Legislator Case Law & Legislation
1689/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against equal pay claim for public hospital doctors with different appointment terms.

Case Number 1689/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment rejecting his claim for equal pay with other specialists. The appellant argued that his direct appointment and permanent status violated the constitutional principle of equal pay compared to other doctors. The court ruled that the appellant's specific appointment conditions and continued base salary did not create an unconstitutional disparity requiring equal treatment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 4(1) and 22(1b) of the Constitution; Article 45 of Law 3205/2003: The principle of equal pay does not apply when an employee's specific appointment conditions and remuneration structure differ fundamentally from others, provided the difference is based on statutory provisions and does not constitute unjust enrichment.

Keywords

AI generated
equal pay principle public hospital doctors constitutional equality statutory appointment terms unjust enrichment remuneration structure civil appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 4(1) and 22(1b) of the Constitution
Article 45 of Law 3205/2003
Article 35 of Law 3252/2004
Articles 904 et seq. of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 13/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2011 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1689/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαντώ Τσιμπερίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Σκουλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/8/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9167/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/5/2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 28/9/2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παράγραφος 1 και 22 παράγραφος 1β του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζομένης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επιβάλλεται στον νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτική και ποσοτική εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.ΑΠ 13/2003).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 45 παρ. 1 του Ν. 3205/2003 (Μισθολογικά λειτουργών, υπαλλήλων δημοσίου κ.λπ.). "Η συμμετοχή των ιατρών του ΕΣΥ, των μελών ΔΕΠ τμημάτων ιατρικής και όλων των ιατρών, που με οποιαδήποτε σχέση προσφέρουν υπηρεσία στα νοσοκομεία, στο πρόγραμμα εφημεριών, είναι υποχρεωτική για όλους τους βαθμούς και βαθμίδες, σύμφωνα με τις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες", κατά δε την παράγραφο 44 περ.

δ του ίδιου νόμου, " το ωρομίσθιο των εφημεριών υπολογίζεται με συντελεστή 0,0059 επί του βασικού μισθού, που κατέχει ο δικαιούχος. Το ωρομίσθιο και οι προσαυξήσεις των εφημεριών δύνανται να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών". Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 16 του ίδιου, ως άνω, νόμου, " η καθιέρωση με αμοιβή εργασίας πέρα από τις ώρες της υποχρεωτικής απασχόλησης των υπαλλήλων του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.

και ο. Τ .Α. επιτρέπεται μόνο για την αντιμετώπιση εποχικών, έκτακτων ή επειγουσών υπηρεσιακών αναγκών. Η υπερωριακή απασχόληση του προσωπικού εγκρίνεται με απόφαση του καθ` ύλην αρμόδιου Υπουργού στην οποία αναφέρονται σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία που δικαιολογούν την ανωτέρω εργασία πέρα από το Κανονικό ωράριο.

Με την ίδια απόφαση καθορίζεται ο αριθμός των υπαλλήλων, το χρονικό διάστημα και οι ώρες υπερωριακής απασχόλησής τους μέσα στα όρια των πιστώσεων του Προϋπολογισμού τους, μη επιτρεπομένης της επιβάρυνσης του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων. "Οι κατά τα ως άνω ώρες απογευματινής υπερωριακής εργασίας δεν μπορεί να υπερβαίνουν τις σαράντα (40) ώρες μηνιαίως ανά υπάλληλο.", κατά δε την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, "το ωρομίσθιο ορίζεται σε 1|200 του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου της κατηγορίας κάθε υπαλλήλου.

Το ίδιο ημερομίσθιο ισχύει και για υπαλλήλους, αποσπασμένους σε υπηρεσίες του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, με βάση το μισθολογικό κλιμάκιο, που αντιστοιχεί στα έτη υπηρεσίας του, σε συνάρτηση και με τα τυπικά τους προσόντα". Τέλος, κατά το άρθρο 35 παρ. 1 Ν. 3252|2004: " Μόνιμοι υπάλληλοι που υπηρετούν σε Ν.Π.Δ.Δ. και σε άλλους φορείς που εποπτεύονται από το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, καθώς και μόνιμοι υγειονομικοί υπάλληλοι του Ι.Κ.Α., οι οποίοι έχουν πτυχίο ιατρικής, μπορούν να τοποθετούνται για απόκτηση ειδικότητας με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, μετά από γνώμη του ΚΕ.Σ.Υ., ως υπεράριθμοι άμισθοι.

Για το σκοπό αυτόν χορηγείται υποχρεωτικά από την υπηρεσία τους εκπαιδευτική άδεια με αποδοχές, ισόχρονη με τη διάρκεια της ειδίκευσής τους, μετά το τέλος της οποίας έχουν τις υποχρεώσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 58 του Ν. 2683/1999. Η τοποθέτηση των ειδικευομένων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης".

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ότι ο ενάγων Α. Τ. από 13-6-2002 υπηρετεί στο εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" ως μόνιμος υπάλληλος κλάδου ΤΕ Ιατρικών Εργαστηρίων και είναι κάτοχος πτυχίου του τμήματος Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Με την με αριθμ. Υ10δ/45291/23-5-2005 απόφαση του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης τοποθετήθηκε για την απόκτηση ειδικότητας ως υπεράριθμος ειδικευόμενος γιατρός, προκειμένου για δύο χρόνια να κάνει άσκηση στην παθολογία για την απόκτηση της ιατρικής ειδικότητας της γαστρεντερολογίας στο εφεσίβλητο, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 35 του Ν. 3252/2004.

Σύμφωνα με την απόφαση αυτή οι γιατροί θα συνεχίζουν να λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης που κατέχουν κατά την διάρκεια της ειδίκευσης τους. Υποχρεούνται να τηρούν το ωράριο εργασίας που ισχύει και για τους άλλους ειδικευόμενους γιατρούς και να συμμετέχουν στο πρόγραμμα εφημεριών. Για την συμμετοχή στο πρόγραμμα εφημερίας θα τους καταβάλλεται αποζημίωση υπερωριακής εργασίας, σύμφωνα με το μισθολόγιο της οργανικής τους θέσης.

Από την 24242/29-5-2007 βεβαίωση του εναγόμενου προκύπτει ότι ο εκκαλών από 1-2-2005 έως 8-6-2007 πραγματοποίησε ως υπεράριθμος ειδικευόμενος γιατρός τις εφημερίες που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή. Σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 3205/2003 στους ειδικευόμενους γιατρούς καθώς και στους άμισθους υπεράριθμους ειδικευόμενους το ωρομίσθιο των εφημερίων υπολογίζεται με το συντελεστή 0,0059 επί του βασικού μισθού που κατέχουν.

Το εφεσίβλητο αρνείται να υπολογίσει τις εφημερίες για τον εκκαλούντα με αυτόν τον συντελεστή, ισχυριζόμενο ότι οι εφημερίες γι' αυτόν εκκαθαρίζονται σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 16 του ν. 3205/2003 δηλαδή με ωρομίσθιο ίσο προς το 1/200 του βασικού μισθού της οργανικής θέσης. Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η άρνηση του εφεσίβλητου να εφαρμόσει και για τον εκκαλούντα το άρθρο 45 του Ν. 3205/2003 αποτελεί παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ. 1 και της ίσης μεταχείρισης του άρθρου 22 παρ.1 του Συντάγματος.

Οι επικαλούμενες, όμως, από τον εκκαλούντα ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν μπορούν να εφαρμοσθούν στην ένδικη περίπτωση, διότι δεν εφαρμόζονται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχολήσεως και απολαβών.

Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνει επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο επί μέρους μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται . Ο εκκαλών δεν υπάγεται στο ίδιο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς με τους άλλους ειδικευόμενους γιατρούς που λαμβάνουν την ένδικη μισθολογική παροχή (αποζημίωση υπερωριακής εργασίας) σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 3205/2003 και η μη χορήγηση της παροχής αυτής βάσει της προαναφερόμενης διάταξης και στον εκκαλούντα, ο οποίος υπάγεται στην κατηγορία του δημοσίου υπαλλήλου με διαφορετική μισθολογική μεταχείριση, δεν ενέχει παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης έναντι αυτών (ΑΠ 1593/2009 ο.π.).

Ειδικότερα, ο εκκαλών παρέχει μεν την ίδια εργασία με τους άλλους ειδικευόμενους γιατρούς αλλά οι αποδοχές του είναι διαφορετικές από των άλλων γιατρών, αφού με την απόφαση τοποθέτησης τους ορίζεται ότι αμείβονται με τις αποδοχές της οργανικής θέσεως την οποία κατέχουν. Εξάλλου και οι προϋποθέσεις τοποθέτησης του είναι διαφορετικές από τους άλλους γιατρούς.

Ο εκκαλών και όλοι οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν αποκτήσει κατά την διάρκεια της υπηρεσίας τους πτυχίο ιατρικής έχουν την δυνατότητα του αμέσου διορισμού τους, χωρίς καμία αναμονή, σε αντίθεση με τους άλλους γιατρούς, σε θέση αμίσθων ειδικευόμενων βάσει του άρθρου 35 του Ν. 3252/2004. Επίσης, μετά το πέρας της άσκησης τους διατηρούν τη θέση του μονίμου δημοσίου υπαλλήλου.

Συνεπώς, και οι όροι απασχολήσεως και απολαβών του εκκαλούντος είναι διαφορετικοί από τους άλλους ειδικευόμενους γιατρούς και η άρνηση του εφεσίβλητου να υπολογίσει τις εφημερίες του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ν. 3205/2003 δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης του Συντάγματος".

Με βάση αυτά, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, απέρριψε την έφεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί αγωγή του ενάγοντα, ο οποίος ζητούσε να υπολογισθεί η αμοιβή των εφημεριών του, σύμφωνα με το άρθρο 45 του Ν. 3205/2003 (όπως δηλαδή και των λοιπών ιατρών).

Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο και με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 3205/2003 καθώς και αυτές των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχει πράγματι περίπτωση εφαρμογής της από το Σύνταγμα καθιερούμενης αρχής της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης του αναιρεσείοντα σε σχέση με τους άλλους συναδέλφους του, ειδικευόμενους ιατρούς ούτε μπορεί να ζητηθεί ίση μισθολογική μεταχείριση για ένα τμήμα μόνο, από το σύνολο των αποδοχών του, ενόψει μάλιστα του ότι, όπως αναφέρθηκε, αυτός και μετά την τοποθέτησή του, ως ειδικευόμενου ιατρού, εξακολουθούσε να αμείβεται με τις αποδοχές της οργανικής θέσης, που κατείχε.

Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. Κ.Πολ.Δικ., με το να δεχθεί ότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής τους, αφού αυτές, ως επιβοηθητικής φύσεως, εφαρμόζονται μόνον όταν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος του ενάγοντα, ήτοι όταν έχομε περιουσιακή αυτού ωφέλεια από λόγους αχρεώστητης ή χωρίς αιτία παροχής ή από αιτία παράνομη ή ανήθικη, πράγμα το οποίο δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού η αμοιβή του ενάγοντα αναιρεσείοντα για την πιο πάνω εργασία του προσδιοριζόταν με βάση διάταξη νόμου, που δεν ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα.

Επομένως, η ένδικη αίτηση, με την οποία αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2010 αίτηση του Τ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9167/2010 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ