Legislator Case Law & Legislation
1689/2010 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on fixed-term contract validity and award of holiday bonuses.

Case Number 1689/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling that rejected the State's claim to terminate employment contracts. The court found that the employees were under subordination and thus had indefinite-term contracts, which were invalid under the Constitution. Consequently, the lower court correctly awarded holiday bonuses based on the actual salary rather than the legal minimum.

Legislator headnote

AI generated

Articles 648 and 649 of the Civil Code; Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920; Article 103, paragraph 2 of the Constitution: Employment contracts characterized by subordination and lacking statutory authorization for fixed terms are deemed invalid, entitling employees to statutory holiday bonuses calculated on their actual salary.

Keywords

AI generated
fixed-term contract subordination indefinite term holiday bonuses invalid contract statutory salary labor law

Cited Legislation

AI generated
Articles 648 and 649 of the Civil Code
Article 8, paragraph 3 of Law 2112/1920
Article 103, paragraph 2 of the Constitution
Article 3 of AN 539/45
Article 16 of Law 4504/66
Article 1 of Law 1082/80
Article 560, number 1 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision 1139/2000 of the Peace Court of Athens
Decision 9217/2001 of the Plenary Court of Athens
Decision 596/2006 of the Supreme Court
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1689 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1689/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αντώνιο Αθηναίο, Σαράντη Δρινέα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων - καλούντων: 1).... 261)..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βερβεσό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο οποίος με το από 15-10-2010 συμπληρωματικό του υπόμνημα, δήλωσε ότι η με αύξοντα αριθμό (146) ... διορθώνεται σε ... και ο με αύξοντα αριθμό (237)... διορθώνεται σε .... Επίσης με το από 25-10-2010 συμπληρωματικό του υπόμνημα, δήλωσε ότι η με αύξοντα αριθμό (64) ... διορθώνεται σε ..., η με αύξοντα αριθμό (152) ... διορθώνεται σε ... και ο με αύξοντα αριθμό (248) ... διορθώνεται σε ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-11-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1139/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 9217/2001 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-2-2003 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 596/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση επανήλθε για συζήτηση με την από 15-12-2008 κλήση των αναιρεσιβλήτων.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Αθηναίος ανέγνωσε την από 20-9-2004 έκθεση του, αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αναστάσιου-Φιλητά Περίδη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 649 ΑΚ συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη με την οποία συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρις επελεύσεως μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή της εκτελέσεως ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου παύει αυτοδικαίως, σε περίπτωση δε αμφιβολίας η σύμβαση αυτή θεωρείται αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί (Ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεως εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από τη φύση της συμβάσεως, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του αυτού νόμου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως, αλλ' έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του Ν. 2112/1920 ή 1,3, 5 του β.δ. 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο καθορίζεται και καταβάλλεται αυτός, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Η ανωτέρω σύμβαση διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μισθώσεως έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως γιατί με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσεως.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 6 παρ. 1, 2, 3 του ν. 2527/1997,με το οποίο καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 15 του ν.1735/1986, για τη σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα με φυσικά πρόσωπα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 681 ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής αποφάσεως του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, με την οποία καθορίζονται ο αριθμός των προσώπων, που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο, που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα, που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτελέσεως του έργου, καθώς και ότι το έργο δεν ανάγεται στον κύκλο των συνήθων καθηκόντων των υπαλλήλων του οικείου φορέα και αιτιολογία για τους λόγους που δεν μπορεί να εκτελεσθεί από υπαλλήλους του.

Σύμβαση μισθώσεως έργου, που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, είναι αυτοδικαίως και καθ' ολοκληρίαν άκυρη. Για την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως προς σύναψη συμβάσεως μισθώσεως έργου απαιτείται βεβαίωση της νομικής υπηρεσίας ή του νομικού συμβούλου της οικείας υπηρεσίας ή νομικού προσώπου του δημόσιου τομέα, ότι πρόκειται για γνήσια σύμβαση έργου, που δεν υποκρύπτει εξαρτημένη εργασία.

Ανανέωση ή παράταση της συμβάσεως μισθώσεως έργου απαγορεύεται και είναι αυτοδικαίως άκυρη. Παράταση του χρόνου παραδόσεως του έργου επιτρέπεται χωρίς οποιαδήποτε αύξηση της αμοιβής του αναδόχου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η νομιμότητα της εν λόγω συμβάσεως εξαρτάται από την τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κυρίως η ορισμένη διάρκεια της συμβάσεως να δικαιολογείται από τη φύση, το είδος, τον σκοπό της εργασίας, τις συνθήκες λειτουργίας της επιχειρήσεως και τις ανάγκες της εκμεταλλεύσεως και να μη καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και των νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα, υπό την έννοια των αναγκών αόριστης διάρκειας, που από τη φύση τους επιβάλλουν την κάλυψή τους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ο ορθός όμως νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσεως ως συμβάσεως έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου αποτελεί κατ' εξοχή έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων, τα οποία μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων κρίνουν με ποια συγκεκριμένη νομική σχέση συνδέεται ο μισθωτός με τον εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συνδέουσα αυτά σχέση.

Από την απαγόρευση δε της μετατροπής από το νόμο των ιδιωτικού δικαίου συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το άρθρο 103 παρ. 8 του Συντάγματος, δεν συνάγεται και απαγόρευση της αναγνωρίσεως του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσεως, η ο ποία δεν αποτελεί "μετατροπή", αλλ' ορθό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.ΑΠ 18/2006, Ολ.ΑΠ 19/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, έφεση του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' αυτού (αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου), δέχθηκε ανέλεγκτα, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής:

Οι ενάγοντες προσλήφθηκαν από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1994 και εφεξής με συμβάσεις, που άλλες μεν χαρακτηρίσθηκαν "έργου" άλλες "ωρομίσθιες" για να απασχοληθούν στην υπηρεσία του εναγομένου με την ονομασία Κέντρο Πληροφορικής Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ). Η εργασία τους συνίστατο στον έλεγχο, την καταχώρηση φορολογικών δηλώσεων και στοιχείων των πολιτών, πληκτρολόγηση, διάτρηση, δακτυλογράφηση κειμένων, χειρισμό Η/Υ, εισαγωγή δεδομένων κ.λ.π., ήταν δε ίδια με αυτή που εκτελούσε το τακτικό προσωπικό.

Την παραπάνω εργασία εκτελούσαν στα γραφεία της οικείας υπηρεσίας σε κανονικό ωράριο, υπογράφοντας σε ειδικό βιβλίο. Αμείβονταν "ανά δακτυλισμό" με βάση μισθολογικές καταστάσεις της Διευθύνσεως του εναγομένου χωρίς να εκδίδονται αποδείξεις παροχής υπηρεσιών. Οι ανάγκες που κάλυπταν ήταν πάγιες και διαρκείς γι' αυτό και οι συμβάσεις τους, που αρχικά ήταν ενός έτους, ανανεώθηκαν διαδοχικά, μετά την λήξη τους, για ισόποση χρονική διάρκεια μέχρι και το έτος 1998, πλην των 260ης και 261ου των εναγόντων, των οποίων οι συμβάσεις έληξαν τον Απρίλιο 1997 και Απρίλιο 1997 αντίστοιχα.

Επιπρόσθετα οι ενάγοντες κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, τελούσαν υπό τις εντολές και τον ιεραρχικό έλεγχο και την εποπτεία των προϊσταμένων του κάθε τμήματος, λαμβάνοντες οδηγίες και εντολές για το είδος, την φύση και τον τρόπο εκτέλεσης της ανατεθειμένης σ' αυτούς εργασίας. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά οι ένδικες συμβάσεις φέρουν τον χαρακτήρα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι των συμβάσεων έργου, που αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο.

Βέβαια, οι εν λόγω συμβάσεις, ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου είναι άκυρες, αφού τέτοιες συμβάσεις απαγορεύονται. Ακόμη δεν πρόκειται για συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, εφόσον δεν υπήρχε νόμος που να επιτρέπει την κατάρτιση τους, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2 του Συντάγματος.

Συνεπώς, οι ενάγοντες που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο εναγόμενο με άκυρη σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, δικαιούται ευθέως εκ του νόμου επιδόματα εορτών καθώς και αποδοχές και επίδομα αδείας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του α.ν.539/45,3 παρ.16 ν.4504/66,1παρ.1 Ν. 1082/80 και ΥΑ 19040/81.Η επιδίκαση των επιδομάτων εορτών και άδει ας γίνεται με τον καταβαλλόμενο μισθό και όχι το νόμιμο μισθό ....

Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνται για επιδόματα εορτών και αδείας του έτους 1997, τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά, πλην των 3ης, 17ης, 73ης, 79ης, 87ης,116ης,121ης,145ης,174ου,179ης,180ου,188ου,215ης,226ης,245ης και 262ης αυτών, οι οποίοι δεν δικαιούνταν δώρο Πάσχα 1997 και επιδόματος άδειας 1997, εφόσον δεν εργάσθηκαν πριν από τις 30-4-1997 ούτε είχαν συμπληρώσει στο εναγόμενο δωδεκάμηνη συνεχή απασχόληση, και της 151ης ενάγουσας, η οποία δεν δικαιούνταν, εκτός των λοιπών παροχών, ούτε δώρο Χριστουγέννων 1997, εφόσον προσλήφθηκε στις 4-5-98.

Κατόπιν αυτών, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, αφού δέχτηκε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, ως προς όλους τους ενάγοντες, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει, την αγωγή ως προς αυτούς, πλην της 151ης, που δεν είναι διάδικος στην υπό κρίση δίκη, ως προς την οποία, την απέρριψε κατ' ουσία, υποχρεώνοντας το εναγόμενο να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα στην απόφαση χρηματικά ποσά.

Με την κρίση του αυτή το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2003 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 9217/ 2001 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια(300)Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Νοεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ