1689/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1689/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Πέραν τούτου, (εξέθετε) το γεγονός αυτό (μη προβολή ισχυρισμού και ειδικών λόγων, στους οποίους θα επικαλείτο -δήθεν- ανυπαρξία δικής του υπαιτιότητας αποδεικνύει περαιτέρω και ομολογία του τουλάχιστον περί της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου της συνεναγόμενης εταιρείας. Περαιτέρω, με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει, μεταξύ άλλων, και τα εξής : "...
Full text
Απόφαση 1689 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1689/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Π και Ι. Π. ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Δούναβη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΚΟ ΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Χ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6526/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 22-7-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας δήλωσε στο ακροατήριο ότι παραιτείται από το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης και κατά τα λοιπά ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την παρ.1 του άρθρου 536 του ΚΠολΔ: "Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση". Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου:" Οι διατάξεις της παρ.1 δεν εφαρμόζονται όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης δικάζει την υπόθεση κατ' ουσίαν".
Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης της ενάγουσας, καθώς και της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε βάσιμο τον λόγο της έφεσης της ενάγουσας ότι εσφαλμένα η εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή της κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης, και σε συνέπεια της παραδοχής του αυτής εξαφάνισε κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τον δεύτερο εναγόμενο.
Η απόρριψη αγωγής ως αβάσιμης κατ' ουσίαν είναι μεν επιβλαβέστερη εκείνης από την απόρριψη της αγωγής ως αόριστης, πλην, όμως, το αποτέλεσμα τούτο είναι συνέπεια της εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης και της εκδικάσεως της υπόθεσες κατ' ουσίαν, που επιτρέπεται κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας ως προς τον δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο η αγωγή είχε πρωτοδίκως απορριφθεί ως αόριστη, χωρίς έφεση ή αντέφεση του εναγόμενου και χωρίς προηγούμενη εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δικαστική ομολογία - προκειμένου να έχει την οικεία έννομη συνέπεια - πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ κάθε άλλη ομολογία είναι εξώδικη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας.
Συνεπώς η ομολογία που γίνεται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχύει ως δικαστική και για το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία ασκήσεως ενδίκου μέσου. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση χωρίς να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη πραγματικών γεγονότων ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (στο διατακτικό της απόφασης), δηλαδή παραδεκτών και νομίμων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εκθέτει στην κρινόμενη αίτησή της, ότι με τον πρώτο λόγο της έφεσή της ανέφερε ότι ο δεύτερος εναγόμενος - για τον οποίο στην αγωγή της ρητά είχε επικαλεσθεί, ότι ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης - κατά τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν επικαλέστηκε οποιονδήποτε λόγο, ο οποίος θα αιτιολογούσε την μη ύπαρξη δικής του υπαιτιότητας για τη διάπραξη του ενδίκου αδικήματος και της ζημίας της, για την οποία ευθύνεται το νομικό πρόσωπο της πρώτης αντίδικης εταιρίας.
Πέραν τούτου, (εξέθετε) το γεγονός αυτό (μη προβολή ισχυρισμού και ειδικών λόγων, στους οποίους θα επικαλείτο -δήθεν- ανυπαρξία δικής του υπαιτιότητας αποδεικνύει περαιτέρω και ομολογία του τουλάχιστον περί της ιδιότητάς του ως νομίμου εκπροσώπου της συνεναγόμενης εταιρείας. Περαιτέρω, με τον δεύτερο κατά το πρώτο σκέλος του λόγο της αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προβάλλει, μεταξύ άλλων, και τα εξής : "...
Τέτοια ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης δεν προβλήθηκε εκ μέρους του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος αντίθετα συνομολόγησε πρωτόδικα την πιο πάνω ιδιότητά του, δηλαδή του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, αφενός απευθύνοντας τις προτάσεις του εναντίον της εταιρίας μας και αφετέρου συνομολογώντας την ιδιότητά του αυτή και στη σελίδα 30 των προτάσεων που κατέθεσε εναντίον μας ενώπιον του Εφετείου, όπου ανέγραψε κατά λέξη τα εξής: "....
αλυσιτελώς εξάλλου προβάλλεται από την εκκαλούσα ο ισχυρισμός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος μας δεύτερος των εφεσιβλήτων δεν απαλλάσσεται ευθύνης καθώς δεν επικαλέστηκε λόγο ανυπαρξίας δικής του υπαιτιότητας επί της δήθεν αδικοπραξίας για την οποία ευθύνεται η από εμάς εφεσίβλητη... "... Η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστησε αυτεπαγγέλτως αντικείμενο απόδειξης τον μη αμφισβητηθέντα, αλλά αντίθετα συνομολογηθέντα από τους αντιδίκους ισχυρισμό μας, ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν νόμιμος αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης εταιρίας....".
Από τα παραπάνω εκτιθέμενα στην αίτηση, όπως αυτά εκτιμώνται από το παρόν δικαστήριο, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δηλαδή το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη του την ενώπιον αυτού επικαλεσθείσα από την αναιρεσειουσα δικαστική ομολογία του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου Χ.
Δ. ότι αυτός κατά τον κρίσιμο χρόνο που τελέστηκε η σε βάρος της αδικοπραξία ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρίας. Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, όπως, προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των εναγομένων-εφεσιβλήτων ενώπιον του Πρωτοδικείου και του Εφετείου, ο δεύτερος των εναγομένων όχι μόνο δεν αμφισβήτησε την ιδιότητά του ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως από την τελευταία της αδικοπραξίας, αλλά με την προβολή των ιδίων επί της ουσίας ισχυρισμών που προέβαλε η πρώτη εναγομένη και με τη φράση "...
αλυσιτελώς εξάλλου προβάλλεται από την εκκαλούσα ο ισχυρισμός ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος μας δεύτερος των εφεσιβλήτων δεν απαλλάσσεται ευθύνης καθώς δεν επικαλέστηκε λόγο ανυπαρξίας δικής του υπαιτιότητας επί της δήθεν αδικοπραξίας για την οποία ευθύνεται η από εμάς εφεσίβλητη...", ομολογεί ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο που η εναγομένη φέρεται ότι τέλεσε σε βάρος της ενάγουσας τις αδικοπραξίες αυτός ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης, την ομολογία δε αυτή, αν και επικαλέστηκε η ενάγουσα με την έφεση και τις προτάσεις της, παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε, αντίθετα, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος -εναγόμενος ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης και σε συνέπεια της παραδοχής του αυτής απέρριψε την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Με επάλληλη αιτιολογία το Εφετείο δέχθηκε, όσον αφορά την ιδιότητα του δευτέρου εναγομένου ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ότι "και στις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (σελ. 20 αυτών, υπ' αριθ. 72) αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο που οι εν γένει αδικοπρακτικές συμπεριφορές της πρώτης των εναγομένων ελάμβαναν χώρα νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης εταιρίας ήταν η Μ.
Δ.", δέχθηκε δηλαδή το Εφετείο ομολογία της ενάγουσας ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο τελέσεως της αδικοπραξίας ο δεύτερος εναγόμενος δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης εναγομένης. Όπως, όμως, προκύπτει από τις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αυτή δεν προέβη στην ως άνω ομολογία, αλλά αναφέρθηκε στην καταδίκη της Μ.
Δ. ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης για αξιόποινη πράξη που τελέστηκε υπό την εν λόγω ιδιότητά της το έτος 1994 και για την οποία καταδικάστηκε με την υπ' αριθ. 11983/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ενώ στην ένδικη υπόθεση οι αδικοπρακτικες ενέργειες της πρώτης εναγόμενης ανάγονται κατά την αγωγή και τις παραδοχές του Εφετείου στα έτη 2000 -2004.
Επομένως, το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο και αναιρετέα κατέστησε την απόφασή του κατά τον βάσιμο από το άρθρο 559 αριθ. 11 β' ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο του αναιρετηρίου.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή (μόνον) κατά της αναιρεσίβλητης εταιρίας και επιδικάσθηκε στην αναιρεσείουσα αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση. Περαιτέρω δε έγιναν δεκτά τα εξής αναφορικά με το (πρόσθετο) διαφυγόν κέρδος το οποίο ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι απώλεσε από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, συνιστάμενο στο κέρδος που αυτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από την προσαύξηση της προμήθειας πομποδεκτών για τις ανάγκες της αστυνομίας κατά 30%, που είχε προβλεφθεί με τη διακήρυξη του διαγωνισμού: " ...
Μετά δε την απόρριψη της πιο πάνω αίτησης της πρώτης εναγόμενης εταιρίας "ΑΝΚΟ Α.Ε." από το ΣτΕ και την ανάδειξη της ενάγουσας εταιρίας και οριστικά ως μειοδότριας στο συγκεκριμένο διαγωνισμό - και ενώ το μόνο το οποίο απέμενε ήταν, πλέον, το τυπικό της πράξης της κατακύρωσης του στην ενάγουσα εταιρία και η υπογραφή της σχετικής σύμβασης - τα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου (και συγκεκριμένα η Υπηρεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης που, με τις υπ' αριθμ. 263 και 264/24-9-2003 αποφάσεις της, πριν από μερικούς μήνες, είχε ζητήσει την προσαύξηση της ποσότητας των πομποδεκτών, που είχε ανάγκη η Υπηρεσία, κατά τη διαδικασία της κατακύρωσης στην εναγόμενη εταιρία ("ΑΝΚΟ Α.Ε." δύο (2) άλλων παράλληλα διεξαγόμενων με τις υπ' αριθμ. 285/2000 και 286/2000 διακηρύξεις διαγωνισμών, μετά την ανάδειξη της ενάγουσας ως μειοδότριας, εξυπηρετώντας (εξ αντικειμένου) τα συμφέροντα της εναγόμενης εταιρίας ("ΑΝΚΟ Α.Ε.", έκριναν (εκ των υστέρων) ότι οι αυξημένες και επιτακτικές ανάγκες, που επικαλούντο για την προμήθεια των συγκεκριμένων πομποδεκτών ( και μάλιστα προσαυξήσεις κατά 30% των ποσοτήτων και κατά 20% του προϋπολογισμού), τις οποίες είχαν εισηγηθεί (τότε που, σε κάποια χρονική στιγμή, μειοδότης των δύο παραπάνω όμοιων διαγωνισμών - 285/2000 και 286/2000 - ήταν η εταιρία ("ΑΝΚΟ Α.Ε.") δεν υπήρχαν πλέον και προέβησαν σε νέα εισήγηση για ματαίωση του ένδικού διαγωνισμού, αλλά και των δύο (2) πιο πάνω παράλληλα διεξαγόμενων διαγωνισμών με τις υπ' αριθμ. 285/2000 και 286/2000 διακηρύξεις.
Αυτό δε συνέβη όταν μειοδότης δεν ήταν πλέον η εναγόμενη εταιρία ("ΑΝΚΟ Α.Ε.")αφού οι κατακυρώσεις σε αυτήν, των διαγωνισμών αυτών, ακυρώθηκαν με απόφαση του ΣτΕ, αλλά η ενάγουσα εταιρία.... Ο ισχυρισμός της ότι η αποθετική της ζημία προσαυξάνεται κατά 30%, λόγω του ότι το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο θα είχε δικαίωμα να ζητήσει προσαύξηση του αριθμού των προσφερομένων ειδών κατά 30%, σε συνδυασμό με ότι, κατά το χρόνο της ανωτέρω ματαιώσεως του ένδικου διαγωνισμού, το Δημόσιο είχε πράγματι ανάγκη για την προμήθεια περισσότερων από τους 2.000 προκηρυχθέντες πομποδέκτες για τις ανάγκες της ΕΛ.ΑΣ., το οποίο και ισχυρίζεται, περαιτέρω, ότι αποδείχθηκε με την πραγματοποιηθείσα προσαύξηση της ποσότητας κατά 30% στην προαναφερόμενη παράνομη (και γι1 αυτό ακυρωθείσα) κατακύρωση του διαγωνισμών 285/2000 και 286/2Ό00 στην εναγόμενη εταιρία "ΑΝΚΟ Α.Ε.", και με τους παραπάνω μεταγενέστερα προκηρυχθέντες και εν συνεχεία παράλληλα διενεργηθέντες δύο ακόμη διαγωνισμούς για την προμήθεια των αυτών ειδών για τις ανάγκες της αυτής Υπηρεσίας του Δημοσίου και συγκεκριμένα της ΕΛ.ΑΣ., κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, κατά τους ισχυρισμούς της ίδιας, η προσαύξηση αυτή δεν συνηρτάτο μόνο με τις ανάγκες του Δημοσίου, αλλά και με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της πρώτης των εναγομένων, σε κάθε δε περίπτωση, ειδικά για την προσαύξηση αυτή, θα μπορούσε να υπάρξει νέα διακήρυξη, οπότε δεν προκύπτει ότι το εξ αυτής κέρδος για την ενάγουσα θα ήταν βέβαιο, με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ώστε να συνυπολογισθεί στην αποθετική ζημία της ....".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 298 και 914 Α.Κ., την παραβίαση των οποίων κατ' εκτίμηση του αναιρετηρίου, επικαλείται η αναιρεσείουσα.
Ειδικότερα, η αιτιολογία ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε ανάγκη πρόσθετης προμήθειας φορητών πομποδεκτών, δεν αντιφάσκει με την εν συνεχεία αιτιολογία ότι δεν είναι βέβαιο ότι το Δημόσιο θα ασκούσε κατά τον διενεργηθέντα 300/2000 διαγωνισμό, στον οποίο η ενάγουσα αναδείχθηκε μειοδότρια, το συμβατικό του δικαίωμα να ζητήσει συμπληρωματική κατά προμήθεια πομποδεκτών, αφού θα μπορούσε να προκηρύξει περί αυτών νέο διαγωνισμό.
Επομένως, ο έκτος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Μετά από αυτά και παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την αγωγή ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Χ. Δ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ). Το παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, αφού η αίτησή της γίνεται δεκτή (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ.4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει αν συμψηφιστούν, λόγω της εκατέρωθεν νίκης και ήττας (άρθρα 178, 183 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 317/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 2-4-2007 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων Χ. Δ..
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων δικαστικά αυτών έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ