Legislator Case Law & Legislation
1689/2017 AI generated

1689/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1689/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1689/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
income reduction living expenses lack of economic substance economic hardship action for price reduction tax-deductible business expenses
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1689/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Β. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κωνσταντίνου.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κουκούλα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου και διά των προτάσεων ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2016 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-3-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στο Δικαστή τη δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης.

Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πιστή και τα συναλλακτικά ήθη -παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται- η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1129/2004, ΑΠ 1659/2002, ΑΠ 103/2001).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ) ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 1325/2013).

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 30/1997 και 28/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της πληττόμενης εφετειακής απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων αναπροσαρμογής, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, του καταβαλλόμενου μισθώματος του επίδικου μισθίου δέχθηκε τα παρακάτω κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "...Ο εναγόμενος, Π.

Β. του Κ., κάτοικος ..., στις 12-12-2001 εκμίσθωσε στον ενάγοντα, Α. Β. του Δ., έμπορο, κάτοικο ..., έως και 31-12-2014 και παρέδωσε σε αυτόν τη χρήση καταστήματός του, όπως και του αυλείου του χώρου, που βρίσκεται στα Χανιά στην οδό ... (βλ. και το από 12-12-2001 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης). Το μίσθιο αποτελείται από το ισόγειο και το υπόγειο εμβαδού 106 τετραγωνικών μέτρων το καθένα τους και ένα πατάρι εμβαδού 50 τετραγωνικών μέτρων.

Ο μισθωτής έκτοτε χρησιμοποιεί το κατάστημα για να ασκεί την εμπορική του δραστηριότητα, η οποία συνίσταται στην πώληση στους καταναλωτές ειδών ένδυσης (εσώρουχα, κάλτσες και συναφή είδη). Από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2010 και εφεξής το μίσθωμα που καταβάλλει ο μισθωτής στον εκμισθωτή -μετά από αναπροσαρμογές- ανέρχεται σε ποσόν 4.344,40 ΕΥΡΩ το μήνα πλέον των τελών χαρτοσήμου.

Οι διάδικοι ομολογούν τα γεγονότα αυτά. Ο ενάγων όμως από το έτος 2010 και εφεξής, όταν άρχισε να γίνεται πλέον αισθητή η οικονομική κρίση που ακόμη διέρχεται η Χώρα, άρχισε να εμφανίζει οικονομική δυσπραγία. Οι πωλήσεις του και συνεπώς και τα κέρδη του από την εμπορική του δραστηριότητα μειώθηκαν σημαντικά, επειδή η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών έχει περιορισθεί δραστικά.

Ο μέσος μάλιστα συναλλασσόμενος θεωρεί, εύλογα, δευτερεύουσα την ανάγκη του να αντικαθιστά τακτικά, όπως στο παρελθόν, τα είδη ένδυσης. Το κέρδος που αποκομίζει σήμερα ο ενάγων από την επιχείρησή του είναι σε ποσοστό 40% μικρότερο από αυτό που αποκόμιζε παλαιότερα, όταν οι οικονομικές συνθήκες το επέτρεπαν.

Ο πελατειακός εξάλλου κύκλος του ενάγοντος παραμένει περιορισμένος και δεν υπάρχει σαφής ένδειξη να ανακάμψει στο άμεσο μέλλον, μολονότι για να αυξήσει την εμπορική του κίνηση διαμόρφωσε -με τη συγκατάθεση του εναγομένου- το ενιαίο αρχικά μίσθιο σε δύο αυτοτελείς και διακεκριμένους χώρους εμβαδού 53 περίπου τετραγωνικών μέτρων ο καθένας τους για να μπορεί με τον τρόπο αυτό εμπορεύεται στον έναν εσώρουχα και στον άλλον κάλτσες και συναφή είδη υπό τους διακριτικούς τίτλους, αντίστοιχα, "..." που φέρουν μεγάλες αλλοδαπές εμπορικές εταιρίες ένδυσης και με τις οποίες έχει καταρτίσει συμβάσεις δικαιόχρησης ("franchising") ως λήπτης.

Αποδεικνύεται επίσης ότι το μίσθιο βρίσκεται σε κεντρική οδό στα Χανιά, η οποία εμφανίζει μεγαλύτερη εμπορική κίνηση από άλλες περιοχές της πόλης. Στην ίδια οδό βρίσκονται και άλλα ομοειδή καταστήματα, όπως και φαρμακεία, ζαχαροπλαστεία κ.λπ. Σε μικρή μάλιστα απόσταση από το μίσθιο βρίσκεται το κεντρικό κτίριο του … και της "…".

Η οδός μάλιστα Τ. καταλήγει στη Δημοτική Αγορά των Χανίων, η οποία αποτελεί μνημείο του ύστερου αστικού νεοκλασικισμού με ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά στοιχεία στη μορφή του και για το λόγο αυτό συγκεντρώνει έντονο τουριστικό, αλλά και οικονομικό ενδιαφέρον, επειδή λειτουργεί και ως εμπορικό κέντρο. Τα καταστήματα στην ίδια οδό εκμισθώνονται συνήθως σε επιχειρηματίες, αλλά αρκετά από αυτά ειδικά προς τη νότια πλευρά της παραμένουν κενά.

Το μίσθωμα περαιτέρω που καταβάλλει μισθωτής καταστήματος παιδικών ειδών ρουχισμού στην οδό Τ., ..., το οποίο βρίσκεται δίπλα από το κατάστημα που μισθώνει ο ενάγων και έχει ίσο εμβαδόν με αυτό, ανέρχεται σε 2.280 ΕΥΡΩ το μήνα πλέον τελών χαρτοσήμου. Το μίσθωμα που καταβάλλει ο Φαρμακοποιός Α. Ζ. για να μισθώνει ισόγειο Φαρμακείο στην οδό Τ., ..., εμβαδού 80 περίπου τετραγωνικών μέτρων, ανέρχεται σε ποσό 1.500 ΕΥΡΩ το μήνα.

Το μίσθωμα που καταβάλλει η έμπορος Μ. Π., κάτοικος ..., για να μισθώνει ισόγειο κατάστημα πώλησης παιδικών υποδημάτων με το διακριτικό τίτλο "..." στην ίδια οδό, αλλά στον ..., δηλαδή πιο κοντά στη Δημοτική Αγορά και συνεπώς σε πλεονεκτικότερη θέση από το κατάστημα που μισθώνει ο ενάγων ανέρχεται σε ποσόν 1.800 ΕΥΡΩ το μήνα.

Το κατάστημα αυτό έχει εμβαδόν ισογείου 50 περίπου τετραγωνικών μέτρων. Η ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "... και Σία Ο.Ε." καταβάλλει στον εκμισθωτή μίσθωμα ποσού 3.250 ΕΥΡΩ το μήνα για να μισθώνει κατάστημα πώλησης οικιακού εξοπλισμού με το διακριτικό τίτλο "...", εμβαδού 150 περίπου τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται επίσης πολύ πιο κοντά στη Δημοτική Αγορά της πόλης.

Ο έμπορος Μ. Ζ. καταβάλλει στον εκμισθωτή μηνιαίο μίσθωμα 1.100 ΕΥΡΩ για να μισθώνει κατάστημα εμβαδού 140 τετραγωνικών μέτρων περίπου, το οποίο διαθέτει και υπόγειο βοηθητικό χώρο εμβαδού 140 τετραγωνικών μέτρων περίπου. Ο μισθωτής εμπορεύεται στο συγκεκριμένο κατάστημα για την πώληση ανδρικών και γυναικείων υποδημάτων και συναφών ειδών (τσάντες κ.λπ.).

Το μίσθιο μάλιστα βρίσκεται στην οδό Τ., ..., δηλαδή επίσης σε καλύτερη θέση από το κατάστημα που μισθώνει ο ενάγων από τον εναγόμενο. Η μισθώτρια όμως, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..., Εμπορία υποδημάτων κ.λπ. Α.Ε." μισθώνει κατάστημα επιφάνειας 51 περίπου τετραγωνικών μέτρων με πατάρι 15 τετραγωνικών μέτρων στη συμβολή των οδών Τ., αριθμός ..., με μηνιαίο μίσθωμα 2.250 ΕΥΡΩ.

Ο μισθωτής, τέλος, Ε. Α. του Γ., έμπορος, μισθώνει κατάστημα 49 τ.μ. περίπου στη ίδια οδό δίπλα από το μίσθιο του ενάγοντος με μίσθωμα 1.702 ΕΥΡΩ το μήνα (βλ. και τα ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης που προσκομίζονται). Αποδεικνύεται επίσης ότι η αντικειμενική αξία του μισθίου που μισθώνει ο ενάγων ανέρχεται στο ποσόν των 545.270,16 ΕΥΡΩ (βλ.

το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου, το οποίο υπογράφει η Συμβολαιογράφος Χανίων Β. Ο. - Σ.). Ο εναγόμενος προσκομίζει και επικαλείται έγγραφα στα οποία αναφέρεται ότι η αξία αυτή αποτιμάται στο ποσόν των 984.960,77 ΕΥΡΩ. Από τα έγγραφα όμως αυτά δεν προκύπτει από ποιο πρόσωπο συντάχθηκαν και είναι ανυπόγραφα.

Με το δεδομένο αυτό δεν είναι πρόσφορα να θέσουν υπό αμφισβήτηση την αποδεικτική βαρύτητα του πρώτου εγγράφου που προσκομίζει ο ενάγων. Η αγοραστική εξάλλου αξία του μισθίου δεν αποδεικνύεται ότι διαφέρει από την αντικειμενική. Αποδεικνύεται συνεπώς ότι το μίσθωμα που μπορεί να επιτευχθεί για το κατάστημα που μισθώνει ο ενάγων από τον εναγόμενο ανέρχεται σε ποσόν των 2.800 ΕΥΡΩ το μήνα.

Ο μισθωτής όμως καταβάλλει στον εκμισθωτή ποσό 4.344,40 ΕΥΡΩ το μήνα. Η μεγάλη αυτή διαφορά δικαιολογεί την ανάγκη να καταβάλλει ο ενάγων στον εναγόμενο μίσθωμα ποσού 2.800 ΕΥΡΩ και όχι μεγαλύτερο. Με τον τρόπο αυτό επέρχεται ισορροπία μεταξύ της αξίας της χρήσης του μισθίου και του μισθώματος που καταβάλλει ο μισθωτής για τη δυνατότητά του να κάνει χρήση του και, παράλληλα, αποκαθίσταται η ζημία η οποία επέρχεται σε βάρος του από τη διαφορά (άρθρο 288 ΑΚ, ΑΠ 762/2015 ό.π.).

Η διάταξη τέλος του άρθρου 7 παρ. 3 π.δ. 34/1995 δεν αφορά στην επίδικη περίπτωση. Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και καθόρισε το μηνιαίο μίσθωμα που πρέπει να καταβάλλει ο ενάγων -μισθωτής στον εναγόμενο - εκμισθωτή για τη χρήση του μισθίου που προαναφέρθηκε στο ποσόν των δύο χιλιάδων οκτακοσίων (2.800) ΕΥΡΩ το μήνα για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 574 ΑΚ, 7 παρ. 4 π.δ. 34/1995 -η οποία ερμηνεύεται διασταλτικά για να καταλαμβάνει και την αναπροσαρμογή του μισθώματος σύμφωνα με το άρθρο 288 ΑΚ (ΟλΑΠ ό.π.)- και 44 π.δ. 34/1995 και περαιτέρω δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Τα αντίθετα επομένως που υποστηρίζει ο εκκαλών - εναγόμενος με τον πέμπτο, τον έκτο και τον έβδομο λόγο της έφεσής του πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα...". Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, δεδομένου ότι το ποσόν των 2.800,00 ευρώ, που καθόρισε ως μηνιαίο μίσθωμα του επίδικου μισθίου αντιστοιχεί σε όλη την προκύπτουσα διαφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" μισθώματος, το οποίο προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, αποκαθιστώντας, έτσι, την ζημία υπέρ του αναιρεσιβλήτου μισθωτή ενώ θα έπρεπε να αναλάβει και ο τελευταίος μέρος της ζημίας, που του αναλογεί λόγω της μεταβολής των συνθηκών.

Ο λόγος αυτός θα πρέπει ν’ απορριφθεί, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δέχθηκε, ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του ελεύθερου και του καταβαλλόμενου μισθώματος με συνέπεια να συντρέχει λόγος αναπροσαρμογής του, σύμφωνα με τις αρχές και τα συναλλακτικά ήθη και ότι η μείωση στο εν λόγω ποσό αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη και αποκαθίσταται η ζημία, η οποία επέρχεται σε βάρος του μισθωτή από τη διαφορά.

Με τον δεύτερο από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της ένδικης μείωσης του μισθώματος, στην προκύπτουσα διαφορά του συμβατικού και του ελεύθερου μισθώματος του επίδικου μισθίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παραβιάζοντας εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθόσον από τις πιο πάνω παραδοχές της στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του ίδιου εφαρμοστέου εδώ κανόνος ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 ΑΚ ως προς το αναπροσαρμοσθέν στην ένδικη μίσθωση μίσθωμα.

Ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ύψος του καταβαλλόμενου για το επίδικο μίσθιο μισθώματος, το ύψος του δυνάμενου να επιτευχθεί γι’ αυτό (μίσθιο) ελεύθερου μισθώματος, η μεταξύ των δύο αυτών σκελών της αναπροσαρμογής υπάρχουσα διαφορά αλλά και η ανάγκη αναπροσαρμογής του καταβαλλόμενου μισθώματος στο ύψος του ελεύθερου μισθώματος των 2.800,00 ευρώ, διότι, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, η διαφορά αυτή είναι μεγάλη και δικαιολογεί την ανάγκη να καταβάλλει ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα μίσθωμα 2.800,00 ευρώ και όχι μεγαλύτερο ώστε να επέλθει ισορροπία μεταξύ των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η εις βάρος του αναιρεσίβλητου μισθωτή ζημία.

Επομένως και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος πρέπει ν’ απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.03.2016 αίτηση για αναίρεση της 7/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των χιλίων εκατό (1.100,00) ευρώ.

Και

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Οκτωβρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ