλήγοντας, η άποψή μου για τη συγκεκριμένη εργασία είναι ότι πρόκειται για ένα κείμενο που δεν ανταποκρίνεται ούτε καν στις στοιχειώδεις απαιτήσεις μιας εργασίας που εκπονείται στο πλαίσιο ενός προπτυχιακού μαθήματος και όχι για εργασία ενός υποψήφιου που κρίνεται για να καταλάβει μια θέση ΔΕΠ και μάλιστα στο βαθμό του επίκουρου καθηγητή.

Η τρίτη από τις εργασίες που θέλω να σχολιάσω σε σχέση με την ποιότητα του έργου της υποψήφιας είναι η εργασία με τίτλο: "...". Η εργασία αυτή περιλαμβάνεται στην υποενότητα βιβλία - λοιπό έργο στο υπόμνημα της κρινόμενης, ενώ στη σελίδα 5 του σημειώματος της κυρίας Γ., η ίδια εργασία περιγράφεται ως έχουσα τις προϋποθέσεις προκειμένου να συμπεριληφθεί στο συνολικό συγγραφικό έργο της κρινόμενης υποψήφιας.

Ας δούμε όμως το τι πραγματεύεται η εν λόγω εργασία. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα corpus με τα πεπραγμένα ενός προγράμματος, του οποίου η υποψήφια είχε την επιστημονική ευθύνη. Από τις 77 σελίδες του, οι 10 αφορούν στην αξιολόγηση του προγράμματος από την κα Ν.. Οι υπόλοιπες περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, καταλόγους με τα ονόματα των διδασκόντων και των σπουδαστών που καλύπτουν περίπου 15 σελίδες, τα παρουσιολόγια του προγράμματος, περίπου 5 σελίδες, την ύλη που διδάχθηκε, περίπου 8 σελίδες, έναν κατάλογο με τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες των σπουδαστών, περίπου 7 σελίδες και προσέξτε κύριοι συνάδελφοι, τις ομιλίες ενός Δημάρχου και ενός βουλευτή σε εκδήλωση που σχετίζονταν με το πρόγραμμα, σελίδες 67-71.

Από την αξιολόγηση του προγράμματος διαβάζω δύο αποσπάσματα για να καταλάβετε σε τι είδους αξιολόγηση προβαίνει η υποψήφια. Στη σελίδα 55, η κα Ν. αναφέρει: "Οι ιδιοκτήτες των εστιατορίων ήταν πάντα πρόθυμοι να προσφέρουν και φαγητά που δεν προσφέρονταν στο μενού και να επιλύουν οποιοδήποτε πρόβλημα και μάλιστα ad hoc".

Σελίδα 55 ενώ στη σελίδα 57 συνεχίζει: "Μια εξαιρετική δραστηριότητα που είχε πολύ μεγάλη επιτυχία ήταν τα μαθήματα χορού. Διδάχθηκαν οι πιο γνωστοί ελληνικοί παραδοσιακοί χοροί που πραγματοποιήθηκαν από τον κύριο X, τάδε, που με μεγάλη ευαισθησία και ενθουσιασμό ανέλαβε το δύσκολο έργο της διδασκαλίας του χορού σε 148 σπουδαστές".

Αν το εν λόγω πακέτο συνιστά βιβλίο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υποψήφιας και αν πράγματι αποτελεί μέρος του συγγραφικού έργου της, σύμφωνα με το εισηγητικό σημείωμα της κυρίας Γ., τα ερωτήματα που γεννώνται είναι δύο. Πρώτον, ποιά είναι η συνάφεια των δραστηριοτήτων αναψυχής των συμμετεχόντων στο εν λόγω πρόγραμμα με την ...

και δεύτερον, ποιά είναι η συμβολή της εν λόγω εργασίας στην επιστήμη γενικότερα και στην ... ειδικά. Για εμένα η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι απολύτως καμία. Ως προς το ακαδημαϊκό ήθος της υποψήφιας. Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το διδακτικό εγχειρίδιο "..." που έχει συγγράψει η κυρία Ν.

μαζί με τρεις άλλες συγγραφείς. Όσοι το έχετε μαζί σας μπορείτε να ανοίξετε στη σελίδα …και συγκεκριμένα για να παρακολουθήσετε καλύτερα στο κεφάλαιο που τιτλοφορείται "...". Διαβάζω: "Ειρήνη, θυμάσαι πέρυσι που μιλούσαμε για τα ...; Κάτι θυμάμαι. Μπορείς να μου επαναλάβεις κάποια βασικά πράγματα; Ευχαρίστως.

Η πνευματική ιδιοκτησία σχετίζεται με έργα και δημιουργίες που προκύπτουν από το πνεύμα του ανθρώπου, γι' αυτό άλλωστε αναφερόμαστε στα .... Όταν ένας άνθρωπος δίνει μορφή σε μια ιδέα του, για παράδειγμα, δημιουργεί ένα βιβλίο, ζωγραφιά, μουσική, φωτογραφία, κάνει δηλαδή ένα έργο πρωτότυπο, έχει δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας.

Και τί ακριβώς είναι αυτό; Είναι δικαίωμα ιδιοκτησίας ακριβώς όπως είναι το δικαίωμα που έχεις εσύ στα δικά σου πράγματα. Αυτό σημαίνει ότι κανείς δε μπορεί να χρησιμοποιήσει το έργο σου εάν πρώτα δε ζητήσει την άδειά σου. Επιπλέον, είναι δικαίωμα πάνω στο έργο σου να αναφέρεις το όνομά σου και υποχρέωση των άλλων να ζητήσουν την άδειά σου.

Και τί εξυπηρετεί το δικαίωμα αυτό; Όπως σεβόμαστε την ιδιοκτησία των άλλων και δεν παίρνουμε κάτι που τους ανήκει, έτσι πρέπει να σεβόμαστε και την πνευματική ιδιοκτησία. Με αυτό τον τρόπο αναγνωρίζουμε και εκτιμούμε την πνευματική εργασία εκείνων που την κατέβαλαν προκειμένου να δημιουργήσουν ένα έργο που μπορούν να το χαίρονται οι άλλοι.

Σε μια δημοκρατική κοινωνία ένα σημαντικό δικαίωμα είναι η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Η πνευματική ιδιοκτησία θέτει κανόνες για την απόλαυση των έργων των άλλων. Οι κανόνες αυτοί προστατεύουν το μόχθο του δημιουργού και διασφαλίζουν δίκαιη συνεργασία. Η κα Ν. επομένως διδάσκει με τα κείμενά της μαθητές της ΣΤ' τάξης του δημοτικού σχολείου τί σημαίνει ο όρος πνευματική ιδιοκτησία και πώς πρέπει κάποιος να ενεργεί σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία των άλλων.

Αυτό είναι τουλάχιστον οξύμωρο, αν όχι προκλητικό, αφού σύμφωνα με τα όσα παρουσίασε προηγουμένως η κα Κ., τους κανόνες σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία των άλλων η υποψήφια λησμόνησε να τους τηρήσει στα κείμενα που είχε καταθέσει στην προηγούμενη εκλογή της. Απομένει λοιπόν να δούμε εάν οι κανόνες αυτοί τηρούνται στο νέο έργο που η υποψήφια κατέθεσε προς κρίση" ... "Η εργασία είναι προϊόν συνεργασίας της υποψήφιας με την κα Λ.

Σ., συνάδελφο από το Τμήμα Νηπιαγωγών.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "…" το …. Η υποψήφια είναι πρώτη συγγραφέας. Στην εργασία αυτή, στην υποενότητα Ευρωπαϊκή Ένωση και μετανάστευση, στις σελίδες 276-277 είναι verbatim μεταφορά αποσπασμάτων από το κείμενο "Ελεγχόμενη μετανάστευση, η καλύτερη λύση για όλες τις πλευρές" και είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα που περιλαμβάνεται μάλλον στο κείμενο που έχετε στα χέρια σας και αυτού του κειμένου η ημερομηνία πρώτης ανάρτησης ήταν ο Απρίλιος του 2004.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι συγγραφείς διανθίζουν την εν λόγω υποενότητα με δικές του παραπομπές. Μ. και Π., Κ., ενώ στο τέλος της υποενότητας, στην υποσημείωση υπ' αριθμόν 1 παραπέμπουν στην ιστοσελίδα και τα λοιπά European Parliament και τα λοιπά. Επιχείρησα να ανοίξω τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα προκειμένου να δω σε ποια πηγή οι συγγραφείς παραπέμπουν και βρήκα την πρόσκληση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ψηφίσουν στις εκλογές του 2004, την οποία και καταθέτω στα πρακτικά.

Στην υποενότητα "Οικονομικά και μεταναστευτικά προβλήματα" και συγκεκριμένα στη σελίδα 280, οι παράγραφοι 2, 3, 4, οι σειρές 12-30 από επάνω, είναι μεταφορά αποσπασμάτων από το κείμενο του κυρίου Π. "...", το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα Athens και τα λοιπά. Η ημερομηνία πρώτης ανάρτησης Ιούνιος 2002.

Σε ένα σημείο του κειμένου τους, οι κυρίες Ν. και Σ. κάνουν αναφορά στον Π., λησμονούν ωστόσο να βάλουν σε εισαγωγικά αυτό και τα υπόλοιπα αποσπάσματα που verbatim ή σχεδόν κατά λέξη αντλούν από το κείμενο του. Στην επόμενη μάλιστα παράγραφο του κειμένου, αντί να παραπέμψουν στον Π., όπως θα έπρεπε, παραπέμπουν σε άλλο συγγραφέα, τον Μπάγκουιν Εντουαρντς, 1998.

Η παράγραφος 5 της ίδιας σελίδας, σειρές 31-40 από πάνω και η παράγραφος 1 της επόμενης, σελίδα 281, σειρές 1-9 από επάνω" ... "Η παράγραφος 5 της ίδιας σελίδας και η παράγραφος 1 της επόμενης είναι verbatim μετάφραση αποσπασμάτων από το λίμα ξενοφοβία του γλωσσάριου της UNESCO που είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα και τα λοιπά.

Όπως στην προηγούμενη περίπτωση, οι συγγραφείς δίνουν μια αναφορά στην τελευταία πρότασης της τελευταίας παραγράφου της σελίδας 281, στην ιστοσελίδα της UNESCO, λησμονώντας να βάλουν σε εισαγωγικά αυτή ή τις προηγούμενες προτάσεις που verbatim άντλησαν από εκεί Συνεχίζω. Στην υποενότητα "...", το τέλος της σελίδας 281, σειρές 1-3 από το τέλος, ολόκληρη η σελίδα 282, συμπεριλαμβανομένων και των υποσημειώσεων υπ' αριθμών 12 και 14 και η αρχή της σελίδας 283, είναι αποσπάσματα που προέρχονται verbatim από την εργασία της κυρίας Τ.

Π., με τίτλο "Θεσμικές καινοτομίες στην αντιμετώπιση της μετανάστευσης", η οποία δημοσιεύθηκε το 2002 στο επιστημονικό περιοδικό "Το Σύνταγμα". Ανατρέχοντας κανείς στο κείμενο των κ. Ν. και Σ. και στον πίνακα της βιβλιογραφίας τους διαπιστώνει ότι η εργασία της κυρίας Π. δεν αναφέρεται πουθενά. Εντύπωση μάλιστα προκαλεί το γεγονός ότι ακόμα και οι υποσημειώσεις, υπ' αριθμόν 12, 13 και 14 περιέχουν αναφορές των υποσημειώσεων 132, 133 και 22 του κειμένου της κυρίας Τ.

Π.. Τέλος, στην υποενότητα "Η αναγκαιότητα της μετανάστευσης και της ρύθμισής της", οι παράγραφοι 1 και 2 και μέρος της παραγράφου 3, δηλαδή οι σειρές 18-33 προέρχονται από κείμενο που είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο in.gr και έχει τον τίτλο "Ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξάνεται, οι Έλληνες μειώνονται σύμφωνα με την Eurostat".

Η ιστοσελίδα δίνεται επάνω στο κείμενο που σας έχω δώσει και η ημερομηνία πρώτης ανάρτησης είναι Μάιος του 2002. Έχω και άλλα σχετικά να πω αλλά δε θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Εξάλλου ήταν τόσο καταιγιστικά αυτά που παρουσιάστηκαν από την κυρία Κ. σήμερα και στην προηγούμενη διαδικασία κρίσης της κυρίας Ν.

ώστε όλοι νομίζω ότι έχουμε σχηματίσει άποψη για το έργο και το ακαδημαϊκό ήθος της υποψήφιας. Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή μου, θα ήθελα να αναφέρω τα εξής. Το συμβούλιο της Επικράτειας έχει αποφανθεί, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 7 του Ν. 1268/82 ότι ουσιώδες στοιχείο για τη συγκρότηση της προσωπικότητας του υποψηφίου είναι διάφορες πράξεις του κρινόμενου σχετικές με τη διαγωγή του ως επιστήμονα βάσει των οποίων αποδεικνύεται η ποιότητα του χαρακτήρα του, η ηθική του αξία, ο τρόπος σκέψης του και οι βαθύτερες πεποιθήσεις του.

Και εδώ θα ήθελα να διαφωνήσω με όσα μας είπε ο κ. Κ. προηγουμένως, ότι δηλαδή, άπαξ και έβγαλε τα κείμενα τα προηγούμενα που έπασχαν από το φάκελο, παύει να ισχύει και το πρόβλημα του ακαδημαϊκού ήθους. Δηλαδή συγνώμη, ξεχνάμε αυτά; Εγώ έτσι κατάλαβα. Ίσως σας ερμήνευσα λάθος. Εδώ βλέπουμε ότι έχουμε μια περίπτωση υποτροπιασμού σε πρακτικές οικείες της κυρίας Ν..

Έτσι ξεκίνησε, έτσι συνεχίζει. Φαντάζομαι έτσι θα τελειώσει ενδεχομένως αφού της δίνεται διαρκώς η ευκαιρία και η δυνατότητα και κατά την προσωπική μου άποψη, αυτές οι πρακτικές που περιγράφηκαν από εμένα και την κα Κ. εκτενώς δε συνάδουν με τους κανόνες ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Αντιστρατεύονται την εικόνα του ακαδημαϊκού δασκάλου και πλήττουν δυστυχώς το κύρος του Τμήματος και το Πανεπιστήμιο … στο σύνολο του.

Ευχαριστώ".... Ωστόσο, στα ως άνω υποστηριζόμενα από τις εναγόμενες, κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης για την εκλογή της ενάγουσας στη θέση της Επίκουρης καθηγήτριας, περιλαμβάνονται αναληθή πραγματικά περιστατικά και περιέχονται ισχυρισμοί, που συνιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, ως βάσιμα υποστηρίζει η τελευταία στην αγωγή της, αφού την εμφανίζουν ως επιστήμονα που στερείται ακαδημαϊκού ήθους, ως τελέσασα κατ' επανάληψη το αδίκημα της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και εν τέλει ως άτομο που δρα ιδιοτελώς, ώστε να πετύχει με κάθε τρόπο την εξέλιξή της στο Πανεπιστήμιο …, ενώ οι εκφράσεις που χρησιμοποιούν για το έργο της υποψήφιας ενάγουσας, εκφεύγουν των ορίων της δεοντολογίας και της καλόπιστης κριτικής των επιστημονικών εργασιών της τελευταίας, περιέχουσες, κατά την κοινή αντίληψη περιφρόνηση και μείωση της προσωπικότητάς της.

Συγκεκριμένα το σημείο όπου η πρώτη εναγομένη ομιλεί για εξαφάνιση απ' αυτήν στοιχείων του φακέλου κρίσεως της ενάγουσας, που αναφέρει ότι επιδεικνύει άγνοια ακαδημαϊκών κανόνων, ότι αγνοεί τι σημαίνει πνευματική ιδιοκτησία, ότι κοροϊδεύει τον εαυτό της ή κοροϊδεύει όλο το εκλεκτορικό σώμα, η έκφραση "κάτω από κάθε πάτο υπάρχει ένας ακόμη χαμηλότερος", "ότι πρόκειται για μιας χρήσεως ακαδημαϊκή συμπεριφορά", το σημείο όπου η πρώτη εναγομένη ομιλεί για "υποκρισία", όπου αναφέρει ότι η ενάγουσα τιμωρήθηκε και ότι δεν πρέπει "σώνει και καλά" να γίνει καθηγήτρια πανεπιστημίου, ότι "φιγουράρει" ως κριτής άλλων, ενώ τέλος αναρωτιέται αν αυτή είναι εν τέλει η Ελλάδα, ενώ όσον αφορά τη δεύτερη εναγομένη, το σημείο όπου εκφράζεται για το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας της ενάγουσας ως απαράδεκτα χαμηλό και τελείως ακατάληπτο, το σημείο όπου αναφέρει ότι θεωρεί "τόσο χαμηλής ποιότητος" το έργο της, ώστε εκθέτει το Πανεπιστήμιο …, το σημείο όπου η δεύτερη εναγομένη ονομάζει το επιστημονικό βιβλίο της "..." ως "πακέτο", όπου ομιλεί για "υποτροπιασμό συμπεριφοράς ελλείψεως ακαδημαϊκού ήθους", το σημείο όπου αναφέρει για την ενάγουσα ότι "Έτσι ξεκίνησε και έτσι συνεχίζει.

Φαντάζομαι έτσι θα τελειώσει ενδεχομένως, αφού της δίνεται διαρκώς η ευκαιρία, ότι οι πρακτικές της αντιστρατεύονται την εικόνα ακαδημαϊκού δασκάλου και πλήττουν το κύρος του Τμήματος και το Πανεπιστήμιο στο σύνολό του", που εμπεριέχονται στα επίμαχα πρακτικά του εκλεκτορικού σώματος συνιστούν ισχυρισμούς δυσφημιστικούς, που προσβάλουν την προσωπικότητα της ενάγουσας και συγκεκριμένα την τιμή και την υπόληψή της, τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, αφού την παρουσιάζουν, κατά τα προαναφερόμενα, ως ακαδημαϊκό χωρίς ήθος, επιστημονική επάρκεια και ως μη κατέχουσα στοιχειώδη προσόντα για τη θέση του καθηγητή.

Εξάλλου, όλα αυτά που ισχυρίστηκαν οι εναγόμενες για την ενάγουσα, πέραν του ότι είναι καθεαυτά μειωτικά, ελέγχονται ως ψευδή εν γνώσει των εναγόμενων. Συγκεκριμένα, γνώριζαν, αμφότερες οι εναγόμενες, ως κατ' επανάληψη μέλη του εκλεκτορικού σώματος, ότι η ενάγουσα δεν υποχρεούνταν να περιλάβει στο κατατεθέν στην εισηγητική επιτροπή και στο εκλεκτορικό σώμα, όπου κρίνεται η εκλογή της, όλο το επιστημονικό της έργο, αλλά κατά νόμον να προβάλει εκείνο το μέρος του έργου της, βάσει του οποίου επιθυμούσε να κριθεί ως εν προκειμένω...

Άρα η αναφορά τους και δη, κυρίως, της πρώτης εναγόμενης - απόψεις της, που υιοθετεί και η δεύτερη εξ αυτών, η οποία αναφέρεται επί λέξει "περί εξαφάνισης" από την ενάγουσα των έργων, που τέθηκαν υπόψη του εκλεκτορικού σώματος το 2006, όπου η ενάγουσα κρίθηκε ακατάλληλη να εκλεγεί στη θέση ΔΕΠ για την οποία έθεσε εκ νέου υποψηφιότητα- είναι αναληθής και έγινε σκοπίμως απ' αυτήν με σκοπό να θίξει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας και να πλήξει την καταλληλότητα της εκλογής της, αφού γνώριζε πολύ καλά ως και η ίδια ομολογεί (βλ.

ως άνω όπου επί λέξει αναφέρει "Έχει δικαίωμα ο υποψήφιος να υποβάλλει έναν καινούργιο φάκελο κάθε φορά") ότι η ενάγουσα είχε δικαίωμα να μην περιλάβει στο φάκελό της τα εν λόγω έργα που τέθηκαν υπόψη του εκλεκτορικού σώματος το 2006, βάσει των οποίων κρίθηκε ακατάλληλη να εκλεγεί. Ούτε βέβαια ασκήθηκε ποτέ πειθαρχική ή ποινική δίωξη σε βάρος της ενάγουσας για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, ως ψευδώς ισχυρίζονται ενώπιον του εκλεκτορικού σώματος οι εναγόμενες αναφέροντας η μεν πρώτη επί λέξει "Τιμωρήθηκε.

Τιμωρήθηκε, συνεχίζει, πρέπει σώνει και καλά να είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου; Πρέπει να είναι καθηγήτρια Πανεπιστημίου, είτε είναι δικά της, είτε δεν είναι δικά της"., η δε δεύτερη επί λέξει "Εδώ βλέπουμε ότι έχουμε μια περίπτωση υποτροπιασμού σε πρακτικές οικείες της κυρίας Ν.. Έτσι ξεκίνησε, έτσι συνεχίζει.

Φαντάζομαι έτσι θα τελειώσει ενδεχομένως αφού της δίνεται διαρκώς η ευκαιρία και η δυνατότητα και κατά την προσωπική μου άποψη, αυτές οι πρακτικές που περιγράφηκαν από εμένα και την κα Κ. εκτενώς δε συνάδουν με τους κανόνες ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Αντιστρατεύονται την εικόνα του ακαδημαϊκού δασκάλου και πλήττουν δυστυχώς το κύρος του Τμήματος και το Πανεπιστήμιο … στο σύνολο του".

Περαιτέρω, στις αιτιάσεις που προέβαλαν για την υποβολή αρνητικής ψήφου για την εκλογή της ενάγουσας οι εναγόμενες ανέφεραν επιπλέον τα εξής: Ότι η εργασία της με τίτλο "…" δεν έχει παραπομπές και υποσημειώσεις, η εκλέκτορας - δεύτερη εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι οι σελίδες 276-277 του άρθρου είναι αντιγραφή από το κείμενο "…" που είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης http//www.europarl.europa.eu/highlights/el/502.html, χωρίς να παραπέμπει η υποψήφια.

Η αλήθεια, όμως, ως προς αυτό είναι ότι η ενάγουσα αναφέρεται στο συγκεκριμένο άρθρο με παράθεση υποσημείωσης στη σελίδα 277 με σημείωση της συγκεκριμένης ιστοσελίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και που ακριβώς. Το κείμενό της είναι εμπλουτισμένο και μάλιστα έχει και αναφορές σε άλλες πηγές, στις οποίες και παραπέμπει:

Μ. & Π. 2003, (Μ., X. & Π., Δ. (2003), Μεταναστευτικές τάσεις και Ευρωπαϊκή Μεταναστευτική Πολιτική, Μελέτες του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ) και Κ., 2001 (Κ., Α. (2001), Ο ρόλος της μετανάστευσης στην Ευρωπαϊκή αγορά εργασίας και ειδικότερα στις εργασιακές σχέσεις και η περίπτωση της Ελλάδας. Στο: X Ν. & Μ. Χ. (επιμ.), Μετανάστες και Μετανάστευση:

Οικονομικές, Πολιτικές και Κοινωνικές Πτυχές, Αθήνα: Πατάκης, σελ. 195-218). Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίσθηκε επίσης ότι "Στην υποενότητα "Οικονομικά και μεταναστευτικά προβλήματα" και συγκεκριμένα στη σελ. 280, οι παράγραφοι?2, 3, 4, οι σειρές 12-30 από επάνω, είναι μεταφορά αποσπασμάτων από το κείμενο του κυρίου Π. "..." το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά και είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα Athens και τα λοιπά".

Η αλήθεια, όμως, ως προς αυτό είναι ότι στη συγκεκριμένη σελίδα για τα εν λόγω αποσπάσματα υπάρχει η υποσημείωση 9: "Πρβλ. στο άρθρο του Miguel Pajares που είναι μέλος του Ceres (Κέντρο Μελετών των CC.OO.[1] της Καταλονίας) και ειδικός της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ECOSOC) σε θέματα μετανάστευσης και ασύλου.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στην EL PAIS, Μαδρίτη, Τετάρτη 19 Ιουνίου 2002, ενώ η ελληνική εκδοχή του είναι από την ιστοσελίδα: http//www.athens.indvmedia.org: "Η μετανάστευση ως σόφισμα, η ξενοφοβία ως πραγματικότητα". Περαιτέρω υπάρχει παραπομπή και σε άλλη πηγή: Baldwin/Edwards, 1998 (Baldwin/Edwards, Μ. (1998), Κρατικές Πολιτικές για τη μετανάστευση:

Συγκριτική ανάλυση στο Ευρωπαϊκό Νότο. Στο: Ξ. Π. & Γ.. Κ., Επετηρίδα Εργασίας, Αθήνα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Παντείου Πανεπιστημίου, σελ. 191-198). Εξάλλου, η δεύτερη εναγομένη ισχυρίστηκε ότι στη σελ. 280-281 του άρθρου υπάρχει αντιγραφή από το λήμμα ξενοφοβία του γλωσσάριου της Ουνέσκο που είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα της Ουνέσκο.

Αντίθετα, η αλήθεια είναι ότι υπάρχει σχετική αναφορά (Η παράγραφος αρχίζει "Σύμφωνα με την Ουνέσκο [...]") και υποσημείωση νούμερο 10 ως εξής: Πρβλ. τη γαλλική έκδοση του γλωσσάριου της Ουνέσκο με θέμα: Μετανάστευση-Ξενοφοβία στην ιστοσελίδα:.//portal, unesco, org/shs/fr/ev.php-ID=3026&URL DO=DO TOPIC&URL SECTION=201 html. Ακόμη, η δεύτερη εναγομένη ισχυρίστηκε ότι στην υποενότητα "..." χωρίς παραπομπή στο κείμενο σελ. 281 και 282 υπάρχει αντιγραφή από κείμενο στο οποίο η συγγραφέας δεν αναφέρεται (Τ.

Π. νομ. Συμβούλου ΥΠ.ΕΞ., θεσμικές Καινοτομίες στην αντιμετώπιση της Μετανάστευσης). Αντίθετα, η αλήθεια είναι ότι όσα καταγράφονται προέρχονται από την εισηγητική έκθεση του νόμου 2910/2001 και αναφέρονται μέσα στο κείμενο: Σελ. 281 "[...] σε μεγάλο βαθμό ο ν. 2910/2001 επαναλαμβάνει ρυθμίσεις [..]" Σελ. 282 "Σύμφωνα με την εισαγωγική έκθεση του ν. 2910/2001 (και σε υποσημείωση, σελ.1) ορισμένες από τις θεσμικές αλλαγές..." Και οι δύο συγγραφείς αντλούν στοιχεία από τον ίδιο νόμο...

Επίσης, η δεύτερη εναγομένη ισχυρίσθηκε ότι στην υποενότητα "Στην αναγκαιότητα της μετανάστευσης και της ρύθμισής της" οι παράγραφοι 1 και 2 και μέρος της παραγράφου 3, δηλ. οι σειρές 18-33 προέρχονται από κείμενο που είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο in.gr και έχει τον τίτλο "Ο πληθυσμός της Ελλάδας αυξάνεται, οι Έλληνες μειώνονται σύμφωνα με τη Eurostat".

Αντίθετα, η αλήθεια είναι ότι η ίδια αναφέρει στο κείμενο ότι τα στοιχεία προέρχονται από τη Eurostat "[...] σύμφωνα με τη Eurostat" και από τον Γ., 2001: 108. Επομένως, όπως αποδείχθηκε και τα ανωτέρω υποστηριχθέντα από τις εναγόμενες ενώπιον του εκλεκτορικού σώματος κατά την επίδικη συνεδρίαση, με τα οποία η ενάγουσα παρουσιάζεται ως λογοκλόπος συνιστούν ψευδή γεγονότα.

Ειδικά, ως προς το ζήτημα της λογοκλοπής ο δόλος τους να συκοφαντήσουν την ενάγουσα, ενισχύοντας την υποστηριζόμενη από αυτούς θέση για δήθεν έλλειψη απ' αυτήν ακαδημαϊκού ήθους αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα τις ως άνω αιτιάσεις της περί "κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας από την ενάγουσα" για το υπό κρίση έργο της "...", προσπαθεί να το συνδέσει, με έργα της ενάγουσας που τέθηκαν υπόψη του εκλεκτορικού σώματος στην ανεπιτυχή εκλογή της το 2006, κατά την οποία πράγματι δεν εξελέγη, αφού σε σύνολο εκλεκτόρων 21 παρόντων και 20 ψηφισάντων, πήρε 19 αρνητικές ψήφους και μία λευκή, διότι πράγματι το έργο που τότε παρουσίασε είχε θολό επιστημονικό ίχνος και έλλειψη επιστημονικής ταυτότητας, λέγοντας επί λέξει "Εδώ βλέπουμε ότι έχουμε μια περίπτωση υποτροπιασμού σε πρακτικές οικείες της κυρίας Ν..

Έτσι ξεκίνησε, έτσι συνεχίζει...."... Η αναλήθεια, εξάλλου, και αβασιμότητα των ως άνω συκοφαντικών ισχυρισμών των εναγόμενων περί ελλείψεως ακαδημαϊκού ήθους της ενάγουσας και περί ύπαρξης στο πρόσωπό της όλων των τυπικών αλλά και ουσιαστικών προσόντων για την προαγωγή της αποδείχθηκε περίτρανα από το γεγονός ότι το εκλεκτορικό σώμα, η ορθότητα της επιστημονικής κρίσης του οποίου είναι ανέλεγκτη ακυρωτικά...

με συντριπτική πλειοψηφία (ήτοι επί συνόλου 15 εκλεκτόρων, με θετικές ψήφους εννέα (9) και αρνητικές τρεις (3), καθώς και μία (1) λευκή), εξέλεξε την ενάγουσα σε θέση Δ.Ε.Π. με θητεία στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή και με γνωστικό αντικείμενο την "...", στην οποία διορίσθηκε με την υπ' αριθμ. ... πράξη του Πρύτανη του Πανεπιστημίου …από 20-12-2010 και μονιμοποιήθηκε με την αριθμό ...

πράξη του ιδίου, κατά τα ανωτέρω, χωρίς να εκδοθεί γι' αυτές πράξη αρμοδίου οργάνου περί ανακλήσεώς τους, καλυπτόμενες αυτές ως εκ τούτου από το τεκμήριο νομιμότητας, που σύμφωνα με πάγια αρχή του διοικητικού δικαίου παράγουν οι διοικητικές πράξεις... Μετά τις παραπάνω παραδοχές, η ένδικη αδικοπραξία που τελέστηκε σε βάρος της ενάγουσας, συνίσταται στη συκοφαντική δυσφήμησή της, καθόσον τα όσα ισχυρίσθηκαν οι εναγόμενες, κατά τα ανωτέρω, για την ενάγουσα, που περιήλθαν σε γνώστη τρίτων προσώπων, τέτοια πρόσωπα δε είναι..., οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή αρχή και δη εν προκειμένω, τα μέλη του εκλεκτορικού σώματος, λοιποί συνάδελφοί τους, οι φοιτητές που ήταν παρόντες κατά την ως άνω συνεδρίαση της γενικής συνέλευσης και του εκλεκτορικού σώματος της 30.6.2010, η γραμματέας κλπ...., που έλαβαν γνώση των ως άνω συκοφαντικών ισχυρισμών τους, είναι κατά την κοινή πείρα ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή της, αφού της απέδωσαν συμπεριφορές ποινικά κολάσιμες (και δη της λογοκλοπής) και ηθικά επιλήψιμες, που ενείχαν αμφισβήτηση του κύρους, της επιστημονικής κατάρτισης, της ηθικής υπόστασης και της αξιοπρέπειάς της, πράγμα, που οι εναγόμενες, γνώριζαν και αποδέχονταν.

Ισχυρίσθηκαν βέβαια οι εναγόμενες πρωτόδικα, ισχυρισμό που επαναφέρουν με το σχετικό λόγο των ένδικων εφέσεων τους, ότι όποια προσβολή υπέστη η ενάγουσα από τα ως άνω λεχθέντα απ' αυτές στην ανωτέρω συνεδρίαση του εκλεκτορικού σώματος δεν ήταν παράνομη, έστω και αν περιείχε οξείς και δυσμενείς αναφορές σε βάρος της, γιατί έγινε από το δικαιολογημένο ενδιαφέρον τους, στα πλαίσια των νομίμων καθηκόντων τους ως μελών του εκλεκτορικού σώματος, αρμοδίων να κρίνουν την εκλογή της ενάγουσας στην ως άνω θέση και το έργο της, προβλήθηκαν δε για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και της πανεπιστημιακής παιδείας που ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, χωρίς κανένα σκοπό εξύβρισης της ενάγουσας.

Ο ισχυρισμός τους αυτός, που ερείδεται στο άρθρο 367 παρ.1 ΠΚ είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού..., εφόσον η δυσφήμιση της ενάγουσας ήταν συκοφαντική, ως εν προκειμένω, δεν επέρχεται άρση του αδίκου της δυσφημίσεως της ενάγουσας από τις εναγόμενες και γι' αυτό η προσβολή της προσωπικότητάς της είναι παράνομη.

Εξάλλου, από την επισκόπηση όλων όσων ανέφεραν οι εναγόμενες ενώπιον του εκλεκτορικού σώματος για την ενάγουσα και το έργο της, ενείχαν, κατά την αντικειμενική τους εκτίμηση, πέραν του στοιχείου της συκοφαντικής δυσφήμησης και την σπίλωση της επαγγελματικής ύπαρξης και της προσωπικής υπόστασης της ενάγουσας παρουσιάζοντάς την ως υπηρεσιακώς ανεπαρκή πανεπιστημιακή δάσκαλο, με προφανή σκοπό την καταφρόνηση του προσώπου της και την επαγγελματική της απαξίωση, σε τρόπο ώστε να συντρέχουν τα στοιχεία τόσο της συκοφαντικής δυσφήμησης, κατά τα προαναφερόμενα όσο και της εξύβρισης σε βάρος της (βλ.

ως άνω αναφορές της πρώτης εξ αυτών "αν θα ακολουθήσει τα βήματα του Μάρξ δεν γνωρίζω", "κάτω από κάθε πάτο υπάρχει ένας ακόμη χαμηλότερος, υπονοώντας σαφώς ότι είναι η ενάγουσα είναι άτομο και ακαδημαϊκό μέλος κατώτατης στάθμης καθώς και της δεύτερης εξ αυτών η οποία εκφράζεται για το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας της ενάγουσας ως απαράδεκτα χαμηλό και τελείως ακατάληπτο, όπου αναφέρει ότι θεωρεί "τόσο χαμηλής ποιότητος" το έργο της ώστε εκθέτει το Πανεπιστήμιο …, ονομάζει το ως άνω επιστημονικό βιβλίο της ως "πακέτο", ομιλεί για "υποτροπιασμό συμπεριφοράς ελλείψεως ακαδημαϊκού ήθους αναφέρει για την ενάγουσα ότι "Έτσι ξεκίνησε και έτσι συνεχίζει".

Επομένως, η ενάγουσα από τη πραναφερόμενη (υπαίτια) συμπεριφορά των εναγομένων υπέστη παράνομα προσβολή της προσωπικότητάς της, που συνιστά αδικοπραξία. Δικαιούται, λοιπόν, σύμφωνα με τα άρθρα 57, 59, 914 και 932 ΑΚ να αξιώσει από τις εναγόμενες χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης...

Εξάλλου, η ενάγουσα από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια αδικοπρακτική, συκοφαντική και εξυβριστική συμπεριφορά των εναγόμενων υπέστη ηθική βλάβη. Για την αποκατάσταση αυτής, λαμβανομένων υπόψη του αγαθού που προσεβλήθη (προσωπικότητα), της βαρύτητας της προσβολής, του τρόπου αυτής, του τόπου, χρόνου και της διάρκειάς της (καθώς οι εναγόμενες τους προαναφερόμενους σε βάρος της ενάγουσας συκοφαντικούς και μειωτικούς της προσωπικότητάς της ισχυρισμούς επανέλαβαν και μετά την εκλογή της ενάγουσας στην ανωτέρω θέση στα από 5-11-2010 και από 16-11-2010 υπομνήματά τους, τα οποία απηύθυναν προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου …με τα οποία ζήτησαν την ακύρωση της εκλογής της και κατόπιν στην από 30.4.2013 αίτηση ακύρωσης που άσκησαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων κατά της ως άνω πράξης διορισμού της του ως άνω Πρύτανη), της υπαιτιότητας των εναγόμενων, της έκτασης της προκληθείσας βλάβης, της έκτασης δημοσιότητας της προσβολής, αφού αυτή περιήλθε σε γνώση μεγάλου αριθμού τρίτων προσώπων, του μεγέθους της πικρίας που δοκίμασε η ενάγουσα, των συνθηκών της ζωής και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στην ενάγουσα, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 12.000 ευρώ, το οποίο, μετά από στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων..., κρίνεται εύλογο.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δέχθηκε τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, ακολούθως δε, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά των αναιρεσειουσών συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση, απέρριψε (με επάλληλη αιτιολογία) την προβληθείσα από αυτές ένσταση από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ, κατά παραδοχή ως βάσιμης της (ασκηθείσας καθ' υποφορά με την αγωγή της) από το άρθρο 367 παρ. 2 ΠΚ αντένστασης της αναιρεσίβλητης, και έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας εκάστη των αναιρεσειουσών να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 12.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η τελευταία από την ανωτέρω σε βάρος της αδικοπραξία, δηλαδή μεγαλύτερο ποσό χρηματικής ικανοποίησης σε σχέση με αυτό (των 10.000 ευρώ) που είχε επιδικασθεί πρωτοδίκως.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 362, 363 και 367 του ΠΚ, καθόσον τα ανωτέρω, ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και άρα αδικοπραξία, και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της και την απόρριψη της ένστασης των αναιρεσειουσών από τη διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ' ΠΚ, αντίστοιχα δε, την παραδοχή της αντένστασης της αναιρεσίβλητης από την διάταξη του άρθρου 367 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, και, συνακόλουθα, δικαιολογούν την παροχή σ' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, δεδομένου ότι η ανωτέρω, ανελέγκτως δεκτή γενόμενη ως αποδειχθείσα, συμπεριφορά των αναιρεσειουσών και παράνομη είναι αλλά και υπαίτια και, επίσης, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα της προσβολής της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης, αφού ήταν ικανή, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη βλάβη, την οποία και επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση.

Ειδικότερα δε, η ως άνω διάταξη του άρθρου 367 παρ. 1γ ΠΚ, δεν ήταν εφαρμοστέα, λόγω της έχουσας χαρακτήρα συκοφαντικής δυσφήμησης συμπεριφοράς των αναιρεσειουσών, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο με την πρώτη επάλληλη αιτιολογία του, σύμφωνα με την οποία "εφόσον η δυσφήμιση της ενάγουσας ήταν συκοφαντική, ως εν προκειμένω, δεν επέρχεται άρση του αδίκου της δυσφημίσεως της ενάγουσας από τις εναγόμενες και γι' αυτό η προσβολή της προσωπικότητάς της είναι παράνομη", αφού, πράγματι, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη, η περιέχουσα τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης συμπεριφορά κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής.

Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν στέρησε αυτήν από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα στο οποίο κατέληξε και τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε και τα οποία ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ειδικότερα, δικαιολογούσαν την παραδοχή της ένδικης αγωγής τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: α) ότι, με βάση τα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες, την 30.6.2010 κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης για την εκλογή της αναιρεσίβλητης στη θέση της Επίκουρης καθηγήτριας, γεγονότα (τα οποία αυτές επανέλαβαν και με τα μεταγενέστερα από 5.11.2010 και από 16.11.2010 υπομνήματά τους προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου …, με τα οποία ζήτησαν την ακύρωση της εκλογής της αναιρεσίβλητης), η τελευταία εμφανίζεται ως επιστήμονας που στερείται ακαδημαϊκού ήθους, ως τελέσασα κατ' επανάληψη το αδίκημα της κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας και ως άτομο που δρα ιδιοτελώς, ώστε να πετύχει με κάθε τρόπο την εξέλιξή της στο Πανεπιστήμιο …, β) ότι τα ανωτέρω γεγονότα ήταν ψευδή εν γνώσει των αναιρεσειουσών, αφού αυτές γνώριζαν, ως κατ' επανάληψη μέλη του εκλεκτορικού σώματος, αφενός ότι η αναιρεσίβλητη δεν υποχρεούνταν να περιλάβει στο κατατεθέν στην εισηγητική επιτροπή και στο εκλεκτορικό σώμα, όπου κρινόταν η επίμαχη εκλογή της, όλο το επιστημονικό της έργο, αλλά κατά νόμο να προβάλει εκείνο το μέρος του έργου της, βάσει του οποίου επιθυμούσε να κριθεί και αφετέρου ότι ουδέποτε ασκήθηκε πειθαρχική ή ποινική δίωξη σε βάρος της τελευταίας για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, γ) ότι τα ψευδή αυτά γεγονότα, των οποίων έλαβαν γνώση τα αναφερόμενα ως άνω τρίτα πρόσωπα, ήταν αντικειμενικά πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της αναιρεσίβλητης καθώς και την επιστημονική και επαγγελματική της οντότητα, ως αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητά της, αφού την εμφάνιζαν ως άτομο που επιδεικνύει συμπεριφορές ποινικά κολάσιμες, ηθικά επιλήψιμες και αντίθετες στο ακαδημαϊκό ήθος και συγκεκριμένα ότι "εξαφανίζει" στοιχεία του φακέλου κρίσεως της, ότι είναι κατ' επανάληψη λογοκλόπος και αγνοεί τι σημαίνει πνευματική ιδιοκτησία, ότι κοροϊδεύει τον εαυτό της ή κοροϊδεύει όλο το εκλεκτορικό σώμα, ότι το έργο της είναι "τόσο χαμηλής ποιότητος", ώστε εκθέτει το Πανεπιστήμιο …, ότι το επιστημονικό βιβλίο της "..." είναι "πακέτο", ότι εμφανίζει "υποτροπιασμό σε πρακτικές οικείες της, που δεν συνάδουν με τους κανόνες ακαδημαϊκής δεοντολογίας" και ότι "οι πρακτικές της αντιστρατεύονται την εικόνα ακαδημαϊκού δασκάλου και πλήττουν το κύρος του Τμήματος και το Πανεπιστήμιο … στο σύνολό του" και δ) ότι οι αναιρεσείουσες γνώριζαν την αναλήθεια των ως άνω γεγονότων και ότι αυτά ήταν ικανά να πλήξουν την τιμή και υπόληψη της αναιρεσίβλητης.

Αιτιολογείται, κατά συνέπεια, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις ο άμεσος δόλος των αναιρεσειουσών, η γνώση δηλαδή της αναλήθειας των όσων αυτές διέλαβαν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, η οποία αποτελεί ουσιώδες ζήτημα για την κατάφαση της τέλεσης συκοφαντικής δυσφήμησης από τις αναιρεσείουσες και η οποία θεμελιώνεται σε προσωπική τους αντίληψη για τα κρίσιμα γεγονότα που συνέβησαν, κατά τις ανέλεγκτες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έτσι ώστε να μην απαιτείται η παράθεση και άλλων, σχετικά με τη γνώση αυτή των αναιρεσειουσών, περιστατικών.

Δεν ήταν δε αναγκαίο να εκτίθεται στην απόφαση γιατί αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά περιστατικά, αφού το ζήτημα αυτό ανάγεται αποκλειστικά στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη νομική σκέψη. Περαιτέρω, το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό της πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 367 παρ. 2α του ΠΚ που εφαρμόσθηκε και τη μη συνδρομή εκείνων της παραγράφου 1, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού, όπως προεκτέθηκε, το γεγονός ότι η συμπεριφορά των αναιρεσειουσών περιέχει τα συστατικά στοιχεία της συκοφαντικής δυσφήμησης, κωλύει την εφαρμογή της διάταξης περί άρσης του άδικου χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτής.

Επίσης, αιτιολογείται επαρκώς και το ίδιο ύψος της επιδικασθείσας σε βάρος εκάστης αναιρεσείουσας χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσίβλητης με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό της, ήτοι με βάση την βαρύτητα της προσβολής της τελευταίας, τον τόπο, χρόνο, διάρκεια και έκταση δημοσιότητας της προσβολής, την υπαιτιότητα εκάστης των αναιρεσειουσών, την έκταση της προκληθείσας βλάβης της αναιρεσίβλητης από την συμπεριφορά εκάστης αυτών και το μέγεθος της πικρίας που η ίδια δοκίμασε, καθώς και την προσωπική και οικονομική κατάσταση εκάστου των διαδίκων.

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης, καθώς και οι πρώτος και τέταρτος, από τους ίδιους ως άνω αριθμούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης (και όχι και από το άρθρο 8, όπως αναφέρεται στο συγκεκριμένο αναιρετήριο), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης (Μ. Κ.), με το δεύτερο λόγο αυτής (κατά τη νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του), προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι και από τους αριθ. 8 και 9, που αναφέρονται στο αναιρετήριο), με την οποία πλήττεται η δεύτερη από τις επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, που απέρριψε την από το άρθρο 367 παρ. 1 ΠΚ ένσταση της αναιρεσείουσας ως αβάσιμη με την αιτιολογία ότι όσα ανέφερε η ως άνω αναιρεσείουσα ενώπιον του εκλεκτορικού σώματος για την αναιρεσίβλητη και το έργο της (ήτοι οι φράσεις της "αν θα ακολουθήσει τα βήματα του Μάρξ δεν γνωρίζω" και "κάτω από κάθε πάτο υπάρχει ένας ακόμη χαμηλότερος") "ενείχαν, κατά την αντικειμενική τους εκτίμηση, πέραν του στοιχείου της συκοφαντικής δυσφήμησης και την σπίλωση της επαγγελματικής ύπαρξης και της προσωπικής υπόστασης της ενάγουσας παρουσιάζοντάς την ως υπηρεσιακώς ανεπαρκή πανεπιστημιακή δάσκαλο, με προφανή σκοπό την καταφρόνηση του προσώπου της και την επαγγελματική της απαξίωση, σε τρόπο ώστε να συντρέχουν τα στοιχεία..

και της εξύβρισης σε βάρος της", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361 και 367 παρ. 1 περ. γ' του ΠΚ. Εφόσον, όμως, κατά τα ανωτέρω, η πρώτη από τις επάλληλες αιτιολογίες (ότι, δηλαδή, η συμπεριφορά και της ως άνω αναιρεσείουσας συνιστά συκοφαντική δυσφήμηση), δεν επλήγη με επιτυχία (αφού, όπως προεκτέθηκε, κρίθηκε αβάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος της υπό στοιχ.

Β' αίτησης αναίρεσης), ο λόγος αυτός, που αφορά τη δεύτερη επάλληλη αιτιολογία, είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα ανεπιτυχώς με την αναίρεση πρώτη επάλληλη αιτιολογία κατά τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Τέλος, ο τρίτος λόγος της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Εφετείο (και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εκτίμηση ότι η ως άνω αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε τις αναφερόμενες συγκεκριμένες φράσεις κατά της αντιδίκου της), είναι απαράδεκτος, αφού οι αιτιάσεις αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 1, 8 και 9 του ΚΠολΔ, ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, που, όπως προεκτέθηκε, δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας". Η διάταξη αυτή, η οποία βρίσκεται στο Τμήμα Α' του πρώτου μέρους του Συντάγματος που φέρει τον τίτλο "Μορφή του Πολιτεύματος", δεν θεσπίζει "ατομικό δικαίωμα", αλλά χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό, με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου.

Ο σεβασμός της αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της έκφρασης και δράσης των οργάνων της πολιτείας. Στην αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται πρωτίστως η ανθρώπινη προσωπικότητα ως εσωτερικό συναίσθημα τιμής και ως κοινωνική αναγνώριση υπόληψης. Με βάση τη διάταξη αυτή του άρθρου 2, που δεν αποτελεί απλή διακήρυξη αλλά κανόνα δικαίου συνταγματικού επιπέδου, η πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα, οφείλουν όχι μόνο να σέβονται αλλά και να "προστατεύουν" την αξία αυτή από προσβολές προερχόμενες από τρίτους.

Εξάλλου, το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι καθένας μπορεί να εκφράζει και διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του τηρώντας τους νόμους του κράτους. Το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, καθιερώνει με την παρ. 1 αυτού, την ελευθερία έκφρασης, δικαίωμα που περιλαμβάνει "την ελευθερία της γνώμης και την ελευθερία λήψεως ή μεταδόσεως πληροφοριών ή ιδεών, άνευ επεμβάσεως των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων", όμως, με την παρ. 2 αυτού προβλέπει δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολογήσεως εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

Όμοιες, δε, κατά βάση, διατάξεις θεσπίζονται και με το άρθρο 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997. Στην παρ. 1 του άνω άρθρου ορίζεται ότι κανένας δεν πρέπει να υπόκειται σε διακριτική μεταχείριση και να παρενοχλείται για τις απόψεις του, στην παρ. 2 αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, που περιλαμβάνει την ελευθερία της αναζήτησης, της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και απόψεων κάθε είδους, προφορικά ή γραπτά, σε κάθε μορφή τέχνης ή με κάθε άλλο μέσο της επιλογής του και στην παρ. 3 προβλέπεται η δυνατότητα επιβολής ορισμένων περιορισμών στο δικαίωμα αυτό, οι οποίοι, όμως, πρέπει να καθορίζονται με σαφήνεια από το νόμο και να είναι απαραίτητοι είτε για το σεβασμό των δικαιωμάτων ή της υπόληψης των άλλων είτε για την προστασία της εθνικής ασφάλειας, της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας ή των χρηστών ηθών.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις θεμελιώνεται η ελευθερία του ανθρώπου για την εκφορά, την εξωτερίκευση και δημοσίευση των σκέψεων, ιδεών, απόψεων, προτάσεων και γενικά της διανοίας του και τη διάδοση του περιεχομένου τους με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο, ταυτόχρονα, όμως, αναγνωρίζεται η δυνατότητα του Κράτους για την οριοθέτηση αυτής της ελευθερίας.

Έτσι, οι διατάξεις αυτές προβλέπουν τη δυνατότητα περιορισμού της ελευθερίας, ορίζοντας ότι η άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης έκφρασης συνεπάγεται καθήκοντα και ευθύνες και μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς ή κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για την εθνική ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, την προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων, για την παρεμπόδιση της κοινολόγησης εμπιστευτικών πληροφοριών ή για την εξασφάλιση του κύρους ή της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας.

Εξέχουσα, θέση μεταξύ των περιορισμών, που θέτουν η Ευρωπαϊκή Σύμβαση και το Διεθνές Σύμφωνο, έχει το δικαίωμα της προσωπικότητας (άρθρο 57 ΑΚ), σημαντική έκφραση της οποίας αποτελεί η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται στην εκτίμηση και αξία, που αποδίδεται σ' αυτόν από τους συνανθρώπους του (ΟλΑΠ 40/1998).

Επομένως, ο εκφραστής μιας άποψης ή ιδέας, για να αποφύγει να ευθύνεται ποινικά για τα αδικήματα της τιμής (άρθρα 361 επ. ΠΚ) και για αποζημίωση με βάση τα άρθρα 57 και 59 ΑΚ, θα πρέπει να εκφράζεται μέσα στα όρια που θέτουν οι νόμοι στα άρθρα που αφορούν την προστασία της προσωπικότητας κάθε προσώπου και, όταν το περιεχόμενο της έκφρασης θίγει την τιμή ή υπόληψη τρίτου προσώπου, η έκφραση να εμπίπτει στις εξαιρέσεις του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (ΑΠ 855/2022, ΑΠ 1547/2022, ΑΠ 1322/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης (Μ. Κ.), με το πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι και από τους αριθ. 8 και 19, που αναφέρονται στο αναιρετήριο), με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 10 της ΕΣΔΑ, καθώς και 14 και 16 του Συντάγματος για την ελευθερία της έκφρασης, ενόψει του ότι δέχθηκε προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσίβλητης μολονότι δεν υπήρξε, καθόσον οι φράσεις που αυτή (αναιρεσείουσα) χρησιμοποίησε μπορεί να ήταν δηκτικές και να είχαν έντονη κριτική διάθεση, πλην όμως ήταν αναγκαίες για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης της και δικαιολογούνταν στο πλαίσιο της ελευθερίας της έκφρασης σε συνδυασμό με την ακαδημαϊκή ελευθερία.

Σύμφωνα, όμως, με όσα προεκτέθηκαν, το Εφετείο, δεχόμενο ότι, με τις αναφερόμενες συγκεκριμένες φράσεις της αναιρεσείουσας, προσβάλλεται η τιμή και υπόληψη της αναιρεσίβλητης, καθόσον αποτελούν συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος της και, επιπλέον, ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε με σκοπό εξύβρισης της τελευταίας, ώστε να είναι αβάσιμη η προβληθείσα από αυτήν ένσταση εκ του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ, δεν παραβίασε τα άρθρα 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και απέκτησε την αυξημένη ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε τα άρθρα 14 και 16 του Συντάγματος, γιατί το δικαίωμα της αναιρεσείουσας, όπως και κάθε ανθρώπου, στην ελευθερία της έκφρασης, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές, υπόκειται, κατά την άσκησή του, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, σε περιορισμούς και κυρώσεις, που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της τιμής και υπόληψης και των δικαιωμάτων των τρίτων, η δε αποδειχθείσα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προσβλητική της τιμής και υπόληψης της αναιρεσίβλητης, συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, εμπίπτει στους κατά το νόμο περιορισμούς άσκησης του δικαιώματος αυτού.

Επομένως, ο ανωτέρω από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. IV. Από τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, προκύπτει ότι ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 161/2017).

Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2022, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019).

Εξάλλου, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναίρεσης (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης (Π. Μ.), με το δεύτερο λόγο αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής κρίσης του, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που η ίδια επικαλέσθηκε και προσκόμισε, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη:

α) τα πρακτικά συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος της 25.10.2006 με αριθμό 378/2006, από τα οποία προέκυπτε, όπως επικαλείται, ότι η αναιρεσίβλητη δεν εξελέγη, κατά την συγκεκριμένη συνεδρίαση, σε θέση ΔΕΠ στη βαθμίδα του Επίκουρου Καθηγητή, γιατί επτά τουλάχιστον από τις υποβληθείσες εργασίες της δεν είχαν την απαιτούμενη και ορθή, σύμφωνα με την ακαδημαϊκή δεοντολογία, αναφορά σε έργα άλλων συγγραφέων, β) την 208/27.7.2011 γνωμοδότηση της νομικής υπηρεσίας του Πανεπιστημίου .., από την οποία προέκυπτε, όπως ισχυρίζεται, ότι η ως άνω νομική υπηρεσία έκρινε ότι υπήρχαν ελλείψεις ως προς την αιτιολογία των ψήφων των εκλεκτόρων που τάχθηκαν υπέρ της εξέλιξης της αναιρεσίβλητης κατά την επίμαχη συνεδρίαση του εκλεκτορικού σώματος της 30.6.2010 και γ) το έγγραφο με τίτλο "Σ.-Μ.

Ν. ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ" που είναι αναρτημένο στη διαδικτυακή πλατφόρμα ΑΠΕΛΛΑ, καθώς και το "ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ" της αναιρεσίβλητης, που είναι αναρτημένο στον ιστότοπο του Παιδαγωγικού Τμήματος του Πανεπιστημίου …, από τα οποία προέκυπτε, όπως επικαλείται, ότι η τελευταία έχει αποσύρει την επίμαχη εργασία με τίτλο "...".

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως του εάν τα επικαλούμενα αυτά αποδεικτικά μέσα ήταν κρίσιμα ή μη για την απόδειξη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί "εκτεταμένης λογοκλοπής προϊόντων πνευματικής διανοίας άλλων επιστημόνων" εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (εκτός των αναφερόμενων ξενόγλωσσων εγγράφων που δεν συνοδεύονταν από μετάφραση στην ελληνική γλώσσα), και ιδιαίτερα από την παραδοχή της απόφασης που αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δηλαδή την παραδοχή ότι "Επομένως, όπως αποδείχθηκε και τα ανωτέρω υποστηριχθέντα από τις εναγόμενες (αναιρεσείουσες) ενώπιον του εκλεκτορικού σώματος κατά την επίδικη συνεδρίαση, με τα οποία η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) παρουσιάζεται ως λογοκλόπος συνιστούν ψευδή γεγονότα.

Ειδικά, ως προς το ζήτημα της λογοκλοπής ο δόλος τους να συκοφαντήσουν την ενάγουσα, ενισχύοντας την υποστηριζόμενη από αυτούς θέση για δήθεν έλλειψη απ' αυτήν ακαδημαϊκού ήθους αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η δεύτερη ενάγουσα (αναιρεσείουσα) τις ως άνω αιτιάσεις της περί "κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη)" για το υπό κρίση έργο της "...", προσπαθεί να το συνδέσει, με έργα της ενάγουσας που τέθηκαν υπόψη του εκλεκτορικού σώματος στην ανεπιτυχή εκλογή της το 2006, κατά την οποία πράγματι δεν εξελέγη..., διότι πράγματι το έργο που τότε παρουσίασε είχε θολό επιστημονικό ίχνος και έλλειψη επιστημονικής ταυτότητας...", δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τα ως άνω, φερόμενα ως αγνοηθέντα, αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο ανωτέρω, από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. V. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα ανάγνωσης) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 2093/2022, ΑΠ 295/2018).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 149/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης, με τον τέταρτο λόγο αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε κατ' ουσίαν το περιεχόμενο της επίμαχης τοποθέτησής της στην συνεδρίαση του εκλεκτορικού σώματος της 30.6.2010, δεχόμενο ότι αυτή υποστήριξε:

α) ότι η αναιρεσίβλητη δεν έχει δικαίωμα να αφαιρέσει παλαιά έργα από τον φάκελο της υποψηφιότητάς της και β) ότι στη σελ. 280-281 του άρθρου υπάρχει αντιγραφή από το λήμμα ξενοφοβία του γλωσσαρίου της Ουνέσκο. Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του προαναφερόμενου εγγράφου, το περιεχόμενο του οποίου, άλλωστε, παρέθεσε αυτολεξεί, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η επί μέρους αιτίαση της αναιρεσείουσας για την ανωτέρω υπό στοιχ.

α' παραδοχή του Εφετείου, είναι αβάσιμη ως στηριζόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, γιατί δεν περιλαμβάνεται τέτοια παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής. VΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105, 106 ΕισΝΑΚ και 1 παρ. 2 περ. η' του Ν. 1406/1983 συνάγεται ότι υπάγεται στην αρμοδιότητα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κάθε αγωγή αποζημίωσης, η οποία στηρίζεται στην ευθύνη του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ σε αποζημίωση για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων τους, που τελούνται κατά την ενάσκηση της υπηρεσίας που τους έχει ανατεθεί και τελούν σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας ή κατά κατάχρηση αυτής, η οποία υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε καθ' υπέρβαση των ανατεθέντων καθηκόντων ή με αφορμή την υπηρεσία, αλλά κατά παράβαση των διαταγών ή εντολών που έχουν δοθεί και τελεί σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια προς την εκτέλεση της υπηρεσίας τους (ΟλΑΠ 1114/1986), ευθύνη η οποία ανακύπτει, όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις ή από παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ να εκδώσουν τέτοιες πράξεις, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων αυτών που τελέσθηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείριση της περιουσίας του Δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των καθηκόντων του (ΑΕΔ 53/1995, ΑΠ 1323/2021).

Από τις ίδιες, όμως, ως άνω διατάξεις προκύπτει, περαιτέρω, ότι στις περιπτώσεις που, για τις αναφερόμενες ανωτέρω πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες, ενάγεται ως προσωπικώς υπεύθυνο προς αποζημίωση, όχι το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά το όργανο (του Δημοσίου ή του ΝΠΔΔ) που προκάλεσε τη ζημία, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, υπέχει προσωπική ευθύνη για ανόρθωση της ζημίας (προσωπικό πταίσμα - ενέργεια εκτός του κύκλου των καθηκόντων του), ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων να κρίνουν επί της αγωγής αυτής, γιατί, στις περιπτώσεις αυτές, η διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 53/1995, ΑΠ 1323/2021, πρβλ.

ΑΠ 1813/2022, ΑΠ 1113/2019, ΑΠ 1422/2017, ΑΠ 1182/2015). Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας με συνέπεια να απορρίψει έτσι, κατά το άρθρο 4 του ΚΠολΔ, την αγωγή, μολονότι κατά νόμο είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του ως άνω άρθρου, δηλαδή της κήρυξης ή μη κήρυξης απαραδέκτου παρά τον νόμο (ΟλΑΠ 860/1984, ΑΠ 286/2019, ΑΠ 397/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα της υπό στοιχ. Α' αίτησης αναίρεσης, με τον πέμπτο (και τελευταίο) λόγο αυτής, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, με το να δεχθεί ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν την ένδικη αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ στερούνταν τέτοιας δικαιοδοσίας, δεδομένου ότι η αποδιδόμενη σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) αδικοπραξία, στηρίζεται σε πράξεις που ανάγονται στον κύκλο και στην άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων της ως Επίκουρης Καθηγήτριας ΑΕΙ, δηλαδή ως λειτουργού ΝΠΔΔ (ήτοι του Πανεπιστημίου …), με συνέπεια η ένδικη υπόθεση, κατά τους ισχυρισμούς της, να αφορά διοικητική διαφορά ουσίας και, ως τέτοια, να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι η επιδιωκόμενη με την αγωγή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή προσωπικότητας επελθούσα με αδικοπραξία (συκοφαντική δυσφήμηση), με εναγόμενη την ίδια την αναιρεσείουσα προσωπικώς (και όχι το ΝΠΔΔ του Πανεπιστημίου …), δεν συνιστά διοικητική διαφορά ουσίας, ούτε δημιουργεί ευθύνη του ως άνω ΝΠΔΔ κατά τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ (άρθρο 1 παρ. 2 περ.

η' του Ν. 1406/1983), ώστε να υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, κατ' άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, αλλά αποτελεί διαφορά ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου (94 του Συντάγματος). Τούτο δε γιατί η συμπεριφορά της ως άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, έλαβε χώρα αρχικά κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης του εκλεκτορικού σώματος την 30.6.2010, αλλά επαναλήφθηκε και μετά από αυτήν, με τα αποσταλέντα από 5.11.2010 και από 16.11.2010 υπομνήματά της προς τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου …, και που προκάλεσε την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαιτίας του ότι ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω, δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα από το Εφετείο, ψευδή και συκοφαντικά περιστατικά που αφορούσαν το πρόσωπο της τελευταίας, δεν τελούσαν σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την υπηρεσία αυτής ως Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου …, αφού η ανωτέρω αδικοπρακτική συμπεριφορά της δεν ανάγεται στον κύκλο των ανατεθεισών σ' αυτήν καθηκόντων και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να αποδοθεί σε υπέρβαση αυτών με οποιονδήποτε τρόπο.

V

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικες υπό στοιχεία Α' και Β' αιτήσεις αναίρεσης των Π. Μ. και Μ. Κ., αντιστοίχως, να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος, για την άσκηση εκάστης αυτών, παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις χωριστά για εκάστη αίτηση αναίρεσης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος εκάστης των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Α. Απορρίπτει την από 11.11.2021 αίτηση της Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου. Επιβάλλει σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Β. Απορρίπτει την από 1.12.2021 αίτηση της Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 133/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης, παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος της ως άνω αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ